Tuesday, April 27, 2010

Γιώργος Χειμωνάς (Ομιλια στο "104" των εκδόσεων Καστανιώτη 26/4/10


ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν πρωτοδιάβασα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά• Θυμάμαι το βιβλίο. Ήταν το «Μυθιστόρημα». Στο ίδιο σημείο, στη σελίδα 8, εννιά σειρές πριν από το τέλος υπάρχει ακόμα η υπογραμμισμένη φράση της εφηβείας:

«γιατί ζωή είναι οι άλλοι, και ζωή είναι όταν οι άλλοι σ’ ακουμπάν, κι όταν γυρνούν προς εσένα και τα σώματα των ανθρώπων».

Μια σπουδαία φράση όπως και πολλές άλλες που διάβασα όλα αυτά τα χρόνια στα κείμενα του Γιώργου. Σ’ ένα μονάχα έπεσε έξω: είπε ότι «μονάχα ο θάνατος βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή των ανθρώπων»•.
Στην περίπτωσή του, πρόλαβε η ζωή να το κάνει.

Η δική μου σχέση με αυτόν τον εξαιρετικό άνθρωπο χωρίζεται σε δύο μέρη. Την περίοδο 76-96, διάστημα που τον διάβαζα και τον θαύμαζα, και την περίοδο 1996-2000, όταν τον γνώρισα, μαζί με την οικογένεια του: τη Λούλα και τον Θανάση.
Οικογένεια: μια λέξη που μου φέρνει στο νου μια άλλη φράση του, από τους «Χτίστες», που δε θα ξεχάσω ποτέ: «Αυτές είναι οι οικογένειες των ανθρώπων. Ραγισματιές απ’ όπου μπαίνουν οι άνθρωποι στον κόσμο».
Μια και συνήθως γνωρίζει κανείς συγγραφείς αφού τους έχει διαβάσει, δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να απογοητευτεί από την διάσταση ανθρώπου και έργου. Ομολογώ ότι δεν έχω ξαναδεί κάποιον να κατοικεί τόσο άνετα στο μύθο του όσο τον Γιώργο Χειμωνά. Ο Γιώργος που γνώρισα ήταν η προέκταση των κειμένων του, κατοικούσε στην χλωρίδα και την πανίδα τους, ήταν η αντανάκλασή, η ενάρκωσή τους.

