Tuesday, April 27, 2010

Γιώργος Χειμωνάς (Ομιλια στο "104" των εκδόσεων Καστανιώτη 26/4/10


ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν πρωτοδιάβασα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά• Θυμάμαι το βιβλίο. Ήταν το «Μυθιστόρημα». Στο ίδιο σημείο, στη σελίδα 8, εννιά σειρές πριν από το τέλος υπάρχει ακόμα η υπογραμμισμένη φράση της εφηβείας:

«γιατί ζωή είναι οι άλλοι, και ζωή είναι όταν οι άλλοι σ’ ακουμπάν, κι όταν γυρνούν προς εσένα και τα σώματα των ανθρώπων».

Μια σπουδαία φράση όπως και πολλές άλλες που διάβασα όλα αυτά τα χρόνια στα κείμενα του Γιώργου. Σ’ ένα μονάχα έπεσε έξω: είπε ότι «μονάχα ο θάνατος βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή των ανθρώπων»•.
Στην περίπτωσή του, πρόλαβε η ζωή να το κάνει.

Η δική μου σχέση με αυτόν τον εξαιρετικό άνθρωπο χωρίζεται σε δύο μέρη. Την περίοδο 76-96, διάστημα που τον διάβαζα και τον θαύμαζα, και την περίοδο 1996-2000, όταν τον γνώρισα, μαζί με την οικογένεια του: τη Λούλα και τον Θανάση.
Οικογένεια: μια λέξη που μου φέρνει στο νου μια άλλη φράση του, από τους «Χτίστες», που δε θα ξεχάσω ποτέ: «Αυτές είναι οι οικογένειες των ανθρώπων. Ραγισματιές απ’ όπου μπαίνουν οι άνθρωποι στον κόσμο».
Μια και συνήθως γνωρίζει κανείς συγγραφείς αφού τους έχει διαβάσει, δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να απογοητευτεί από την διάσταση ανθρώπου και έργου. Ομολογώ ότι δεν έχω ξαναδεί κάποιον να κατοικεί τόσο άνετα στο μύθο του όσο τον Γιώργο Χειμωνά. Ο Γιώργος που γνώρισα ήταν η προέκταση των κειμένων του, κατοικούσε στην χλωρίδα και την πανίδα τους, ήταν η αντανάκλασή, η ενάρκωσή τους.

Ο Χειμωνάς εκφράστηκε μεσα από ένα λόγο, μεσα από μια αφήγηση που υπερέβη τις κατηγοριοποιήσεις.
Ο ίδιος έλεγε: Στον καλλιτέχνη μπαίνει μια στάμπα. Σε μένα η στάμπα είναι καλειδοσκοπική. Οι πεζογράφοι με θεωρούν ποιητή, οι ποιητές πεζογράφο, οι γιατροί λογοτέχνη, οι Καβαλιώτες, Θεσσαλονικέα, οι Θεσσαλονικείς, Αθηναίο, οι Αθηναίοι, Θεσσαλονικέα και Καβαλιώτη...Στα μαθήματα νευροψυχολογίας που έκανα στους τελειόφοιτους, ήμουν γι αυτούς ένας ποιητής που ασχολείται με την νευρολογία...
Αυτά τα αταξινόμητα κείμενα, τα πυρακτωμένα αφηγήματα, τα εξαντλητικά, αλληγορικά κείμενα, που μοιάζουν σαν να έχουν ξεκολλήσει από τον πάτο του λόγου, κείμενα που προέρχονται απ’ ευθείας απ’ το εργαστήριο του νου, (το οποίο επισκέπτονταν συχνά και με την άλλη του ιδιότητα ο Γιώργος) νιώθω συχνά πως δεν είναι παρά ροές, αλλά και αποστάγματα ποιητικού υλικού.
Μιλάμε για μια διπλή κίνηση: από τη μια έχουμε ένα ποιητικό υλικό που που έχει υποστεί «πλοκή» και εκβάλλει ως πεζό κι από την άλλη ένα τεράστιο πεζογράφημα που έχει συμπυκνωθεί στο μίνιμουμ, με τα κείμενα να μοιάζουν αποστάγματα ογκωδών αφηγήσεων (σαν zip files).
Την ίδια στιγμή πρόκειται για ένα εντελώς αυθεντικό γλωσσικό μάγμα, για ένα λόγο καινούργιο, που ωστόσο ταυτόχρονα κουβαλάει ενα ολόκληρο κόσμο, μια απόσταξη της παγκόσμιας γραμματείας μεσα από κάποιες αντιπροσωπευτικές φιγούρες και έργα ανεξαρτήτου παράδοσης και τεχνοτροπίας. Δεν είναι τυχαίο ότι χαριτολογώντας (η όχι) ο Γιώργος Χειμωνάς έλεγε ότι τα μεγάλα αριστουργήματα της γραμματείας, τα κείμενα του Σεφέρη, ο Ντοστογιέφσκι, ο Παπαδιαμάντης ανήκουν στην παιδική λογοτεχνία.
Ο λόγος του Χειμωνά περιέχει μια συμπύκνωση σε όλα τα επίπεδα: τα γνωστικά, τα συναισθηματικά, τα ψυχολογικά, τα μελοδραματικά, τα λαϊκά και τα αριστοκρατικά, και ταυτόχρονα μια συμπύκνωση των ίδιων των φθόγγων και των λέξεων. Στο λόγο του υπάρχει μια διαχυτικότητα που δεν διαφορίζει ρήματα, ουσιαστικά και επίθετα. Σαν η γλώσσα να προσπαθεί να ‘αγκιστρώσει’ το νου. Εξάλλου για κείνον ο λόγος ήταν πάντοτε μια προφορική υπόθεση. Δεν υπάρχει άλλος λόγος, έλεγε, επικαλούμενος τις γνώσεις του της νευροψυχολογίας. Στον εγκέφαλο δεν υπάρχει κέντρο της γραφής. Υπάρχει μόνο κέντρο του προφορικού λόγου.

