Showing posts with label σκότωσε ότι αγαπάς. Show all posts
Showing posts with label σκότωσε ότι αγαπάς. Show all posts

Sunday, March 4, 2012

Κριτικη της Αννυς Kολτσιδοπουλου απο την Καθημερινη

Κριτικη της Αννυς Kολτσιδοπουλου απο την Καθημερινη

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Σκότωσε ό,τι αγαπάς

σκην.: Αρης Τρουπάκης

θέατρο: Οδού Κεφαλληνίας (β΄ σκηνή)

Ούτε κι εδώ έβρεξε. Ολα όμως έμοιαζαν οξειδωμένα από μιαν αόρατη, κι αδικαιολόγητη για καθωσπρέπει δικηγορικό γραφείο, υγρασία. Υγρασία ετών αναμονής, ερωτικής προσμονής, ποτών, δακρύων, ιδρώτα και τέλος αίματος. Ο Αρης, από καιρό άφαντος, επισκέπτεται μετά 14 χρόνια τη φίλη του Κατερίνα, δικηγόρο, εργένισσα, κλασική επιτυχημένη της γενιάς της Μεταπολίτευσης. Ακόμη νέοι κι ερωτεύσιμοι προδιαθέτουν για μια ιστορία αγάπης ή έστω χωρισμού. Ανάμεσά τους όμως κυκλοφορεί συνεχώς το όνομα αλλά και το φάντασμα ενός τρίτου φίλου του Μιχάλη, εραστή της Κατερίνας και κολλητού του Αρη, που δολοφονήθηκε στην πορεία μνήμης για το Πολυτεχνείο, το 1980. Από τότε δηλαδή που έχουν να βρεθούν οι δυο τους, κυνηγημένοι όχι μόνον από τον θάνατο του Μιχάλη αλλά και από μιαν αναπάντεχη μεταξύ τους ερωτική έλξη, το απόγευμα πριν από τη μοιραία πορεία. Είναι μια συνάντηση μαεστρικά δομημένη από τον συγγραφέα (και στη συνέχεια δραματουργό μαζί με τον σκηνοθέτη και τον σκηνογράφο Θοδωρή Χρυσικό), με αποσπασματικό λόγο και σποραδικές πληροφορίες, που τελικά εκβάλλει σ’ ένα πολυπλόκαμο μυστικό, σχετικό με το πρόσφατο πολιτικοκοινωνικό παρελθόν, αν όχι και μέλλον μας. Ο θεατής παρακολουθεί τη σκηνική δράση και αφήγηση, αφήνεται στην προσδοκία ενός λυτρωτικού, ερωτικού σμιξίματος χωρίς να ελευθερώνεται από συσχετισμούς, εικόνες, αναμνήσεις. Τελικά, ένα πολιτικοκοινωνικό, ερωτικοακυρωτικό ψυχογράφημα δωματίου με δυνατό διάλογο, εσωτερική κι εξωτερική δράση, αλλεπάλληλα φινάλε και αμείωτη ένταση. Ο σκηνοθέτης Αρης Τρουπάκης, εκτός από το σασπένς και την άψογη διδασκαλία ρυθμών, τονισμών, συγκοπτόμενων εννοιών και κινήσεων, φρόντισε για απολαυστικές λεπτομέρειες - γκέστους που έδωσαν χιουμοριστική αλαφράδα στις συμπεριφορές αλλά τόνισαν και χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προσώπων (μοναδικό το αδιαφανές τζάμι που κρύβει στις πρώτες σκηνές τον επί χρόνια εξαφανισμένο Αρη). Ο Αντώνης Καρυστινός, σκοτεινός, αδέξιος, με «σφραγίδα ποινής αειφυγία» γι’ αυτό ίσως ιδιαίτερα ποθητός, η Δανάη Παπουτσή, αρχικά εύθραυστη κι αστικοποιημένη εκτινάσσεται στη συνέχεια απρόβλεπτα δυναμική, θερμή, ανθεκτική και γι’ αυτό σχεδόν σπαραχτική στη μοναξιά και στη γνώση της. Εργο και παράσταση αναμοχλεύουν πέρα από τα προφανή (έρωτας - αποδοχή - αντίσταση - μαζί - χώρια), επίπεδα πολύ βαθύτερων ατομικών, κληρονομικών και συλλογικών καταβολών μας.

Tuesday, February 7, 2012

Θέατρο: η τέχνη του «μαζί»

Αλέξης Σταμάτης για το «Αθηνόραμα» (Guest editor)

Εδώ και δεκαέξι χρόνια, από τότε που άρχισα να ασχολούμαι αποκλειστικά με τη συγγραφή, οι δημιουργικές μου ώρες σήμαιναν απομόνωση μπροστά σε μια οθόνη. Ο συγγραφέας δεν συνδιαλέγεται με κανέναν άλλο πάρα με τον εαυτό του. Δεν υπάρχει τρίτο μάτι, δεν υπάρχει ανταλλαγή απόψεων, δεν υπάρχει «μαζί», η δημιουργία του είναι μια γέννα με εγκυμονούντα και μαιευτήρα τον ίδιο.

Το διάστημα αυτό ασχολήθηκα κυρίως με το μυθιστόρημα άλλα και με άλλα είδη λόγου. Σχεδόν όλα, εκτός από ένα. Παρόλο που προέρχομαι από θεατρική οικογένεια, δεν είχα αγγίξει την θεατρική γραφή. Αυτά, ως την στιγμή που ήρθε η κρίση.

Ήταν τότε που ένιωσα μια ανάγκη «εξόδου», μια ανάγκη να μπω σε ένα ευρύτερο «δημιουργικό παιχνίδι». Μια ανάγκη να υπάρξει «άλλος», «άλλοι», επικοινωνία, μοιρασιά. Συνέχισα να ασχολούμαι με την πεζογραφία αλλα ταυτόχρονα άρχισα να γράφω πρώτα μονολόγους κι ύστερα και διαλογικά έργα.

Θεωρώ πως η θεατρική γραφή είναι μακράν το δυσκολότερο είδος. Εδώ δεν υπάρχουν πολυτέλειες ελεύθερων συνειρμών, εσωτερικού μονολόγου, περιγραφών κλπ. Το θέατρο είναι αδίστακτο γιατί συμβαίνει την ίδια στιγμή που το βλέπεις. Συχνά ό,τι παραλείπεται είναι σημαντικότερο από εκείνο που λέγεται. Το χάσμα μεταξύ των φράσεων κρύβει ολοκλήρους κόσμους ενώ ένα «Ναι» στην κατάλληλη θέση μπορεί να ισοδυναμεί με σελίδες πρόζας. Η προτροπή «Σκότωσε ό,τι αγαπάς», πολύτιμη συμβουλή για κάθε γραφιά, βρίσκει την πλήρη δικαίωσή της στο θεατρικό κείμενο.

Στην περίπτωση, ταυτίζεται και με τον τίτλο του έργου μου που παίζεται φέτος στο θέατρο της οδού Κεφαλλήνιας σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη. Στάθηκα τυχερός που συναντήθηκα με τον Άρη, όχι μόνο γιατί είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης άλλα γιατί η συνεργασία μας στη συγγραφή και τη δραματουργική επεξεργασία μου αποκάλυψε τα μυστικά αυτού του ιδιαίτερου κόσμου.

Η έξοδος μου από το γραφείο όμως δεν ήταν μονό συγγραφική. Χωρίς το «μαζί», χωρίς το κοινό βίωμα, δεν γίνεται θέατρο. Παρακολούθησα σχεδόν όλες τις πρόβες, είδα πως γίνονται τα φώτα, πως δουλεύουν οι ηθοποιοί, πως ο σκηνογράφος μας, ο Θοδωρής Χρυσικός, διαμορφώνει έναν άδειο χώρο σε χώρο ζωής και επικοινωνίας.

Το θέατρο είναι μια τέχνη θνησιγενής. Όλα συμβαίνουν στο «τώρα», αφού τελειώσει η παράσταση ζει μόνο στη μνήμη του κοινού. Η στιγμή είναι που γεννάει τα πάντα και οδηγεί στην επόμενη. Η γέννα εδώ είναι συλλογική. Το θέατρο είναι ο χώρος όπου βρίσκεις τον Άλλον και σαν συνεργάτη και σαν θεατή. Χωρίς τον άλλον δεν υπάρχει έργο, δεν υπάρχει παράσταση. Είναι η τέχνη της Πράξης και της επικοινωνίας. Μιας πράξης που μας κάνει να πάμε πέρα από τα επιφαινόμενα, πέρα από τα «λόγια, που μας οδηγεί στο «κάτω κείμενο» των πραγμάτων. Γιατί πίσω από ό,τι λέγεται κρύβεται κάτι πολύ πιο σημαντικό. Εκείνο που πραγματικά θέλουμε να πούμε.

Σε μια τόσο δύσκολη εποχή, η συνεργασία, η ανθρώπινη επαφή, η κοινή περιπέτεια, το συλλογικό ρίσκο, η αμοιβαία ευθύνη και η «δημιουργική ανασφάλεια» του θεάτρου με έκανε πιο «πλούσιο», πιο αισιόδοξο. Το «μαζί», η κοινή προσπάθεια έχει πάντα μια ζεστασιά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα αλλάζουν μαζί με μας και με μας. Χωρίς τον άλλον, δεν είμαστε τίποτα.

Monday, February 6, 2012

Άκης Δήμου: "Σκότωσε ό,τι αγαπάς"

ΜΑΖΙ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΛΕΞΗ

Αύριο φεύγουμε.

Τελευταία νύχτα απόψε

Εκείνη απλώς γυρίζει σε οικείο παρελθόν

εγώ επιστρέφω σ’ ένα δύσθυμο μέλλον.

Γιάννης Βαρβέρης, Βαθέος γήρατος

Επειδή δεν έζησαν μαζί ούτε νέοι, ο Άρης και η Κατερίνα, το ζευγάρι των ηρώων στο θεατρικό έργο του Αλέξη Σταμάτη «Σκότωσε ό.τι αγαπάς», δε θα γεράσουν μαζί – η μοναδική, ίσως, βεβαιότητα σ’ αυτή την παλιά, ασαφή, πνιγμένη στα ερωτηματικά σχέση, σπαράγματα της οποίας παραδίνει ο συγγραφέας. Θα συναντηθούν μια νύχτα οι δυο τους, στο γραφείο της δεύτερης, στην Αθήνα του 1994, εκείνη δικηγόρος, με μια εκκωφαντική επαγγελματική επιτυχία στο ενεργητικό της, εκείνος κρυμμένος πάντα πίσω απ’ το δάχτυλο μιας βαριά τραυματισμένης παλιάς ηλικίας που επιμένει να τον καταδιώκει. Μια συνάντηση επισφαλής, στο όνομα της τελευταίας σπίθας μιας παλιάς φωτιάς.

Είναι προφανές – και, όσο το έργο προχωράει, μέσα από διαδοχικές ανατροπές και αδιάκοπες διακλαδώσεις, γίνεται προφανέστερο- ότι ο λόγος αυτής της «ξαφνικής» συνάντησης δεν είναι η αναθέρμανση μιας παλιάς αισθηματικής ιστορίας αλλά η κηδεία ενός αισθήματος: κάποια υπόσχεση χαράς έχει πεθάνει προ πολλού, σημαδεμένη από αναχωρήσεις, χωρισμούς και θανάτους οικείων προσώπων, ήττες σε κάθε μάχη της προσωπικής τους ιστορίας, αλλά και της άλλης, εκείνης των κεφαλαίων πρωτοσέλιδων.

Το έργο βγαίνει στη σκηνή μεταμφιεσμένο σε παιχνίδι: χρονολογίες – νούμερα, σαν τα φύλλα μιας αόρατης τράπουλας. Ο Άρης τα ανοίγει ένα ένα, η Κατερίνα τα «εικονογραφεί», αντιστοιχώντας σε καθένα τους κι ένα επεισόδιο της βιογραφίας της, μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας αλλά ίδιου βάρους. Από το παιχνίδι της αρχής στην ερωτική ιστορία ή σε κάτι που μοιάζει ή που θα μπορούσε να είναι η ερωτική τους ιστορία έστω, τα χαρτιά πέφτουν και ξαναπέφτουν: στο τραπέζι, στο πάτωμα, σε κάθε επιφάνεια του δκηγορικού γραφείου της γυναίκας, σε κάθε κόχη της μνήμης. Χωρίς καμιά επανασύνδεση να προμηνύεται. Ίσκιοι μονάχα. Ένα φιλί που πέφτει, βιάζεται να κρυφτεί πίσω από την αμηχανία και την ταραχή που φέρνει πάντα η παρόρμηση, πιο πολύ η κουρασμένη παρόρμηση, εκείνη που μετράει πολύ καιρό πίσω της. Ο έρωτας λείπει, παρόλο που οι δυο τους μοιάζει να συνομολογούν την επιθυμία του ενός για τον άλλο, πιο πολύ να την ψελλίζουν. Τα σώματά τους είναι παρόντα, ίσως πρόθυμα να θυμηθούν, μπορεί και διαθέσιμα αν… Αλλά όχι, δεν. Το παρελθόν εισβάλλει βίαια σ’ ένα παρόν αδικαίωτο, το φάντασμα ενός τρίτου προσώπου – καταλύτη (που έρχεται νωρίς στις κουβέντες τους, όπως από νωρίς έχει μπει στις ζωές τους για να σχηματιστεί ένα ερωτικό τρίγωνο, εξ ορισμού τραυματικό, όπως όλα) είναι εγκατεστημένο για τα καλά ανάμεσά τους, η ομορφιά μακρινή κι οι δυο τους, πάνω στην τραμπάλα του χρόνου, δοκιμάζουν να πουν, λένε με δυσκολία κι όταν όλα ομολογηθούν … «θα τα πούμε». Αλλά δεν έχει μείνει τίποτα να ειπωθεί.

