Tuesday, July 5, 2011

Οι 10 αγαπημένες ταινίες (sτον Πανο Μιχαηλ απο τη Lifo)

Οι 10 αγαπημένες ταινίες του Αλέξη Σταμάτη*

Ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης επιλέγει τις 10 αγαπημένες του ταινίες για το noMIRACLES


Το σινεμά είναι μια σύμβαση. Ένα ‘ψέμα’ φτιαγμένο με κομμάτια αλήθειας. Σ’ αυτό το μυθικό διάλειμμα από την πραγματικότητα, από το επίπεδο παραλληλόγραμμο της σκοτεινής αίθουσας εκπέμπονται 24 εικόνες το δευτερόλεπτο, μεταφέροντάς μας σε φανταστικά τοπία εξωτικά και ψυχικά. Πως; Mέσα από επινοημένες ιστορίες άλλων ανθρώπων. Που για ένα δίωρο μας υποδέχονται στον κόσμο τους.

MULHOLLAND DRIVE του David Lynch

Το μότο της ταινίας είναι "A love story in the city of dreams". Προβολές, όνειρα και φαντασιώσεις σε ένα φιλμ που λειτουργεί ως μια κορδέλα του Mobius (Mobius strip).

Μια επιφάνεια χωρίς "προσανατολισμό" χωρίς "αρχή και τέλος" με μια μόνο πλευρά και μονάχα μια συνιστώσα ορίου. Αν ένα μυρμήγκι σερνόταν κατά μήκος της κορδέλας θα επανερχόταν στο σημείο εκκίνησης έχοντας διασχίσει κάθε μέρος της κορδέλας χωρίς να διασταυρωθεί με κάποια γωνία.

Ξαναδείτε τη με αυτό το σχήμα στο νου. (Έργο του Έσερ)

LAST DAYS του Gus Van Sant


Μινιμαλιστικό, σιωπηλό, συνταρακτικό, μοναχικό . Ο Βαν Σαντ συναντά τον Κερτ Κομπέιν λίγο πριν αποχωρήσει για πάντα. Καμία καλλιτεχνική παραχώρηση. Γυμνό και σπαρακτικό. Ένας διαλογισμός για την απομόνωση, το θάνατο και στην απώλεια. Μια ταινία που μιλάει για ένα μεγάλο μουσικό χωρίς να ασχολείται καν με τη μουσική. Η διακόρευση, οι περιφερειακοί ατζέντηδες, η ήττα, η πτήση. Το ύστατο σάβανο του ποιητή.


SYNECDOCHE, NEW YORK του Philip Kaufman


To πιο πειραματικό φιλμ της τελευταίας δεκαετίας. Τόσο πυκνό που θέλει πολλαπλές αναγνώσεις. Ουσιαστικά ένα φιλμικό κείμενο. Μην ξεχνάμε ότι η συνεκδοχή είναι το εκφραστικό-λογοτεχνικό σχήμα κατά το οποίο ένας όρος αντικαθίσταται από έναν άλλο, με τον οποίο βρίσκεται σε σχέση γενικού προς ειδικό ή αντίστροφα. Η πιο συνηθισμένη μορφή συνεκδοχής είναι η χρήση του μέρους αντί για το όλο (pars pro toto) ή του ενός αντί για τους πολλούς. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσει αν «σκάψει» κανείς βαθειά στην ταινία, συνεκδοχή είναι και το αντίστροφο. Από ένα μάστορα της αφήγησης που γυρίζει το περσικό χαλί ανάποδα.


ANTICHRIST του Lars von Trier

*Τα επτά πρώτα λεπτά ΜΟΝΟΝ!

Ίσως η ωραιότερη αρχική σεκάνς στην ιστορία του σινεμά από ένα υπερφίαλο δημιουργό που δυστυχώς το ’χει χάσει σε βαθμό κακουργήματος. Μετά αυτό το μαγευτικό επτάλεπτο, όλο το υπόλοιπο έργο είναι για πέταμα. Μια απέραντη κοινοτοπία. Όμως η αρχή είναι τόσο ωραία που δεν ξέρω γιατί, ο Πέτρος , ο ήρωας του βιβλίου μου «Κυριακή» την βλέπει καρέ καρέ.


