Showing posts with label kyriaki. Show all posts
Showing posts with label kyriaki. Show all posts

Monday, August 1, 2011

Η πρώτη twitter συνέντευξη με τον Αλέξη Σταμάτη από τον Σωτήρη Κούκιο

Η πρώτη twitter συνέντευξη με τον Αλέξη Σταμάτη από τον Σωτήρη Κούκιο

απο την smartpost.gr

Χθες τελευταία μέρα του Ιουλίου πραγματοποιήθηκε μια ιδέα που είχα από παλιά : πως το twitter θα γίνει μέσο για «παραδοσιακές» δημοσιογραφικές λειτουργίες. Όπως πχ μια συνέντευξη. Ο Αλέξης Σταμάτης, γνωστός συγγραφέας, αποδέχτηκε μετά χαράς να συμμετάσχει στο πείραμα. Έτσι αποφασίσαμε μια twitter live συνέντευξη στις 9 η ώρα στις 31 Ιουλίου. Η πρώτη ίσως παγκόσμια που γίνεται με αυτόν τον τρόπο στο συγκεκριμένο μέσο. Εδώ θα δείτε το αποτέλεσμα :

Εισαγωγικά για το βιβλίο δείτε το βιβλίο-κλιπ του

http://youtu.be/gVyLT3bAgjM

και επίσης σαν σήμα στην συνέντευξη έπεσε ένα τραγούδι από τους Porcupine Tree – Anesthetize

@skoukios καλησπέρα στον @AlexisStamatis και σε εσάς που θα μας διαβάσετε να τουιτάρουμε μια συνέντευξη για την @smartpostgr #kyriaki

@AlexisStamatis @skoukios Καλησπέρα Σωτήρη, νομίζω ότι κάνουμε κάτι πολύ ιδιαίτερο @smartpostgr #kyriaki. Να το πούμε twittervista?

@skoukios @AlexisStamatis Τwittervista λοιπόν... Πρώτα θα κάνω μια μικρή εισαγωγή σε 2 tweets για το βιβλίο που συζητάμε.. οκ; #kyriaki

@AlexisStamatis @skoukios οκ #kyriaki

@skoukios η «Κυριακή» λοιπόν περιγράφει την συνάντηση 2 προσώπων, ενός έφηβου και ενός 50ρη την εκλογική Κυριακή του 2009 τους 2 ήρωες τους συνδέει η ίδια αγωνία, ένα γιατί, για 2 αυτοκτονίες (πατέρας για τον έφηβο, σύζυγος για 50ρη)#kyriaki

@skoukios Η πρώτη ερώτηση λοιπόν έρχεται.. ο έφηβος και ο 50ρης είναι οι 2 γενιές στην Ελλάδα; Δεκέμβρης 08/Πολυτεχνείο;

@AlexisStamatis Ούτε η μια άκρη βρίσκεται στο Δεκ 08, ούτε η άλλη στο Πολυτεχνείο. Το πολιτικό αναδύεται μέσα από το ανθρώπινο. Οι χαρακτήρες είναι που οδηγούν την πλοκή.

@AlexisStamatis Ο κεντρικός είναι ο πιτσιρίκας ο οποίος μιλεί με «5 λέξεις» αλλά σκεφτεται με χιλιάδες φυσικά. Αποφάσισα να βάλω μια «αφηγηματική κάμερα» στο νου του #kyriaki .

@AlexisStamatis Προέκυψαν πολλά… Μέσα στο Βασίλη παίζεται το Μεγάλο Παιχνίδι. Το σιωπηλό, βουβό και τρομερό παιχνίδι της γενιάς του που θα δούμε σύντομα κ ίσως τινάξει τους αλγόριθμους στον αέρα #kyriaki

@skoukios οπότε ερωτώ.. τα social media έχουν επηρεάσει την γλώσσα; την γραφή σου; #kyriaki

@AlexisStamatis Σωτήρη εγώ είμαι «παλιός»… Τα sm δεν είναι η αντανάκλαση κάποιου που γράφει. Στη καλύτερη είναι τα μπλογκ.

@AlexisStamatis Τα social media είναι απότομες πτήσεις. θραύσματα, πινελιές, σύνδεσμοι. Η γραφή είναι άλλου πάπα Βαγγέλιο. Το μυθιστόρημα τουλάχιστον.

@AlexisStamatis Τα social media είναι ροή, το κείμενο θέλει στάση. #kyriaki

@AlexisStamatis Βέβαια η γλώσσα του δικτύου, ο «τόπος» του, έχει ήδη δημιουργήσει νοσταλγία. Θυμάσαι τον ήχο που έκανε το Dial up για να συνδεθεί;

@skoukios Συμφωνώ, ζούμε την 3η γενιά του διαδικτύου πια #kyriaki

@AlexisStamatis Η λογοτεχνία θέλει χρόνο, εστίαση δεν είναι «της μιας ανάσας διαδρομή».

@AlexisStamatis Το θέμα είναι αυτή η φάση επηρεάζει την προσληπτικότητα μας ως προς ένα κείμενο; Δεν εννοώ στο δίκτυο.

@AlexisStamatis Όταν το μοντάζ της καθημερινότητας έχει αλλάξει, αυτο δεν επηρεάζει τα πάντα;

@AlexisStamatis Διότι στο φινάλε το Μεγάλο παιχνίδι αυτο είναι η καθημερινότητα. Η γαμημένη καθημερινότητα που αν κάνεις cut και την παρατηρήσεις, έφυγες κανονικά!

@skoukios Επόμενη ερώτηση: γιατί η εκλογική Κυριακή; #kyriaki

@AlexisStamatis Ήθελα το μυθιστόρημα να εκτυλίσσεται σε 24 ώρες. Βίωσα την 4/10/09 ως μια εξαιρετικά «θεατρική» μέρα.