Επί σαρανταέξι σελίδες, ο Άρης και η Κατερίνα του Σταμάτη, ακόμα ωραίοι, ακόμα ζωντανοί (κι αυτή είναι ίσως η μοναδική τους νίκη ανάμεσα σε τόσες και τόσες ήττες), κονταροχτυπιούνται άλλοτε με τις αυταπάτες της ενηλικίωσης κι άλλοτε με τις συγχύσεις της νεότητας. Αγωνιούν χωρίς να ελπίζουν, αναμετριούνται για μια ακόμη φορά με τον Πατέρα, γυρνάνε «στα παλιά» μόνο και μόνο για να συναντήσουν βουρκωμένοι, θυμωμένοι, κάθιδροι, τα καινούργια.

Είναι το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» σημειώσεις για το χρονικό μιας γυναίκας κι ενός άντρα που απελπίστηκαν; Είναι το σκοτάδι που πέφτει πάνω στις σκεπές της ζωής δυο παιδιών χωρίς σημασία, που ξέχασαν το παιχνίδι τους ξεκούρδιστο; Είναι οι τρικλοποδιές ενός μακρινού χειμώνα στην ελπίδα πως ίσως, κάποτε, μια άνοιξη;… Όσο η δράση προχωράει και τα πρόσωπα γίνονται όλο και πιο ανήμερα, ο Αλέξης Σταμάτης πυκνώνει σκόπιμα μέχρι συσκότισης τα κίνητρα και τις προθέσεις των πράξεων και των λόγων τους, αφήνοντάς τους μετέωρους ακριβώς πάνω στο αφύλακτο όριο ανάμεσα στο δίκαιο και στο άδικο, στην πραγματική επιθυμία και τις αλλεπάλληλες μεταμφιέσεις της, σ’ αυτά που ονειρεύτηκαν (μπορεί και να ονειρεύονται κρυφά) και στη διάψευσή τους.

Να συμπεράνω, ύστερα απ’ όλ’ αυτά, ότι έχουμε εδώ ένα απαισιόδοξο θεατρικό έργο; Καλύτερα να μη βιαστώ. Πικρό ναι, μελαγχολικό σίγουρα. Αλλά είναι ακόμα ζωντανοί, το ξανάγραψα. Κι ακόμα ωραίοι, θέλω να φαντάζομαι. Κι όπως και να ‘χει, κάποτε κάθε ιδρώτας στεγνώνει. Ακόμα κι όταν περπατάς χωριστά.


Άκης Δήμου

Ιανουάριος 2012

Friday, January 27, 2012

Σκότωσε ό,τι αγαπάς:συνεντευξη στην ATHENS VOICE

Σκότωσε ό,τι αγαπάς

Συνεντευξη στον Δημήτρη Μαστρογιαννίτη

To «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» ξεκίνησε ως μυθιστόρημα με ήρωα τον πενηντάρη Άρη Μανιάτη, κινηματογραφιστή. Ο ήρωας αυτός «απαίτησε» να βγει από τις σελίδες, να ζωντανέψει επί σκηνής. Τον συναντήσαμε μαζί με έναν άλλο Άρη, τον Άρη τον Τρουπάκη, το σκηνοθέτη του έργου, μαζί με τον οποίο κάναμε τη διασκευή. Ο Άρης μεταμορφώθηκε. Έγινε ο 33χρονος Άρης Μανιάτης, με εντελώς άλλες ιδιότητες, άλλο βιογραφικό. Μαζί του παρέσυρε και την παιδική του φίλη Κατερίνα. Ή μπορεί να τον παρέσυρε κι εκείνη. Οι δυο τους έχουν σοβαρές εκκρεμότητες από το παρελθόν, από 14 χρόνια πριν, όταν έκαναν παρέα με τον Μιχάλη. Ο Μιχάλης δεν υπάρχει στο έργο, δεν εμφανίζεται επί σκηνής, αλλά είναι πανταχού παρών. Έχει σφραγίσει τις ζωές και των δυο τους. Ταυτόχρονα υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη που πρέπει να λυθεί, όπως λύνονται τα πράγματα στο θέατρο. Εδώ, μπροστά στα μάτια μας.
Τι σημαίνει να ξανασυναντιέσαι με κάποιον που έχεις να δεις επί 14 χρόνια; Κάποιον που τον έχεις αφήσει σχεδόν παιδί, σε μια άγρια συγκυρία που σφράγισε ολόκληρη τη χώρα το 1980; Έχεις μπροστά σου έναν ενήλικα αλλά εσύ βλέπεις το παιδί. Και με το «παιδί» αυτό πρέπει άλλους λογαριασμούς να τους κλείσεις κι άλλους να τους ανοίξεις. Λογαριασμούς που καίνε. Όταν «πέσει η αυλαία» τίποτα δεν θα θυμίζει το μυθιστόρημα. Στο θέατρο οι ήρωες ζουν για ένα βράδυ κι ύστερα «πεθαίνουν» ως το επόμενο. Όταν πέσει η αυλαία Άρης και Κατερίνα θα ακολουθήσουν ο καθένας την πορεία του. Ποια θα είναι αυτή; Πάντως δεν θα ξαναγυρίσουν στο μυθιστόρημα. Γιατί για μιάμιση ώρα υπήρξαν μπροστά μας με σάρκα και οστά, ζωντανοί και όμορφοι. Ενσαρκωμένοι.
Info Σκην.: Άρης Τρουπάκης. Παίζουν: Αντώνης Καρυστινός, Δανάη Παπουτσή. Β’ Σκηνή. Από 1/2.

Monday, September 12, 2011

Συνέντευξη στο mas-ela.com

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ: "AYTO ΠΟΥ ΚΑΝΩ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ"
Συνέντευξη ΕΥΑ ΜΠOYZH   
Δευτέρα, 12 Σεπτέμβριου 2011 




Alexis_Stamatis




< Ένας διακεκριμένος και ταυτόχρονα πολύ δημοφιλής, σύγχρονος έλληνας πεζογράφος. Ένας συγγραφέας που από τον “Έβδομο Ελέφαντα” έως και την έβδομη ημέρα της εβδομάδας, την “Κυριακή” έχει καταφέρει να “τραβήξει τα βλέμματα”, να αποσπάσει πολύ καλές κριτικές και να κερδίσει την αγάπη και το θαυμασμό των αναγνωστών του.                                                                 
Η επικοινωνία που είχα μαζί του, μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Ή μάλλον για να είμαι ακριβής μου άφησε τις πιο ξεκάθαρες εντυπώσεις... Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία φράση αυτή θα ήταν “ Αφοπλιστικά ειλικρινής”.                                                                                                                
Εσείς, μπορείτε να βγάλετε τα συμπεράσματά σας από την συνέντευξη που ακολουθεί αποκλειστικά για το http://www.mas-ela.com


                                                                                                                                                        
Η ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΑΝΑΠΟΔΟ ΣΤΡΙΠΤΙΖ


Ε.Μ: Μπορείτε να είστε αντικειμενικός με τον εαυτό σας;
A.Σ: Όχι φυσικά, ποιος μπορεί;
E.M: Πως ήταν τα φοιτητικά σας χρόνια;
A.Σ: Άστατα. Πολύ άστατα.
Ε.Μ: Πότε ανακαλύψατε το συγγραφικό σας ταλέντο;
A.Σ: Το ταλέντο, αν υπάρχει, δεν είναι κάτι που ανακαλύπτεις εσύ. Εκείνο που ανακαλύπτεις είναι μια τάση, μια διάθεση έκφρασης, κάτι που στην αρχή είναι απροσδιόριστο και σε πάει προς έναν κόσμο. Αυτή η ανακάλυψη για μένα αρχικά εμφανίστηκε ως μια «αντιδικία με την πραγματικότητα» που την ένιωθα από πολύ μικρός. Σαν ο κόσμος που ζούσα να μην μου έφτανε. Σαν να θελα να μπω σε κάτι άλλο. Οπότε στην αρχή οδηγήθηκα στη μανιώδη ανάγνωση και μετά στη γραφή.
E.M: Yπήρξε κάποιος συγγραφέας που σας επηρέασε με το έργο του;
A.Σ: Να με επηρεάσει στον τρόπο γραφής, δεν νομίζω. Σίγουρα όμως μέσα μου κυκλοφορούν πάμπολλοι αγαπημένοι συγγραφείς και κείμενα, που θα μου πάρει πολύ ώρα να απαριθμήσω. Και οπωσδήποτε κατά καιρούς υπάρχει ένας εσωτερικός διάλογος μαζί τους.
E.M: Πως αντέδρασε ο αρχιτέκτονας πατέρας σας όταν του ανακοινώσατε πως δε θα ακολουθήσετε αυτό που σπουδάσατε, δηλαδή την αρχιτεκτονική;
A.Σ: Πολύ καλή ερώτηση! Το σωστό βέβαια είναι «Πως αντέδρασε ο αρχιτέκτονας πατέρας σας όταν του ανακοινώσατε πως θα εγκαταλείψετε αυτό που σπουδάσατε, δηλαδή την αρχιτεκτονική;» - διότι είχα ήδη δουλέψει καποια χρόνια ως αρχιτέκτων. Ήταν μια πολύ δύσκολη, περίεργη και κρίσιμη περίοδος για μένα τότε. Έχω μείνει με την αίσθηση ότι ο πατέρας μου –ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν με πίεσε να ακολουθήσω αυτές τις σπουδές- με κατάλαβε, και αποδέχτηκε την ανάγκη μου.
E.M: Περνώντας τα χρόνια, υπήρχαν στιγμές που το μετανιώσατε;
A.Σ: Πότε! Ούτε μια στιγμή! Ούτε καν με την κρίση. Θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη απόφαση που έχω πάρει ποτέ στη ζωη μου. Με έσωσε στην κυριολεξία από μια ζωή στην οποία θα ήμουν με το ένα πόδι απ’ έξω.
E.M: Tι συναισθήματα σας είχε δημιουργήσει το πρώτο σας βιβλίο;
A.Σ: Αμηχανία, εγρήγορση, λαχτάρα… Τότε, απλά και να δεις το βιβλίο σου τυπωμένο ήταν κάτι τεράστιο.
E.M: ”Mπαρ Φλωμπέρ”. Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες σας. Θέλετε να μας πείτε τί υπήρξε πηγή έμπνευσης γι'αυτό το βιβλίο;
A.Σ: Αυτό το βιβλίο άρχισε από τον… τίτλο σχεδόν. Ήθελα να γράψω για κάποιον που αναζητά κάποιον άλλον δια μέσου διάφορων ευρωπαϊκών πόλεων. Είχα μπροστά μου τον χάρτη της Ευρώπης και έπαιζα με τα αρχικά πόλεων. Καποια στιγμή προέκυψε η φράση Μπαρ- Φλω-μπέρ, από τα αρχικά της Βαρκελώνης, της Φλωρεντίας και του Βερολίνου. Το Φλωμπέρ με παρέπεμπε στη λογοτεχνία άρα και το βιβλίο μοιραία με οδήγησε σε ήρωα συγγραφέα.
E.M: Yπάρχει στους ήρωες των βιβλίων σας δική σας φιγούρα;
A.Σ: Η συγγραφή είναι κάτι σαν ανάποδο στριπτίζ. Αρχίζεις με τον εαυτό σου γυμνό και μετά ντύνεις τους χαρακτήρες με τόσα πολλά επίπεδα- ενδύματα που στο τέλος έχεις ξεχάσει από πού ξεκίνησες. Κάποια στιγμή έχεις ξεχάσει και το ίδιο σου το σώμα, το οποίο, ωστόσο, για τον προσεκτικό αναγνώστη, «αχνοφέγγει» κάτω από τα «φύλλα του κρεμμυδιού».

 ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΟΧΗ Η ΟΧΙ

E.M: Θεωρήστε από τους πιο αγαπητούς σύγχρονους έλληνες πεζογράφους. Πέρα από το ταλέντο σας, που αλλού νομίζετε πως οφείλεται η αγάπη του κόσμου;
A.Σ: Για τον συγγραφέα δεν υπάρχει κάτι άλλο εξόν από το έργο. Το έργο είναι που μιλάει για τα πάντα, για την όποια αποδοχή ή όχι.
E.M: Γράφετε για το κοινό σας ή για τον Αλέξη Σταμάτη;
A.Σ: Όταν γράφω δεν νιώθω πότε την παρουσία του αναγνώστη. Είναι ίσως εν πρώτοις αντιφατικό: αλλά πρόκειται για μια εντελώς ιδιωτική δραστηριότητα η οποία ωστόσο σκοπό έχει να ανακοινωθεί. Όμως αυτή η ανακοίνωση γίνεται με τη φωνή του συγγραφέα. Εάν δεν ηταν αυθεντική, αν ήταν νοθευόμενη με «αυτό που θα ‘θελε ο άλλος να ακούσει», δε θα ’ταν αληθινή. Κάτι καταστροφικό για τη λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα.
E.M: Aν αυτά που γράφατε δεν είχαν απήχηση θα σταματούσατε;
A.Σ: Φυσικά και όχι. Εξάλλου στα πρώτα μου βήματα έγραφα ποίηση την όποια διαβάζαμε μια χούφτα άνθρωποι.
E.M: Aπό την εμπειρία σας αυτά τα χρόνια. Τι θέλει τελικά το αναγνωστικό κοινό;
A.Σ: Δεν νομίζω να υπάρχει απάντηση γι’ αυτό. Εξάλλου πιο κοινό; Καθένας αγοράζει ένα βιβλίο για το δικό του λόγο. Αν μιλήσουμε στατιστικά για το σήμερα, το κοινό θέλει σε ποσοστό 70% αισθηματολογικά μυθιστορήματα. Αν μιλάγαμε για σινεμά θα λέγαμε πως θέλει μπλοκμπάστερ. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που καθορίζει ούτε τη λογοτεχνία ούτε το σινεμά. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα μικρό κομμάτι κόσμου που αγαπά πολύ το βιβλίο και είναι πολύ ψαγμένο.
E.M: Mπορείτε να μου ξεχωρίσετε ένα από τα βιβλία σας;
A.Σ: Ε, πάντα , κάθε συγγραφέας αγαπάει πιο πολύ το τελευταίο του. Έτσι το αγαπημένο μου είναι η «Κυριακή». Αγάπησα πολύ τον ήρωά του, τον 19χρονο Βασίλη. Τώρα σταδιακά όμως αρχίζω να αγαπώ πιο πολύ αυτό που γράφω αυτή τη στιγμή…

ΩΣ ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΛΕΙΣΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΜΕΣΟΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ “ΤΑ ΛΕΣ” ”

E.M: Σεπτέμβριος 2011. Σε τι φάση σας βρίσκουμε επαγγελματικά;
A.Σ: Είμαι στη διαδικασία συγγραφής ενός μυθιστορήματος. Επίσης γράφω ένα θεατρικό - μια εξαιρετικά ελεύθερη διασκευή του «Σκότωσε ο,τι αγαπάς», ενός δικού μου βιβλίου. Βασίζεται στο μύθο του αλλά εκείνο που εντέλει αναδύεται είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Είναι ένα άλλο έργο που βγαίνει μέσα από ένα ήδη υπάρχον. Γέννα στη γέννα.
E.M: Πως είναι να κάνεις θέατρο;
A.Σ: Είναι κάτι αφάνταστα ευεργετικό κι εξαιρετικά δύσκολο. Η τέχνη της απόλυτης αλήθειας. Δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα στο θέατρο, ούτε μπορείς να «καμωθείς» κάτι. Εδώ δεν χωράνε τεχνικές, αφηγηματικές πολυτέλειες κλπ. Είναι το πιο δύσκολο είδος κείμενου που υπάρχει, ακριβώς επειδή είναι και το πιο άμεσο. Εργαλείο σου μπορεί να είναι ένα «Ναι» ή μια παύση. Ως θεατρικός συγγραφέας, καλείσαι να είσαι άμεσος, χωρίς να «τα λες». Επίσης έχεις σχέση με αυτά τα πολύ ιδιαίτερα πλάσματα, τους ηθοποιούς. Καλλιτέχνες των οποίων το εργαλείο είναι το νευρικό τους σύστημα. Ένας μαγικός χώρος.
E.M: Mιλήστε μας λίγο για την παράσταση και το τί πραγματεύεται;
A.Σ: Όπως είπα και πριν είναι μια διασκευή του βιβλίου μου. Την δραματουργική επεξεργασία την κάνουμε με τον σκηνοθέτη του έργου, τον Άρη Τρουπάκη. Θα ανέβει αρχές Ιανουαρίου στη Β Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλλήνιας. Τους δυο ρόλους, του Άρη και της Κατερίνας, παίζουν ο Αντώνης Καρυστινός και η Δανάη Παπουτσή. Σκηνικά, κοστούμια και φωτισμούς κανει ο Θοδωρής Χρυσικός.
E.M: … Kαι το βιβλίο;
A.Σ: Το βιβλίο είναι μια ιστορία στην όποια πρωταγωνιστεί μια αθηναϊκή οικογένεια του σήμερα. Το σημείο εκκίνησης του έργου είναι ότι κάνεις δεν είναι εκείνος που φαίνεται. Όλοι κρύβουν κάτι πολύ σημαντικό για τη ζωη τους.
E.M: Πότε το ξεκινήσατε;
A.Σ: Πριν από κάτι μήνες.
E.M: Τα σεμινάρια που κάνετε σε τι αφορούν;
A.Σ: Προσπαθούμε μαζί με τους συμμετέχοντες να διερευνήσουμε διαφορά πράγματα σχετικά με τη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι η διάθεση μας να διαβάζουμε ιστορίες αντανακλά τη βαθιά ανάγκη μας να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον όποιο εκτυλίσσεται η ζωή, όχι απλά ως μια πνευματική άσκηση, αλλά στα πλαίσια μιας ιδιαίτερα προσωπικής συναισθηματικής εμπειρίας. Η λογοτεχνία δεν είναι μια απόδραση από την πραγματικότητα αλλά το ίδιο το όχημα στο όποιο επιβαίνουμε για να την εξερευνήσουμε. Προσθέτει στην πραγματικότητα, δεν την περιγράφει απλά. Εμπλουτίζει τη ζωή μας, φωτίζει την καθημερινότητα μέσα από άλλο φως. Η λογοτεχνία είναι ο «άλλος τρόπος να δεις». Η σειρά λοιπόν αυτών των σεμιναρίων προσφέρει μια εξοικείωση με αυτόν τον μαγικό κόσμο της μυθοπλασίας, ανοίγοντας την «κουρτίνα των εργασιών» της και προσφέροντας μια ανοιχτή θεά στον μαγικό κόσμο της γραφής. Η προσπάθεια θα είναι να εξερευνήσουμε την λογοτεχνία όχι μόνο μέσα από μια σειρά γενικά αποδεκτών κανόνων, αλλά από μέσα από το ίδιο της το μαγικό υλικό, μέσα από την εμπειρία ενός συγγραφέα.
E.M: Eίστε τελειομανής;
A.Σ: Αν δεν είσαι μέσα σ’ αυτό που κάνεις με όλο σου το είναι δεν έχει ενδιαφέρον, συν ότι για μένα, θα ήταν και ολίγον κάλπικο. Αν αυτό λέγεται περφεξιονισμούς, τότε ναι, είμαι. Η ουσία είναι πως δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο στη ζωή μου. Κι αυτό που κάνω με κανει αυτόν που είμαι.
E.M: Δε σας αγχώνει το γεγονός πως έχετε αναλάβει να φέρετε εις πέρας αρκετά πράγματα;
A.Σ: Δεν αντιμετωπίζω τις δραστηριότητες μου ως προτζεκτ. Είναι μια φυσική προέκταση του εαυτού μου. Εάν μιλάμε για «δημιουργικό άγχος» τότε φυσικά και έχω όπως όλοι οι άνθρωποι που δημιουργούν κάτι, από το πρώτο ως το τελευταίο τους.

ΜΕ ΕΚΝΕΥΡΙΖΕΙ Η ΝΩΘΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ “ΔΕ ΒΑΡΙΕΣΑΙ” ”

E.M: Eιστε αισιόδοξος άνθρωπος;
A.Σ: Νομίζω ναι. Σαφώς ναι.
E.M: Σχετικά με την κατάσταση της χώρας, βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο;
A.Σ: Το βλέπω όπως είναι. Να αδειάζει.
E.M: Aν ήσασταν για μία εβδομάδα πρωθυπουργός ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα κάνατε/θα αλλάζατε;
Α.Σ: Δεν μπορώ να δω τον εαυτό μου σε οποιαδήποτε σχέση εξουσίας. Έχω μεγάλο πρόβλημα με το να «λέω στον άλλο τι να κάνει». Όπως και με το αντίθετο.
E:M: Toν δικό σας χώρο τον έχει επηρεάσει η κρίση;
A.Σ: Παρά πολύ. Το μόνο καλό που μου έδωσε εμένα προσωπικά αυτή η κρίση είναι ότι «μ' έβγαλε από το καβούκι μου» κι αντί να είμαι μονο μπροστά σε έναν υπολογιστή και να γράφω τα βιβλία μου, μπήκα σε κάποιες συνεργατικές διαδικασίες όπως, κυρίως, το θέατρο. Είναι πολύ καλό κάπου ν' αφήνεις κατά μέρος τον εαυτό σου και να τον βλέπεις ως μέλος μιας ομάδας.
E.M: Θα φεύγατε μόνιμα από την Ελλάδα;
A.Σ: Δύσκολο, αν όχι αδύνατον. Ειδικά σε αυτή την ηλικία. Έξαλλου αυτές οι στιγμές που ζούμε αυτή την περίοδο είναι ιστορικές. Περάν του ότι πιστεύω ότι θα πρέπει να το παλέψουμε όλοι μαζί, η κρίση έχει ενισχύσει σε μένα προσωπικά εκείνο που οφείλει κάνεις να κάνει μετά από μια ηλικία. Να πετάει από πάνω του τα περιττά.
E.M: Tι σας εκνευρίζει πιο πολύ στους Έλληνες;
Α.Σ: Το «δε βαριέσαι». Η νωθρότητα. Η έλλειψη παιδείας.
E.M: Τηλεόραση βλέπετε;
A.Σ: Ναι, αλλα κυρίως ξένες σειρές. Τελευταία είδα το αριστουργηματικό «Wire» της HBO, ό,τι καλύτερο έχω δει πότε στην τηλεόραση. Κάθε επεισόδιο είναι καλύτερο από πολλές ταινίες μαζί. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

ΕΝΙΩΘΑ ΠΩΣ ΟΦΕΙΛΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ”

E.M: Έπειτα από την «εξομολόγησή» στην εκπομπή “Πρωταγωνιστές” για τη σχέση που είχατε με το αλκοόλ, αισθανθήκατε πως ήρθατε πιο κοντά με το κοινό σας;
A.Σ: Μα δεν είχε καμία σχέση με το «κοινό» του βιβλίου αυτό. Δε μίλησα σαν συγγραφέας, μίλησα σαν πρώην εξαρτημένος. Η κίνηση αυτή ήταν κάτι που ήθελα να κάνω από πολύ καιρό. Ένιωθα πως όφειλα να μοιραστώ αυτή την ιστορία με άλλους ανθρώπους, γιατί η υπόθεση αλκοόλ είναι πολύ κρυφή κι όποιος μπορεί να συμβάλλει για να σηκωθεί ο πέπλος, μόνο καλό μπορεί να κάνει. Ο Σταύρος Θεοδωράκης και η ομάδα του προσέγγισαν το θέμα με πολύ εύστοχο και ουσιαστικό τρόπο. Μετά την εκπομπή είχα αρκετά μηνύματα από ανθρώπους που μου επιβεβαίωσαν εκείνο που μου συνέβη κι εμένα. Την αδυναμία παραδοχής. Και το πως παραμένει ένα ταμπού, μια κρυφή πληγή για πάμπολλες οικογένειες και πως ο μόνος τρόπος να αρχίσεις να το παλεύεις είναι να το παραδεχτείς.
E.M: Νιώσατε καλύτερα με τον εαυτό σας που μοιραστήκατε κάτι τόσο προσωπικό με τον απλό τηλεθεατή;
A.Σ: Έχουν περάσει αρκετά χρόνια πια και μπορώ να λειτουργώ αποστασιοποιημένα. Ίσως γι' αυτό ήμουν αρκετά «κάθετος» στις απόψεις μου. Εάν την έκανα πριν δέκα χρόνια θα ήμουν πιο «συναισθηματικός». Εκείνη τη στιγμή απλά έλεγα την αλήθεια μου. Η οποία ταξίδεψε στον καθένα ανάλογα με την δική του αίσθηση, εμπλοκή και ευαισθησία για το ζήτημα.
E.M: Τι σας κάνει να χαμογελάτε;
A.Σ: Οτιδήποτε είναι ευχάριστο στη ζωη.
E.M: Τι σας κάνει να θυμώνετε;
A.Σ: Σε προσωπικό επίπεδο, παλιά, η μικρότητα ορισμένων ανθρώπων στο χώρο. Όταν κατάλαβα τα κίνητρα έπαψα να θυμώνω. Σε ευρύτερο επίπεδο η σοβαροφάνεια και η «δηθενιά», οι ξερόλες. Με ενοχλούν πολύ όσοι παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά, που νιώθουν «πρίγκιπες των μεγάλων πραγμάτων» ενώ είναι «εργάτες των ελάχιστων», όπως είμαστε, στην καλύτερη, όλοι μας.
E.M: Ποιος είναι ο στόχος της επόμενης πενταετίας για τον Αλέξη Σταμάτη;
Α.Σ: Δεν βάζω στόχους. Ζω μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, βιβλίο το βιβλίο. Και ειδικά την επομένη πενταετία το να μιλάει κανείς για στόχους είναι λίγο… επιστημονική φαντασία.
E.M: Θέλω να κλείσουμε με το μότο σας, απευθυνόμενος και στους αναγνώστες μας.
A.Σ: Δεν έχω κάποιο «μότο», έχω φράσεις που μ' αρέσουν. Μια ας πούμε είναι :«πάμε παρακάτω».



