Monday, September 27, 2010

Alexis Stamatis @ Huffington Post: :The Greek Mirror

"Greece is like a mirror. It makes you suffer. Then you learn."

"To live alone?"

"To live. With what you are."

The above quote is taken from The Magus by John Fowles, an eminent British author who half a century ago spent some years in Greece. Today, as the economic crisis is shaking our country to its foundations, his words seem more fitting than ever. In these dismal times, when each new austerity measure feels like a black curtain over the sky, the main actors on our political and cultural stage are the IMF, the EU and their economic "support" mechanism, along with the now famous credit rating agencies. Greece does indeed make us suffer.

In our brief adventure on this planet, nothing is a given. And yet we are creatures of habit. We enter a flow, we establish a routine, and we think that what we live is meant to last forever. Even as we grow older, we still take that routine for granted. Until, one fine day, life provides us with a gentle--or not-so-gentle--reminder. Everything suddenly becomes more fluid, more fragile. And we begin, belatedly, begrudgingly, to learn new things, inching closer to our true selves. The question, as Fowles implied, is how many of us will manage to live with what we - really - are.

Since, for decades, the mirror seemed to be reflecting something different, this sudden revelation has come as a shock. Young people find themselves owning vacation homes in the country while holding jobs that pay 600 Euros per month, i.e., their monthly expenses for drinks, gas, and cigarettes. Largely simplifying things, the core of the problem lies in the fact that these vacation homes were built by their parents, using the same EU funds that were meant to create productive jobs for them (while the state looked the other way - winking guiltily prior to every election). "There is a silver lining, however. The vacation home has a DSL line. If you have something original to contribute --music, words, code-- you can now do it with a view of the Aegean. There are no excuses for inaction," says, with a touch of irony, Dimitris Achlioptas, a Computer Science professor at the University of Athens.

To take Fowles' thought one step further, at this point some of us will try to smash the mirror, some will look away or stare at the frame, while others will be taken aback by this new image and will try to find out where the "good-old one" went. We are meant to pass through all the stages of grief: to learn to live with it, accept it and, inevitably, start to act. For those who won't become lost in the glass and manage to face the world around them, there will be new roles, unimaginable just a short while ago. Roles for which the "I"--the ego, in Greek--will not be quite so central anymore.

It is becoming obvious that we are starting to think differently. Collectively. The first realization is that we are not alone. That this is not happening only to us. Many are in a much more difficult state. Almost every single one of our friends or acquaintances is going through the crucible.

A strange new thing is beginning to take shape, a new sense of "togetherness" - a unity of purpose that did not exist previously. We 're beginning to go out more, to visit friends, to listen, to propose new ideas. Kyriakos Pierrakakis, Chairman of Greece's Institute for Youth, encapsulates the feeling: "The times are truly difficult - but without diminishing the vast social costs of decreasing wages, increasing unemployment and lagging growth - a crisis is perhaps the best opportunity for my generation to summon a new spirit: to identify with solutions instead of problems, with action instead of complaints, with purpose instead of compromise."

It's central that this sense of togetherness does not remain merely a psychological state. It needs to be transmuted into collective action. Whatever it may produce - a performance, an event, an internet initiative, a business idea or just a friendly collaboration - will act as an antidote to this new order of things with which we must learn to live.

During the economic crisis in Argentina, theatrical groups and performances proliferated. For us, Greeks, the demand of these times for common effort and trust in each other will perhaps be the one good thing to come out of this - not exactly unforeseeable - adventure that we've entered upon. Crisis is a group journey.

We should not waste energy pondering on who created the mirror at the first place. Easy answers are abundant. The important thing is that the mirror does exist - and there's nothing like a smooth, pitiless glass that can really tell the whole truth.

Wednesday, September 22, 2010

Η τραγωδία του αέρα

Δεκαεπτά Απριλίου
δοκιμάζω το εύρος της αναπνοής μου

και για μια στιγμή
μπαίνει μέσα μου ολόκληρος ο κόσμος

και τοποθετούμαι εντός του
με τον ελάχιστο ήχο που μου επιτρέπεται

Απλόχωρη διείσδυση και διστακτική έξοδος
η τραγωδία του αέρα

σαν κάθε τι εδώ πάνω
έτσι κι η αναπνοή
παλεύει να υπάρξει

Saturday, September 11, 2010

Inception: η κατασκευή του ονείρου και η κατασκευή της πραγματικότητας (απο την Καθημερινη 11.9)

Inception: η κατασκευή του ονείρου και η κατασκευή της πραγματικότητας

Του Αλεξη Σταματη*

Το Inception, αν ξεπεράσει κανείς την μπλόκμπαστερ επικάλυψη και την επιλογή της αισθητικής ως βασικού κινηματογραφικού λεξιλογίου, είναι μια συναρπαστική πολυεπίπεδη αφήγηση, μια εκρηκτική ρώσικη κούκλα, μια ταινία που αγγίζει ένα θέμα που απασχολεί την τέχνη από καταβολής. Η φαντασία (το όνειρο), η πραγματικότητα και τα όριά τους. Η χολιγουντιανή ροή σε τραβάει από το μανίκι σ’ έναν στροβιλισμό διαρκείας ταυτίζοντας ουσιαστικά την «κατασκευή» του φιλμ με την ανακατασκευή της θέασής του. Ετσι η «εκούσια αναστολή της δυσπιστίας», απαραίτητο συστατικό για να αποδεχτείς ό,τι βλέπεις σε μια σκοτεινή αίθουσα επί δυόμισι ώρες, λειτουργεί πολλαπλά: και ως προς το θέαμα και ως προς το επαλλήλως εγκιβωτιζόμενο περιεχόμενό του. Το φινάλε του φιλμ, με τη σβούρα που στριφογυρίζει, συνοψίζει την ιστορία κάνοντάς την μάλιστα απρόσβλητη στα spoilers.

Ο Νόλαν χρησιμοποιεί ως όχημα (με μια μπορχεσιανής βάσης σύλληψη που ωστόσο υποβαθμίζεται από την ανάγκη «to make it big») την κατασκευή, αλλά και τον έλεγχο των ονείρων, υπενθυμίζοντάς μας και την άλλη όψη του νομίσματος που έχει να κάνει με το σήμερα. Τον έλεγχο της πραγματικότητας. Σε μια εποχή που η ζωή όλο και περισσότερο βιώνεται ως «πρότζεκτ» -ως μια προσεκτικά οργανωμένη συλλογική δραστηριότητα με ένα συγκεκριμένο στόχο-, λειτουργούν διαμεσολαβητικοί μηχανισμοί που μας αποσπούν από την προσωπική μας «ιστορία» και μας παρασύρουν σε παραπληρωματικές. Και δεν μιλώ μόνο για τους προφανείς, (τηλεόραση, μίντια, διαφήμιση κλπ.), αλλά για έναν συλλογικό «ρυθμό», μια παράλληλη μαζική αφήγηση, η οποία, επεμβαίνοντας στη φυσική «μελωδία» αλλά και στον τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας, σε χωνεύει, θες δε θες, στον δικό της εικονικό βηματισμό. Η κατασκευή των ονείρων αποδομείται τόσο αναλυτικά στο φιλμ, που σε κάνει να σκεφτείς σε τι διαφέρει με την κατασκευή της πραγματικότητας. Πολυεπίπεδες φαντασιώσεις, έντεχνα φιλοτεχνημένες προσδοκίες και εθιστικές μικροαφηγήσεις εμφυτεύονται καθημερινά στο υποσυνείδητό μας. Μια virtual αρχιτεκτονική εν εξελίξει, τόσο προχωρημένη, που ο ανθρώπινος νους την θεωρεί δεδομένη. Ομως, πόσα από τα συστατικά της μας ανήκουν πραγματικά; Το υποσυνείδητο είναι ένα άγριο ζώο που σε ενύπνια κατάσταση παίζει ακόμα και με τον Μορφέα. Οταν όμως ο Μορφέας αποσύρεται, αναλαμβάνουν άλλοι θεοί να ταΐσουν αντικατοπτρισμούς την πραγματικότητα. Μήπως, σαν τον Ντι Κάπριο, χρειαζόμαστε κι εμείς ένα προσωπικό τοτέμ, μια σβούρα που θα μας υπενθυμίζει κάθε φορά σε ποιον κόσμο βρισκόμαστε;