@AlexisStamatis Έξοχο φόντο για ένα μυθιστόρημα. Κάθε μέρα εκλογών έχει κάτι το πολύ παράξενο. Τελετουργούμεθα όντος εκτός.

@skoukios Η πολιτική γίνεται το σκηνικό; ή η σκηνή η ίδια;

@AlexisStamatis Η πολιτική στο βιβλίο είναι οι πράξεις των ανθρώπων όχι η γνώστες εξελίξεις. Εξ ου και δεν κατονομάζεται κόμμα κλπ.

@AlexisStamatis O Βασίλης θα κληθεί να κανει την πιο πολιτική πράξη της ζωής του η όποια φυσικά δε θα ναι να σχολιάσει την παραίτηση Καραμανλή.

@skoukios Μην αποκαλύψεις όμως και ποια είναι.. #kyriaki

@AlexisStamatis Φυσικά και όχι, βέβαια το «θρίλερ» της υπόθεσης δεν είναι το μείζον. Το μυθιστόρημα είναι ένας παράξενος τόπος

@AlexisStamatis Από τη μια μιλάς για μια συνθήκη ενώ ταυτόχρονα την ερμηνευεις. Strange.

@skoukios Τέλος, το θέμα που είναι για μένα η εσωτερική σύγκρουση των ηρώων ..η αυτοκτονία… πόσα ερωτήματα πέφτουν στο τραπέζι;

@AlexisStamatis Κάποιοι ζητούν απαντήσεις. Νομίζω πως καμία αυτοκτονία δεν εξηγείται με τους «κοινούς Όρους». O μέγας Πρίμο Λέβι επέζησε από το Άουσβιτς και αυτοκτόνησε στα γεράματα.

@skoukios Η επιστήμη προσπαθεί όμως… να ερμηνεύσει, να θεραπεύσει, να προλάβει.

@AlexisStamatis Η επιστήμη δεν μπορεί να προλάβει την επιθυμία ακόμα και αν είναι θανάτου. Science is simply common sense at its best. ~Thomas Huxley

@skoukios Μεταφυσική λοιπόν; αυτό είναι το «κάτι» της τέχνης;

@AlexisStamatis OXI!!!! Μεταφυσική και ψυχολογία εχουν καταστρέψει πολλά έργα τέχνης.

@AlexisStamatis Όλοι είμαστε ικανοί για όλα. Ακόμη και τα πιο «μεταφυσικά» είναι απλός ρεαλισμός.

@AlexisStamatis Είναι το «βλέμμα» που αλλάζει. Όλα τα υπέροχα που υπάρχουν μεταξύ της πιο στυγνής Άλγεβρας και της πιο φευγάτης Φωτιάς.

@skoukios Εδώ ίσως να το κλείσουμε με μια δική σου φράση για το βιβλίο… έτσι άνευ ερώτησης.

@AlexisStamatis ας μιλήσει ο Βασίλης μέσω του γκρουπ που γουστάρει (porcupine tree) «I say nothing but i say nothing with feel»

@skoukios Να σε ευχαριστήσω για την ωραία συζήτηση… με τους περιορισμούς του μέσου.. ήταν ένα πείραμα after all

@AlexisStamatis και σ αυτο το σημείο που λένε σε ευχαριστώ πολύ για τη πρόσκληση και σορι για τα ορθογραφικά!

Το Βιβλίο «Κυριακή» του Αλέξη Σταμάτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

@skoukios

Monday, May 9, 2011

Συνεντευξη στο in.gr

Αλέξης Σταμάτης: «Η συγγραφή δεν είναι εκτόνωση. Είναι ανεύρεση, ανασκαφή, εξόρυξη»

Ανήσυχο πνεύμα, πολυδιάστατη προσωπικότητα με κυρίαρχο στοιχείο του χαρακτήρα του τη διαρκή «αναζήτηση» και τον διάλογο με τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο. Ο Αλέξης Σταμάτης, βραβευμένος για το συγγραφικό του έργο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μιλά στο in.gr Βιβλίο με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο «Κυριακή».

Συνέντευξη στη Μαίρη Ε. Μπιμπή

Ποιητής, πεζογράφος, σεναριογράφος αλλά και αρχιτέκτων. Ιδιότητες που έχουν ως κοινό στοιχείο τη δημιουργία. Η συγγραφή είναι η δημιουργική «εκτόνωση» του πνεύματος λοιπόν; Μια οδός επικοινωνίας με το κοινωνικό σύνολο;