INFO
Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού, Μπέτυ Αρβανίτη Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο.                    
Έχει εκδόσει εννιά μυθιστορήματα. Το πρώτο, Ο έβδομος ελέφαντας (1998) εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία. Το δεύτερο, Μπαρ Φλωμπέρ (2000) εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ρωσία, την Ισπανία και τη Σερβία. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές.
Το μυθιστόρημα του Αμερικάνικη Φούγκα εκδόθηκε το 2008 στις ΗΠΑ εχοντας κερδίσει το International Literature Award από το National Endowment for the Arts. Το τελευταίο του μυθιστόρημα Βίλα Κομπρέ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ (2007). Για την δεύτερη συλλογή του, Αρχιτεκτονική Εσωτερικών Χώρων του απονεμήθηκε το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων το Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Νικηφόρου Βρεττάκου. Το παιδικό του μυθιστόρημα Ο Άλκης και ο Λαβύρινθος κέρδισε το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου.
Ο μονόλογος του Τελευταία Μάρθα παρουσιάστηκε το 2004 στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα και παίχτηκε το 2008 στο Θέατρο Οδού Κεφαλλήνιας σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου και ερμηνεία Χρήστου Στέργιογλου. Το εργο του Δακρυγόνα παίχτηκε το 2010 στο ίδιο θέατρο.
Έχει γράψει το σενάριο για την ταινία Καταιγίδα, (σκην. Χάρης Πατραμάνης) το όποιο εγκρίθηκε από το πρόγραμμα Ορίζοντες του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και θα γυριστεί μέσα στο 2009. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στην Μεγάλη Βρετανία. Έχει αντιπροσωπεύσει πολλές φορές την Ελλάδα σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια
http://www.facebook.com/Alexis.Stamatis.gr

Friday, February 5, 2010

Αλέξης Σταμάτης: H αιωνία ζωή ανήκει σε όσους ζουν στο παρόν Συνέντευξη στο σάιτ της Άθενς Βόις

Αλέξης Σταμάτης: H αιωνία ζωή ανήκει σε όσους ζουν στο παρόν
συν: Μιχάλης Μάτσας


Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο βιβλίο του "Σκότωσε ό,τι αγαπάς", με θέμα έναν σκηνοθέτη που περνάει υπαρξιακή και δημιουργική κρίση και, χάρη σε ένα ατύχημα, συναντάει δύο μυστήριες υπάρξεις που θα του αλλάξουν τη ζωή. Παράλληλα, το πρώτο του σενάριο για την ταινία "Καταιγίδα" βρίσκεται σε φάση παραγωγής και έχει εγκριθεί από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης διανύει τα πιο δημιουργικά του χρόνια και μας μιλά για όλα αυτά στο athensvoice.gr.

Kill your Darlings: Τι χρειάζεται να «σκοτώσεις» σε ένα μυθιστόρημα και τι στην πραγματική ζωή;

Το «Σκότωσε ότι αγαπάς» δεν αφορά τόσο τις εμμονές, αλλά τις «αγάπες». Σημαίνει ότι πρέπει να ξεφορτώνεσαι εκείνα τα στοιχεία, τις φράσεις, τις σκηνές του κειμένου που, όσο και να τα «έχεις ερωτευτεί», όσο κι αν αυτοτελώς σου αρέσουν, δεν προσθέτουν κάτι στο όλον, αλλά αντιθέτως το αδυνατίζουν, του διασπούν τη συνοχή. «Kill your darlings» ήταν η συμβουλή του μεγάλου Faulkner. Προσοχή : Μην το δοκιμάσετε στην πραγματική ζωή!

Όταν γράφεις, σκηνοθετείς ταυτόχρονα την κάθε σκηνή του βιβλίου; Φαντάζεσαι το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» ως ταινία;
Η διαδικασία συγγραφής ενός μυθιστορήματος διαφέρει από εκείνη ενός σεναρίου. Εδώ δεν υπάρχουν οι «αυστηροί νόμοι», η κατάτμηση του έργου σε σκηνές, η απαραίτητη σε πολλά σενάρια «σκληρή» δόμηση της πλοκής. Η «σκηνοθεσία» του μυθιστορήματος γίνεται πιο συνειρμικά, η μια εικόνα σε πάει στην άλλη, αλλά πάνω απ’ όλα σε οδηγεί ο χαρακτήρας, ειδικά στις περιπτώσεις που η μυθοπλασία στηρίζεται σε ένα κεντρικό πρωταγωνιστικό πρόσωπο.

Η αυτοβιογραφία είναι τελικά μια βύθιση στη μνήμη ή μια πάλη με αυτή;
Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι αυτοβιογραφικό, όσο κι αν υπάρχουν σπαράγματα από μνήμες. Αν μιλάμε θεωρητικά για μια αυτοβιογραφία, με τον τρόπο που διαπραγματεύεται το θέμα το «Σκότωσε ο,τι αγαπάς», τότε έχουμε το εξής λεπτό σημείο-ερώτημα. Τι θα ειπωθεί και τι θα μείνει απέξω. Μια αυτοβιογραφία είναι μια επαναφήγηση μιας ζωής μέσα από το φίλτρο του αυτοβιογραφούμενου και, κυρίως, μέσα από την οπτική γωνιά που αποτιμά το παρελθόν του εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.

Σκηνοθέτης σε κρίση, σαν τον Μαστρογιάνι στο Οκτώμιση. Συγγραφέας ή σεναριογράφος σε ταινία, σαν τους ήρωες του Αλμοδόβαρ. Sunset Boulevard και Νοσταλγία του Ταρκόφσκι. Η σχέση κινηματογράφου-λογοτεχνίας αποτελεί για σένα μόνιμο θέμα έμπνευσης.
Ετσι είναι. Το «Σκότωσε ότι αγαπάς» είναι ένα μυθιστόρημα όπου η σχέση των δυο τεχνών παίζει καταλυτικό ρόλο, με το σινεμά να εμφιλοχωρεί έμμεσα ή άμεσα στο corpus του κειμένου, ενώ κινηματογραφικές τεχνικές ενσωματώνονται στο αφηγηματικό ιστό συνυφασμένες και συνδιαλεγόμενες με τις αντίστοιχες λογοτεχνικές. Η καίρια διαφορά μεταξύ των δυο τεχνών είναι πως στη λογοτεχνία λέμε μια ιστορία με λέξεις, ενώ στο σινεμά τη λέμε με εικόνες. Το κινηματογραφικό έργο εκκινεί από ένα κείμενο, το σενάριο, το οποίο ωστόσο είναι απλώς ένας μπούσουλας για το γύρισμα, ένα μη-κείμενο. Στη λογοτεχνία φυσικά όλα έχουν να κάνουν με τη λέξη, τη φράση, τη σελίδα.

Ανάμεσα στις αγαπημένες σου ταινίες της δεκαετίας, αναφέρεις το Mulholland Drive, το Cache του Χάνεκε, το Memento. Σε επηρέασαν στην ατμόσφαιρα και στην αφήγηση του «Σκότωσε ό,τι αγαπάς»;
Όταν το έγραφα δεν το σκεφτόμουν. Αλλα αναδρομικά πιστεύω ότι το βιβλίο ίσως οφείλει κάτι στο ονειρικά παράλογο κλίμα του Λιντς, στο γυμνό κυνισμό του Χάνεκε και στο παιχνίδι με τη μνήμη του Νόλαν στο Μεμέντο.

Αν και υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι μυθιστοριογράφοι στην Ελλάδα, οι καλοί σεναριογράφοι σπανίζουν. Πώς το εξηγείς;
Δεν έχετε άδικο. Ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι σε αντίθεση με την πεζογραφία, η όποια πιστεύω ότι δεν διδάσκεται, η συγγραφή σεναρίου είναι πλέον μια συγκεκριμένη «επιστήμη» με σαφείς «νόμους», δομή και οργάνωση. Κι επειδή δυστυχώς στην Ελλάδα, παρά τις σποραδικές πρωτοβουλίες, δεν έχουμε ακόμη ένα αξιόπιστο και σύγχρονο σπουδαστήριο σεναριογράφων, δεν υπάρχει μεγάλη πείρα πάνω στο είδος.

Από πού εμπνεύστηκες για τον Άρη Μανιάτη;
Με γοήτευε η ιδέα ενός καλλιτέχνη σε κρίση, ο όποιος γραφεί την αυτοβιογραφία του. Ίσως υπάρχουν απόηχοι του 8 ½, αλλά όταν το έγραφα δεν το σκεφτόμουν. Πολλά πράγματα στη λογοτεχνία λειτουργούν υποσυνείδητα. Η ουσία είναι ότι ο ήρωας με «επισκέφτηκε» κι ύστερα αρχίσαμε μαζί το ταξίδι.

Ο Παζολίνι είχε πει ότι ο «θάνατος πραγματοποιεί το μοντάζ μιας ζωής». Το σκεφτόμουν τελειώνοντας το βιβλίο σου.
Ο θάνατος πιστεύω βάζει μόνο τους τίτλους τέλους. Είναι ο υπεύθυνος του τελικού ζενερίκ. Ο Βιτγκενστάιν έλεγε ότι ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός στη ζωή. Δεν ζούμε ώστε να έχουμε την εμπειρία του θανάτου. Εάν θεωρήσουμε την αιωνιότητα όχι ως μια ατελείωτη χρονική διάρκεια, αλλά ως απουσία χρόνου, τότε η αιωνία ζωή ανήκει σε αυτούς που ζουν στο παρόν. Το μοντάζ μιας ζωής το δημιουργούν πιστεύω δύο αντίρροπες δυνάμεις που εξισορροπούν το χάος της ύπαρξης: Η τύχη και η αναγκαιότητα.

Saturday, December 19, 2009

Σκότωσε ό,τι αγαπάς: Κριτικη του Ευριπίδη Γαραντούδη απο τα ΝΕΑ

Εσωτερικός κόσμος, σκοτεινός

Γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης
ΝΕΑ 19.12.09

ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ
Ο ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΘΗΚΕ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΕΝΑ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΤΗ ΡΕΥΣΤΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ- ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ


Στο καινούργιο του μεταιχμιακό μυθιστόρημα ο Αλέξης Σταμάτης πραγματεύεται τη σχέση της πραγματικής ζωής με την τέχνη, την αναζήτηση της ταυτότητας του συνειδησιακά πολυδιασπασμένου υποκειμένου στον σύγχρονο κόσμο, την ανατομία της μεταπολίτευσης Με τις εναλλασσόμενες όψεις της πολυσύνθετης συγγραφικής ταυτότητάς του (ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός), ο Αλέξης Σταμάτης, εδώ και σχεδόν μία εικοσαετία (εμφανίστηκε ως συγγραφέας το 1992), έχει κερδίσει το ενδιαφέρον τόσο του αναγνωστικού κοινού όσο και της κριτικής. Το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά του, Σκότωσε ό,τι αγαπάς, χωρίς να αποκλίνει από τη βασική γραμμή των προηγούμενων πεζογραφημάτων του (τη γραμμή της αναζήτησης ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, σε στιγμές κρίσης, μέσα σε μια χαοτική πραγματικότητα), πιθανόν να λειτουργεί ως σημείο μετάβασης σε μια άλλη φάση του έργου του.