YUPI DU του Andriano Celentano


Μια αναρχική κωμωδία της δεκαετίας του 70 που για ένα παράξενο λόγο μας τη συστήνει ο Μάνος, ο ήρωας του θεατρικού μου έργου «Δακρυγόνα» :

Μάνος: Είναι από μια ταινία με τον Αντριάνο Τσελεντάνο… Παλιά, του εβδομήντα… Την είχα δει… σ’ ένα θερινό σινεμά… μόνος μου… Καθόμουν σε μια από αυτές τις πλαστικές καρέκλες και δίπλα μου μια άγνωστη κοπέλα… Δεν τολμούσα να την κοιτάξω. Με την άκρη του ματιού καταλάβαινα ότι ήταν πολύ όμορφη. Φορούσε ένα καρό πουκάμισο και μια γαλάζια φούστα… Οι καρέκλες ήταν δεμένες μεταξύ τους κι είχαμε κάτι σαν κοινό μπράτσο. Είχα ακουμπήσει το χέρι μου κι εκείνη το δικό της…. Και σ’ όλη τη διάρκεια του έργου οι αγκώνες μας πλησίαζαν… Κάποια στιγμή ακούμπησαν… Ήταν σαν ηλεκτρισμός… Ένιωθα το δέρμα της… σαν… σαν να μ’ αγκάλιαζε…


LAST TANGO IN PARI του Bernardo Bertolucci


Ένα έργο που είδα στα 18 μου και για έναν επίσης παράξενο λόγο ένιωσα μεγαλύτερη ταύτιση με τον μεσήλικα παρά με τον νεαρό κινηματογραφιστή (Ζαν Πιέρ Λεό). Είναι μια ταινία με πολλά υπέροχα ελαττώματα.Την έχω αναλύσει οριζοντίως και καθέτως μετά από τις τουλάχιστον 30 φορές που την έχω δει και ξαναδεί. Την έχω επίσης διασκευάσει σε θεατρικό που δεν ανέβηκε στο τσακ (κακούργα MGM που δε μας έδωσες τα δικαιώματα μετά από ένα χρονο αναπάντητα μειλ!).
Μια ταινία με πολλά καλλιτεχνικά αδιέξοδα αλλα ταυτόχρονα ό,τι πιο συγκινητικό έχω δει ποτέ στη ζωη μου. Κάτι που πιστοποιεί πως ο μεγαλύτερος κριτής ενός έργου τέχνης είναι η καρδιά.

ΥΓ: Και φυσικά εδώ υπάρχει η μεγαλύτερη ερμηνεία ηθοποιού στο σινεμά μαζί με αυτήν της Φαλκονέτι στη Ζαν ντ΄Αρκ του Ντράγιερ.
Ο Μπράντο ως Πολ.

SWEET MOVIE» του Dusan Makavejev

Το αναρχικό αριστούργημα του Μακαβέγιεφ είναι μια ταινία-εμπειρία. Η σεξουαλική απελευθέρωση, τα όρια της πολιτικής και προσωπικής ελευθερίας. Η ταινία που ακoλούθησε το περίφημο WR: Mysteries of the Organism .. Πυρετώδης, ερωτική, γκροτέσκα, ποιητική, κωμική. Εμβληματική της πρωτοπορίας του 70. Εδώ υπάρχει και η εκπληκτική σκηνή με το τραγούδι «Τα παιδια κάτω στο κάμπο» του Χατζιδάκι πάνω σε εικόνες της σφαγής του Κατίν.

RUN WILD, RUN FREΕ του Richard C. Sarafian



Πρόκειται για μια «μικρή» ταινία στην όποια πρωταγωνιστεί το παιδάκι που έπαιζε τον Όλιβερ στο ομώνυμο μιούζικαλ, ο Μαρκ Λέστερ. Το θέμα εδώ είναι η σχέση ενός κωφάλαλου αγοριού με ένα άλογο – αλμπίνο με γκρι μπλε μάτια. Δυο μοναχικά πλάσματα στην καρδιά της βρετανικής υπαίθρου. Θυμάμαι, πιτσιρίκι όταν την είχα δει, είχα πλαντάξει στο κλάμα. Δε θα την ξεχάσω ποτέ. Ο Μαρκ Λέστερ εγκατέλειψε το σινεμά σε ηλικία 17 ετών. Πρόσφατα διάβασα ότι φημολογείται πως ήταν δότης σπέρματος σε ένα από τα παιδιά του Μάικλ Τζάκσον, της Paris Katherine Jackson. Εκείνο που υπήρξε σίγουρα ηταν νονός των παιδιών. Ο Μιχάλης πήγε να συνδυάσει Πίτερ Παν και Τσαρλς Ντίκενς.