Η δημιουργία δεν είναι εκτόνωση του πνεύματος, είναι έκφραση, έκλυση του. Ο Walter Wellesley Smith (ένας αθλητικογράφος!) έλεγε πως το γράψιμο δεν είναι και τίποτα. Απλά κάθεσαι στη γραφομηχανή και κόβεις μια φλέβα. Η ουσία είναι πως όλα στη ζωή είναι «προς γραφήν». Και εκείνα που είναι ίσως τα πιο ενδιαφέροντα είναι αυτά που συνήθως μένουν απ' έξω από την «ορατή» καθημερινότητα μας, εκείνα που τους δίνουμε και ιδιαίτερη σημασία. Που τα θεωρούμε δεδομένα. Η συγγραφή είναι ένας άλλος τρόπος να δεις τα πράγματα, εκείνα τα ίδια που μπορείς να περνάς χιλιάδες φορές μπροστά τους - άλλα έρχεται αυτή η έκλαμψη (εκείνη η «επιφάνεια») και τα φωτίζει με άλλο τρόπο. Ίσως αυτός είναι ο δίαυλος με το κοινό. Το ότι του μιλάς για κάτι που ξέρει καλά, άλλα του μιλάς αλλιώς. Βλέπω σε διαφημίσεις συχνά το βιβλίο να συνδέεται με μια «απόδραση» από τον εαυτό, από τη ζωή. Δεν πιστεύω ότι γράφουμε ή διαβάζουμε για να αποδράσουμε από τον κόσμο άλλα για να τον ξαναβρούμε. Γι' αυτό δεν είναι εκτονωτική η διαδικασία. Είναι μια διαδικασία ανεύρεσης, ανασκαφής, εξόρυξης. Γιατί όσο κι αν η σύγχρονη πραγματικότητα προσπαθεί να κάνει τη ζωή μας ένα «πρότζεκτ», έρχεται η τέχνη και της χαλάει τη μαγιά. Επαναφέρει την ταλάντωση της καθημερινότητας. Το αδιανόητό της βάρος. Η ανελέητη καθημερινότητα, που αν σταθείς ένα λεπτό αν την παρατηρήσεις από απόσταση, τα κάνει όλα σμπαράλια. Η συγγραφή θεωρεί πως η παραμικρή ανθρώπινη δραστηριότητα είναι σημαντική. Πως όλοι μας είμαστε ικανοί για όλα και πως αυτή η αιώνια ταλάντευση-ισορροπία του ανθρώπου ανάμεσα στην επικινδυνότητα και την ανάταση, ανάμεσα στο τερατώδες και το ευγενές, είναι ένα τραγούδι που μπορεί να τραγουδιέται για πάντα σε πολλές παραλλαγές και με πολλούς τρόπους.

Βραβευμένος για το έργο σας, σε Ελλάδα και εξωτερικό. Τα βραβεία τι σημαίνουν αλήθεια για έναν πνευματικό δημιουργό; Μήπως λειτουργούν περιοριστικά, ως προς την επιλογή των επόμενων σχεδίων του συγγραφέα;

Ένα βραβείο είναι ένα «εγκώμιο» που σε τιμά. Πάντα έρχεται για κάτι που έχει γίνει πριν. Ένας συγγραφέας βρίσκεται διαρκώς -ή τουλάχιστον προσπαθεί - σε μια θερμοκρασία γέννας, δημιουργίας. Ακόμα και όταν δεν γράφει (ίσως ειδικά τότε). Κι αυτό είναι θέμα ανάγκης, όχι σχεδιασμού. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε ποτέ ένα βραβείο να φρενάρει κάποιον που αντιμετωπίζει τη τέχνη του σοβαρά. Αν δεν σε επιβραβεύει η ιδία η διαδικασία της τέχνης σου, όλα τα βραβεία του κόσμου δεν σου κάνουν τίποτα.

Στο τελευταίο σας βιβλίο, «Κυριακή» (εκδόσεις Καστανιώτη) με αφορμή τις βουλευτικές εκλογές, δύο άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών συναντώνται και μέσα από την κοινή εμπειρία της απώλειας, ανοίγουν «διάλογο». Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο για να αναπτύξετε την ιστορία των δύο ηρώων;

Δεν είναι η μέρα η αφορμή. Η μέρα είναι το «φόντο». Ήθελα το βιβλίο να εκτυλίσσεται μέσα σε περίπου σε 24 ώρες (εντέλει είναι 22), και να μιλάει για το σήμερα. Η συγκεκριμένη ημερομηνία σημασιοδοτεί μια καμπή στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά και όσα συνέβησαν τότε ενείχαν και πολλά «μυθιστορηματικά» στοιχεία, κουβαλούσαν μια θεατρικότητα από μόνα τους. Είμαστε λοιπόν στην Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009: ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Ενώ η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει σε μια νέα φάση της ιστορίας της, ο 19χρονος Βασίλης, που προσπαθεί να καταλάβει γιατί αυτοκτόνησε ο πατέρας του, συναντά τον Πέτρο, έναν μεσήλικα δημοσιογράφο ο οποίος χρόνια πενθεί για την απώλεια της γυναίκας του. Αυτή η συνθήκη πυροδότησε πολλά ζητήματα. Μου έδειξε πολλές πόρτες. Κάποιες από αυτές τις άνοιξα.
Ο Τολστόι ξεκινά το «Πόλεμος και Ειρήνη» με την περίφημη φράση: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο». Στην «Κυριακή» υπάρχουν δυο δυστυχισμένες οικογένειες , του Βασίλη και του Πέτρου, που κινούνται μέσα σε μια άλλη: την Ελλάδα. Η κάθε μια βιώνει και τη δική της δυστυχία, ωστόσο υπάρχουν και μερικά κοινά στοιχειά που τις συνιστούν: προδοσία, διάψευση, μιζέρια. Όλοι προσπαθούν να βγουν από αυτό τον κλοιό, να βρουν τη λύση. Να κοιτάξουν γύρω και μέσα τους. Όμως η ευτυχία, όπως λέει ο Μπέντζαμιν, είναι η επίγνωση του εαυτού σου δίχως φόβο. Ακούγεται ωραίο αλλά είναι τερατωδώς δύσκολο σε μια κοινωνία που όχι μόνο τον δημιουργεί αλλά και τον επικαλείται ως εργαλείο έλεγχου.