Ο Χειμωνάς εκφράστηκε μεσα από ένα λόγο, μεσα από μια αφήγηση που υπερέβη τις κατηγοριοποιήσεις.
Ο ίδιος έλεγε: Στον καλλιτέχνη μπαίνει μια στάμπα. Σε μένα η στάμπα είναι καλειδοσκοπική. Οι πεζογράφοι με θεωρούν ποιητή, οι ποιητές πεζογράφο, οι γιατροί λογοτέχνη, οι Καβαλιώτες, Θεσσαλονικέα, οι Θεσσαλονικείς, Αθηναίο, οι Αθηναίοι, Θεσσαλονικέα και Καβαλιώτη...Στα μαθήματα νευροψυχολογίας που έκανα στους τελειόφοιτους, ήμουν γι αυτούς ένας ποιητής που ασχολείται με την νευρολογία...
Αυτά τα αταξινόμητα κείμενα, τα πυρακτωμένα αφηγήματα, τα εξαντλητικά, αλληγορικά κείμενα, που μοιάζουν σαν να έχουν ξεκολλήσει από τον πάτο του λόγου, κείμενα που προέρχονται απ’ ευθείας απ’ το εργαστήριο του νου, (το οποίο επισκέπτονταν συχνά και με την άλλη του ιδιότητα ο Γιώργος) νιώθω συχνά πως δεν είναι παρά ροές, αλλά και αποστάγματα ποιητικού υλικού.
Μιλάμε για μια διπλή κίνηση: από τη μια έχουμε ένα ποιητικό υλικό που που έχει υποστεί «πλοκή» και εκβάλλει ως πεζό κι από την άλλη ένα τεράστιο πεζογράφημα που έχει συμπυκνωθεί στο μίνιμουμ, με τα κείμενα να μοιάζουν αποστάγματα ογκωδών αφηγήσεων (σαν zip files).
Την ίδια στιγμή πρόκειται για ένα εντελώς αυθεντικό γλωσσικό μάγμα, για ένα λόγο καινούργιο, που ωστόσο ταυτόχρονα κουβαλάει ενα ολόκληρο κόσμο, μια απόσταξη της παγκόσμιας γραμματείας μεσα από κάποιες αντιπροσωπευτικές φιγούρες και έργα ανεξαρτήτου παράδοσης και τεχνοτροπίας. Δεν είναι τυχαίο ότι χαριτολογώντας (η όχι) ο Γιώργος Χειμωνάς έλεγε ότι τα μεγάλα αριστουργήματα της γραμματείας, τα κείμενα του Σεφέρη, ο Ντοστογιέφσκι, ο Παπαδιαμάντης ανήκουν στην παιδική λογοτεχνία.
Ο λόγος του Χειμωνά περιέχει μια συμπύκνωση σε όλα τα επίπεδα: τα γνωστικά, τα συναισθηματικά, τα ψυχολογικά, τα μελοδραματικά, τα λαϊκά και τα αριστοκρατικά, και ταυτόχρονα μια συμπύκνωση των ίδιων των φθόγγων και των λέξεων. Στο λόγο του υπάρχει μια διαχυτικότητα που δεν διαφορίζει ρήματα, ουσιαστικά και επίθετα. Σαν η γλώσσα να προσπαθεί να ‘αγκιστρώσει’ το νου. Εξάλλου για κείνον ο λόγος ήταν πάντοτε μια προφορική υπόθεση. Δεν υπάρχει άλλος λόγος, έλεγε, επικαλούμενος τις γνώσεις του της νευροψυχολογίας. Στον εγκέφαλο δεν υπάρχει κέντρο της γραφής. Υπάρχει μόνο κέντρο του προφορικού λόγου.

Μόλις αναφέρθηκα σε μια άλλη ιδιότητα του Γιώργου. Την ψυχιατρική. Αυτή η διττή σισύφεια θητεία στον αναλυτικό κατακερματισμό και την συστηματική έρευνα της ανθρώπινης ψυχής ως νευρολόγος-ψυχίατρος αλλά και στην μυθολογική της ανασύσταση της ως συγγραφέας, μου φαινόταν πάντα σαν ένα αφάνταστα βαρύ φορτίο για ένα και μοναδικό μυαλό. Ταυτόχρονα επρόκειτο και για ένα μοναδικό εγχείρημα, τόσο ακραία φιλόδοξο, όσο και αυθεντικά ήταν τα κίνητρα που το ενεργοποίησαν.
Το κεντρικό πρόβλημα για τον Χειμωνά, το αδιέξοδο, είναι ότι δεν βρίσκεται καμία γέφυρα ανάμεσα στην τέχνη, στην γραφή κυρίως και στον λόγο - και στους ανθρώπους. Η τέχνη, όπως την εννοεί ο Χειμωνάς, είναι το όχημα εκείνο που επανεγγράφει τη ζωή και την κάνει άξια να βιωθεί (τα πάντα, έλεγε, πρέπει να δευτερολογηθούν μέσα από την τέχνη). Εκεί κρύβεται η «αισθητική» κοσμοαντίληψη του και ο κατά βάθος εξαιρετικά ρομαντικός πυρήνας του. Μια απόλυτη, σχεδόν φανατική πίστη στο γεγονός ότι τα πράγματα, όταν διυλίζονται μεσα από την τέχνη, επιστρέφουν περισσότερο αληθινά. Μια τέτοια στάση έχει κόστος και προσωπικό και καλλιτεχνικό. Ο Χειμωνάς δευτερολόγησε τη ζωή του μέσα από το έργο του (ίσως και το αντίστροφο) και υπ’ αυτήν την έννοια υπήρξε απόλυτα συνεπής.