Wednesday, September 8, 2010

Holly Strike

Πριν από κάποια χρόνια ήμουν στο Σικάγο. Με δυο φίλους αποφασίσαμε να πάμε για μπόουλινγκ. Η μόνη μου επαφή με το άθλημα ήταν καμία είκοσι πεντάρια χρόνια πριν, όταν είχα πρωτοέρθει στην Ελλάδα. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι πετούσα σταθερά την μπάλα στο αυλάκι, ενώ οι φίλοι μου πήγαιναν από στράικ σε στράικ. Αργότερα κάπου είχα διαβάσει ότι είχαν βρει «πρωτόγονες» μπάλες μπόουλινγκ και κορίνες στον τάφο ενός Αιγύπτιου βασιλιά που πέθανε το 5.200 πχ. Η κατάρα του Φαραώ είχα πει. Στο άρθρο ανέφερε επίσης ότι ο σερ Φρανσις Ντρέικ πριν από κάθε μάχη με την ισπανική Αρμάδα έπαιζε μπόουλινγκ. Κάτι θα ’ξερε ο άνθρωπος που εγώ αγνοούσα.
Μπαίνοντας στην αίθουσα είχαμε μια δυσάρεστη έκπληξη. Όλοι οι διάδρομοι ήταν πιασμένοι. Κι όμως δεν υπήρχε κανείς στο χώρο. Διαμαρτυρήθηκα στον υπάλληλο, ο οποίος χαμογελώντας κούνησε το κεφάλι του, λέγοντας «είναι το τέταρτο του Τεντ. Περιμένετε λίγο κι ύστερα θα παίξετε» είπε στωικά. «Ποιος είναι ο Τεντ;» ρώτησα. «Θα δεις».
Ξαφνικά μια πλάγια πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο πιο αλλόκοτος τύπος που έχω δει στη ζωή μου. Κατσαρά μαλλιά αφάνα σαν τους μαύρους της δεκαετίας του 70, δεκάδες χαϊμαλιά στο λαιμό, ντυμένος με χακί στρατιωτική στολή κι από πάνω κόκκινες τιράντες! Αντι για παπούτσια μπόουλινγκ φορούσε μπότες με σπιρούνια και στα χέρια του κρατούσε δυο μπάλες. Σταμάτησε στον κεντρικό διάδρομο και προσπάθησε κάνει τζάγκλινγκ με τις μπάλες, που φυσικά του έπεσαν αμέσως κάτω από το βάρος. Ύστερα περπάτησε στο διάδρομο, έφτασε στις κορίνες, γονάτισε και προσευχήθηκε με κατάνυξη. Όταν τελειωσε, πέρασε πίσω από τις κορίνες κι άρχισε να κοιτάζει τον κοσμο τραγουδώντας: «Είμαι ο Φωτεινός Πολεμιστής, είμαι ο Φωτεινός Πολεμιστής. Ο Ιησούς Σώζει». Αφού τελειωσε αυτό το περίεργο τελετουργικό κατευθύνθηκε στη θέση των παικτών όπου υπήρχε ένα μικρόφωνο. Το πήρε και πέρασε σ’ ένα ακατάσχετο λογύδριο εναντίον της «υψηλής τεχνολογίας» που χρησιμοποιείται στο μπόουλινγκ. «Ο Θεός μας έφτιαξε από πηλό, πρέπει να τιμάμε τα βασικά. Κάθε κορίνα είναι και μια εντολή, πρέπει να της πετυχαίνουμε όλες». Όταν τέλειωσε, πήρε το σακ βουαγιάζ που κουβαλούσε μαζί του κατευθύνθηκε και πάλι προς τον διάδρομο, έφτασε κάπου στη μέση, έβγαλε ένα δίσκο στον οποίο υπήρχε άμμος κι έστησε πάνω τις δέκα κεριά με την ίδια ακριβώς πυραμιδοειδή διάταξη που έχουν οι μπάλες του μπόουλινγκ. Τα άναψε και πήγε ξανά στη βάση. Ο τύπος γύρισε προς το κοινό που τον επευφημούσε. Έκανε μια θεατρική υπόκλιση, έβγαλε ένα μακρύ κυλινδρικό σωλήνα από το σακ βουαγιάζ και ξάπλωσε στην άκρη του διαδρόμου. Έβαλε το σωλήνα μπροστά στο στόμα του, έκλεισε τα μάτια και σήκωσε το χέρι. από τα μεγάφωνα της αίθουσας άρχισε να ακούγεται ο «Μεσσίας» του Χέντελ. Μετά από ένα λεπτό ξανασήκωσε το χέρι, η μουσική σταμάτησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και φύσηξε με όλη του τη δύναμη. Τα δέκα κεριά έσβησαν με τη μια. Στην οθόνη του διαδρόμου άναψε μια νέον επιγραφή: «Holly Strike». Η μουσική ξανάρχισε κι ο Τέντ σηκώθηκε κι άρχισε να μοιράζει φυλλάδια στον κόσμο. Όταν έφυγε, μάθαμε πως είναι η «μασκότ» του κέντρου, ένας βετεράνος του πρώτου πολέμου του Κόλπου που κηρύσσει το λόγο του Θεού, μέσα από το… μπόουλινγκ.
Όταν επιτέλους αρχίσαμε το παιχνίδι, τα χρόνια απραξίας φάνηκαν. Ήρθα τρίτος και καταϊδρωμένος παρ’ όλες τις α λα Τεντ προσευχές μου για Holly Strike….