Γενικά τα κοινωνικά τεκταινόμενα, σας δίνουν αφορμή για να πλάσετε ιστορίες που έχουν απήχηση στο αναγνωστικό κοινό ή οι ιδέες σας θέλετε να εντάσσονται σε κοινωνικά πλαίσια, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να σχετιστεί μαζί τους ευκολότερα;

Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν διαχωρισμοί «κοινωνικού φόντου» και ιδεών. Η διαδικασία της γραφής δεν εμπίπτει σε τέτοιου είδους συντεταγμένες. Επίσης δεν νομίζω ότι μυθιστορήματα γράφονται με, ή, για ιδέες. Και κάτι, άλλο όταν γράφω, δεν νιώθω την παρουσία του αναγνώστη. Εάν, κατά τη συγγραφή, υπάρχει «κάτι» που παρεμβάλλεται μεταξύ δημιουργού και του γραπτού του είναι μια «δύναμη».
Ένα «πλάσμα» που κάθεται στον ωμό σου και σε παρακολουθεί. Αυτή η «δύναμη» είναι κάτι πολύ μύχιο, ανεξήγητο και άρρητο. Δεν προσωποποιείται. Είσαι λοιπόν μπροστά στο λευκό χαρτί ή την άδεια οθόνη. Η γέννα μιας ιστορίας είναι πολύ ιδιαίτερη υπόθεση. Υπάρχει μια σιωπή που ξαφνικά ξεσπάει. Κι αυτό που βγαίνει δεν είναι φωνή. Είναι μίμηση φωνής, είναι η κατασκευή μιας λέξης, μιας φράσης, είναι η περιγραφή ενός πράγματος που δεν υπήρχε πριν και τώρα εμφανίζεται.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γεννήθηκε μέσα από έναν χαρακτήρα: ένα παιδί 19 χρονών. Από εκείνα που μιλάνε με τρεις φράσεις: «Έλα ρε μαν», «τα πήρα στο κρανίο»… Ήθελα να τον γνωρίσω. Σκέφτηκα τι άραγε θα συνέβαινε στο μυαλό του. Με πόσες χιλιάδες λέξεις, εικόνες θα εκφραζόταν εκεί μέσα... Είπα, τι θα γινόταν άραγε άμα έβαζα μια «αφηγηματική» κάμερα στο νου του; Και την τοποθέτησα. Προέκυψαν πολλά και αναπάντεχα. Ήταν μια μεγάλη έκπληξη ακόμα και για μένα που το έγραφα. Ο Βασίλης είχε να πει τελικά πολλά, πάρα πολλά.

Ο παράγων «αναγνώστης» και η επαφή μαζί του σε πραγματικό χρόνο, κατά τη διάρκεια βιβλιοπαρουσιάσεων και άλλων σχετικών εκδηλώσεων, πώς επιδρά πάνω σας; Έχετε βιώσει έκπληξη ή απογοήτευση; Οι συζητήσεις με τους αναγνώστες αποτέλεσαν αφορμή για συγγραφικά εγχειρήματα;

Οι παρουσιάσεις που θεωρώ πως έχουν νόημα είναι εκείνες όπου υπάρχει μια διαδραστικότητα ανάμεσα στο κοινό και στον συγγραφέα. Όταν δεν είναι μια ξέρη παράθεση, μια προκαθορισμένη τελετουργία, μια συνάθροιση που δεν «πλουτίζει» ούτε τον ένα ούτε τον άλλο. Απογοήτευση, όχι, δεν έχω βιώσει, ακόμα και μια φορά που θυμάμαι πως ήταν τρία άτομα στο κοινό κι ήμασταν δυο οι παρουσιαστές. Ήταν από τις πιο όμορφες εκδηλώσεις που έκανα ποτέ. Οι συζητήσεις με τους αναγνώστες έχουν υπάρξει πολύ χρήσιμες, ιδίως εκείνες όπου μου είχε ασκηθεί καλοπροαίρετη, πλην σκληρή κριτική για το βιβλίο, για το έργο, που είναι και το μόνο που ενδιαφέρει σε αυτή τη σχέση αναγνώστη-συγγραφέα.

Τον τελευταίο καιρό, φαντάζομαι έχετε ακούσει για την συζήτηση που γίνεται για τα ψηφιακά βιβλία. Είναι η νέα τάση στον εκδοτικό χώρο και απ' ότι φαίνεται κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα. Ως «παραγωγός» πνευματικού περιεχομένου, τί άποψη έχετε επί του θέματος; Το βιβλίο πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να γίνει προσιτό στον αναγνώστη μέσω της τεχνολογικής εξέλιξης ή να διατηρήσει τη μορφή που έχει;