Έτυχε να είμαι εκείνος που του πήρε την τελευταία συνέντευξη της ζωής του. Μια συνέντευξη που δόθηκε τον Οκτώβριο του 1999 στο Ευγενίδειο νοσοκομείο και δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1999 στην «Καθημερινή».
Θυμάμαι στο Ευγενίδειο, στο δωμάτιο 515, με υποδέχονται η Λούλα κι η Μαρίκα, εγώ έχω αργήσει, έχω αγωνία, μήπως ενοχλήθηκε από την αναμονή, ο Γιώργος είναι στο κρεβάτι, μοιάζει κουρασμένος, σκέφτομαι να το ακυρώσουμε, αλλά όχι, ο Γιώργος επιμένει, ανασηκώνεται κι αρχίζει μία δίωρη - τρίωρη, δε θυμάμαι - συζήτηση για τη τέχνη, τη μετάφραση, τη λογοτεχνία - την «βασανισμένη αλχημεία» όπως έλεγε- ο Γιώργος σταδιακά αρχίζει και φωτίζεται, η διάθεσή του ανεβαίνει, από το στόμα του κυλούν φράσεις - διαμάντια, ώσπου ο κύκλος κλείνει κι αποσύρεται και πάλι. Πάνω στο ράφι μια κούκλα - ο Άμλετ - που του έκανε συντροφιά, και δίπλα οι μουσικές και τα βιβλία του.

Θυμάμαι τον Γιώργο να μιλά για την παρανόηση σχετικά με την περίπτωσή του, για το πως πολλοί τον θεωρούν σιωπηλό, σκοτεινό, κρυπτικό. Για την ανάγκη, την υποχρέωση του σαν συγγραφέας να επικοινωνεί με το κοινό, μια επικοινωνία που θεωρεί ένα είδος απολογίας εκ μέρους του δημιουργού, μια απολογία ίσως επηρμένη, προσθέτει. Μιλάει για το τελευταίο του κείμενο, το «Gerdtrudenhoff», ένα έργο 92 σελίδων που το έγραφε και το ξαναέγραφε, ώσπου, όταν το τέλειωσε, έκανε μια εντελώς ιδιοσυγκρασιακή διανομή στο Παρίσι...

Ο επίλογος της συνέντευξης ήταν:

Ο δημιουργός που έγραψε πως «Η ποίηση δεν επαληθεύεται από καμιά ζωή από κανέναν κόσμο», (Ο Εχθρός του Ποιητή), έχει τελειώσει ένα βιβλίο για την ίδια την ανυπαρξία του συγγραφέα. Ο Γιώργος Χειμωνάς είναι καταδικασμένος να χρησιμοποιεί τον γραπτό λόγο, ένα λόγο συμβατικό, ατελή, γεμάτο ελαττώματα, μόνο εφόδιο του συγγραφέα σ’ αυτό το παράλογο χρέος αναδημιουργίας των πάντων. Λόγο υποκατάστατο για την Άλλη Φωνή - που κατοικεί στην ψυχή. Φοβάμαι όμως μια και - όπως μας υπενθυμίζει ο Χειμωνάς- ο λόγος είναι εντελει προφορική υπόθεση, είμαστε υποχρεωμένοι σαν τον Μπέκετ να περιμένουμε, όχι από ένα κείμενο, αλλά από μία αφόρητη φωνή να αναδυθεί ο ακατόρθωτος άνθρωπος. (Οκτώβριος 1999)

Θεωρώ πως ολόκληρη η περιπέτεια του Χειμωνά με τον νου και την τέχνη συνοψίζεται σε αυτήν την τρομερή φράση από τα «Έξι μαθήματα για τον λόγο»: «Το τρομακτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι, να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο». Τον θυμάμαι στο «Μονόγραμμα» της δημόσιας τηλεόρασης, στο κλείσιμο της εκπομπής, πριν την προφέρει, να λέει ένα «Θέλω να πω...» που βγαίνει μ’ έναν αναστεναγμό. Σ’ αυτή την μικρή (εκούσια ίσως;) διαταραχή της εκφοράς, συμπυκνώνεται όλο το δέος και μαζί η τόλμη του ανθρώπου που εκφέρει κάτι πρωτοπόρο, νεωτερικό. Είναι μια δοξαστική στιγμή, που κουβαλάει λύτρωση και εξάντληση, και ταυτόχρονα αντανακλά το αβάστακτο βάρος του φοβερού ερωτήματος που έπεται.