Bleak House.

TOBBY DAMMIT του Federico Fellini

Μια όχι και τόσο γνώστη μικρού μήκους ταινία του Φελίνι βασισμένη σ ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ο σεξπηρικός ηθοποιός Τόμπι Ντάμιτ συμφωνεί να παίξει σε μια ιταλική ταινία με αμοιβή μια Φεράρι. Αφού βοηθήσει μια κοπελίτσα που έχασε τη μπάλα της ο Ντάμιτ αρχίζει να την βλέπει σε οράματα. Ο Φελίνι βουτάει τον Τέρενς Σταμπ στην κόλαση του θεάματος και του παραδόξου . Ένα φαντασμαγορικό αριστούργημα με μια σχεδόν απόκοσμη ερμηνεία από τον Σταμπ στον καλύτερο ρόλο του μαζί με το “Θεώρημα”. Ο,τι πιο κοντά σε κινηματογραφικό τριπ έχει γυριστεί. Την πρωτοείδα στο κατάλληλο κοντεξτ.



L’ IMPORTANT C’ EST D AIMER του Andrzej Żuławski

Ένα αριστουργηματικό μελόδραμα με μια μεγαλειώδη, σπαρακτική ερμηνεία από τη Ρόμι Σνάιντερ που τσαλακώνεται ως το όριο. Γυμνή, ως το μεδούλι. Το θέμα: O φωτογράφος Fabio Testi ερωτεύεται την Nadine, ατάλαντη ηθοποιό b movies, όταν την παρακολουθεί σε ένα γύρισμα , αποφασίζει να την βοηθήσει και αναλαμβάνει την παραγωγή του Ριχάρδου του ΙΙΙ με τον θίασο ενός ημιτελή καλλιτέχνη που υποδύεται μοναδικά ο Klaus Kinski με όρο να πρωταγωνιστήσει η Nadine . Αξέχαστη φιγούρα και ο μανιοκαταθλιπτικός σύζυγος - clown (Zacques Dutronc) με την αξέχαστη εμμονή στο «χοπ-χοπ –χοπ».
Daniel Bird ( συγγραφέας, για το φιλμ)

"All may be fair in love and war, but here love is filmed as was, with the camera chasing emotionally battered lovers as if it were the D-Day landings."

Wednesday, June 1, 2011

Συνέντευξη στον Μάνο Κανδεράκη- μπλόγκερ (Υπαρκτός Σοιυρεαλισμος)

1) Πες μας λίγα λόγια για τον Αλέξη Σταμάτη

Γεννήθηκα στη Αθήνα, ζω κάτω από Λυκαβηττό, στη Νεάπολη Εξαρχείων, σπούδασα κυρίως Αρχιτεκτονική αλλά και σινεμά. Δούλεψα σαν αρχιτέκτονας και το 1996 τα παράτησα και ασχολήθηκα αποκλειστικά με τη συγγραφή.

2)Θα ήθελα να πιάσουμε ένα σοβαρό κοινωνικό θέμα. Ήσουν αλκοολικός, πώς ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια; Ξεκίνησες να πίνεις για «μαγκιά», ή επειδή είχες επηρεαστεί από την επαναστατικότητα της εποχής ροκ και αλκοόλ;

Από έναν συνδυασμό αυτών των δύο άλλα και από μια ανάγκη να ξεχάσω πράγματα που με είχαν πονέσει. Νόμιζα πως το αλκοόλ ηταν ένας σύντροφος ζωής, μια δύναμη που μου επέτρεπε να εκφραστώ. Δεν είχα καταλάβει πως ηταν ένα ζωτικό ψεύδος και κυρίως ένας ανελέητος δολοφόνος. Όταν μίλησα στην εκπομπή «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη για αυτό το θέμα, από τα μηνύματα που πήρα μετά, επιβεβαίωσα αυτό φανταζόμουν, ότι το πρόβλημα του αλκοολισμού στη χώρα μας είναι μεγάλο, πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι νομίζουμε, απλά ο κόσμος το κρύβει κάτω από το χαλί.