Tuesday, September 7, 2010


Oμιλια στο Μουσείο Σπύρου Βασιλείου

«Η αρχιτεκτονική είναι το μεγάλο βιβλίο της ανθρωπότητας, η πρωταρχική έκφραση του ανθρώπου στα διαφορετικά στάδια ανάπτυξης του, τόσο ως δυναμική, όσο και ως διάνοια» Βικτορ Ουγκό.
Πρόκειται για μια φράση στην οποία συνδέονται οι έννοιες αρχιτεκτονική και βιβλίο. Αν αντικαταστήσουμε την λέξη «αρχιτεκτονική» με τη λέξη «λογοτεχνία» και τη λέξη «βιβλίο» με τη λέξη «οικοδόμημα», η φράση διαθέτει το ίδιο ακριβώς ειδικό βάρος, αποδεικνύοντας την αλληλοδιείσδυση και την εκλεκτική συγγένεια που έχουν οι δυο αυτές δημιουργικές πρακτικές.
«Η λογοτεχνία είναι το μεγάλο οικοδόμημα της ανθρωπότητας, η πρωταρχική έκφραση του ανθρώπου στα διαφορετικά στάδια ανάπτυξης του, τόσο ως δυναμική, όσο και ως διάνοια».
Από τον Άγιο Αυγουστίνο ως τον Ίταλο Καλβίνο και τον Ζορζ Περέκ, αρχιτεκτονική και λογοτεχνία έχουν διασταυρωθεί πολλές φορές, στην κοινή τους επιδίωξη να αφηγηθούν, να δημιουργήσουν, να αναδημιουργήσουν και να εκφράσουν το χώρο. Στην λογοτεχνία εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι – πόλεις, γειτονιές, δρόμοι, κτίρια και δωμάτια – εμφανίζονται ως τοποθεσίες όπου εξελίσσεται η εμπειρία της ζωής, αλλά και ως τόποι που φέρουν ορατά τα ίχνη του περάσματος του χρόνου, τόποι στους οποίους προβάλλουμε τις προσωπικές μας εμπειρίες και αναμνήσεις. Η αρχιτεκτονική και η λογοτεχνία μοιράζονται όμοιες αρχές αισθητικής και δομής. Συχνά δε, χρησιμοποιείται η ίδια ορολογία για να περιγράφουν τόσο οι κειμενικοί όσο και οι αρχιτεκτονικοί τόποι.
Έχοντας ο ίδιος σπουδάσει αρχιτεκτονική, πριν καταλήξω να αφιερωθώ αποκλειστικά στη συγγραφή, είμαι στην ευχάριστη θέση να καταθέσω την ευγνωμοσύνη μου για αυτό το μεγάλο σχολείο που με βοήθησε αφάνταστα στην εργασία μου ως μυθιστοριογράφου. Οι αρχιτεκτονικές σπουδές είναι ένα πραγματικό Παν-επιστήμιο. Περιλαμβάνουν ένα πανόραμα γνώσης: εικαστικά, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, σύνθεση, μαθηματικά, στατική… Αποφοίτησα έχοντας στη φαρέτρα μου μια ποικιλία εφοδίων που αργότερα μου φάνηκαν κάτι παραπάνω από χρήσιμα στο νέο μου δρόμο.
Κυρίως όμως, οι σπουδές μου στην αρχιτεκτονική με βοήθησαν στο να σκέφτομαι κατασκευαστικά: να είμαι σε θέση να κάνω μια αφηρημένη ιδέα, πράξη. Ένα αποφασιστικό εργαλείο εξαιρετικά χρήσιμο στην σύλληψη, χάραξη, δομή και επεξεργασία των βιβλίων μου.

Οι σκέψεις αυτές έχουν κατατεθεί μερικά στο δεύτερό μου μυθιστόρημα «Μπαρ Φλωμπέρ». Παραθέτω ένα σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο. Μιλούν ένας πατερας, καταξιωμένος λογοτέχνης και ο γιος του.


«Ήρωες; Δεν υπάρχουν ήρωες, μόνο άνθρωποι υπάρχουν. Άνθρωποι, χαρακτήρες που με επισκέπτονται. Είναι κάτι σαν συμβίωση. Όταν γράφω, τους αισθάνομαι να κυκλοφορούν μέσα μου, να ζουν ό,τι κι εγώ κατά τη διάρκεια της μέρας».
«Κι όταν τελειώνεις το κείμενο, αποσύρονται. Κοιμούνται...» σχολίασα.
«Όταν τελειώνει το κείμενο, εκείνοι πια ανήκουν στους αναγνώστες. Εγώ είμαι που κοιμάμαι!», είπε γελώντας ο πατέρας.
«Ψέματα, τι κοιμάμαι...», συνέχισε. «Αφού βάλω και την τελευταία τελεία, περνάω μια περίοδο πολύ εσωτερική, σχεδόν διαλογισμού με το κείμενο».
Δεν τον ρώτησα τι εννοούσε. Δεν χρειαζόταν.
«Κάθομαι και το παρατηρώ. Σαν να κοιτάζω ένα πίνακα. Προσέχω τις ισορροπίες, τους όγκους, τις αναλογίες. Θέλω το τελικό κείμενο ν’ αναπνέει με κοφτές ανάσες, να ραγίζει δίχως ν’ αποκαλύπτει τα χάσματά του. Κι εκεί στα ραγίσματα προσπαθώ να παρασύρω τον αναγνώστη, να καμουφλάρω την τρύπα, κι αυτός, ανυποψίαστος, να πέσει μέσα. Όμως πρόσεχε! Εννοώ μια ανατροπή που οφείλει απαραίτητα να δικαιολογείται από το ειδικό βάρος των χαρακτήρων κι από τις συγκρούσεις. Όλα, όλα πρέπει να δικαιολογούνται Γιάννη στο μυθιστόρημα! Οφείλει να είναι μια τέλεια, μια αψεγάδιαστη κατασκευή, να ’ναι όπως ένα κτίριο, να ’χει τον φέροντα οργανισμό, τα φερόμενα στοιχεία, τα ανοίγματα, ακόμα και τον αρμό διαστολής! Ο αναγνώστης μπορεί να τα βλέπει όλα λεία, σοβατισμένα, απαστράπτοντα, παρόλο που μέσα, γίνεται κοσμογονία: κονιάματα, πέτρες, τούβλα, μπετόν, δοκάρια... Τα εντόσθια του κειμένου πρέπει να είναι υπολογισμένα στην εντέλεια. Αλλιώς αγόρι μου πέφτει. Πέφτει και διαλύεται στα εξ’ ων συνετέθη».

Πιο κάτω, μερικές επί μέρους σκέψεις, για την συνάφεια των δυο χώρων.