Ο πολιτισμός συνδιαμορφώνεται με την κοινωνία. Γεννιέται μέσα από αυτήν. Οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι προϊόντα ανθρωπινού μόχθου και ευφυΐας. Ο Γουτεμβέργιος με την εφεύρεσή του έδωσε στους «παραγωγούς πνευματικού περιεχομένου» ( στους δημιουργούς) ένα σετ εργαλείων για να επικοινωνήσουν μαζικά το έργο τους σε αυτή τη «συσκευασία» που ονομάστηκε «βιβλίο». Το διαδίκτυο μας προσφέρει ένα νέο σετ εργαλείων όπου καθιστά αυτή την επικοινωνία μαζική σε ευρύτατο επίπεδο, που την κάνει άμεση και αμφίδρομη. Ο δημιουργός έχει τη δυνατότητα να επιλέξει το σετ εργαλείων που θα του επιτρέψει να εκφραστεί καλύτερα και θα επιτρέπει τον αποδέκτη του έργου του να το προσλάβει και να το απολαύσει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο.
Μια παρένθεση εδώ (στην κυριολεξία). Ο καθηγητής Τομ Πετίτ έχει αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα θεωρία: ότι επί 500 χρόνια ζούσαμε σε μια «Γουτεμβέργεια παρένθεση» (οι αγκύλες εξ άλλου προϊόντα της εποχής της τυπογραφίας είναι), την παρένθεση του τυπωμένου λόγου. Θεωρεί πως στην ιστορία της επικοινωνίας, αυτοί οι πέντε αιώνες είναι μια διακοπή. Και ότι πλέον η παρένθεση κλείνει, μια και η αναδυομένη ψηφιακή μας εποχή μας γυρίζει πίσω σε πολύ πιο «ανοιχτούς» τρόπους σκέψης, επικοινωνίας και έκφρασης που ίσχυαν για αιώνες στην κοινωνία. Μια επικοινωνία περισσότερο άμεση, περισσότερο «προφορική».
Η «παρένθεση», λέει ο Πετιτ, στρίμωξε τις λέξεις σε γραμμές, τις διέταξε σε ίδιο ύψος, δημιούργησε κειμενικά μπλοκ, τα κύκλωσε με περιθώρια, τοποθέτησε τις λέξεις σε σελίδες, τι έδεσε, τις «πλάκωσε» ανάμεσα σε οπισθόφυλλο και εξώφυλλο. Οι λέξεις μπήκαν σε αυτά τα «κοντέινερ», από μια τεχνολογία που ονομάστηκε Press, το ίδιο μηχάνημα που παλιότερα χρησιμοποιούταν για να βγάλει υγρό από ελιές και φρούτα: την πρέσα. Οι λέξεις αιχμαλωτίστηκαν, βιάστηκαν, φυλακιστήκαν σε φετιχιστικές φόρμες, έχασαν την παλιά τους ρευστότητα. Αλλά δεν ήταν μόνο οι λέξεις. Και οι ζωγραφιές απέκτησαν κάδρα, τα θεατρικά έργα -που παλιά ήταν «ελαστικά», άλλαζαν, προσαρμόζονταν ανάλογα με την εποχή και το χώρο που παίζονταν-, εγκλωβίστηκαν σε σκηνές, οι σκηνές σε θέατρα, οι μουσικές σε χώρους συναυλιών, η πλοήγηση πρεσαρίστηκε σε χάρτες. Ο Πετίτ το τράβηξε βέβαια ακόμη πιο πολύ: ακόμα και ο άνθρωποι μπήκαν σε κουτάκια, κατηγοριοποιήθηκαν σε φυλές, γένη, έθνη. Καμία σχέση δηλ. με τη Μεσαιωνική σκέψη που ήταν «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε» μια και χώριζε τους ανθρώπους σε τρία γένη: άντρες γυναίκες και ερμαφρόδιτους. Στην ουσία δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά από άνθρωπο και ζώο, από άνθρωπο και μηχανή: τα όρια επικαλύπτονταν. Φαίνεται πως το Cyborg είχε σκάσει μύτη από τον Μεσαίωνα κιόλας.
Όλα αυτά φυσικά ακούγονται λίγο υπερβολικά. Το βιβλίο, ο πίνακας, η σκηνή, είναι πανέξυπνα ανθρώπινα τεχνουργήματα και πιστεύω πως, όσον αφορά το βιβλίο τουλάχιστον, για πολλά χρόνια ακόμα θα συνυπάρχει αρμονικά με τη ψηφιακή του εκδοχή.
Τώρα, όσον αφορά στον άνθρωπο, το «σετ εργαλείων κατάλληλων για τη ζωή» ακόμα το ψάχνει και θα το ψάχνει αιώνια.

Πως θα αντιμετωπίζατε την πρόταση για την συγγραφή ενός βιβλίου που θα κυκλοφορούσε μόνο σε ψηφιακή μορφή; Θα μπαίνατε στον πειρασμό να το τολμήσετε; Και ποιο θα ήταν άραγε το θέμα που θα επιλέγατε να γράψετε;

Δεν ξέρω ακόμα. Είναι ίσως νωρίς για μια τέτοια συζήτηση. Στο βαθμό που το ίδιο το ψηφιακό μέσο δημιουργούσε τη δυνατότητα μιας νέας αφήγησης θα είχε ενδιαφέρον να πειραματιστεί κανείς με αυτή. Επίσης πρέπει να σκεφτούμε σε ποιο βαθμό η συμμετοχή του αναγνώστη στο ψηφιακό συμπάν αλλάζει την προσληπτικότητα του. Πάρτε για παράδειγμα τη χρήση της Google. Το γεγονός ότι μας κάνει να σκεφτόμαστε με ερωτήσεις, είναι άραγε περιοριστικό; Αλλάζει άραγε τη σκέψη μας και τον τρόπο που εισπράττουμε την αφήγηση; Πολύ πιθανόν.
Το μέσον είναι το μήνυμα, το ξέρουμε. Ισχύει άραγε και για το δημιουργό; Ο Νίτσε αναφέρει πως έγραφε εντελώς διαφορετικά όταν χρησιμοποιούσε την πένα του και αλλιώς όταν χρησιμοποιούσε γραφομηχανή για να περιορίσει τις ημικρανίες του. Κάποιες προσπάθειας για νέες αφηγήσεις που «χρησιμοποιούν» οργανικά το ίδιο το μέσον, οι όποιες έχουν ήδη επιχειρηθεί, δεν μπορώ να πω ότι με έχουν ικανοποιήσει ως αναγνώστη. Πιθανόν λοιπόν το θέμα που θα επέλεγα σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν μια ιστορία για έναν συγγραφέα ο όποιος, χρόνια «χάρτινος», προσπαθεί να γράψει «ψηφιακά». Φυσικά, θα το έγραφα χρησιμοποιώντας την μόνη υπόσταση που μπορεί να έχει ένας συγγραφέας, η όποια είναι η αφόρητα ανθρώπινη…

Κι από τα υποθετικά σενάρια στα αληθινά. Ποιο είναι το επόμενο πνευματικό εγχείρημά σας;

Θα είναι ένα θεατρικό έργο που θα βασίζεται πάνω σε ένα παλιό μου μυθιστόρημα. Η σκηνοθεσία θα είναι του Άρη Τρουπάκη. Ακόμα βρισκόμαστε στο πολύ αρχικό στάδιο του εγχειρήματος.

