Showing posts with label τι αγαπάς. Show all posts
Showing posts with label τι αγαπάς. Show all posts

Tuesday, November 10, 2009

Λευτέρης Καλοσπύρος: Σκότωσε ό,τι αγαπάς


Λευτέρης Καλοσπύρος
Σκότωσε ό,τι αγαπάς

Όπως φάνηκε κι από την ανάλυση του Κυριάκου, το μυθιστόρημα του Αλέξη πραγματεύεται μια σειρά ζητημάτων και έτσι είναι αναπόφευκτα είναι ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνείες. Θα ήθελα να σταθώ περισσότερο σε δυο συγκεκριμένες διαστάσεις του κειμένου που μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση: την αυτοαναφορική και την πειραματική-εγκεφαλική. Αντιλαμβάνομαι πως οι συγκεκριμένοι όροι είναι παρεξηγημένοι στην εγχώρια λογοτεχνία, καθώς παραπέμπουν συνήθως στα φορμαλιστικά έργα της αμερικάνικης και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 (Μπαρθ, Μπαρθέλμι, Ρομπ-Γκριγιέ), έργα στα οποία η ακραία αυτοαναφορικότητα στηλιτεύεται από τους επικριτές ως κακοχωνεμένος υπαρξισμός, και η «εγκεφαλικότητα» με την προσπάθεια των συγγραφέων να υποστηρίξουν και δικαιώσουν μέσα από τα λογοτεχνικά τους έργα κάποια συγκεκριμένη φιλοσοφική ιδέα ή θεωρία της εποχής.

Το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» αποφεύγει επιτυχώς τους παραπάνω σκοπέλους, μολονότι είναι έκδηλο το αυτοαναφορικό στοιχείο και το έργο στο σύνολό του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εγκεφαλικό. Κατ αρχήν, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον Αλέξη Σταμάτη και τον τυπικό μεταμοντέρνο συγγραφέα. Οι ήρωες σε αυτά τα μεταμοντέρνα μυθιστορήματα εμπλέκονται σε δαιδαλώδεις αναζητήσεις και παιγνιώδεις περιπέτειες μόνο και μόνο για να ανακαλύψουν στο τέλος πως η αλήθεια και η πλάνη είναι οι αντίθετες όψεις του ίδιου, συνήθως κάλπικου, νομίσματος. Στα έργα του Αλέξη, η αναζήτηση της αλήθειας, η πορεία προς την αυτογνωσία, προς τον απωθημένο εαυτό που μόνο κάτω από έντονες δραματικές συνθήκες μπορεί να ανακαλυφθεί, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να υποβιβαστεί σε ένα απλό θεωρητικό παιχνίδι. Τα μεταμοντέρνα τεχνάσματα ενορχηστρώνουν την πλοκή, εντείνουν τις δραματικές κορυφώσεις, αλλά δεν αλλοιώνουν στον σκληρό πυρήνα του μύθου.

Ο Άρης Μανιάτης, ένας κινηματογραφιστής που δεν βιώνει απλά την κρίση της μέσης ηλικίας, αλλά ουσιαστικά η τελευταία δεκαετία της ζωής του είναι μια διαρκής κρίση μέσης ηλικίας, εμπλέκεται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, βρίσκει καταφύγιο σε ένα σπίτι με παράλογη μυστηριακή ατμόσφαιρα, έρχεται σε επαφή με δυο πρόσωπα, το γιατρό και τη Δάφνη, που τον υποχρεώνουν να ξαναγράψει το αυτοβιογραφικό σενάριο που τον ταλαιπωρεί χρόνια, αναγκάζεται να επανεξετάσει τις επιλογές που τον έφεραν στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα. Από τη στιγμή που συμβαίνει το ατύχημα και μετά όμως, ο Άρης Μανιάτης δεν είναι ο μόνος που σχεδιάζει μεθοδικά τις δολοφονίες των αγαπημένων του ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης ακολουθεί μια παράλληλη πορεία που εφάπτεται με εκείνη του ήρωά του. Την ίδια στιγμή που ο ¨Αρης Μανιάτης είναι υποχρεωμένος να σκοτώσει όλα αυτά που αγαπάει και έχει συμπεριλάβει στο σενάριό του, ο Αλέξης Σταμάτης μεθοδεύει το τελικό ξεκαθάρισμα με τις επιρροές που τον καθόρισαν σαν καλλιτέχνη και τις αγαπημένες συγγραφικές τακτικές του, τουλάχιστον ως σήμερα: την ποιητική διάθεση στα πρώτα έργα του, την περιπέτεια και το σκληρό ρεαλισμό των ύστερων έργων, ίσως ακόμη και τους τύπους ηρώων που πρωταγωνίστησαν στα κείμενά του. Ο Άρης Μανιάτης δεν είναι το τυπικό alter ego του συγγραφέα, ο πρόθυμος εντολοδόχος ή το βολικό φερέφωνο των ιδεών του, αλλά μια αυθύπαρκτη, έστω στα όρια της μυθοπλαστικής σύμβασης, οντότητα. Ο κινηματογραφιστής και ο συγγραφέας είναι πολύ απασχολημένοι με τις προσωπικές εμμονές τους για να αναμειχθούν ο ένας στις υποθέσεις του άλλου.