Μόλις αναφέρθηκα σε μια άλλη ιδιότητα του Γιώργου. Την ψυχιατρική. Αυτή η διττή σισύφεια θητεία στον αναλυτικό κατακερματισμό και την συστηματική έρευνα της ανθρώπινης ψυχής ως νευρολόγος-ψυχίατρος αλλά και στην μυθολογική της ανασύσταση της ως συγγραφέας, μου φαινόταν πάντα σαν ένα αφάνταστα βαρύ φορτίο για ένα και μοναδικό μυαλό. Ταυτόχρονα επρόκειτο και για ένα μοναδικό εγχείρημα, τόσο ακραία φιλόδοξο, όσο και αυθεντικά ήταν τα κίνητρα που το ενεργοποίησαν.
Το κεντρικό πρόβλημα για τον Χειμωνά, το αδιέξοδο, είναι ότι δεν βρίσκεται καμία γέφυρα ανάμεσα στην τέχνη, στην γραφή κυρίως και στον λόγο - και στους ανθρώπους. Η τέχνη, όπως την εννοεί ο Χειμωνάς, είναι το όχημα εκείνο που επανεγγράφει τη ζωή και την κάνει άξια να βιωθεί (τα πάντα, έλεγε, πρέπει να δευτερολογηθούν μέσα από την τέχνη). Εκεί κρύβεται η «αισθητική» κοσμοαντίληψη του και ο κατά βάθος εξαιρετικά ρομαντικός πυρήνας του. Μια απόλυτη, σχεδόν φανατική πίστη στο γεγονός ότι τα πράγματα, όταν διυλίζονται μεσα από την τέχνη, επιστρέφουν περισσότερο αληθινά. Μια τέτοια στάση έχει κόστος και προσωπικό και καλλιτεχνικό. Ο Χειμωνάς δευτερολόγησε τη ζωή του μέσα από το έργο του (ίσως και το αντίστροφο) και υπ’ αυτήν την έννοια υπήρξε απόλυτα συνεπής.

Έτυχε να είμαι εκείνος που του πήρε την τελευταία συνέντευξη της ζωής του. Μια συνέντευξη που δόθηκε τον Οκτώβριο του 1999 στο Ευγενίδειο νοσοκομείο και δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1999 στην «Καθημερινή».
Θυμάμαι στο Ευγενίδειο, στο δωμάτιο 515, με υποδέχονται η Λούλα κι η Μαρίκα, εγώ έχω αργήσει, έχω αγωνία, μήπως ενοχλήθηκε από την αναμονή, ο Γιώργος είναι στο κρεβάτι, μοιάζει κουρασμένος, σκέφτομαι να το ακυρώσουμε, αλλά όχι, ο Γιώργος επιμένει, ανασηκώνεται κι αρχίζει μία δίωρη - τρίωρη, δε θυμάμαι - συζήτηση για τη τέχνη, τη μετάφραση, τη λογοτεχνία - την «βασανισμένη αλχημεία» όπως έλεγε- ο Γιώργος σταδιακά αρχίζει και φωτίζεται, η διάθεσή του ανεβαίνει, από το στόμα του κυλούν φράσεις - διαμάντια, ώσπου ο κύκλος κλείνει κι αποσύρεται και πάλι. Πάνω στο ράφι μια κούκλα - ο Άμλετ - που του έκανε συντροφιά, και δίπλα οι μουσικές και τα βιβλία του.

Θυμάμαι τον Γιώργο να μιλά για την παρανόηση σχετικά με την περίπτωσή του, για το πως πολλοί τον θεωρούν σιωπηλό, σκοτεινό, κρυπτικό. Για την ανάγκη, την υποχρέωση του σαν συγγραφέας να επικοινωνεί με το κοινό, μια επικοινωνία που θεωρεί ένα είδος απολογίας εκ μέρους του δημιουργού, μια απολογία ίσως επηρμένη, προσθέτει. Μιλάει για το τελευταίο του κείμενο, το «Gerdtrudenhoff», ένα έργο 92 σελίδων που το έγραφε και το ξαναέγραφε, ώσπου, όταν το τέλειωσε, έκανε μια εντελώς ιδιοσυγκρασιακή διανομή στο Παρίσι...