Tuesday, March 15, 2011

Προδημοσίευση: "Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης

Προδημοσίευση: "Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης, (Καστανιώτης) απο το Protagon


Ο συγγραφέας για το βιβλίο του:
«Ολόκληρο το βιβλίο εκτυλίσσεται σε μια μέρα, την Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009, ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Ενώ η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει σε μια νέα φάση της ιστορίας της, ο Βασίλης, ένας δεκαεννιάχρονος που προσπαθεί να καταλάβει γιατί αυτοκτόνησε ο πατέρας του συναντά τον Πέτρο, έναν μεσήλικα δημοσιογράφο ο όποιος πενθεί για χρόνια τη γυναίκα του. Θα περάσουν δεκατέσσερις ώρες μαζί.

Στην «Κυριακή» έχουμε ένα δίπολο – δυο χαρακτήρες φαινομενικά εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους. Τι σχέση μπορεί να έχει ένα παράξενο παιδί που μιλάει με δέκα φράσεις και σκέφτεται με χιλιάδες, με έναν παραιτημένο άνθρωπο που γραφεί καθημερινά σελίδες επί σελίδων; Απ’ ότι αποδεικνύεται όμως, πολλά μπορούν να τους συνδέουν. Ενώ γύρω τους οι πολιτικές εξελίξεις τρέχουν, οι δυο τους εμπλέκονται σε μια σκοτεινή ιστορία η οποία αντανακλά και την επερχομένη κρίση. Μέσα σε λίγες ώρες, μέχρι να ανακοινωθούν τα τελικά αποτελέσματα, όσα έχουν προλάβει να βιώσουν θα έχουν αλλάξει για πάντα τις ζωές τους. Μπορεί στο φόντο της ιστορίας να συμβαίνουν γεγονότα που τάραξαν τις ζωές όλων μας, ωστόσο το βιβλίο εστιάζει στο προσωπικό δράμα, στη τραγωδία του κάθε προσώπου που είναι και ο καθρέφτης της ανθρώπινης φύσης».


Προδημοσίευση:

Οι μέσα λέξεις

Φρέσκο δροσερό αεράκι απ’ την μπαλκονόπορτα, νευρικές ξενικές φωνές απ’ την απέναντι οικοδομή, πρωινές αδιαμόρφωτες σκιές. Στενές μεταπολεμικές πολυκατοικίες, σκυρόδεμα, μεταγενέστερο αλουμίνιο, η ώρα του κομπρεσέρ, βαθιά ανάσα, ένα σφίξιμο – χαμηλό ποσοστό προσμονής, το ράβε ξήλωνε της μέρας. Βλέπει το πρώτο γκολ του Θρύλου στο YouTube. Χθες το ’δε ζωντανά στη Λειβαδιά. Λεβαδειακός – Ολυμπιακός 0-3. Ένας απ’ τους 4.936 θεατές. Μήτρογλου, Στολτίδης, Όσκαρ Γκονζάλες και μέσα. Αλλά ο Βασίλης το βλέπει ξανά.

Και γαμώ τα γκολ, χορογραφία!
07:58. Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009: η επέτειος. Ένας χρόνος αφότου έφυγε ο πατέρας του. Ο φίλος του ο Αργύρης κοιμάται ακόμα, στρωματσάδα στο πάτωμα. Ο Βασίλης πάει στο μπάνιο. Γρήγορο ντους, λούσιμο. Αφήνει τα μακριά μαλλιά του νωπά, να στεγνώσουν μόνα τους – δεν τα ’χει κόψει εδώ κι ένα χρόνο. Ενάμιση πόντο το μήνα – δεκαοχτώ πόντους πιο μακριά. Πριν, κοντό μαλλί, αραιό μουσάκι, άλλος άνθρωπος.

Στο μπάνιο, κουρτίνα με ελεφαντάκια, πολλά ελεφαντάκια – φλύαρη κουρτίνα, μικροαστική, μπεμπεδίστικη· πέντε ευρώ, απ’ τη Λαϊκή. Καθρέφτης, ξυρίζεται. Η ρωγμή διπλασιάζει το αριστερό μάγουλο· διπλασιάζεται κι η μεγάλη ελιά. Βγαίνει με την πετσέτα στη μέση. Έχουν περάσει δεκατρία λεπτά. Κοφτή ματιά στη μάνα του. Εκείνη ανταποδίδει. Άλλης τάξεως αυτή, μάνας κοφτή ματιά. Δεν της άρεσε που πήγε Λειβαδιά μια μέρα πριν κι ούτε που θέλει να πάει μόνος του στο «Πρώτο». Θα πάει κι εκείνη στο νεκροταφείο, όμως αργότερα. Βλέποντας την να ετοιμάζει πρωινό, θυμάται τους τίτλους αρχής του «Ντέξτερ». Το αγαπημένο του σίριαλ, με πρωταγωνιστή έναν σίριαλ κίλερ. Παίρνει μόνο τους καφέδες.

Μέρα, μαλάκα, μια νέα μέρα, «η» μέρα. Ο Βασίλης και η νέα του μέρα. Πίσω στο δωμάτιο ανάβει τηλεόραση, ο ήχος χαμηλά: «Από την ανατολή του ηλίου, οι κάλπες έχουν ανοίξει σε όλη τη χώρα». Παράλληλα, μπαίνει στο Facebook. Στο προφίλ
του η φωτογραφία του, γυρισμένος πλάτη. Inbox. Γρήγορη απάντηση στον Τάκη: Fuck them. Min xanapas & ti egine mia zoi tsibukia sti limni me ta piranhas. Αιτήσεις φιλίας: Μηδέν. Πρόσκληση από γκρουπ «Είσαι Έλληνας; Γράφε Ελληνικά». Κλικ στο Ignore. YouTube
ξανά, επιλέγει τραγούδι: Porcupine Tree: Το αγαπημένο του συγκρότημα. «Sunlight coming through the haze / No gaps in the blinds / To let it inside». Μια βόλτα απ’ το σάιτ τηςΜπε-Εμ-Βε. Νέο μοντέλο, γαμάτο.