Το μυθιστόρημα, όπως και το κτίριο είναι μια κατασκευή. Δημιουργείται με «υλικά», έχει ένα στάδιο κατασκευής (που πανω κάτω είναι ίδιο χρονικά) διαθέτει εσωτερικούς «νόμους», θεμέλια, σκελετό, στοιχεία πλήρωσης, ανοίγματα και όταν τελειώσει παραδίδεται προς χρήση στους αναγνώστες, όπως το κτίριο στους χρήστες του.
Η διαδικασία σύλληψης ενός βιβλίου είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί. Ωστόσο σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε πως όλα στη λογοτεχνία αρχίζουν από ένα χάος στο οποίο ο δημιουργός καλείται να βάλει τάξη. Ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας επιμελητής χάους. Στήνει έναν ολόκληρο κόσμο από το μηδέν. Αλλά το ίδιο δεν είναι και ο αρχιτέκτονας;
Η αρχή και στις δυο περιπτώσεις είναι το κενό. Ο αρχιτέκτονας εκκινεί από ένα άδειο χώρο, το γιαπί, όπου καλείται να ‘σηκώσει’ μια κατασκευή. Ο συγγραφέας επίσης αρχίζει από ένα κενό (λευκό) χαρτί όπου καλείται να εγείρει μια ιστορία. Βέβαια το χαρτί, ή η οθόνη στις μέρες μας, είναι απλά το όχημα. Το σημείο εκκίνησης του λογοτέχνη είναι το απόλυτο μηδέν, το τίποτα, απ’ όπου σαν ένας μικρός θεός καλείται να στήσει μια αφήγηση, να κατασκευάσει έναν κόσμο. Εν αρχή ην το χάος, αλλά και εν αρχή ην ο λόγος,
Η αρχική ιδεα του συγγραφέα μπορεί να είναι από μια λέξη, ένας χαρακτήρας, ένας μύθος, μια έννοια. Προσωπικά μιλώντας, το τελευταίο μου βιβλίο ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΑΧΤΗ άρχισε από μια λέξη, τη λέξη αυτοανάφλεξη και το δεύτερο το ΜΠΑΡ ΦΛΩΜΠΕΡ από έναν παιχνίδι λέξεων. Η αρχική ιδέα του αρχιτέκτονα μπορεί να είναι μια χάραξη, ένα σχήμα ακόμα και μια έννοια.
Η διπλωματική μου εργασία σο ΕΜΠ ηταν η μετατροπή του γηπέδου του ΠΑΟ σε ένα κτίριο πολλαπλών χρήσεων. Η πρωτη σπίθα για τη λύση, η κεντρική ιδέα ήταν ένας κύκλος: η σέντρα που απλώθηκε τρισδιάστατα κι «παρήγαγε» το κτίριο, με τον ίδιο πάνω κάτω τρόπο που η λέξη αυτοανάφλεξη στην Μητέρα Στάχτη απλώθηκε κι «έφτιαξε» την πλοκή.
Η ιδέα-σχήμα- έννοια αρχίζει και παίρνει σταδιακά μορφή μεσα από διαδικασίες στις οποίες λαμβάνεται υπ’ όψη το περιβάλλον, η κοινωνία, οι πάσης φύσεως αλληλεπιδράσεις, η παράδοση, η ιστορική περίοδος, το στιλ, ο προσανατολισμός. Εδώ, αρχιτεκτονική και λογοτεχνία ακολουθούν σχεδόν παρόμοιες μεθόδους.
Τα υλικά του αρχιτέκτονα είναι τα υλικά που προσφέρει η φύση. Άμμος, νερό, ασβέστης, χώμα, πέτρα, ξύλο, σίδερο, μάρμαρο. Με αυτά δημιουργεί χώρο, δημιουργεί ζωή. Τα υλικά του συγγραφέα είναι εκείνα που προσφέρει η ζωή: μνήμη, πόνος, ενοχή, εκδίκηση, και κυρίως έρωτας, θάνατος, εξουσία. Με αυτά δημιουργεί αφήγηση, μύθο εξερευνά της ρωγμές της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Με τα υλικά του ο αρχιτέκτονας κατασκευάζει τα μέρη του κτιρίου του : δωμάτια, ορόφους, παράθυρα, διαδρόμους ενώ ο συγγραφέας κατασκευάζει χαρακτήρες, σχέσεις, συγκρούσεις.
Ο σχεδιασμός του κτιρίου ξεκινά από χαράξεις, σκελετό, κάνναβο. Υπακούει σε έναν μηχανισμό στηριξης ώστε να μπορεί να η κατασκευή να είναι λειτουργική.
Ο σχεδιασμός της πλειοψηφίας των μυθιστορημάτων ξεκινά επίσης από έναν σκελετό. Μέρη, κεφάλαια, αλληλεπιδράσεις χαρακτήρων, κρίσιμες σκηνές. Η στήριξη των λογοτεχνικών μερών δεν είναι κι αυτή παρά ένα δομικό πλέγμα. Τα μέρη οφείλουν να αλληλοϋποστηρίζονται, η «κατασκευή» να ισορροπεί μέσα από αιτιώδεις σχέσεις μέσα από φορτία αισθημάτων.
Ο (καλός) λογοτέχνης όπως και ο (καλός) αρχιτέκτονας διαθέτουν το δικό τους «δακτυλικό αποτύπωμα». Το δικό τους στιλ. Υπάρχουν λογοτέχνες με μνημειώδες στιλ και αρχιτέκτονες με λυρικό. Αρχιτέκτονες με μεταφυσικό στιλ και λογοτέχνες με μπαρόκ. Συχνά χρησιμοποιούμε αρχιτεκτονικούς όρους για να χαρακτηρίσουμε γραπτά και λογοτεχνικούς όρους για να χαρακτηρίσουμε κτίρια. Η καθαρότητα των γραπτών του Σωτήρη Δημητρίου μερικές φορές μου θυμίζει Άρη Κωνσταντινίδη και η ποίηση στα κτίρια του Αντόνιο Γκαουντί, Μπόρχες ή Μαρκές.
Όπως μια πετυχημένη πρόταση έχει εφελκυστική αντοχή – δηλαδή δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε μια λέξη, όλα τα συστατικά συνεργάζονται, έτσι και σ’ ένα πετυχημένα σχεδιασμένο αρχιτεκτονικό στοιχείο δεν μπορείς να μετακινήσεις ούτε ένα εκατοστό.
Η αλληλεπιδράσεις των κατασκευαστικών στοιχείων, όπως οι αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων, οδηγούν το κτίσμα - ιστορια, σε απρόβλεπτες ενίοτε κατευθύνσεις που εκπλήσσουν πολλές φορές και τον ίδιο τον δημιουργό αρχιτέκτονα - συγγραφέα. Έτσι κατά την πορεία του σχεδιασμού, μπορεί η αρχική ιδεα να εγκαταλειφθεί, οι χαράξεις να τροποποιηθούν, νέοι χώροι να προκύψουν, ή ήδη υπάρχοντες να αφαιρεθούν. Ο συγγραφέας σκίζει σελίδες, ο αρχιτέκτονας σχέδια. Όταν οι χαρακτήρες αναπτύσσονται διαρκώς και παραμένουν ζωντανοί τότε η πλοκή θα φροντίσει από μόνη της. ¨όταν ο σχεδιασμός είναι διαρκώς a work in progress τότε η αρχιτεκτονική πλοκή θα φροντίσει από μόνη της. Η περιπέτεια της αφήγησης ενός κτιρίου προσομοιάζει στην περιπέτεια κατασκευής ενός μυθιστορήματος.
Ένας αρχιτέκτονας που θέλει να «φορέσει» ένα κτίριο σε ένα χώρο χωρίς να λάβει υπόψη του τους περιβαντολογικούς, ιστορικούς, κοινωνιολογικούς παράγοντες, ή προσπαθώντας να συνταιριάξει τα αταίριαστα, να παραθέσει χωρίς να αφομοιώσει. είναι ένας κακός αρχιτέκτονας. Μια αρχαΐζουσα κολώνα σε μια γυάλινη πρόσοψη είναι μια τρύπα στο νερό.
Ένας συγγραφέας που επιβάλλει στον αναγνώστη μια προκατ ιστορια δένοντας τους χαρακτήρες με μια προκαθορισμένη πλοκή, χωρίς να αναρωτηθεί για τις αιτίες της συμπεριφοράς τους, χωρίς να μετρήσει τις αντιρρήσεις τους (γιατί και οι χαρακτήρες ενός βιβλίου μπορούν να διαφωνούν με τον συγγραφέα) χωρίς να νοιαστεί για την αλληλεπίδραση τους με την εποχή, είναι ένας κακός συγγραφέας. Ουρανοκατέβατες φράσεις του Τζόις ή του Προυστ, ερριμένες ατάκτως στο σώμα ενός σύγχρονου μυθιστορήματος το καθιστούν παρωδία, είναι αδέξιες πρόζες κεντημένες με βόλους από χρυσάφι.
Υπάρχουν συγγραφείς που ανοίγουν την «κουρτίνα των εργασιών» του «γιαπιού» τους, και επιτρέπουν στον αναγνώστη να δει μέσα, στην «κουζίνα», να επιθεωρήσει το εργαστήριο τους σε πλήρη ανάπτυξη.
Την ίδια στιγμή υπάρχουν αρχιτέκτονες που εμφανίζουν στην επιδερμίδα των κτιρίων τους τα εντόσθια του έργου, δίνοντας την δυνατότητα στον θεατή η στον χρηστή να έχει μια εποπτεία του εσωτερικού της κατασκευής.
Για να παμε πιο παλιά, ο ορατός φέρον οργανισμός των κτιρίων του Κωνσταντινίδη μπορεί να αντιπαραβληθεί με το έργο ενός συγγραφέα ο οποίος με τον αναλυτικό κατακερματισμό της πλοκής του, επιτρέπει στον αναγνώστη, ταυτόχρονα με την παρακολούθηση της στόρι να διακρίνει αναλυτικά τον κορμό, τον σχεδιασμό, τα φέροντα στοιχεία του βιβλίου.
Από την άλλη παρατηρούμε συγγραφείς που δουλεύουν διακειμενικά, εντάσσοντας στην αφήγηση τους επεξεργασμένες μνήμες, εικόνες, φράσεις, αναφορές σε άλλα παλαιότερα αφηγήματα με τα οποία επιχειρείται ένας διάλογος (όχι απλή παράθεση). Το ίδιο κάνουν, σε μεγαλύτερη μάλιστα συχνότητα – πολλοί αρχιτέκτονες οι οποίοι συνομιλούν με αρχιτεκτονικά στοιχεία άλλων εποχών, σχολιάζοντας τα, (όχι παραθέτοντάς τα) από μορφολογικής, λειτουργικής, αισθητικής αλλά και ιστορικής απόψεως πάνω σε νέα κτίσματα.
Κάθε βιβλίο μπορεί να αναλυθεί, να επιπεδομετρηθεί στα θεμέλια – δομή του, στα «δωμάτια» - χώρους του, στις προσπελάσεις – διαφυγές του, στους δευτερεύοντες χώρους – υποπλοκές του.
Κάθε κτίριο εμπεριέχει μια αφήγηση, διαθέτει μια κρυφή πλοκή, σημεία κορύφωσης, συγκρούσεις, αιτιώδεις σχέσεις, αλληλεπιδράσεις των μερών του.
Ο χρήστης, ή ο επισκέπτης ενός κτιρίου είναι μέρος μιας χωρικής αφήγησης, εισέρχεται σε μια περιπέτεια αναγνώρισης με τον ίδιο τρόπο που και ο αναγνώστης είναι μέρος μιας λογοτεχνικής αφήγησης μέσα από την οποία περιπλανάται στον μύθο.