Αυτό που μοιάζει να είναι το πιο αυτοαναφορικό έργο του δεν είναι κατ ανάγκη και το πιο προσωπικό. Ας δούμε λίγο τι συμβαίνει στη βιογραφία και ειδικότερα στην αυτοβιογραφία. Ο Ντισραέλι είχε πει κάποτε πως «Η Βιογραφία είναι η Ζωή δίχως τη θεωρία». Φυσικά, η ανάγκη για αισθητική τελειότητα στην διατύπωση μιας αποστροφής, δεν επιτρέπει την πλήρη ανάπτυξη της αλήθειας που αυτή κρύβει. Θα προσέθετα λοιπόν πως η «Η βιογραφία θα έπρεπε να είναι η ζωή χωρίς τη θεωρία», έχοντας αμφιβολίες αν αυτό μπορεί να είναι εφικτό. Ειδικότερα όταν κάποιος ξεκινάει να γράψει την αυτοβιογραφία του, στην ουσία είναι αδύνατο να καθαρίσει τη ζωή του από τις θεωρητικές προσμείξεις. Η αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου είναι η επανεξέταση της προσωπικής του ζωής ο άνθρωπος προσπαθεί πρώτιστα να κατανοήσει πως κατέληξε να είναι αυτός που είναι και πριν γράψει την ιστορία της ζωής του, είναι υποχρεωμένος να επανεξετάσει, σε θεωρητικό πλαίσιο τις επιλογές που ΔΕΝ έκανε, τις κατευθύνσεις που δεν ακολούθησε όταν χρειάστηκε να πάρει τις οριακές αποφάσεις στη ζωή του. Όσο αφηγείται την ιστορία του, και προκειμένου να καταλάβει καλύτερα ποιος είναι, είναι αναγκασμένος να βάλει τον εαυτό του στη θέση του ατόμου που θα μπορούσε να είναι σήμερα. Σε ένα έργο με έκδηλο το αυτοαναφορικό στοιχείο, ο συγγραφέας λειτουργεί περίπου όπως ο αυτοβιογραφούμενος, με τη διαφορά πως όσο εξελίσσεται ο μύθος, η αρχική συγγραφική περσόνα διαιρείται σε πολυάριθμα επιμέρους είδωλα χωρίς να είναι πλέον αναγνωρίσιμη η αληθινή περσόνα του συγγραφέα, χωρις άλλωστε και να υπάρχει η ανάγκη γι’ αυτό. Όσο πιο πολύ προσπαθούσα να εντοπίσω αναλογίες ανάμεσα στον Άρη Μανιάτη και τον Αλέξη Σταμάτη, τόσο περισσότερο ένιωθα να απομακρύνεται ο ένας από τον άλλο και όσο ξεδιπλωνόταν η πλοκή, τόσο λιγότερο με ενδιέφερε. Και όπως φαίνεται από την ανατροπή στο τέλος, ο μύθος είναι αυτός που έχει τελική μεγαλύτερη αξία, σημασία από κάθε τι.


Το παραπάνω κείμενο αποτελει την εισήγηση του κριτικού λογοτεχνίας Λευτέρη Καλοσπύρου κατα την παρουσιαση του βιβλιου ΣΚΟΤΩΣΕ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΑΣ του Αλέξη Σταμάτη, στο "104" των εκδόσεων Καστανιώτη , την Δευτερα, 9 Νοεμβρίου.