Σηκώνεται, σκουντάει το φίλο του απαλά, όπως θα ’θελε να του κάνει κι εκείνος. Αν κοιμόταν.

Ξύπνα, ρε».
Στροφή ενενήντα μοιρών, άνοιγμα ματιών, κοιτάζονται.
«Γαμώ το!» λέει ο Αργύρης.
Δροσερή αύρα, βλέμμα προς το μπαλκόνι. Στο βάθος, η θάλασσα. Νερό, αέρας, μπετόν, φραπέ στοιχείων και υλικών. Ο νες πλέον στο χέρι του Αργύρη. Διά χειρός μητρός Βασίλη.
Εκείνος έχει ήδη τον δικό του μπροστά στον υπολογιστή. Replay ο Όσκαρ. Κοφτή (τρίτης τάξεως) ματιά Αργύρη.
«Ρε μαλάκα, ήταν γκολάρα».
Το είδαν ζωντανά. Το ξαναβλέπουν. Ποδόσφαιρο, αφηγηματικός θησαυρός.
Ίσως θα ’πρεπε να ’ταν μπάσκετ. Τριαδική εκτελεστική αρχή (διαιτητές), βλοσυρή γραμματεία που σημειώνει τα πάντα κι επεμβαίνει στα πιο σουρεαλιστικά σημεία, μαζορέτες και διαφημιστικό αερόστατο που πετάει στο ΟΑΚΑ στα διαλείμματα των αγώνων του Παναθηναϊκού. Αλλά τα παιδιά προτιμούν ποδόσφαιρο. Κι είναι Ολυμπιακοί. Φτάνει, φτάνει, πίσω. Σ’ αυτούς. Όποιος μιλάει, μόνο εκείνος είναι παρών. Αλλιώς, ποινές στα δάχτυλα.

«Κερδίσαμε παίκτη», χαρίζει φράση ο Βασίλης.
«Μαλακίες, θα φάμε στη μάπα τον άμπαλο τον Όσκαρ.
Για ένα κωλογκόλ. Σου ’πα, η ενδεκάδα πρέπει να βγαίνει με δημοσκόπηση στο Ίντερνετ».
Το μέλλον του αθλήματος: συμμετοχικό, δημοψηφικό.

Ο Βασίλης ρουφάει τον υπόλοιπο καφέ. Έτσι, δυο γουλιές ο νες. Κάποτε τον έπινε σλόου μόσιον. Όταν ο χρόνος ήταν χρόνος. «Als das Kind Kind war». Όταν το παιδί ήταν παιδί. Με τα χέρια του ν’ ανεμίζουν, ήθελε το ρυάκι να ’ναι ποτάμι, το ποτάμι ρέμα και το ρέμα θάλασσα. Θάλασσα. Ρουφήχτρα. Και να την βλέπει κάθε μέρα.
«Γαμώτο, το κεφάλι μου πονάει! Εσύ πότε σηκώθηκες;»
«Νωρίς, πεντέμισι».
Ψέματα. Άυπνος, σχεδόν κάθε βράδυ.
«Ρε εσύ, δε σου ’πα να το βγάλεις; Σαν γκόμενα είσαι».
Ο λόγος για σκουλαρίκι Βασίλη. Στον αφαλό. Ενδιαφέρουσα συνύπαρξη με σταυρό στο λαιμό. Ο σταυρός συναισθηματικό κατάλοιπο (σουβενίρ του πατέρα), το σκουλαρίκι στάση. Εκείνος δεν απαντάει. Ο Αργύρης μαζεύεται. Ξέρει και δεν επιμένει.

Ο Αργύρης δε φοράει σκουλαρίκια, δεν έχει τατουάζ. Άλλη βιογραφία αυτός, ξηράς, ορθόδοξο αρσενικό. Επωάζεται ο άντρας. Ανάβουν τσιγάρο· νικοτίνη, καφεΐνη, καλημέρα.
Ο Αργύρης τσιμπάει ένα κομμάτι απ’ τη χθεσινή πίτσα. Σαν αρπακτικό. Η μάνα του Βασίλη σκάει μύτη μ’ ένα δίσκο με πρωινό.
Όχι θα την γλύτωνα. Δε γουστάρει σπιτικό φαΐ, φαγητό για τον Βασίλη είναι
τα Μακ Ντόναλντς και η Πίτσα Φαν. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Συστημική τροφή, επί του πιεστηρίου.

«Δε θέλουμε», της λέει κι αρπάζει κι αυτός ένα κομμάτι ενισχύοντας την άρνηση.
Απόσυρση μάνας με βλέμμα πρώτης τάξεως. Φσσστ!

Πίσω στο διατροφικό εργαστήριο. Στο κανάλι, το πρώτο λινκ με τμήμα. Ψηφίζει ένας υπουργός. Διακρίνονται τα τηλεοπτικά συνεργεία.

Μάπα πλάνο. Τα δικό μου θα ’ναι καλύτερο.
«Τέτοιες μαλακίες θα τραβήξεις στο εκλογικό κέντρο;» ο Αργύρης.
Δεν απαντάει.
«Εσύ έχεις τον δικό μας, ε;»
Ναι, έχει να τραβήξει τον «δικό» του. Τον ποδοσφαιριστή που βάζει για βουλευτής. Εκείνον του έχουν αναθέσει.
«Τουλάχιστον, αυτός είναι πατριώτης», λέει ο Αργύρης με ύφος. «Όλοι οι άλλοι είναι ταπαίρνογλου. Ελλάδα, ρε! Γαμάμε τα κουμμούνια, μετά τους Αλβανούς κι ύστερα φύγαμε για Κόκκινη Μηλιά».