Ως επίλογος, κάποιες γενικές σκέψεις. Η λογοτεχνία, ακολουθώντας θα λέγαμε το λειτουργικό της διάγραμμα, χτίζει «περιπέτειες αισθημάτων». Το επιτυγχάνει πλάθοντας ατμόσφαιρες οι οποίες λειτουργούν ως «περιβάλλοντα» αυτής της περιπέτειας. Η καλή λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται για την ατμόσφαιρα αυτή καθαυτή (σ’ αυτό περιορίζεται η μικρή λογοτεχνία) αλλά και δεν μπορεί να ξεδιπλώσει τις ιστορίες της χωρίς δουλειά πάνω στην ατμόσφαιρα. Μορφή και περιεχόμενο ή (μιλώντας αρχιτεκτονικά) όψη και λειτουργία, την ενδιαφέρουν ταυτόχρονα.
Ίσως λοιπόν θα έπρεπε και η αρχιτεκτονική να συμπεριλάβει λίγο περισσότερο στον προβληματισμό τους ανάλογους «συγκινησιακούς» όρους. Να συλλάβει το χώρο ως μορφή μέσα από ατμόσφαιρες «αισθημάτων», παρά σκέτα μέσα από απαιτήσεις «χρήσεων», όπως την οδήγησε ο φονξιοναλισμός. Να φτιάξει χώρους «συναρπαστικούς», που να συγκινούν και όχι μόνο να καλύπτουν συγκεκριμένες ανάγκες. Περιπετειώδη σπίτια, περιπετειώδεις πόλεις.
Ίσως τελικά οι αρχιτέκτονές μας θα έπρεπε να διαβάζουν περισσότερο λογοτεχνία…

Sunday, September 5, 2010

Facebook: ένα photoshop ψυχής

Μπήκα στο facebook πριν από τρία χρόνια. Στην αρχή βρήκα κάποιους φίλους που ήταν χαμένοι στην στρατόσφαιρα του χρόνου, ύστερα έπαιξα με περισσότερο η λιγότερο ευφυή στάτους, αργότερα άρχισα να κολλάω με κάποια ολέθρια «απλικέισιονς» -υπήρξαν και μέρες που σπαταλούσα ως και δυο ώρες εκεί μεσα παίζοντας από mafia wars, ως και πέναλτι με ομοιοπαθή συγγραφέα. Ταυτόχρονα ο αριθμός των «φίλων» αύξανε γεωμετρικά. Λίγο καιρό αργότερα, όταν το πανηγύρι του παλιμπαιδισμού καταλάγιασε, άρχισα να καταλαβαίνω πως, τουλάχιστον για μένα, ο μόνος λόγος να συνεχίσω να είμαι στο χώρο αυτό, είναι για επικοινωνώ τη δουλειά μου.

Όσο αύξαναν οι φίλοι, τόσο μειωνόταν η ενασχόληση μου, η οποία πλέον παίρνει κανα δεκάλεπτο ημερησίως. Όμως μην είμαστε και αφοριστικοί. Οφείλω να παραδεχτώ ότι το facebook ως εργαλείο με έχει βοηθήσει εξαιρετικά σε κάποιες επικοινωνίες με το εξωτερικό -δε θα ξεχάσω ότι κανόνισα την έκδοση ενός βιβλίου μου στο Πόρτο μεσα από την fb επαφή με έναν Πορτογάλο συγγραφέα.