3)Πολλοί μιλάνε για αποποινικοποίηση των μαλακών ναρκωτικών, διότι έτσι θα χτυπηθεί το εμπόριο, αλλά θεωρούν επίσης ότι η μαριχουάνα είναι πιο αγνή από το αλκοόλ, συμφωνείς;


Απολύτως. Δεν το συζητώ. Το αλκοόλ κυρίως, αλλά και το τσιγάρο, είναι σκληρά ναρκωτικά που πωλούνται ελευθέρα. Δεν ξέρω κανέναν που να πέθανε από μαριχουάνα. Από κίρρωση του ήπατος και καρκίνο του πνεύμονος, πέθαναν εκατομμύρια.

4)Πώς ξεκίνησες να γράφεις; Συνήθως για να γράψει κάποιος πρέπει να είναι πιο κλειστός χαρακτήρας, πιο καταθλιπτικός; Διότι με αυτό τον τρόπο εξωτερικεύει αυτά που κρύβει μέσα του. Τί πιστεύεις;


Εδώ δεν συμφωνώ. Είναι λίγο στερεοτύπη αυτή η εικόνα. Δεν είμαστε στην εποχή του μελαγχολικού δημιουργού που αναστοχάζεται μπροστά σε μια λάμπα θυελλης. Ίσα ίσα ένας άνθρωπος που γράφει σήμερα, πρέπει να αφουγκράζεται τον κόσμο, να ζει, να εκφράζεται. Αλλά και δεν υπάρχει «ψυχολογική ρετσέτα» για να γίνεις συγγραφέας. Ξέρω πολλούς συγγράφεις έξω καρδιά και πολλούς από την «άλλη όχθη».

5) Τα πιο σημαντικά πράγματα για να γίνουν γνωστά, πρέπει κάποιος να τα φέρει στην επιφάνεια. Για σένα ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που κατάφερες να φέρεις στην επιφάνεια;


Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή την ερώτηση, είναι από τις πιο σοβαρές που μου έχουν κανει ποτέ. Τόσο, που δεν μπορώ να την απαντήσω. Εάν έχει συμβεί αυτό που λες, τότε θα πρέπει να απευθυνθείς σ’ εκείνον που πιθανόν το ’χει βιώσει, έχοντας διαβάσει κάτι δικό μου.

6)Ανήκεις στην γενιά του ροκ εν ρολ. Έχεις κατορθώσει να ερμηνεύσεις το ροκ; Νιώθεις γενικά ροκ στην καθημερινότητά σου;


Δυστυχώς πολλές είναι οι λέξεις που έχουν χάσει την άξια τους. Κάποτε φερ’ ειπείν μιλάγαμε για μια «αριστερή αισθητική», φράση που πλεον σήμερα είναι για γέλια και εμποροπανήγυρεις. Ή μιλούσαμε για «όραμα», για «όνειρο». Τώρα βλέπεις πρωταγωνιστούν άλλες λέξεις όπως «like», «follow», «share» κλπ. Κι αυτές με χαμένες τις σημασίες τους, από μιαν άλλη οπτική. Όμως όλα τούτα είναι απλά λέξεις, φθαρτά πράγματα. Η ουσία των λέξεων είναι το αποτύπωμα που έχουν μέσα σου. Εάν η λέξη «όνειρο» ακούγεται καρακίτς σήμερα, κάπου μέσα μου υπάρχει εκείνο που εννοούσα στα δεκάξι μου, λέγοντας την. Οσο γι αυτό που τότε ονόμαζα «ροκ» και τώρα μπορεί να το ονομάζω «ξ^κ*χ#β», υπάρχει μέσα μου αναλλοίωτο, υπήρχε και πριν ακόμα γίνω «ροκ». Ευτυχώς δεν το έχω ερμηνεύσει, ούτε αποκωδικοποιήσει, γιατί ότι αποκωδικοποιείται πεθαίνει. Και η καθημερινότητα , αυτό το σκληρότατο πράγμα, αυτός ο κατά συρροή δολοφόνος, αντέχεται μονο με ζωντάνια και δράση.