Τον μεταιχμιακό χαρακτήρα του μυθιστορήματος ίσως υποδεικνύουν τα αυτοαναφορικά στοιχεία που υποβάλλονται στην ιστορία του. Ο Άρης Μανιάτης, πενηντάχρονος καταξιωμένος σκηνοθέτης, διανύει περίοδο κρίσης που σημαδεύεται από την αίσθηση της καλλιτεχνικής του κάμψης και της καθολικής προσωπικής του αποτυχίας (χωρισμένος, μόνος, χωρίς πραγματικούς φίλους, χωρίς ουσιαστική σχέση με την εικοσιτετράχρονη κόρη του). Κατόρθωσε, ωστόσο, να ολοκληρώσει επιτυχώς το καθαρά αυτοβιογραφικό σενάριο της προγραμματιζόμενης όγδοης ταινίας του, αυτής που ο ίδιος ελπίζει ότι θα σηματοδοτήσει τη νέα καλλιτεχνική αρχή και θα επιφέρει την προσωπική του λύτρωση. Επιστρέφοντας στο σπίτι του, στο τέλος της βραδιάς που διάβασε το σενάριό του στους συντελεστές της ταινίας, πέφτει θύμα τροχαίου σε ερημικό ορεινό δρόμο. Καταφεύγει για βοήθεια σε ένα απομονωμένο αρχοντικό, όπου κατοικούν μια πανέμορφη τριαντάχρονη γυναίκα, η Δάφνη, και ένας ηλικιωμένος τυφλός γιατρός. Η σχεδόν μία εβδομάδα που ο Μανιάτης θα φιλοξενηθεί εκεί θα αποδειχθεί καταλυτική για τον ίδιο και το σενάριό του. Ερωτεύεται τη Δάφνη, κυρίως όμως αναπτύσσει έναν ιδιότυπο δεσμό με τον γιατρό και εντέλει αποδέχεται τη σκληρή αλήθεια που εκείν ος τού φανερώνει: είναι ένας απελπισμένος που στο σενάριό του συγκαλύπτει την αλήθεια που θέλησε να αποκαλύψει.

Η αλήθεια
Ο σκηνοθέτης, με τη μεσολάβηση του γιατρού, καταδύεται στην απωθημένη μνήμη του, υπερνικά τις φοβίες του, αναζητά τις βαθύτερες αιτίες του παλαιότερου πολυετούς αλκοολισμού του, διερευνά τις ρίζες της αποτυχίας όλων των προσωπικών σχέσεών του. Αρχίζει λοιπόν να ξαναγράφει το σενάριό του, αποκαλύπτοντας αυτή τη φορά την αλήθεια. Στο βαθιά κρυμμένο κέντρο αυτής της αποκάλυψης βρίσκεται το μεγαλύτερο τραύμα της ζωής του Μανιάτη: στις 16 Νοεμβρίου 1980, στην τότε τραγική διαδήλωση πριν από την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, εγκατέλειψε τον καλύτερό φίλο του που δολοφονήθηκε άγρια από άνδρες των ΜΑΤ.

Για το τέλος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας κράτησε τη μεγαλύτερη ανατροπή: ο Μανιάτης υπέστη ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο τη βραδιά που επρόκειτο να διαβάσει το σενάριο στους συντελεστές της ταινίας του, χειρουργήθηκε και παρέμεινε επί μία εβδομάδα σε καταστολή. Όλη λοιπόν η ιστορία διαδραματίστηκε στον εσωτερικό του σκοτεινό κόσμο, μπροστά στο κατώφλι του θανάτου. Όταν ο σκηνοθέτης επανέρχεται στον πραγματικό κόσμο, αναγνωρίζει τη Δάφνη και τον γιατρό του αρχοντικού - καταφυγίου στα πρόσωπα μιας νοσοκόμας της Εντατικής και του χειρουργού του. Σύμφωνα με το κατα ληκτικό σημείωμα του Μανιάτη, τα σενάρια είναι πλέον δύο: το αρχικό και αυτό που διαβάσαμε, το σενάριο - μυθιστόρημα, γραμμένο μέσα σε ενάμιση μήνα, αμέσως μετά την περιπέτεια στο νοσοκομείο.

Εξελισσόμενη πλοκή
Το Σκότωσε ό,τι αγαπάς διαθέτει αδιαμφισβήτητες αρετές, όπως η πυκνή και απροσδόκητα εξελισσόμενη πλοκή, που διατηρεί αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη μέχρι το ανατρεπτικό τέλος της ιστορίας, η οικονομία στην αφήγηση και η ενδιαφέρουσα πολύτροπη υφολογική σύνθεση από ευφάνταστους διάλογους, πολλές σχολιαστικές παρεκβάσεις του αφηγητή, τις εγκιβωτισμένες επιστολές του γιατρού, τις επίσης εγκιβωτισμένες και ολοένα ποιητικότερες απαντήσεις του Μανιάτη στον γιατρό.

Επίσης, η ευρεία αναφορά σε κινηματογραφικούς όρους, στη σχετική θεωρία και σε ταινίες υποστηρίζει ένα αφήγημα με μεικτό ειδολογικό χαρακτήρα ανάμεσα στο μυθιστόρημα και το σενάριο. Η ενσωμάτωση, επίσης, πολλών ακόμη, ως επί το πλείστον φανερών, αναφορών σε ποικίλης φύσης άλλα κείμενα (αρχής γενομένης ήδη από τον τίτλο, μετάφραση του Κill your darlings, υπόδειξης του Faulkner προς τους συγγραφείς) υφαίνει το δίχτυ ενός πυκνού, στοχαστικού αφηγήματος που κεντρώνεται γύρω από θέματα όπως η σχέση της πραγματικής ζωής με την τέχνη, η αναζήτηση της ταυτότητας του συνειδησιακά πολυδιασπασμένου υποκειμένου στον σύγχρονο κόσμο, η ανατομία της ελληνικής μεταπολίτευσης.

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ
Σ τις αρετές του μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη κρύβεται και η πηγή των αδυναμιών του. Αυτές εστιάζονται στην εντύπωσή μου ότι ο Σταμάτης δεν απέφυγε τον σκόπελο ενός υπερφιλόδοξου μυθιστορήματος, με πιο ορατά σημεία του σκοπέλου τα ευφυή αλλά και εξεζητημένα τεχνάσματα, όπως η λύση του τέλους. Επίσης, ολόκληρη η αφήγηση γίνεται από τη σκοπιά του αυτοδιηγητικού και ομοδιηγητικού αφηγητή- βασικού χαρακτήρα, του Άρη Μανιάτη, με την εξαίρεση των εγκιβωτισμένων επιστολών του γιατρού, που όμως και αυτές αποδεικνύονται εν τέλει γεννήματα του εσωτερικού κόσμου του αφηγητή. Έτσι, όμως, όλα τα άλλα πρόσωπα υποβαθμίζονται σε φιγούρες ενός διακοσμητικού θιάσου, στο κέντρο του οποίου απομένει ολομόναχος ο απόλυτος πρωταγωνιστής, ο πολυδιασπασμένος μεσήλικας καλλιτέχνης. Αυτός ο μοναδικός «ολοκληρωμένος» χαρακτήρας διαγράφει στο βιβλίο μια δραματική πορεία λύτρωσης- αποκάλυψης των κρυμμένων τραυμάτων του, χωρίς όμως αυτή η λύτρωση να επέρχεται. Έχω, εν τέλει, την αίσθηση ότι όπως και ο μοναδικός χαρακτήρας του έτσι και το ίδιο το μυθιστόρημα εξελίσσεται σπειροειδώς, συστρέφεται συνέχεια στον εαυτό του, αναζητώντας τα κλειδιά της «αλήθειας» του στην ενδοχώρα του

Monday, December 14, 2009

Συνέντευξη στον Αγγελιοφόρο της Θεσσαλονίκης

Ο πεζογράφος Αλέξης Σταμάτης επιστρέφει με ένα καινούργιο μυθιστόρημα. Με ήρωα έναν 50χρονο κινηματογραφιστή και μια δράση περισσότερο εσωτερική ο συγγραφέας δίνει ένα βιβλίο στο οποίο η λογοτεχνία συναντά το σινεμά

της Εύης Καρκίτη

- Πως ερμηνεύετε τη φράση του Φόκνερ «σκότωσε ότι αγαπάς»; Τι έχει να κερδίσει από αυτό ο συγγραφέας;
Όπως λέω και στο βιβλίο, «σκότωσε ό,τι αγαπάς», σημαίνει ότι πρέπει να ξεφορτώνεσαι εκείνα τα στοιχεία, τις φράσεις, τις σκηνές του σεναρίου, που, όσο και να τα αγαπάς, όσο κι αν αυτοτελώς σου αρέσουν, δεν προσθέτουν κάτι στο όλον, αλλά αντιθέτως το αδυνατίζουν, του διασπούν την συνοχή. Πρέπει να το παλεύεις το κείμενο, να μην του χαρίζεσαι, να μην το αφήνεις να συνεπαίρνει, να σε κολακεύει. Ακόμα και κάτι παλιό γίνεται νέο άμα αφαιρέσεις όσα το περιτριγυρίζουν. Διαρκής, επίπονη αφαίρεση. Μόνο το εξαντλητικό είναι το αληθινά ενδιαφέρον. «Killyourdarlings», είναι η μια από τις πιο σοφές συμβουλές στην λογοτεχνία. Όσο για το πώς γίνεται, εκεί είναι που θέλει μια συγγραφική ωριμότητα και εποπτεία του υλικού. Όταν το ακολουθεί, ο συγγραφέας κερδίζει σε επίπεδο στόχευσης, πετάει από πάνω του τα ψιμύθια, τα περιττά.

- Πως σας προέκυψε ο Άρης Μανιάτης; Γιατί η προσωπική και καλλιτεχνική του κρίση κίνησε το συγγραφικό σας ενδιαφέρον;

Όπως όλοι οι χαρακτήρες στα βιβλία μου, ο Άρης Μανιάτης δεν «προέκυψε». «Εξέβαλλε», μ’ έναν δικό του τρόπο, όταν πρωτοσυνέλαβα την ιδέα ενός καλλιτέχνη σε κρίση. Αλλά και πάλι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό που αμφισβητεί τον εαυτό του. Ο Μανιάτης πιστεύει ότι με το νέο του έργο έχει ξεπεράσει την πρόσφατη κρίση του. Όμως αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Κι αυτό ακριβώς το στοιχείο, ενός καλλιτέχνη που νιώθει ότι έχει περάσει στην «άλλη όχθη» ύστερα από μια κρίση, αλλά ουσιαστικά κρύβεται πίσω από αυτό το «νέο προφίλ» ώστε να καλύψει με άλλο τρόπο εκείνα που διατηρεί θαμμένα, μου ήταν εξαιρετικά γοητευτικό.

- Όπως και σε παλαιότερα μυθιστορήματα σας έτσι και στο «Σκότωσε ότι αγαπάς» είναι διάχυτη μια αίσθηση μυστηρίου. Γιατί αυτή η επιλογή;

Έχω την αίσθηση, ότι, ειδικά σε αυτό το βιβλίο, όλα αυτά τα στοιχεία, όσο κι αν με μια έννοια είναι παρόντα, δεν αναλαμβάνουν τόσο σημαντικό ρόλο. Το παιχνίδι αυτή τη φορά παίζεται αλλού, στο επίπεδο της αφήγησης και των εσωτερικών ανατροπών. Ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές αυτού του έργου είναι η ίδια η έννοια της αφήγησης. Εξ ου και η πρόθεση μου ήταν να είναι πιο παιγνιώδες, πιο ειρωνικό και πιο αμφίσημο από τα άλλα μου βιβλία. Πρόκειται για ένα συγγραφικό ρίσκο, αλλα αλλοίμονο στο δημιουργό που εφησυχάζει.

- Διαφοροποιείστε από άλλα βιβλία σας δίνοντας έμφαση σε μια δράση περισσότερο εσωτερική. Σύμπτωση ή έχετε περάσει σε καινούργια συγγραφική φάση;

Καμία σύμπτωση. Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας, ένιωσα ότι -τουλάχιστον ως προς το ζήτημα της αφήγησης-, έχω κλείσει έναν συγγραφικό κύκλο, και πως πλέον η εξωτερική σκηνογραφία και η εντατική πλοκή δεν μου είναι και τόσο αναγκαία. Η «κάμερα» πλέον εστιάζει στα πρόσωπα, στον εσωτερικό τους κόσμο και στις μεταξύ τους σχέσεις. Ταυτόχρονα τίποτα δεν είναι δεδομένο, η αφήγηση δεν είναι τόσο «σίγουρη για τον εαυτό της», η σκηνή δεν αφορά πάντοτε «σ’ εκείνο που αφορά η σκηνή». Το παιχνίδι πλέον παίζεται στην ίδια την αφήγηση, η οποία δεν έχει την «ασφάλεια» και την «μαθηματική δομή» άλλων έργων. Ηχρήσητηςειρωνείαςείναιεπίσηςσημαντική. Το σπουδαίο που επιτυγχάνεται μέσω της ειρωνείας, είναι το ότι διαχωρίζει τα πράγματα, ότι είναι σε θέση να «ίπταται» από πάνω τους, έτσι ώστε να διακρίνουμε τα ραγίσματα, την υπόδυση, την προσποίηση και τα μαγικά αλλά και ενίοτε τρομακτικά παιχνίδια που παίζει η ανθρωπινή φύση.