Τώρα όμως όταν μπαίνω στον «τοίχο» μου και τον βλέπω τίγκα στις καρδούλες και στα ζωάκια -ενώ το «σπίτι» μου κατακλύζεται από καλέσματα για εκδηλώσεις (από το reunion του Ομίλου Φιλοτελιστών Γυμνασίου της Θεσσαλίας, ως την κοπής πίτας των φαν του ποδόσφαιρου σάλας), και από προτάσεις μέλους σε ασύλληπτης ηλιθιότητας γκρουπ, αναγκάζοντάς με να σβήνω και να σβήνω, και οδηγώντας σε αγκύλωση τον δείκτη του δεξιού χεριού-, αναρωτιέμαι τι άραγε συμβαίνει επί της ουσίας εδώ μέσα.

Δεν χρειάζεται φυσικά εδώ να εξηγήσω το τι είναι το facebook και πώς λειτουργεί. Η πλειονότητα των αναγνωστών είμαι βέβαιος ότι είναι μέλη, όπως και εκατοντάδες εκατομμύρια παγκοσμίως, ο καθένας φυσικά για διαφορετικούς λόγους. Άλλοι το χρησιμοποιούν επαγγελματικά, άλλοι για επαφή, άλλοι για φλερτ, άλλοι από μοναξιά, άλλοι από βαρεμάρα, άλλοι για να βγάζουν απωθημένα. Όλους όμως τους συνδέει ένα στοιχείο. Είναι μέλη μιας εικονικής πραγματικότητας, μιας άυλης αντανάκλασης του εαυτού τους σε μια άλλη μεγαλύτερη άυλη αντανάκλαση. Φυσικά, άνθρωποι το φτιάξαμε κι αυτό κι όπως κάθε ανθρώπινο τεχνούργημα -από το τηλέφωνο μέχρι το αυτοκίνητο-, μπορεί να είναι από χρήσιμο, μέχρι εργαλείο επίδειξης και απύθμενης σάχλας.

Πριν μπω στο facebook η διαδικτυακή μου έκφραση περιοριζόταν σε ένα μπλογκ. Εδώ μιλάμε όμως για έναν άλλο κόσμο. Στο μπλογκ ο χρήστης επιλέγει τις πληροφορίες της σελίδας και η αντίληψη των άλλων γι αυτόν βασίζεται σε εκείνο που ο χρήστης ο ίδιος επιλέγει να αποκαλύψει. Στο facebook, οι «φίλοι» είναι που προσθέτουν πληροφορίες για τον χρήστη του προφίλ και οι αντιλήψεις συνδιαμορφώνονται. Όσο λείπω από το σπιτι μου, η σελίδα μου μπορεί να γεμίσει από υλικό το όποιο δεν θα μπορώ να ελέγξω όσο δεν είμαι στον υπολογιστή, κάτι που σημαίνει ότι, στον υπέροχο αυτό κόσμο, η ταυτότητα σου δεν είναι κάτι που σου «ανήκει» απόλυτα.

Όμως μια σελίδα στο «φεισμπούκι» πότε δεν αθώα. Το στήσιμο ενός προφίλ, αποκαλύπτει πολλά, από ναρκισσισμό (επιλογή φωτογραφίας, επιλογή εικόνας σταρ), μέχρι φοβο (μη επιλογή φωτογραφίας) από επιδειξιμανία (επώνυμοι “φίλοι”, φιγουρατζίδικα info του στιλ ‘δες τι έχω κάνει’), αφέλεια (βλακώδη, επικολυρικά στάτους), απόγνωση, (απελπισμένα στάτους) χαύνωση (απλικέσιον. παιχνιδάκια).. Εάν κάποιος δει το φαινόμενο με μια λοξή ματιά είναι ένας φροϋδικός παράδεισος…αλλα από την ανάποδη, η αντανάκλαση είναι του αποκαλύπτει το ψυχισμό και όχι το ιδιο το πρόσωπο.

Μπροστά στην οθόνη δεν υπάρχουν ρίσκα. Ο χωροχρόνος αλλοιώνεται, η γλώσσα κονιορτοποιείται, η εικόνα μεταλλάσσεται. Το προφίλ ενός χρήστη είναι ένας θραυσματικός άυλος πινάκας, ένα δάσος συμβόλων, μια παράσταση in progress, μια ψηφιακή περφόρμανς από την οποια φυσικά απουσιάζει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, απουσιάζει η γλώσσα του σώματος, το αυθεντικό συναίσθημα. Είναι ένα photoshop ψυχής.

Οι οπαδοί του θα αντιτάξουν ότι το facebook αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική μορφή κοινωνικής δικτύωσης. Ότι ξέρεις με ποιον μιλάς, βλέπεις την φωτογραφία του, ενημερώνεσαι για τα ενδιαφέροντα του, κλπ. Όμως αρκεί αυτό για να δημιουργήσει «σχέση»; Πέραν βέβαια των ψεύτικων η παραπλανητικών προφίλ, ο γιγαντισμός του σάιτ έχει διαλύσει κάθε αίσθηση κοινότητας. Ανοίγοντας το προφίλ σου, είσαι αναγκασμένος να διαβείς μια θάλασσα αχρήστων πληροφοριών, σαν να είσαι υποχρεωμένος, για να μπεις στο σπίτι σου, να διασχίσεις την πλατεία μιας πολύβουης πόλης εν ώρα αιχμής. Και εδώ τίθεται το έξης διπλό ερώτημα: Όσοι έχουν λίγους φίλους (που τους ξέρουν) γιατί δεν επικοινωνούν μαζί τους απ’ ευθείας; Και όσοι έχουν πολλούς, εάν δεν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να επικοινωνήσουν κάτι μαζικό (καλλιτεχνικό, πολιτικό, επιχειρηματικό), γιατί τους διατηρούν; Στο δεύτερο βεβαία η απάντηση αναδύεται μέσα από την εγγενή ματαιοδοξία του ανθρώπινου είδους, εδώ υπάρχουν χώροι που «πουλούν» φίλους σε όσους αποζητούν μια τεχνητή δημοφιλία!

Η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν προσπάθειες ο χώρος να ανοίξει σε θέματα κοινωνικού προβληματισμού. Μέσα όμως στο χάος των εθνικιστικών, σεξιστικών, αντιδραστικών έως και ρατσιστικών σελίδων, οι μικρές αυτές νησίδες καταπίνονται από το κυρίαρχο τσουνάμι σάχλας.

Είναι γνωστο ότι το δίκτυο είναι εν πολλοίς ανεξέλεγκτο. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας ωστόσο η κοινωνική δικτύωση θα πάρει άλλη μορφή. Δεν ξέρω αν κάποτε ο χρήστης ενός προφίλ θα είναι σε θέση (ή θα θέλει) η σελίδα του να αντανακλά πιστά την ταυτότητα του, αλλά, προς το παρόν, η εικόνα είναι μπασταρδεμένη, νοθευμένη με την ίδια τη φιλοσοφία του μέσου να το οδηγεί όλο και περισσότερο σε έναν ωκεανό κοινοτοπίας.

Όπως συμβαίνει με αλκοόλ, αλλά και με κάθε καινούργια τεχνολογική εξέλιξη που δημιουργεί μια νεα ανάγκη, το μυστικό είναι ένα. Να το πίνεις, όχι να σε πίνει.