Wednesday, April 14, 2010

"Βύθισμα αυτογνωσίας" Κριτική της Μάρης Θεοδοσοπουλου για το "Σκότωσε ό,τι αγαπάς" από τη Βιβλιοθήκη

Αλέξης Σταμάτης
Σκότωσε ό,τι αγαπάς


Ο τίτλος του καινούριου μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη, σε συνδυασμό με το γκρο πλαν του εξωφύλλου σε δύο γυναικεία μάτια, καλλιεργεί προσδοκίες για ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Πράγματι, το άρωμα γυναίκας δεν λείπει. Ωστόσο, όπως και στα εφτά προηγούμενα μυθιστορήματά του, ο έρωτας δεν αποτελεί το κυρίως θέμα. Οσο σημαντικός κι αν είναι αυτός για έναν συγγραφέα, τα ενδιαφέροντα του Σταμάτη παραμένουν, πρωτίστως, κεντρωμένα στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου. Ενάμιση μόλις χρόνο μετά το προηγούμενο μυθιστόρημά του, Βίλα Κόμπρε, καταπιάνεται και πάλι με ένα ταξίδι αυτογνωσίας, στο οποίο, για ακόμη μια φορά, δίνει αίσιο τέλος, υιοθετώντας χωρίς τον παραμικρό σκεπτικισμό την παραμυθία της ψυχανάλυσης. Δηλαδή, την αισιόδοξη θέση ότι η ανάκληση απωθημένων γεγονότων καταλήγει στην απελευθέρωση από τις όποιες ενοχές.
Από το 1998, που ο Σταμάτης έκανε το ντεμπούτο του στην πεζογραφία, παραμένει προσκολλημένος στο ίδιο θέμα. Κατορθώνει, ωστόσο, να δημιουργεί, κάθε φορά, την εντύπωση ενός ολοσχερώς καινούριου βιβλίου. Κι αυτό, χάρη στον ευρηματικό και πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα της μυθιστοριογραφίας του. Εφευρίσκει, συνεχώς, νέους μύθους, κινούμενους σε διαφορετικούς καλλιτεχνικούς και επιστημονικούς χώρους. Αλλάζει τον κεντρικό χαρακτήρα, που είναι, σε όλα τα βιβλία του, το κυρίαρχο πρόσωπο στον χορό των υπόλοιπων ηρώων. Τοποθετεί την υπόθεση σε διαφορετικά μέρη. Ενώ, αντιθέτως, επιλέγει πάντοτε ως χρόνο δράσης το παρόν, με αναδρομές προς συγκεκριμένη, κάθε φορά, παρελθοντική περίοδο. Στο πρόσφατο μυθιστόρημα, μετά τους συγγραφείς και ηθοποιούς των πρώτων μυθιστορημάτων του, σειρά έχει ένας σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Από μια άποψη, χάρη σε αυτήν την επιλογή, το μυθιστόρημα εμφανίζεται ως συνέχεια του προηγούμενου. Σε εκείνο, το ένδον ταξίδι ξεκινά από μια φωτογραφία, σε αυτό, από το βιζέρ ή, εξελληνισμένα, από το προσοφθάλμιο της κινηματογραφικής μηχανής.
Εδώ, ο συγγραφέας απαρνείται τους εξωτικούς τόπους των πρόσφατων βιβλίων του και επιστρέφει, από την Αγρια Δύση και την Αφρική, στην Ελλάδα. Οχι, όμως, σε έναν από τους τόπους των παλαιότερων μυθιστορημάτων του, όπως τα βόρεια προάστια των Αθηνών ή τα Κυκλαδονήσια, αλλά σε ένα ορεινό τοπίο, που δεν κατονομάζει. Υποδηλώνεται, όμως, σαφώς το Πήλιο. Ωστόσο, στα ταξίδια αυτογνωσίας του Σταμάτη δεν ενδιαφέρουν τόσο οι τόποι όσο οι προεκτάσεις τους στον χώρο του φανταστικού. Σε αυτές στηρίζεται, για ακόμη μια φορά, το σασπένς του μυθιστορήματος, το οποίο ο συγγραφέας οικοδομεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, αρχής γενομένης από τον τίτλο.