- Στα άρθρα και στις δημόσιες εμφανίσεις σας υπερασπίζεστε πάντα τις δυνατότητες του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος. Θα μπορούσατε ίσως συνοπτικά να αναφέρετε και σε ποια σημεία αυτό πάσχει;

Δεν έχω την αίσθηση ότι πάσχει κάπου. Το νέο ελληνικό μυθιστόρημα ανοίγεται, πειραματίζεται, ρισκάρει. Όταν κάποιος ρισκάρει, πάντα θα υπάρχουν αποτυχίες. Το θέμα είναι να αποτυγχάνεις κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο. Η γενιά αυτή εκφράζει μια «απείθεια» ως προς κάποιες νόρμες, θεματολογικές, υφολογικές και άλλες. Όμως το θέμα είναι η υγιής αυτή αντανακλαστική «απείθεια» των νέων ελλήνων συγγραφέων να βρει την αυθεντικότητά της. Να συνδέσει δηλαδή τις οικουμενικές συνθήκες που γέννησαν τη χειραφέτησή της, με τον τόπο στον όποιο αναπτύχθηκε. Ως Έλληνες είμαστε Βαλκάνιοι, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης. Αυτήν τη διπλή καταγωγή θα πρέπει να την επενδύουμε θετικά. Δεν πρέπει να την απομονώνουμε ούτε να τη συμπιέζουμε. Πρέπει να την εμπεριέχουμε.

Tuesday, November 24, 2009

Συνέντευξη στο Dromologa.tv

Αλέξης Σταμάτης: Συνεντευξη στην Παυλίνα Φελβοτομά για την διαδυκτική εκοπομπή Dromologa.tv

Συνέντευξη Μέρος Α

Συνέντευξη Μέρος Β

Sunday, November 15, 2009

Σκότωσε ό,τι αγαπάς: Συνέντευξη στον Φιλελεύθερο της Κύπρου

Μέσα από την κρίση φωτίζεται η αλήθεια
Της Έλενας Πάρπα

Ο Έλληνας συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης μιλά για το καινούργιο του μυθιστόρημα «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» Της Έλενας Πάρπα Τεν έτυχε ποτέ να συναντηθούμε από κοντά. Τον «γνώρισα» μόνο μέσα απ’ τα μυθιστορήματά του πρώτα απ’ το «Μπαρ Φλωμπέρ», έπειτα απ’ το «Αμερικανική Φούγκα»- αλλά και μέσα απ’ την καθημερινή (σχεδόν) ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων όταν συνεργαζόμασταν για το Υστερόγραφο. Μου είχε κάνει εντύπωση η ταχύτητά του στο γράψιμο, η ετοιμότητά του να πλάσει μια ιστορία από το τίποτα. «Απλά έχω καταφέρει να έχω χρόνο για γράψιμο», μου λέει όταν τον ρωτώ σχετικά. Ρίχνοντας όμως μια ματιά στο τι έχει κάνει τα τελευταία δυο χρόνια -ένα παιδικό μυθιστόρημα, τρεις θεατρικούς μονόλογους, ένα σενάριοαντιλαμβάνεται κάποιος ότι αυτό που υποκινεί τα πράγματα στην περίπτωσή του είναι κάτι περισσότερο από «χρόνος για γράψιμο». Κι ότι τελικά αυτό που τον κάνει να επιστρέφει καθημερινά μπροστά στον υπολογιστή, στο ίδιο γραφείο με θέα ένα μπαλκόνι που μέσα απ’ τα χρόνια έγινε, όπως λέει, πιο όμορφο, ίσως να έχει σχέση μ’ αυτό που σημειώνει ο ήρωάς του στο καινούργιο του μυθιστόρημα, «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» (εκδόσεις Καστανιώτη): με την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να διηγείται ιστορίες. «Κάθε μέρα στα παιδικά δωμάτια ακούγονται -παραλλαγμένες ή μη- οι ίδιες αρχέτυπες ιστορίες, οι ίδιοι πρωταρχικοί μύθοι και θρύλοι», γράφει ο συγγραφέας. «Στα μπαρ και στα καφέ άνθρωποι αφηγούνται περιστατικά για οικείους και ξένους, ταξιτζήδες λένε ανέκδοτα σε πελάτες, μπαμπάδες κομπάζουν σε γιους, παππούδες ανακαλούν, έφηβοι κατασκευάζουν, στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο παίζονται αμέτρητες κωμωδίες και δράματα, στο Ίντερνετ χρήστες απ’ όλο τον κόσμο ανταλλάσσουν πάσης φύσεως πληροφορίες, αναγνώστες διαβάζουν εκατομμύρια μυθιστορήματα, νουβέλες, αφηγήματα, ο κόσμος ολόκληρος είναι μια ατελεύτητη μηχανή αναπαραγωγής ιστοριών που αρδεύουν από την ίδια δεξαμενή: την ανθρώπινη φύση και τις εμπειρίες της».

Διαβάζοντας το καινούργιο του βιβλίο υπογράμμισα κι άλλα σημεία. Όπως τι σημαίνει ακριβώς να σκοτώνει κάποιος ό,τι αγαπά όχι μόνο στη ζωή, αλλά και στο γράψιμο. Η συζήτησή μας όμως είχε άλλη αφετηρία. Ξεκίνησε από ένα ερώτημα, αριστοτελικό, το οποίο ο ίδιος θέτει σε κάποια στιγμή στον ήρωά του: Πώς πρέπει ο άνθρωπος να ζει τη ζωή του;
Εσείς βρήκατε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;
Ο Αριστοτέλης έθεσε ένα ερώτημα, δεν πρότεινε μιαν απάντηση. Μιλάμε για μια αναζήτηση. Κι αυτό το ψάξιμο είναι που κάνει τη ζωή άξια να βιωθεί. Εάν με ρωτήσει κάποιος γιατί ήρθα σε αυτόν τον κόσμο θα απαντήσω «για να καταλάβω». Και φυσικά ξέρω ότι αυτό είναι κάτι το όποιο δεν θα συμβεί ποτέ.
Είναι εφικτό πιστεύετε να «ξαναγράψει» κάποιος την αφήγηση της ζωής του;
Η αφήγηση της ζωής μας δεν είναι ποτέ μια. Αλλάζει, ανάλογα με την περίοδο που διανύουμε, ανάλογα με την ψυχική μας κατάσταση. Ουσιαστικά αυτό ακριβώς επαναλαμβάνουμε: «ξαναγράφουμε την αφήγηση της ζωής μας». Όπως και η ίδια η «Ιστορία» με γιώτα κεφαλαίο, έτσι και η ιστορία του κάθε ανθρώπου δεν είναι μονοδιάστατη.
Αλλά επιδέχεται πολλών ερμηνειών; Ακριβώς έτσι. Επανερμηνεύεται, επαναδιαπραγματεύεται, αναδιατυπώνεται. Ωστόσο υπάρχουν μερικά πράγματα στον πυρήνα αυτής της εν εξελίξει και διαρκώς μεταβαλλόμενης ιστορίας, πράγματα στον πυρήνα του εαυτού μας που είναι σταθερά.
Και γιατί παραμένουν αμετακίνητα;
Επειδή προέρχονται από ένα απώτατο παρελθόν, από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής μας (άρα είναι ασυνείδητα), είτε επειδή είναι τόσο σκληρά, τόσο επίπονα, όποτε έχουν απωθηθεί. Αυτά τα «θαμμένα» είναι και τα πιο δύσκολα να ανασυρθούν -πόσο μάλλον να «ειπωθούν»και γι’ αυτό συνήθως ντύνουμε την αφήγησή μας με παραπλανητικά πέπλα, τα οποία εάν είμαστε τυχεροί και ειλικρινείς κάποια στιγμή τα απεκδυόμαστε.
Με ποιο τρόπο;
Υπάρχει η περίπτωση ανθρώπων, που ας πούμε «καρμικά», ήταν «ταγμένοι» θες από τις συνθήκες, θες από τη μοίρα, να ζήσουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο, και, μέσα από την προσωπική τους δύναμη, βρήκαν το κουράγιο να αλλάξουν, στρέφοντας την «αφήγηση της ζωής τους» προς μιαν άλλη κατεύθυνση. Από μια άποψη είμαστε όλοι συγγραφείς της προσωπικής μας αφήγησης. Εν δυνάμει, τουλάχιστον.
Το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» πώς γεννήθηκε σαν ιστορία;
Γεννήθηκε σχεδόν αυτόματα, μέσα σε ένα βράδυ. Από μια χαοτική εικόνα ξεπήδησε ο ήρωας και ύστερα τα δυο πλάσματα με τα οποία συνδέεται μέσα στο βιβλίο, ο γιατρός και η Δάφνη. Στη συνέχεια φυσικά πήρα κάποιες αποφάσεις.
Σαν ποιες;
Κάποιες από τις σημαντικές ήταν το συγκεκριμένο βιβλίο να γραφεί σε πρώτο πρόσωπο και να είναι πολύ πιο μικρό σε έκταση από οποιοδήποτε άλλο έχω γράψει. Μικρό, αλλά και ταυτόχρονα «συμπιεσμένο» σε όλα τα επίπεδα (ψυχολογικό, δραματικό, μυθολογικό, μελοδραματικό κ.λπ.). Ένα βιβλίο επίσης στο οποίο η πλοκή να είναι άλλης έντασης από τα προηγούμενα. Δεν θέλω να επεκταθώ, γιατί το μυθιστόρημα περιέχει σημαντικές ανατροπές που δεν θα ήθελα να προδώσω. Εκ των υστέρων πιστεύω ότι το βιβλίο θα χρειαστεί και μια «δεύτερη ανάγνωση» από πλευράς του αποδέκτη. Ο στόχος ήταν να υπάρχουν επάλληλα επίπεδα, να υπάρχουν εγκιβωτισμοί, να είναι κάτι σαν ρωσική κούκλα. Είναι μια στροφή ίσως αυτό το βιβλίο για μένα, πήρα αρκετά ρίσκα, ελπίζω να βγήκαν…
Κάποια στιγμή γράφετε πως ο κόσμος ολόκληρος είναι μια ατελεύτητη μηχανή παραγωγής ιστοριών. Από πού προκύπτει άραγε αυτή η ανάγκη μας να λέμε και ν’ ακούμε ιστορίες;
Νομίζω ότι η ανάγκη αυτή είναι αρχέγονη. Από τον άνθρωπο των σπηλαίων. Και είναι μια ανάγκη πέραν του επιπέδου μόρφωσης, κοινωνικών τάξεων κ.λπ. Από τα παραμύθια στα παιδιά, το καφενείο και το ταξί μέχρι τον Τζόις, ο πυρήνας είναι ο ίδιος. Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να δει τα πάθη του αναπαριστώμενα από άλλους, ενίοτε να ταυτιστεί, ενίοτε να μεταθέσει και μέσα από αυτή τη διαδικασία να ανακουφιστεί. Η αφήγηση είναι ένας απίστευτος μηχανισμός αναδιπλασιασμού, στοχασμού και κάθαρσης.
Τι είναι αυτό που σας κάνει να βάζετε τους ήρωές σας πάντα σε μια κατάσταση κρίσης, αντιμέτωπους με τον εαυτό τους, τις επιλογές και τη ζωή τους;
Μα εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια κατάσταση σύγκρουσης. Εκεί τεστάρεται ο χαρακτήρας, μέσα από εμπόδια και προβλήματα αναδύεται η αλήθεια του. Ο άνθρωπος σε κατάσταση κρίσης είναι πολύ πιο κοντά στην αληθινή του φύση. Τότε ξεπηδούν οι αλήθειες του και εκεί είναι περισσότερο ο εαυτός του με τα καλά και τα κακά του. Τι νόημα θα είχε να διηγηθείς μια ιστορία δύο ανθρώπων που γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν κι έζησαν καλά μες στην ευτυχία και την ηρεμία (αν υπάρχει κάτι τέτοιο βέβαια…) Η κρίση φωτίζει την αλήθεια. Πρόσφατα είχε μια δυσκολία στη ζωή μου που κράτησε 18 ώρες. Μέσα από αυτήν αναδύθηκαν ζητήματα που υπέβοσκαν επί χρόνια.
Απ’ όλες τις ιστορίες και τους χαρακτήρες που έχετε κατά καιρούς στο μυαλό σας πώς ξεχωρίζετε αυτή που αξίζει να γίνει βιβλίο;
Ειλικρινά μιλώντας, σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή στο κεφάλι μου κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες, εκείνη που θα «πάθει πλοκή», εκείνη που θα καταλήξει σε βιβλίο προωθείται από μόνη της, διαγκωνίζοντας τις άλλες και περνώντας μπροστά. Εκείνη «ξέρει». Εκείνη «εκβάλλει» και επιβάλλεται.
Σας έχει τύχει να κάτσετε ώρες πάνω από μια σελίδα; Παιδευτήκατε, εξαντληθήκατε ποτέ από το γράψιμο;
Φυσικά. Πολύ συχνά παιδεύομαι και αρκετές φορές εξαντλούμαι, όπως μου συνέβη πρόσφατα. Εκείνο που ευτυχώς δεν έχω πάθει ποτέ κι ελπίζω να μη μου συμβεί είναι «το σύνδρομο της λευκής σελίδας». Το δύσκολο στη λογοτεχνία δεν είναι να γράψεις, αλλά να γράψεις εκείνο που επιθυμείς. Ακούγεται απλό, δεν είναι; Είναι όμως αφάνταστα επίπονο. Πιστέψτε με εδώ είναι όλο το ζουμί. Να βγει η πρόθεση του συγγραφέα.
Νιώσατε ποτέ ευάλωτος ως προς αυτή την πρόθεση;
Ευάλωτος νιώθω ως προς όλα τα πράγματα. Είναι μια λέξη που μου αρέσει άλλωστε. Χωρίς να είμαι ειδικός, εικάζω ότι ετυμολογικά προέρχεται από το «ευ» και «άλως». Δηλαδή το «καλό φωτοστέφανο». Μαγική λέξη. Όπως μαγική είναι η δυνατότητα να επιτρέπεις στον εαυτό σου να επηρεάζεται από τα ερεθίσματα. Στη ζωή λοιπόν, κάτι τέτοιο μου συμβαίνει, ίσως και υπερβολικά. Και ίσως στη συγγραφή βρίσκει την απόλυτη τιμή της.
Και πώς ανακτά κάποιος την εμπιστοσύνη του απέναντι σ’ αυτό που κάνει;
Δεν ξέρω, δεν έχω λύσεις, ο κάθε άνθρωπος είναι και διαφορετικός. Μόνο για τον εαυτό μου μπορώ να μιλήσω. Όταν την έχανα την ξανάβρισκα -αν την ξανάβρισκα- εξωθώντας την κατάσταση στο όριο. Δεν το συνιστώ ωστόσο καθόλου. Don’t trythisathome, που λένε.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι το γράψιμο είναι εγωιστική ενασχόληση.
Όχι δεν νομίζω. Ίσα ισα είναι μια πολύ επίπονη και εξαιρετικά μοναχική διαδικασία. Γράφεις μόνος σου, ο αναγνώστης σε διαβάζει μόνος του. Δεν υπάρχει άμεσα «ανταλλαγή», ωστόσο αυτό δεν έχει να κάνει με εγωισμό, έχει να κάνει με τη φύση της συγγραφικής εργασίας. Παράγεις νόημα, ιστορία, συναίσθημα χωρίς να έχεις κάποιον «άμεσο συμπαίκτη», έναν άλλο ηθοποιό ας πούμε, ή έναν άλλο μουσικό. Είσαι ο άνθρωπος ορχήστρα, σκηνοθετείς, παίζεις, κάνεις τα σκηνικά, τους φωτισμούς, το μοντάζ… Αβοήθητος και μόνος, αλλά όχι εγωιστής, γιατί εκείνο που κάνεις είναι εντέλει μια πράξη που οδηγεί σε μια βαθύτατη επικοινωνία.
Τι σημαίνει «σκοτώνω ό,τι αγαπώ» στη συγγραφή ενός βιβλίου;
Σημαίνει ότι πρέπει να ξεφορτώνεσαι εκείνα τα στοιχεία, τις φράσεις, τις σκηνές του σεναρίου, που, όσο και να τα αγαπάς, όσο κι αν αυτοτελώς σου αρέσουν, δεν προσθέτουν κάτι στο όλον, αλλά αντιθέτως το αδυνατίζουν, του διασπούν τη συνοχή. Πρέπει να το παλεύεις το κείμενο, να μην του χαρίζεσαι, να μην το αφήνεις να συνεπαίρνει, να σε κολακεύει.
Ακόμα και κάτι παλιό γίνεται νέο άμα αφαιρέσεις όσα το περιτριγυρίζουν. Διαρκής, επίπονη αφαίρεση. Μόνο το εξαντλητικό είναι το αληθινά ενδιαφέρον. «Κillyour darlings», είναι η πιο σοφή συμβουλή των επαγγελματιών γραφιάδων όλου του κόσμου. Όσο για το πώς γίνεται, εκεί είναι που θέλει μια συγγραφική ωριμότητα και εποπτεία του υλικού. Αν ξανάγραφα πχ το «Μπαρ Φλωμπέρ» σήμερα, θα έκοβα καμιά δεκαριά σελίδες τουλάχιστον.
Στη ζωή σας έχει τύχει να «σκοτώσετε» αυτό που αγαπάτε;
Ευτυχώς όχι. Στη ζωή φροντίζω για ακριβώς το αντίθετο.
Πώς μπορεί να «ξεφορτωθεί» κάποιος τα περιττά και να φτάσει στα εντελώς απαραίτητα;
Στη συγγραφή σας το εξήγησα. Στη ζωή επίσης ισχύει αυτό. Μεγαλώνοντας κάποιος «πετάει» από πάνω του πράγματα: ψεύτικες ανάγκες, περιφερειακές, τυπικές συναναστροφές, υποχρεώσεις-βαρίδια, άχρηστες πληροφορίες. Μια ζαριά την έχουμε και πιστεύω ότι οφείλουμε να την προστατεύουμε, να την καλλιεργούμε και να την εξαντλούμε.
Με την καλή έννοια του όρου φαντάζομαι.
Πάντα! Μόνο τον άνθρωπό σου να εξερευνήσεις ουσιαστικά θες μια ζωή, κι άλλη μια να μεγαλώσεις το παιδί σου. Αν είσαι και καλλιτέχνης από πάνω, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Από μια ηλικία και μετά δεν υπάρχει καιρός για σπατάλη. Εξ άλλου είμαστε οι επιλογές μας. Ξεφόρτωμα λοιπόν. Και αυτό δεν γίνεται μέσα από συσσώρευση, αλλά μέσα από ξεδιάλεγμα. Η ουσιαστική λιτότητα είναι ο μέγας πλούτος.