Ο επίλογος της συνέντευξης ήταν:

Ο δημιουργός που έγραψε πως «Η ποίηση δεν επαληθεύεται από καμιά ζωή από κανέναν κόσμο», (Ο Εχθρός του Ποιητή), έχει τελειώσει ένα βιβλίο για την ίδια την ανυπαρξία του συγγραφέα. Ο Γιώργος Χειμωνάς είναι καταδικασμένος να χρησιμοποιεί τον γραπτό λόγο, ένα λόγο συμβατικό, ατελή, γεμάτο ελαττώματα, μόνο εφόδιο του συγγραφέα σ’ αυτό το παράλογο χρέος αναδημιουργίας των πάντων. Λόγο υποκατάστατο για την Άλλη Φωνή - που κατοικεί στην ψυχή. Φοβάμαι όμως μια και - όπως μας υπενθυμίζει ο Χειμωνάς- ο λόγος είναι εντελει προφορική υπόθεση, είμαστε υποχρεωμένοι σαν τον Μπέκετ να περιμένουμε, όχι από ένα κείμενο, αλλά από μία αφόρητη φωνή να αναδυθεί ο ακατόρθωτος άνθρωπος. (Οκτώβριος 1999)

Θεωρώ πως ολόκληρη η περιπέτεια του Χειμωνά με τον νου και την τέχνη συνοψίζεται σε αυτήν την τρομερή φράση από τα «Έξι μαθήματα για τον λόγο»: «Το τρομακτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι, να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο». Τον θυμάμαι στο «Μονόγραμμα» της δημόσιας τηλεόρασης, στο κλείσιμο της εκπομπής, πριν την προφέρει, να λέει ένα «Θέλω να πω...» που βγαίνει μ’ έναν αναστεναγμό. Σ’ αυτή την μικρή (εκούσια ίσως;) διαταραχή της εκφοράς, συμπυκνώνεται όλο το δέος και μαζί η τόλμη του ανθρώπου που εκφέρει κάτι πρωτοπόρο, νεωτερικό. Είναι μια δοξαστική στιγμή, που κουβαλάει λύτρωση και εξάντληση, και ταυτόχρονα αντανακλά το αβάστακτο βάρος του φοβερού ερωτήματος που έπεται.

5 comments:

ειρήνη said...

υπέροχο κείμενο..

όσο περνούν τα χρόνια, σκέφτομαι πως αληθινά τυχεροί είναι οι άνθρωποι που καταφέρνουν να συναντήσουν ,στη σύντομη ζωή τους, ανθρώπους ..

εσείς είστε τυχερός ..

Mamaloukas said...

εξαιρετικό Αλέξη, δεν το ήξερα, θα ερχόμουν...

το θείο τραγί said...

Σε ευχαριστώ, φίλε Αλέξη, για όσα μοιράζεσαι μαζί μας με αυτό σου το σπουδαίο κείμενο. Thanks! Ο ίδιος.

Ονειρμός said...

Πόσο τυχερός είστε...Που τον γνωρίσατε, τον Γιώργο Χειμωνά.Εξαιρετική και η υπόμνησή σας στο πρόσωπο του.Είμαι δεκαεννιά χρόνών, πρωτοετής φοιτητής, και όταν στα δεκαέξη μου πρώτη φορά τον άκουσα στην εκμπομπή μονόγραμμα της Ερτ1 να διαβάζει έργα του,πραγματικά κεραυνοβολήθηκα.Διάβασα όλα τα πεζογραφήματά του, φύλαξα κάθε φράση που μπορούσα να εξορύξω απ'το υπόστρωμα του δαιμονικού του λόγου.Ναι λόγος δαιμονικός είναι για μένα ο λόγος αυτός, γιατί σε κανένα γραπτό δεν ξαναβρήκα τόσο φως.Με λαχανιασμένη αγωνία διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα έργα του, και όλα αυτά ακούγονται πληθωριστικά ενθουσιώδη, αλλά, από τον Χειμωνά, άλλαξε η ζωή μου,ή καλύτερα μου αποκαλύφθηκε η πιο αληθινή μου ζωή.Οι φράσεις που σημειώσατε, αλλά και το κοφτό ''Συνορεύω'' του στον γιατρό Ινεότη, όπως και τόσες άλλες, εφάπτονται σε κάθε σκέψη μου που έχει να κάνει με τα βαθύτερα ερωτήματα της ζωής.Ίσως να άρπαξα φωτιά στην επαφή με τις λέξεις του, έτσι που απέμεινα από στάχτη ''ένας εύθρυπτος χάρτης ανθρώπου.''(Χτίστες)

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ said...

Εξαιρετικό το κείμενό σου. Ήμουν εκεί με τους δυο Θανάσηδες και τυχαία έπεσα πάνω του ξανά.
Μπράβο σου.

Σταύρος Σταυρόπουλος