Οπως σπεύδει να εξηγήσει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο σκηνοθέτης-ήρωας, ο τίτλος προέρχεται από την αγγλική φράση «Kill your darlings». Για τη δημιουργία σασπένς, η ελληνική απόδοση φροντίζει το γένος να μένει απροσδιόριστο, όπως στην ελλιπή, από αυτήν την άποψη, αγγλική. Ο ήρωας διαβεβαιώνει πως δεν αναφέρεται σε ζώντα πλάσματα, αλλά στις προσφιλείς εκφράσεις ενός συγγραφέα, με τις οποίες έχει την τάση να παραγεμίζει τις αφηγήσεις του. Οπως, όμως, θα αποκαλυφθεί στο τέλος, ο τίτλος μπορεί να έχει και διαφορετική σημασία. Από την άλλη, θα πρέπει κάποιος να είναι μεγάλος μάστορας της γραφής, όπως, λ.χ., ο Ουίλιαμ Φόκνερ, στον οποίο και αποδίδεται η φράση, για να τη χρησιμοποιήσει ως τίτλο βιβλίου του. Διακινδυνεύει, δηλαδή, να του έρθει κατακέφαλα η λαϊκή ρήση «Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις». Οπως και να έχει, ο σκηνοθέτης του μυθιστορήματος, που γράφει και τα σενάρια των ταινιών του, διατείνεται πως την ακολουθεί πιστά. Ισως, το ίδιο να πιστεύει και ο συγγραφέας, αφού πλάθει πάντοτε τους ήρωές του ως δικά του alter ego.
Στο πρόσφατο μυθιστόρημα, παρακολουθώντας εαυτόν, αντικαθιστά τον νεαρό άντρα, αυτόν που συναντάμε σε προηγούμενα μυθιστορήματά του, με έναν πενηντάρη. Κι αυτός, όπως ο συγγραφέας, έχει κάνει στο Λονδίνο αρχικά σπουδές θετικής κατεύθυνσης και μετά κινηματογράφου. Η περιγραφή των οκτώ ταινιών που έχει γυρίσει, θα μπορούσε να αναφέρεται, τηρουμένων των αναλογιών, και στα οκτώ μυθιστορήματα του Σταμάτη. Το πρόσφατο αρχίζει με την ανάγνωση του σεναρίου της ένατης ταινίας του ήρωα στους συνεργάτες του. Οπου δεν αποκλείεται, με τον ρυθμό που γράφει ο Σταμάτης, να έχει κι αυτός ήδη έτοιμο τουλάχιστον το προσχέδιο του ένατου μυθιστορήματός του. Πάντως, στο όγδοο, ο ήρωας δεν είναι εγκλωβισμένος, όπως στα εφτά προηγούμενα, στο οικογενειακό κέλυφος. Εδώ εμπλέκονται μόνο μια πρώην σύζυγος και μια εικοσάχρονη κόρη. Οχι, όμως, σε πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά σαν φιγούρες από το παρελθόν, καθόλου εφιαλτικές, αφού άλλες αποκαλύπτονται ότι είναι οι Ερινύες του.
Το ενδιαφέρον στοιχείο του καινούριου μυθιστορήματος είναι το άνοιγμα που, για πρώτη φορά, κάνει ο Σταμάτης προς την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ανακαλεί όσα συνέβησαν κατά την καθιερωμένη πορεία του Πολυτεχνείου, την Κυριακή της 16ης Νοεμβρίου 1980, όταν ο ίδιος ήταν δευτεροετής φοιτητής της Αρχιτεκτονικής. Μια, κατ' εξαίρεση, απαγορευμένη πορεία, που κατέληξε με δύο νεκρούς. Ευρηματική η μυθοπλαστική παραλλαγή του Σταμάτη, προσθέτει έναν τρίτο νεκρό. Ετσι, δίπλα στον Κύπριο φοιτητή Ιάκωβο Κουμή και την εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου πέφτει ημιθανής και αιμόφυρτος από τα χτυπήματα