7)Ας πάμε σε άλλο θέμα. Πολλοί λένε ότι στον άνθρωπο υπάρχει η ανάγκη να πιστεύει κάπου για να παίρνει δύναμη; Εσύ γενικά πιστεύεις στο Θεό; Πώς αντλείς τη δύναμη;


Ένθεος, όχι, δεν είμαι. Δεν μπορώ να πιστέψω κάποιον που είτε επιβραβεύει είτε τιμωρεί. Θα όφειλε ο Θεός να ξέρει πως τα πράγματα είναι αφάνταστα πιο σύμπλοκα. Ο Θεός είναι πλάστιγγα πόνου. Όπως έλεγε και ο Τζον Λένον: God is a concept by which we measure our pain. Αλλά πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη. Γιατί απλά όσα γίνονται ερήμην μου είναι ανωτέρα από μενα. Αυτή η δύναμη όμως είναι αποτέλεσμα συμβάντων. Γεγονότων. Προσωπικά αντλώ δύναμη έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν θα είμαι ποτέ ασφαλής και ότι ο θάνατος δεν είναι γεγονός της ζωής.

8)Εσείς οι συγγραφείς, παρατηρείτε οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας, τα πρόσωπα, τις κινήσεις των περαστικών. Όταν για παράδειγμα κυκλοφορείτε στο κέντρο της Αθήνας, βλέπετε κάτι διαφορετικό στο μάτι του κόσμου; Υπάρχει μια σπίθα για κάτι καλύτερο, ή μήπως έχουμε συμβιβαστεί στην «σήψη» που βιώνουμε;


Φυσικά και υπάρχει μια διαφορετική εικόνα, υπάρχει μια κούραση και μια δυσθυμία, μια κατήφεια. Πάρ’ όλα αυτά, σε οποιαδήποτε άλλη χωρά του κόσμου κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα είχε πολύ χειροτέρα συμπτώματα στον ψυχισμό του πληθυσμού. Αν κάτι καλό έχει ο Έλληνας είναι αυτό. Έχει μια άγνοια κινδύνου και κάτι που δεν είναι ψυχραιμία αλλα «ψυχωφελής απάθεια». Ταυτόχρονα όμως μπορεί αυτό και να ξεσπάσει ανάποδα, στην άλλη όχθη. Μάλλον διπολικοί είμαστε, εντέλει. Και φυσικά η τελευταία εμπειρία στο Σύνταγμα έδειξε ότι όταν υπάρχουν κοινές δράσεις, ψυχολογικά ο Έλληνας μπορεί να δείξει και τον καλό του εαυτό. Η ανθρωπογεωγραφία έχει απ όλα, και μέσα σ’ όλα υπάρχουν και διαμάντια.

9) Ο Νίτσε έχει πει ότι «όλα τα σπουδαία πράγματα στη ζωή γίνονται “παρ’ όλα αυτά”». Στην Ελλάδα, «παρ’ όλα αυτά» που συμβαίνουν τώρα, τι σπουδαίο μπορείς να δεις να έρχεται; Επίσης η γενικότερη κρίση που βιώνει ο κοινωνικός ιστός, αποτελεί έμπνευση να αρχίσεις να γράφεις;


Μεγάλη κουβέντα είναι αυτή. Τεράστια. Όποιος την καταλάβει και την εντάξει στην σημερινή καθημερινότητα θα δει και λίγο φως. Όλα παίζουν, τα πάντα. Κι όσο πιο γρήγορα καταλάβει κανει πώς σκοπός της ζωής δεν είναι η ασφάλεια, δεν είναι να οχυρωθείς ενάντια στο φαντασιακό εχθρό, αλλα να ζήσεις τη μέρα, τότε θα δεις και νόημα πίσω από κάθε τι. Ό,τι κι αν έρθει, είναι σπουδαίο, γιατί θα ’ρθει. Δεν συνεχίζω επίτηδες, γιατί θέλω να κλείσω τη φράση εδώ. Είναι εποχή για φράσεις που δεν κλείνουν όχι για τσιτάτα. Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι εννοώ. Όσο για το δεύτερο σκέλος η κρίση δεν είναι αφορμή για να γράψει κάνεις, γράφεις και υπάρχει και η κρίση. Θα γραφτούν πολλά για αυτά που ζούμε τώρα, όμως έχω την αίσθηση όσα μείνουν θα είναι έκανα που θα βλέπουν το ζήτημα μέσα από τον άνθρωπο. Την τραγωδία και την κωμωδία του κι όχι μέσα από μεγαλεπήβολα σχήματα με κακούς και καλούς η κλέφτες κι αστυνόμους.