«Το βιβλίο δεν θα πεθάνει ποτέ»

Σε τι διαφέρει η ζωή των βιβλίων από την κανονική ζωή που ζούμε;
Αν εννοείτε τη ζωή μέσα στα βιβλία, είναι η ίδια με την έξω, απλά φωτισμένη αλλιώς. Αλλά, κάποιες φορές, είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Ο καλλιτέχνης βλέπει τη ζωή αλλιώς, με άλλο βλέμμα.
Εξακολουθείτε να διαβάζετε όπως παλιά;
Φυσικά και ναι. Τα βιβλία είναι ένας κόσμος μέσα στον οποίο ζω καθημερινά. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι η ανάγνωση, ως συνήθεια, περνάει κρίση. Σπάνια βλέπω ανθρώπους να διαβάζουν πια. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα πρόβλημα με το θέμα, ακόμα δεν έχουμε αποκτήσει την αναγνωστική συνείδηση που υπάρχει σε άλλες χώρες. Αλλά όπως είπα, νομίζω ότι τα πράγματα θα εξελιχτούν προς το καλύτερο. Αρκεί και η νέα γενιά να μην ξεφύγει με την αναμασημένη μαζική αφήγηση. Νομίζω ότι έχει την ευφυΐα να το κάνει.
Πιστεύετε, δηλαδή, ότι θα συνεχίσουν να έχουν θέση τα βιβλία στη ζωή μας;
Φυσικά, και όσο εξελίσσεται η κοινωνία στους ρυθμούς που έχει, θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη αξία. Είμαι πολύ αισιόδοξος όσον αφόρα το βιβλίο. Δεν θα πεθάνει ποτέ.
Έχετε καταλήξει σε τι μας βοηθάει η λογοτεχνία;
Στο να βλέπουμε τα μέσα μας πιο αληθινά. Η λογοτεχνία προσθέτει στην πραγματικότητα, δεν την αντιγράφει, τη σμιλεύει προς την κατεύθυνση του στόχου της. Δεν είναι μια «απόδραση» από τη ζωή, είναι μια απόδραση προς τη ζωή. Είναι η δύναμη που κάνει τα οικεία πράγματα καινούργια και τα καινούργια πράγματα οικεία. Όπως λέει και ο Έζρα Πάουντ η λογοτεχνία είναι γλώσσα που έχει φορτιστεί στο μέγιστο βαθμό με νόημα.

«Δεν γράφω βιβλία σχεδιασμένα ν’ αρέσουν»

Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα συγγραφέα να γίνει γνωστός σε περισσότερο κόσμο, σε μεγαλύτερο κοινό;
Στη σύγχρονη εποχή πολλά. Και αρκετά από αυτά δυστυχώς δεν έχουν να κάνουν με την ουσία. Από τη στιγμή που το βιβλίο αντιμετωπίζεται ως προϊόν θα εμφιλοχωρήσουν μοιραία και οι νόμοι της αγοράς. Υπάρχουν πολλοί γνωστοί συγγραφείς που δεν έχουν τίποτα να πουν. Αλλά δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος πραγματικά μεγάλος συγγραφέας που θα μείνει άγνωστος.
Σκέφτεστε καθόλου τον αναγνώστη όταν γράφετε;
Για να είμαι ειλικρινής όχι. Δεν μπορώ να γράψω ποτέ κάτι «έτσι ώστε». Δεν μπορώ να γράψω ένα βιβλίο «σχεδιασμένο» για να αρέσει. Όταν τελειώσει όμως, το βιβλίο ανήκει εξ ολοκλήρου σχεδόν στον αναγνώστη, να το κάνει ό,τι θέλει, να το ξαναγράψει στο μυαλό του, να το φωτίσει κατά το δοκούν.
Σας απασχολεί καθόλου το «μέλλον» των βιβλίων σας;
Το βιβλίο όταν φύγει από τον συγγραφέα ζει τη δική του ζωή. Ό,τι και να κάνω εγώ δεν μπορώ να την επηρεάσω. Κινούνται ελευθέρα. Και αυτό είναι μαγικό. Πρόκειται για μια βαθύτατη επικοινωνία συγγραφέα-αναγνώστη η οποία διεξάγεται κατά μόνας μέσα από ένα μαγικό συμφωνημένο κώδικα: το βιβλίο.

«Σκότωσε ό,τι αγαπάς»

Ο Αλέξης Σταμάτης επιλέγει ένα επεισόδιο απ’ το βιβλίο του με αρκετή, όπως λέει, δόση αυτοαναφορικότητας:

«Ήμουν στο Λονδίνο, αρχές ογδόντα. Σε μια παμπ, έξω στα τραπεζάκια την ώρα που έδυε ο ήλιος, μόνος, με μια μπίρα στο χέρι. Όχι πιωμένος, η άγρια κάθοδος δεν είχε ακόμα αρχίσει. Κοίταζα μπροστά μου. Θα ’λεγε κάνεις ένα τυχαίο κάδρο. Ένα κάδρο που αποτελούταν από διάσπαρτες ψηφίδες της καθημερινότητας. Ένα δρόμο, ένα πεζοδρόμιο, μερικά δέντρα, κάποια παρκαρισμένα αυτοκίνητα, ένα δυο σπίτια, έναν τηλεφωνικό θάλαμο, ένα κουλουριασμένο σκυλί, κάποιους περαστικούς, μια λιμνούλα ύδατος. Και ξαφνικά, μια επιφάνεια. Από τις στιγμές εκείνες στη ζωή που κάτι κρυφό, εσώκλειστο, λανθάνον, γίνεται πασίδηλο, ολοφάνερο, κατάφωρο. Μια βαθιά συνειδητοποίηση. Όλα είναι εδώ, είπα. Όλα, ερωτήσεις απαντήσεις, ιδέες, έννοιες, αισθήματα, συναισθήματα βρίσκονται εδώ, εγκιβωτισμένα σ’ αυτή την τυχαία εικόνα, σ’ αυτό το τυχαίο, καθημερινό πλάνο, σ’ αυτή τη συνηθισμένη μερίδα ζωής. Αρκεί να την κοιτάξεις με άλλα μάτια.
Ήταν μια ολιστική σύλληψη, από τις στιγμές που νιώθεις πως το σύνολο είναι μεγαλύτερο από τα συστατικά του. Για μια στιγμή τραντάχτηκα. Στην κυριολεξία, κάτι μέσα μου μετακινήθηκε, βίαια. Ύστερα προσπάθησα να εκλογικεύσω αυτό το συναίσθημα. Να το ελέγξω σε σχέση με την πραγματικότητα. Ένα αυθόρμητο πείραμα. Σκεφτόμουν έννοιες και τις αντιπαρέβαλλα με την εικόνα που έβλεπα μπροστά μου. Πένθος. Υπήρχε πένθος σ’ αυτή την εικόνα; Φυσικά, απαντούσα μέσα μου αναγνωρίζοντας το πένθος σε μια μικρή ψηφίδα της ψηφίδας. Όχι μόνον υπήρχε, αλλά βρισκόταν εκεί μπροστά μου, σε όλη του την ένταση, πεντακάθαρο.
Υπήρχε ιστορία, πολιτική, νοσταλγία, πόνος, ματαιοδοξία, ζηλοφθονία, αγάπη; Ναι διότι, σε αυτό το σημείο μπροστά μου συνέβαινε εκείνο… στο άλλο εκείνο… Συνέχισα την αντιπαραβολή. Ένα πλήθος εννοιών εισέδυαν στο τυχαίο κάδρο κι έβρισκαν τη θέση τους σχεδόν αμέσως. Οτιδήποτε μπορούσα να σκεφτώ ενσαρκωνόταν μέσα στον καθημερινό αυτό καμβά. Η αποκωδικοποίηση γινόταν αυτόματα. Λες και η ψυχή του κάθε αντικείμενου, της κάθε κατάστασης, ερχόταν και κούμπωνε αυτόματα με την εκάστοτε ερώτηση.
Εκείνη τη μέρα είπα πως αυτό, αυτή μου τη δυνατότητα κάτι έπρεπε να την κάνω. Και την επόμενη μέρα εγκατέλειψα τα οικονομικά.