και ένας αθηναίος φοιτητής. Ωστόσο, δεν είναι ο οποιοσδήποτε νεολαίος, αλλά ένας της νεολαίας του ΕΚΚΕ, με πατέρα, μέλος της τότε κυβέρνησης Γεωργίου Ράλλη και επιστήθιο φίλο τού Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Κατά τα άλλα, ήδη από το 2005 και το μυθιστόρημα Μητέρα Στάχτη, ο Σταμάτης έχει δείξει την έλξη που του ασκεί η παραεπιστημονική φιλολογία. Αυτή τη φορά, δεν εκμεταλλεύεται ένα υπερφυσικό φαινόμενο, όπως εκείνο της αυτανάφλεξης, που παλαιότερα είχε θορυβήσει τους Αμερικανούς, αλλά τις προθανάτιες εμπειρίες, για τις οποίες, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν οι μαρτυρίες σε περιπτώσεις απώλειας της συνείδησης, λόγω καρδιακής ανακοπής ή και κατά τη διάρκεια σοβαρής χειρουργικής επέμβασης. Αρκετές αμερικανικές ταινίες έχουν στηθεί με βάση αυτές. Πρώτα πέφτουν οι τίτλοι πάνω στο ακίνητο σώμα του ήρωα και ζουμάροντας μετά στα μάτια του, αρχίζει να ξεδιπλώνεται αναδρομικά η περιπέτεια της ζωής του. Οι συμβάσεις, όμως, της κινηματογραφικής αφήγησης διαφέρουν ριζικά από αυτές της μυθιστοριογραφίας. Μένει ζητούμενο κατά πόσο πάνω σε παρόμοιες υπερβατικές εμπειρίες μπορεί να στηθεί ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, όπου, κατά την ανάκληση της προηγούμενης ζωής, να παρεμβάλλονται στην αφήγηση μέχρι επιστολές ή ηλεκτρονικά μηνύματα. Πολύ αμφιβάλλουμε αν η επίκληση, λ.χ., των στοιχειωδών σωματιδίων, των κουάρκ ή όποιων άλλων προσφέρει επίφαση αληθοφάνειας.
Από την άλλη, αυτό το, κατά κάποιον τρόπο, εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα, χωρίς το ορθολογικό στρογγύλεμα του μυθοπλαστικού πλαισίου, κάλλιστα αυτονομείται και διαβάζεται σαν μια ψυχαναλυτικού χαρακτήρα βύθιση ενός ζώντος. Και μάλιστα, αρκετά ιδιότυπη, καθώς ο σκηνοθέτης ήρωας, για να συναρμολογήσει τις ψηφίδες της ζωής του, επιστρατεύει σκηνές από τις αγαπημένες του ταινίες, ευφυώς μονταρισμένες, ανάκατα με θέσφατα λογοτεχνών και στοχαστών. Το πλήθος, ωστόσο, των δάνειων στοιχείων δείχνει υπερβολικό. Στο προηγούμενο βιβλίο του Σταμάτη η διακειμενικότητα είχε προκαλέσει κάποιες αντιπαραθέσεις, όχι για την έκτασή της, αλλά για τα δυσδιάκριτα όριά της με τη λογοκλοπή. Το αποτέλεσμα εδώ δεν ήταν ο μετριασμός της, αλλά ένα πλήθος από υποσελίδιες σημειώσεις με τις πηγές των δανείων. Κατά τ' άλλα, αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας του ήρωα γίνεται συναρπαστικό χάρη στα δύο μυστηριώδη πρόσωπα, έναν γιατρό και μια γοητευτική γυναίκα, που τον καθοδηγούν. Το δίδυμο θυμίζει τον ψυχοπομπό στο τρίτο μυθιστόρημά του, Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα. Τέλος, πιστεύουμε πως η κατά κόρον αναφορά στον Αλλο λειτουργεί σε βάρος του όποιου στοχαστικού φορτίου αυτής της έννοιας. Γενικότερα, στην πρόσφατη πεζογραφία ο Αλλος μάλλον ανήκει στα «darlings» που θέλουν λίγο σκότωμα.