Μικρό νεύμα Βασίλη, όχι συναινετικό ούτε και σχόλιο, όμως. Δε γουστάρει τα πολιτικά, αλλά δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι αυτούς τους συγκεκριμένους τους σιχαίνεται. Εξάλλου, δεν έχει ιδέα τι είναι η Κόκκινη Μηλιά – όχι ότι κι ο φίλος του βέβαια γνωρίζει πως η δανεική ατάκα αναφέρεται στο μυθικό τόπο εκδίωξης των Τούρκων.

«Πλάκα κάνω, ρε μαν», συνεχίζει ο Αργύρης. «Την τύφλα του δεν ξέρει ακόμα. Απ’ την προπόνηση τον πήρανε. Να τους μάθει μπάλα στη Βουλή. Εθνικός σέντερ μπακ,
χα χα!»
Ο Βασίλης κοιτάζει λοξά τον ουρανό. Καλή μέρα. Καλή πατρίδα. Πατριώτης. Μια κόρνα σχολιάζει. Καλή πατρίδα.
Η πατρίδα που όλοι ονειρευόμαστε.

Βγαίνουν στο μπαλκονάκι. Πέρα, η θάλασσα. Μόλις ένα χρόνο πριν, βουτούσε, ελεύθερη κατάδυση, είχε κάνει μαθήματα, μέχρι δεκαεφτά μέτρα βάθος είχε φτάσει. Τότε.

«Για μπάνιο είναι, λέω να πάω, έλα να με βρεις μετά, σε καμιά ώρα δε θα ’χεις τελειώσει;» ο Αργύρης. Δεν παίρνει απάντηση, δεν έχει πρόβλημα. Όμως, συνε-
χίζει, πάντα στο διάλογό τους, ογδόντα τοις εκατό κατοχή Αργύρης.
«Εμείς και οι συνταξιούχοι μόνο κάνουμε μπάνιο αυτή την εποχή. Ρε μαν, το καλοκαίρι τα ’χασες τα μπάνια και...»
Τον βλέπει τον Βασίλη που κοιτάζει τη θάλασσα κι είναι αλλού. Κάτι πιάνει απ’ τη λειτουργία των συνειρμών. Στρίβει πάλι.
«Μαλάκα, τα μάτια σου είναι χάλια. Μπάφο έκανες;» ο Αργύρης ο Τίγρης.
«Δεν κοιμήθηκα».
Ούτε και ξέρει γιατί λέει την αλήθεια.
«Καύλες, ρε Ξυράφι;»
Καύλες; Σκέψεις και σκέψεις και...
«Ρε εσύ, η μάνα σου κάτι έχει».
«Μπα, έτσι είναι».
«Όχι, κάτι έχει. Μην την φτύνεις έτσι. Ρισπέκτ. Σήμερα δεν είναι που...»
Σήμερα είναι, ναι. Πριν από ένα χρόνο ακριβώς τον έχασε. Κοφτό βλέμμα, πρώτης τάξεως. Ξυράφι, σαν το παρατσούκλι του. Οπισθοχώρηση Αργύρη. Τα εσκαμμένα, μην περνάς τα εσκαμμένα.
«Δε πειράζει, ρε μαν, το πήρες σαν να σου ’παιξα πουστιά, αλλά εγώ το εννοούσα αλλιώς, ρε...»
Παύση.
«Σόρι, ρε χόμο».

Συγγνώμη σιωπηλά δεκτή. Η πίτσα τελείωσε. Ο υπουργός ψήφισε.
«Να πάω κι εγώ να το ρίξω το γαμημένο», ο Αργύρης.
«Θα πας, ε;»
«Πατριώτης ρε εσύ, πατρίδα. Από πού το πήραμε το Ντι-Εν-Έι; Να μην τιμήσουμε τη δημοκρατία; Εσύ δε θα ψηφίσεις;»
«Μπα».
«Καλά, μετά έλα παραλία, ρε. Φάση θα ’χει».

Λίγο αεράκι, λίγη θάλασσα. Γαμημένη θάλασσα. Κορμί που ξεβράστηκε. Ο Βασίλης νεύει κάτι απροσδιόριστο.
Στην τηλεόραση διαφημίσεις. Η κορυφαία: ο γυμνός νεαρός με τις σαπουνάδες ορμάει στο τηλέφωνο. Οι προξενήτρες έντρομες.
«Έλα, ρε μαν, τι λέει; Όχι, ρε, τι να ενοχλείς;»
Αποφόρτιση. Πάντα γελάνε. Ξέρουν και τον τύπο που παίζει, γνωστός τους ηθοποιός.
«Μαλάκα μου, σκέφτηκα μια μέρα να το κάνω κι εγώ το ίδιο στο σπίτι. Θα πεθάαανει η γριά», ο Αργύρης.

Γρήγορο γέλιο κι αμέσως μάζεμα. Ο Βασίλης έχει μια στιγμή. Αιμοσφαίριο, τινάζεται. Πάει να πει, αλλά...
Μίλα αφού σκεφτείς, μίλα χωρίς να βγάλεις φωνή, σκέψου πριν μιλήσεις, μίλα πριν σκεφτείς, σκέψου ενώ μιλάς, απλώς σκέψου. Γλώσσα. Την αποκλήρωσε, για τον έξω κόσμο.
Κοιτάζονται. Ύστερα, ξανά το βλέμμα πέρα. Δυο δεκαεννιάχρονοι σ’ ένα μπαλκόνι στον Πειραιά ατενίζουν τη θάλασσα. Δεν περιμένουν τίποτα.