Κυριάκος Πιερρακάκης: Σκότωσε ό,τι αγαπάς


Κυριακος Πιερρακάκης
Σκότωσε ό,τι αγαπάς

Χαίρομαι πολύ που έχω απόψε την ευκαιρία να μιλήσω για το έργο του Αλέξη Σταμάτη και συγκεκριμένα για το καινούργιο του μυθιστόρημα «Σκότωσε ότι αγαπάς».
Η ειρωνεία της παρουσίασης μυθιστορημάτων κρύβεται στο χάσμα ανάμεσα σε παρουσιαστή και κοινό. Κατά κανόνα, αυτός που παρουσιάζει το βιβλίο το έχει διαβάσει (αν και υπάρχουν και εξαιρέσεις....), και γνωρίζει καλά την πλοκή, την υπόθεση. Στις περισσότερες περιπτώσεις το κοινό δεν έχει διαβάσει το βιβλίο. Έτσι, ο παρουσιαστής βρίσκεται στην περίεργη θέση να πρέπει να μιλήσει για το βιβλίο χωρίς να «μιλήσει» για το βιβλίο. Να δώσει το άρωμα του βιβλίου, χωρίς να προδώσει τα συστατικά του.
Κάτι το οποίο με συναρπάζει στο σύνολο του έργου του Αλέξη είναι η συνειρμική του δυνατότητα. Χτίζει μια εικόνα πάνω στο επίπεδο συνειρμών με σκηνές από ταινίες, στίχους από τραγούδια, χρώματα και υλικά από πίνακες – δομώντας ένα μωσαϊκό το οποίο ο αναγνώστης εισπράττει σαν να το συνέλαβε ο ίδιος. Κάτι το επίσης προφανές είναι ότι ο Αλέξης διαβάζει πολύ – ψυχολογία, φιλοσοφία, λογοτεχνία. Ειδικά τα δυο πρώτα είναι προφανή στο σκότωσε ότι αγαπάς.
Ο πρωταγωνιστής λέγεται Άρης Μανιάτης, κινηματογραφιστής. Βρίσκεται σε κρίση ταυτότητας, η οποία έρχεται στην επιφάνεια με αφορμή τη βραδιά των πεντηκοστών γενεθλίων του, την οποία περνά μαζί με φίλους κάπου στην επαρχία. Εκεί, τους παρουσιάζει το τελευταίο του – αυτοβιογραφικό – σενάριο, το οποίο έχει ακριβώς τον ίδιο τίτλο «Σκότωσε ότι αγαπάς». Ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της επιστροφής αφήνει τον Άρη Μανιάτη χωρίς αυτοκίνητο και ο δρόμος τον φέρνει σε ένα απομονωμένο παλιό αρχοντικό. Εκεί θα συναντήσει δυο πρόσωπα. Μια κοπέλα και έναν ηλικιωμένο γιατρό. Η επαφή με αυτά τα πρόσωπα φέρνει πίσω εικόνες και σκέψεις τις οποίες ο πρωταγωνιστής είχε προσπαθήσει προ πολλού να αφήσει πίσω του, να «σκοτώσει».
Αλέξη συγκράτησα το γεγονός ότι στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου αναφέρεις ότι ο πρωταγωνιστής διαβάζει Βιτγκενστάιν, Καντ, Ζίζεκ. Θα σταθώ στον τελευταίο. Ο Σλάβοι Ζίζεκ είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλοσόφους/ψυχολόγους, από τη σχολή του Ζακ Λακάν. Η σκέψη του Ζίζεκ είναι διάχυτη στο έργο του Αλέξη – ξεκινώντας από τον ίδιο τον τίτλο: «Σκότωσε ότι αγαπάς» - τη διάσημη φράση «Kill your darlings» του Faulkner. Το νόημα της φράση σε πρώτο επίπεδο αφορά την αφαίρεση – δηλαδή αφαιρείς από το κείμενο όλα τα περιττά - ότι δεν υπηρετεί τη δομή και το σκοπό του.
Κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα ως προς αυτό είναι το λογοτεχνικό εύρημα του Αλέξη να συμπεριλάβει τις φράσεις που ο πρωταγωνιστής σταδιακά αφαιρεί/σβήνει από το αυτοβιογραφικό σενάριο – με μια μαύρη γραμμή. Η προτροπή «σκότωσε ότι αγαπάς» δρα σε δυο παράλληλες διαστάσεις για τον πρωταγωνιστή: το αυτοβιογραφικό σενάριο που γράφει, και η πραγματικότητα της ζωής του. Είναι όμως μια προτροπή την οποία, σε αρχικό στάδιο, ο πρωταγωνιστής φαίνεται να έχει υιοθετήσει πολύ κυριολεκτικά. Γράφει ο Αλέξης Σταμάτης:
«Ίσως τελικά από μια σελίδα μείνει μια φράση, μια εικόνα, ένα πλάνο, έτσι, ως ανάμνηση αλλά και ως μεδούλι της θυσιασμένης σύνθεσης. Όμως εδώ, στο ριράιτινγκ, κανένα έλεος, δεν είχε μείνει τίποτα. Η όποια λυρική, μελοδραματική, επική μου χρυσαλίδα είχε πνιγεί στο ίδιο της το αίμα.
Μα τελικά αυτό δεν έκανα στη ζωή μου; Kill your darlings. Φίλα το όπλο, δάγκωσε τις σφαίρες. Ήμουν καλός σε αυτή τη θυσία. Το κρεβάτι του Προκρούστη ήταν ανηλεές.»
Ό Άρης Μανιάτης φαίνεται να έχει θυσιάσει τη ζωή, με σκοπό την εξυπηρέτηση της δομής. Η δομή όμως αυτή, γίνεται μετέπειτα η ίδια του η πραγματικότητα, ωσάν η προτροπή του Faulkner να γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία για τον πρωταγωνιστή.
Είναι όμως σωστή η ανάγνωση του πρωταγωνιστή στη φράση του Faulkner; Ότι, δηλαδή, η εξυπηρέτηση της δομής πρέπει να γίνει με κάθε κόστος – ακόμα και αν θυσιάσεις την πραγματικότητα;
Εδώ είναι χρήσιμο να επιστρέψουμε στο Ζίζεκ. Ο Ζίζεκ ισχυρίζεται ότι ένας λειτουργικός τρόπος κατηγοριοποίησης της αντίληψης είναι ο εξής:
1) Υπάρχουν πράγματα τα οποία γνωρίζουμε ότι τα γνωρίζουμε
2) Πράγματα τα οποία γνωρίζουμε ότι δεν τα γνωρίζουμε.
3) Πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουμε ότι δεν τα γνωρίζουμε.
4) Συμμετρικά, υπάρχει όμως και μια τελευταία, μακράν πιο ενδιαφέρουσα κατηγορία – σίγουρα για την ψυχολογία, αλλά και για τη λογοτεχνία. Αυτά τα οποία δεν γνωρίζουμε ότι τα γνωρίζουμε.
Με την τέταρτη αυτή κατηγορία επιλέγει να καταπιαστεί ο Αλέξης. Ο πρωταγωνιστής Άρης Μανιάτης έχει επιλέξει να τοποθετήσει ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος του – ένα μεγάλο μέρος της πραγματικότητάς του κάτω από ένα νοητό χαλί, πάνω στο οποίο έχει στήσει μια άλλη, μια επίπλαστη πραγματικότητα. Το πνεύμα του Ζίζεκ – το οποίο υπηρετεί η πλοκή που στήνει ο Αλέξης Σταμάτης, καλεί τον πρωταγωνιστή, μέσα από καταλυτικά γεγονότα, αλλαγές, μεταβολές, να τραβήξει αυτό το νοητό χαλί, να δει τον εαυτό του γυμνό στην καθρέφτη, να αποδομήσει αυτή την επίπλαστη πραγματικότητα.
Το «σκότωσε ότι αγαπάς» μπορεί πράγματι να εξυπηρετεί τη δομή, ιδιαίτερα όταν είναι δύσκολο σε ένα υποκείμενο να κάνει επιλογές ανάμεσα σε πολλά ενδεχόμενα. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πολύ πιο πραγματική ανάγνωση. Ότι το «σκότωσε ότι αγαπάς» οφείλει πρωτίστως να εξυπηρετεί την ίδια τη ζωή – ότι όσο και αν αγαπάς, όσο και αν σε βολεύουν οι επίπλαστες πραγματικότητες, οφείλεις να τις αποδομήσεις, να αφαιρέσεις πρώτα αυτές – και στη θέση τους να αναδυθείς εσύ, όπως πραγματικά είσαι.
Αυτή αισθάνθηκα πως είναι η προτροπή του συγγραφέα τόσο προς τον πρωταγωνιστή όσο και προς τον αναγνώστη.

Το παραπάνω κείμενο αποτελει την εισήγηση του πολιτικου επιστημονα Κυριακου Πιερρακάκη κατα την παρουσιαση του βιβλιου ΣΚΟΤΩΣΕ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΑΣ του Αλέξη Σταμάτη, στο "104" των εκδόσεων Καστανιώτη , την Δευτερα, 9 Νοεμβρίου.