δημοσιευτηκε στο περιοδικό Votre Beaute

Friday, September 3, 2010

Ένα παλιό ματς: Από τις "Θρυλικές Ιστορίες" (εκδ. Καστανιώτη, 2010)

Ένα παλιό ματς

Άδειο. Άδειο όπως το τέλος. Όπως η αρχή. Άδειο σώμα, άδεια θάλασσα, άδειο σπίτι. Μεσημέρι καλοκαιριού, μιας αδυσώπητης εποχής. Άδειο, άδεια παραλία, άδεια, τετελεσμένη. Μέσα μου ο Αύγουστος τρέχει σαν ποταμός. Κυλάει από τα αγγεία, γλιστράει μέσα από τους πόρους ανελέητος.

Περπατώ προς το σπίτι όπου μεγάλωσα. Πόσα χρόνια πέρασαν; Δεκαεφτά; Δεκαοχτώ; Η φουσκοθαλασσιά απαντάει: Είκοσι. Το ’24 ήταν που φύγαμε. Σεπτέμβριο. Εγώ δεκάξι. Σε πέντε χρόνια ο πατέρας είχε σκοτωθεί. Η μητέρα σε οχτώ. Στην «Ευέλικτη Πένσα». Δεν πρόλαβε να κατέβει στο καταφύγιο. Νεκροί. Ο ένας στην πρώτη σάρωση, η άλλη στο τέλος, δύο μέρες πριν από την τελική υπογραφή. Στην κηδεία της, όταν έφυγαν όλοι, είχα κοιτάξει ψηλά σαν να περίμενα κάποια βοήθεια. Τίποτα. Ο ουρανός ήταν κλειστός. Πάντα τέφρα, πάντα κόνις, πάντα σκιά.

Ύστερα, στο σπίτι, κάποιος είπε να βάλουν το αγαπημένο της τραγούδι. Οι νότες είχαν βουίξει στ’ αυτιά μου, ξεχασμένες, περιφρονημένες, νότες αρχών του αιώνα. Δεν έκλαψα. Η θλίψη που δεν έχει διέξοδο στα δάκρυα κάνει άλλα όργανα να κλαίνε. Περίμενα υπομονετικά να τελειώσει η βραδιά, να φύγει το πλήθος, να κρατήσει λίγο ο χρόνος, να μείνω μόνος με το θάνατο πριν τον πάρουνε τα χώματα. Κι όταν έκλεισε η πόρτα, ξαφνικά, με έπιασε κάτι κι άρχισα να σπάω ότι έβρισκα μπροστά μου. Το σερβίτσιο της, τα βάζα με τα λουλούδια, τα κηροπήγια, οι κούπες του καφέ, χίλια κομμάτια. Δεν υπήρχε πια κανείς. Μόνος, κατάμονος, να περιμένω τη σειρά μου.

Όμως, επέζησα. Ακόμα και σήμερα, στο ζενίθ του «Μεσογειακού Έλικα». Στο «Δεύτερο Μεγάλο Επεισόδιο». Οι δορυφόροι μεταδίδουν: Έμβια υστέρηση: Είκοσι οχτώ τοις εκατό. Ο κύριος όγκος στη Μεσογειακή Λεκάνη. «Έχεις άστρο εσύ. Είσαι παιδί της θάλασσας», έλεγε ο πατέρας.

Είκοσι χρόνια απουσίας. Είμαι εδώ με τριάντα έξι ώρες άδεια. Αυτή είναι η ζωή μου από πολύ καιρό. Δουλειά, μόνο δουλειά. Οι άνθρωποι πια, μόνο στολές. Ένα ποτάμι από στολές που ολοένα λιγοστεύει.

Σε λίγο φεύγω για Μαύρη Θάλασσα. Από το υποβρύχιο απευθείας στο μητροπολιτικό σταθμό. Τελευταία μεγάλη αποστολή: Διεκπεραιωτής παράπλευρου σχεδιασμού. Θέση υψηλή, μισθός εξαιρετικός, προοπτικές για τομεάρχης ανασυγκρότησης. Εφόσον, τελικά, υπάρξουν προοπτικές. Σε κάθε περίπτωση, από την αρχή της σύρραξης, στο μητρώο μου αναγράφεται ευκρινώς: Προσδόκιμο επιβίωσης υψηλό. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά είμαστε με τους επικρατούντες.

Απέξω το σπίτι φαίνεται γερό. Η στέγη μόνο, γερμένη απειλή. Θαύμα πώς γλύτωσε. Η παραλία, σαν να ’χει εξατμιστεί. Πώς να ορίσω την ομίχλη παραθαλάσσια; Το μάτι καταγράφει, ακόμα κι όταν η πραγματικότητα αποσύρεται. Οσφραίνομαι τη γαλάζια φλόγα, τις εκρήξεις, το κύμα του θανάτου. Συμπαρασύρονται οσμές από άλλες ηλικίες, περασμένες, αιωρούνται χαμηλά, στις κάτω ζώνες. Επικάλυψη. Η φυσική πορεία. Πυρήνας, άτομο, κύτταρο, έλικας, αίμα, δέρμα, πόροι – ξάφνου, φως, φως που σ’ αγκαλιάζει, κι ύστερα σ’ αφήνει και πάλι στο σκοτάδι – έτη φωτός σκοταδιού.

Ο ήλιος, σακατεμένος. Δεν μπορώ να το πω αυτό καλοκαίρι. Υψηλό θερμοκρασιακό περιβάλλον, ίσως. Κι αυτά τα έντομα, δεν τα ’χω ξαναδεί. Τέτοιο σχήμα, ποτέ. Έλυτρα από θειάφι. Λιλιπούτεια βομβαρδιστικά. Η φύση αντιγράφει τη φρίκη, σε μικρογραφία.

Βαδίζω προς τη θάλασσα. Βγάζω τα παπούτσια. Μια μάζα βρόμικη ο πυθμένας, δεν είναι φύκια αυτά. Δεξαμενή γεμάτη φίδια νομίζω. Το νερό, φαιό, ανεξάντλητο, σκιά ενός χρόνου πυκνού που ακόμα αντιστέκεται.

Να κολυμπώ με τον πατέρα, εγώ κρόουλ, εκείνος πρόσθιο. Οι πατούσες του σαν του ψαριού. Τον θυμάμαι να γλιστράει στα κύματα, στο χρόνο. Αγκαλιαζόμαστε – οι μύες της πλάτης. Τα μάτια του. Κοιταζόμαστε. Τα σώματα μας δίπλα. Το νερό μάς χωρίζει, μας ενώνει. Παίζουμε σαν φίλοι, ήμασταν φίλοι – τι είναι είκοσι οχτώ χρόνια διαφορά; Παίζαμε μπάλα, βλέπαμε παρέα τον Ολυμπιακό. Σήμερα θα ’ταν εξήντα τεσσάρων. Μόλις εξήντα τεσσάρων.