Της Έλενας Πάρπα

"Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009
Σελίδα: 44

Ρίτσα Μασούρα: Για την παρουσιαση του "Σκότωσε ό,τι αγαπάς"


Της Pιτσας Mασουρα απο την Καθημερινή 15.11.09

Βρείτε τον χρόνο και ξεχυθείτε στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Πάρτε στα χέρια σας τους καταλόγους με τις παρουσιάσεις βιβλίων. Δείτε τα χάπενινγκ που συνήθως τα συνοδεύουν. Πάρτε δυο τρεις καλούς σας φίλους και αφεθείτε στο επιτηδευμένο πλασάρισμα του νέου βιβλίου, απολαύστε τον τρόπο που οι εκδοτικοί οίκοι επιλέγουν να φέρουν σε μια πρώτη, εν θερμώ, επαφή συγγραφέα και αναγνωστικό κοινό. Κι αν το κάνετε, είτε με ανάλαφρη διάθεση είτε στη λογική, «ας πάμε, βρε αδελφέ, θα ’χει και καφεδάκι», είτε με μια κάποια υπευθυνότητα, σκεφθείτε πώς θα ’ταν να καταφεύγατε εξαρχής στην ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου, χωρίς να ’χετε την τύχη ή τη χαρά να δείτε από κοντά τον συγγραφέα και τους ομοτράπεζούς του, αλλά και να αγγίξετε με τα χέρια το βιβλίο. Το βιβλίο που με τον καιρό αποκτά διττή μορφή: γίνεται μέρος της μοναχικότητας του ατόμου, αλλά και κομμάτι της κοινωνικότητάς του.

Βρίσκομαι συχνά σε τέτοιες παρουσιάσεις. Το βράδυ της Δευτέρας πέρασα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ηταν εκεί ο διαδικτυακός φίλος Αλέξης Σταμάτης που παρουσίαζε το τελευταίο βιβλίο του, «Σκότωσε ό,τι αγαπάς». Στο μικρό, αμφιθεατρικής λογικής, χώρο παρουσίασης των βιβλίων του εκδοτικού οίκου αναμείχθηκα με το πολυποίκιλο κοινό (νέοι και μεγαλύτεροι στην ηλικία, «γιάπηδες» και «αντιεξουσιαστές» μαζί, άνθρωποι όλων των πολιτικών αποχρώσεων, αν κρίνω από τις μετέπειτα μικροσυζητήσεις...) που σε συνθήκες απόλυτης σιγής παρακολουθούσε τους καλεσμένους ομιλητές να τοποθετούνται, να στριμώχνουν τον συγγραφέα, να αναμειγνύουν τσιτάτα του Ζίζεκ ή του Φώκνερ, να ξεγυμνώνουν τον δημιουργό, με την ελπίδα όχι της αποκάλυψης, αλλά της επιείκειας του ίδιου και του κοινού. Κι εκεί στο πάνελ δεν ήταν άνθρωποι φτασμένοι, γκριζομάλληδες, με ρυτίδες και παλιομοδίτικο στυλ. Ηταν νέοι, πολύ νέοι, οι οποίοι διέθεταν γνώσεις –νομίζω ότι έκρυβαν γνώσεις– κι άφησαν στον κόσμο την αίσθηση ότι το βιβλίο ή η λογοτεχνία δεν είναι υπόθεση των μεγάλων, είναι υπόθεση όλων μας. Κι όταν αναφερόμαστε στο βιβλίο, εννοούμε το τυπωμένο βιβλίο.

Τη δουλειά του Αλέξη Σταμάτη θα επιχειρήσω μια άλλη φορά να προσεγγίσω, παρ’ ότι το βιβλίο αποκτά επικαιρότητα γιατί τελειώνει με εικόνες από έναν πολυτεχνειακό Νοέμβρη (Κυριακή, 16 Nοεμβρίου 1980, κυβέρνηση Ν.Δ., ο πατέρας του Μιχάλη υφυπουργός, η μεγάλη αντινατοϊκή πορεία, η απόφαση να πάμε ώς την αμερικανική πρεσβεία, η απαγόρευση της κυβέρνησης, τα ΜΑΤ παρατεταγμένα έξω από τη Βουλή... άγριο ξύλο, δακρυγόνα, τα κλομπ στα χέρια, η οδός Ρώμα, σαν σκηνή από ταινία...). Να διευκρινίσω, βεβαίως, ότι αντικείμενο του δεν είναι το Πολυτεχνείο, αλλά η ανίχνευση του τρόπου που φτερουγίζει μια ψυχή κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Ομως, η παρουσίαση της καινούργιας δουλειάς του συγγραφέα έγινε ευκαιρία επιστροφής στον Ουμπέρτο Εκο (φωτ.) και στην άποψή του για το βιβλίο, τη ζωή και τον θάνατό του – αν υποθέσουμε ότι θα υπάρξει θάνατος. Αυτές τις μέρες, ο Εκο βρίσκεται στο Λούβρο και παρουσιάζει πρόγραμμα, με εξήντα τρεις αναγνώσεις, τρία κονσέρτα, μια έκθεση, οκτώ ντοκιμαντέρ, 300 ταινίες μικρού μήκους και, φυσικά, αλλεπάλληλες live συζητήσεις για το μέλλον του έντυπου βιβλίου.

Σε συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό «Εξπρές» μαζί με τον πρόεδρο της εθνικής βιβλιοθήκης της Γαλλίας, Μπρούνο Ρασίντ, ο Εκο διατείνεται ότι το τυπωμένο βιβλίο έχει μπροστά τους πολλές και όμορφες στιγμές. «Είναι ένα εργαλείο που μπορείς να διαβάσεις και σε περίπτωση μπλακ άουτ, στη βάση ενός δένδρου, μέσα στη μπανιέρα ή κάνοντας έρωτα, χωρίς να χρειάζεσαι τον ηλεκτρισμό», λέει ο Εκο, ο οποίος παραδέχεται ότι σε είκοσι χρόνια οι νέες γενιές θα είναι πλήρως προσκολλημένες στην οθόνη του υπολογιστή (ήδη είναι), αλλά εκείνος δεν θα ζει, οπότε δεν τον πολυνοιάζει! Ο Εκο δεν κρύβεται πίσω από την πολυπραγμοσύνη του. Αποδέχεται την εξέλιξη και μαζί τα οφέλη. Δεν παλεύει με το google. Μαζί του είναι, το χρησιμοποιεί. Δεν έχει κανένα πρόβλημα με τα πνευματικά δικαιώματα και μάλιστα λέει ότι είναι όπως Κάστρο, υπέρ της ελεύθερης διακίνησης ιδεών! Ομως, στη «Σιωπή των Βιβλίων» ο Τζορτζ Στάινερ γράφει: Μπορούμε ήδη να οδηγηθούμε σε κάποια διαπίστωση από την παράδοξη εντύπωση εξωτισμού που προξενεί η σιωπηλή πράξη της ανάγνωσης και την κατάπληξη κάποιου να μείνει μέρες και νύχτες κλεισμένος για να γράψει. Ο,τι πιο αδιανόητο σήμερα είναι το θέαμα ενός αγοριού που τρέχει να βρει καταφύγιο στη σκιά ενός υπόστεγου με το βιβλίο του...

Friday, November 13, 2009

Στέφανος Δάνδολος: "Σκότωσε ό,τι αγαπάς" του Αλέξη Σταμάτη: Το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε ώριμη ηλικία


Συνήθως όταν ένας μυθιστοριογράφος αισθάνεται την ανάγκη να διερευνήσει το είδωλο του δημιουργού στον καθρέφτη της Τέχνης, επιλέγει ως ήρωά του έναν συγγραφέα.

Είναι η πλέον προσφιλής επιλογή, όχι μόνο επειδή, ως αυτό-αναφορικό εύρημα, του παρέχει την δυνατότητα να σκάψει απλώς μεθοδικά, αλλά ακόμα περισσότερο, επειδή του δίνει την ευκαιρία να πλάσει ένα alter ego που, εάν πετύχει στη κατασκευή, μπορεί να πάει το σκάψιμο πολύ-πολύ βαθιά. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Αλέξης Σταμάτης κατάφερε το δεύτερο, απορρίπτοντας την προοπτική της δημιουργίας ενός δικού του προσωπικού Νέιθαν Ζούκερμαν και επιλέγοντας ως ήρωα, όχι κάποιον φανταστικό συγγραφέα αλλά έναν σκηνοθέτη του σινεμά, έναν ghost writer του σκοταδιού. Ο Άρης Μανιάτης γίνεται εδώ το alter ego του Σταμάτη μέσα από μια παραπομπή άκρως συμβολική: καλή η λογοτεχνία, ωραία τα βιβλία, αλλά σε τελευταία ανάλυση μόνο ο κινηματογράφος, ως παράθεση εικόνων, μπορεί να λειτουργήσει αλληγορικά με την ίδια την ζωή. Και κάπως έτσι ξεκινάει η κατάδυση στο «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» [Εκδόσεις Καστανιώτη]. Σαν αργό, νωχελικό βύθισμα σε μια οθόνη των θαυμάτων, μέσα από την οποία ο ήρωας όχι μόνο προσπαθεί να διακρίνει το πραγματικό πρόσωπό του, αυτό που έχασε στο αντίκρισμα της εμπορικής επιτυχίας, αλλά σταδιακά επιχειρεί να ξαναγράψει και την απόκρυφη ιστορία του ειδώλου του στον καθρέφτη της Τέχνης.
Το story είναι απλό. Μεσήλικας σκηνοθέτης σε κρίση προσωπικής και καλλιτεχνικής ταυτότητας πέφτει θύμα τροχαίου σε μιαν ορεινή ερημιά και, έχοντας το τελευταίο του σενάριο μαζί [το οποίο έχει μόλις αναγνώσει σε μια παρέα στενών φίλων] βρίσκει καταφύγιο σε ένα απόμερο, γοτθικού τύπου, αρχοντικό, στο οποίο κατοικούν μια παράξενη κοπέλα και ένας ερημίτης γιατρός. Η σύμπλευσή του με αυτούς τους ανθρώπους θα σταθεί μοιραία: στην αρχή τα ερωτηματικά είναι πολλά και το εκατέρωθεν πλησίασμα μοιάζει μάλλον επιφυλακτικό. Στην πορεία, όμως, ο σκηνοθέτης θα αντιληφθεί ότι η «παρεμβολή» των δύο αυτών πλασμάτων είναι η τελευταία του ευκαιρία να συμβιβαστεί με την «βαθιά» αλήθεια μέσα του, την ίδια εκείνη αλήθεια που υποτίθεται ότι πραγματεύεται στο τελευταίο του αυτοβιογραφικό σενάριο. Το κείμενο ξαναγράφεται από την αρχή, χωρίς στρογγυλεύσεις, και η μνήμη παίρνει το πάνω χέρι, δίχως φόβο, δίχως άλλες υπεκφυγές. Και η μεγάλη ανατροπή στο φινάλε, την οποία φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε, σφραγίζει τον κύκλο της αλληγορίας, προκειμένου να ανοίξει τον κύκλο του διαλόγου. Πού αρχίζει και πού τελειώνει ο καλλιτέχνης μέσα στην ψυχή του δημιουργού; Η ζωή επηρεάζει την δημιουργία ή η δημιουργία την ζωή; Πόσο αληθινός είσαι όταν λειτουργείς αυτοβιογραφικά σε ένα έργο τέχνης; Και άλλα πολλά.
Στο «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» ο Αλέξης Σταμάτης επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από τα προηγούμενα βιβλία του, υιοθετώντας μια γραφή ελλειπτική και εσωτερική, που δεν θυμίζει σε τίποτα τον Σταμάτη της ακατάπαυστης πλοκής και των αλλεπάλληλων ευρημάτων. Το αποτέλεσμα είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα αυτογνωσίας, που μέσα από την ειλικρίνειά του καταφέρνει να μιλήσει καίρια για την τραγική σημασία του να είναι κανείς αυθεντικός καλλιτέχνης σήμερα