Περπατώ στη μαύρη άμμο. Ζιγκ ζαγκ, ν’ αποφύγω τα σιδερένια θραύσματα. Μοιάζουν με παλιά κουτιά μπίρας – δεν είναι. Σκύβω, στη λαμαρίνα διακρίνονται μισοκαμένοι οι κωδικοί. Το ατσάλι μυρίζει ακόμα. Η ημερομηνία, Gothic γραμματοσειρά. Series 2040. Made in... Οι δυο μονομάχοι: η στρατιά του θριαμβεύοντος αίματος, η στρατιά του ηττημένου αίματος, η βαθύτερη κοινωνία του αίματος. Είκοσι χρόνια. Γιατί τώρα; Δεν ξέρω. Το παρόν, μικρό διάφανο αγκάθι.

Περπατώ προς το σκοτεινό παρελθόν. Το σπίτι. Το ’χα κλείσει τότε. Το ’χα σφραγίσει. Το ’χα ξεχάσει. Αν γυρίσω –αν γυρίσω ποτέ–, θα το ξαναφτιάξω, όπως ήταν. Και θα μείνω εδώ, για πάντα. Περνάω το φράχτη, εκεί που ήταν ο φράχτης. Η εξώπορτα. Σπρώχνω το σπασμένο μαδέρι – μια αχνή γραμμή γλιστράει πίσω μου, κοσκινισμένα χρόνια. Το σαλόνι, άφωνη κραυγή. Δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί τέτοια ακινησία.

Μια βόλτα στα δωμάτια. Μια πεταλίδα αγκιστρωμένη στο πλακάκι της κουζίνας. Σφουγγίζει τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Στο υπνοδωμάτιο, το πάτωμα έχει βουλιάξει. Ούτε μύγες ούτε κατσαρίδες. Μόνο αυτά τα έντομα να με τρυπούν με τις κουκκίδες-μάτια τους. Από την τρύπα εξέχει η γωνία μιας κορνίζας: μισολειωμένο ένα τοπίο του Πηλίου. Δική της ελαιογραφία. Καμιά ευθεία, μόνο καμπύλες, σαν τον Μουνχ. Τον αγαπούσε τον Μουνχ, τους πίνακές του με τα πρόσωπα στα φιόρδ. Την θυμάμαι στο στούντιο να ζωγραφίζει. Μουσαμάδες στρωμένοι, μπογιές παντού. Η μικρή ουλή πάνω από το χείλος. Η μυρωδιά της μουσκεμένης ανάσας. Τα μάτια της. Το σχήμα της, αγαπημένο.

Τελευταίο το δικό του. Θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα του δωματίου του, να δω. Δεν προλαβαίνω να την ακουμπήσω – διαλύεται σαν χαρτί. Μόνο το σκυρόδεμα άντεξε. Το γραφείο γονατισμένο, θαλάσσιο τέρας που ψυχορραγεί. Εδώ έγραφε. Τη διατριβή πρώτα, αργότερα τα θεατρικά. Το τελευταίο, Άλφα και Ωμέγα, στο «Περιφερειακό» Δυτικής Μακεδονίας. Δυο χρονιές. Κριτικές διθυραμβικές, τις έχω κρατήσει στο «lifebook». Στη διευρυμένη μνήμη.

Ανοίγω το πρώτο συρτάρι: σπασμένα γυαλιά, ξεραμένο μελάνι, ένα καμένο βιβλίο. Στο δεύτερο, ένα σιδερένιο κουτί. Γερό μέταλλο, άντεξε. Μέσα ένα σιντί, παμπάλαια τεχνολογία, αρχών του αιώνα. Κειμήλιο πια. Τότε δεν υπήρχε «lifebook». Πρόοδος ίσον σμίκρυνση. Στην ετικέτα, μια επιγραφή με μπλε στυλό: «osfp». Τα γράμματά του. Βιαστικά, να προλάβει.

Πλησιάζω την παλάμη, το «lifebook». Το ’χω τρία χρόνια, ενδοφλέβιο, γεμίζει με τον ήλιο. Σκανάρω το σιντί. Τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται αμέσως: «Τεχνολογία: Πεπαλαιωμένη, Ημερομηνία : 04.12.07, Συντάκτης: Παύλος Πλ., osfp.doc.».

Παύλος, ο πατέρας. Νοέμβριος 2007, καλοκαίρι, εννιά μήνες πριν γεννηθώ. Διαβάζω, όπως μήνυμα πεταμένο σε μπουκάλι στη θάλασσα:


Σήμερα μάζεψα τους φίλους να δούμε το ματς Ολυμπιακός – Βέρντερ Βρέμης. Έπειτα από χρόνια, έχουμε την πιθανότητα να προκριθούμε στους δεκάξι του «Τσάμπιονς Λιγκ». Ακούγεται ίσως αστείο, αλλά αυτό είναι το μόνο που μου λείπει για να συμπληρωθεί η ευτυχία μου. Η δουλειά πάει υπέροχα, με τη Μαρίνα αγαπιόμαστε όσο δε γίνεται…

14/12/ 07


Τι άλλο μένει; Να πάει ο Ολυμπιακός στον τελικό του «Τσάμπιονς Λιγκ» και η Μαρίνα να μείνει έγκυος…


Η Μαρίνα είναι έγκυος! Ο Ολυμπιακός παίζει απόψε στους δεκάξι με την Τσέλσι…

Σιωπή. Μέσα μου, έξω μου, παντού. Φόρος σιωπής. Δεν το αποθηκεύω στη μνήμη. Δεν αντέχω. Δε το θέλω στο μέλλον φυτεμένο μέσα μου. Το μέλλον, κείμενο σβησμένο. Στο στήθος τσιμπιές, στον καρπό ένας θύσανος πόνου. Οι ρίζες στα έγκατα. Ατσάλινες.

Ζεσταίνομαι. Άγριες και μαζί γλυκές εικόνες τρυπούν το κρανίο. Το σχέδιο των νεκρών, πάντα τέλειο. Βγαίνω έξω, στον αέρα. Το χνώτο του τόπου, αφόρητο. Περπατώ στη μαύρη άμμο, προς τη θάλασσα. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος των προηγούμενων ωρών. Ο κόσμος έπαψε να είναι εκκωφαντικός. Το άναυδο δεν έχει αντίλαλο.

Προσπερνώ τις λαμαρίνες, τα καμένα ξύλα. Μπροστά μου η ραχοκοκκαλιά ενός μεγάλου ψαριού. Πεντάγραμμο για το χαλασμένο χρόνο. Δεν μπορεί, κάποιος παίζει μαζί μας. Με τη γεωμετρία, με το χρόνο, με τη μνήμη, με το ποδόσφαιρο. Κάποιος παίζει.

Μπαίνω στη θάλασσα. Στα χέρια μου ο μικρός μεταλλικός δίσκος. Τον πετάω μέσα, μακριά, όσο μπορώ, να χαθεί, να βυθιστεί στο νερό. Να μη βλέπω. Εξαφανίζεται ο χρόνος, βυθίζεται, χάνεται για πάντα.

Η θάλασσα σκοτεινιάζει. Το υποβρύχιο με περιμένει. Χαμηλά. Μέσα. Βαθιά. Εκεί που δεν υπάρχει ποδόσφαιρο, δεν υπάρχουν ομάδες, δεν υπάρχει Ολυμπιακός, δεν υπάρχει τελικός κι εγώ δεν είμαι ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας μου, αλλά ένας πολεμιστής, διαρκώς μελλοθάνατος.