10)Πολλοί αναρωτιούνται αν αυτό που ζούμε είναι αληθινή δημοκρατία ή ένα είδος δικτατορίας με δημοκρατικό “φόρεμα”. Τελικά όπως λέει το τραγούδι ζούμε τη δικτατορία του προφανούς ή του αφανούς;


Δεν ζούμε σε δικτατορία φυσικά. Προς θεού. (Όποιου θεού)Εμείς που κάτι ελάχιστα θυμόμαστε από τότε, πρέπει να τονίσουμε ότι όταν μιλάμε για δικτατορία, μιλάμε για κάτι εφιαλτικό και εξευτελιστικό. Αυτή τη στιγμή ζούμε ένα τραγικό αδιέξοδο του κοινωνικοοικονομικού συστήματος παγκοσμίως. Ζούμε τα αποτελέσματα μιας αφόρητης απληστίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος που κατέληξε σε μια πανευρωπαϊκή κρίση χτυπώντας κάθε χωρά ανάλογα την αδυναμία της. Ταυτόχρονα η κρίση αυτή εξέθεσε και τον χειρότερό μας εαυτό που τώρα προσπαθούμε – τουλάχιστον ο κόσμος – να μαζέψουμε. Μέσα από τη δημοκρατία, μέσα από το «όλοι μαζί» πρέπει να το λύσουμε. Όλοι μαζί στην Ευρώπη. Κοιτώντας μπροστά και όχι αναλύοντας ποιος έκανε πότε και τι. Πράξη. Συμβάντα και δράσεις . Αλλα με εξυπνάδα και κυρίως απεμπολώντας επιτέλους το χειρότερο στοιχείο που διαθέτει ο Έλληνας (που είναι άλλωστε κι εκείνο που διαρκώς τον καταστρέφει): τον λαϊκισμό. Ούτε προγονολατρείες, ούτε περασμένα μεγαλεία, ούτε τι έγινε τότε, ούτε κοινοτοπίες ούτε ποδοσφαιρολογίες ούτε χαβαλέ ούτε πατριδοκαπηλίες ούτε μανατζεριλίκια και επικοιωνιακό-δηθενιές από δικτυο- μπροσούρες. Μπροστά. Με δουλειά, εξυπνάδα και υπομονή. Smart action. Το θέμα δεν είναι να πετάς μολότοφ στους εχθρούς σου. Το θέμα είναι να τους δείξεις στην πράξη ότι δεν τους έχεις ανάγκη.

11)Είσαι ένα ιδιαιτέρως ψαγμένο άτομο. Διότι εκτός από μεταπτυχιακά στην Αρχιτεκτονική έχεις κάνει και στον κινηματογράφο στο Λονδίνο. Σκέφτηκες ποτέ να ασχοληθείς με το σινεμά;


Τα σινεμά είναι μια μεγάλη μου αγάπη. Κάποτε μάλιστα ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Δεν τα κατάφερα. Και μάλλον δεν ήμουν γι αυτό. Αλά έχω γράψει ένα σενάριο έχω ασχοληθεί με το θέμα και θα μ’ ενδιέφερε κάποτε να δω κάτι δικό μου στην οθόνη.

12)Κάποιος μεγάλος σκηνοθέτης, μιας και πιάσαμε τα του σινεμά, είχε πει «Καλές ταινίες γίνονται μόνο οι έμμονες ιδέες». Πώς το αντιλαμβάνεσαι αυτό;


Κάθε καλλιτέχνης έχει τις εμμονές του. Εκείνα που τον τρώνε μέσα του. Μπορεί να εκφράζονται κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο , όπως πχ ο Κιούμπρικ που έκανε κάθε ταινία και σε διαφορετικό είδος, αλλα από πίσω υπάρχει το δακτυλικό αποτύπωμα, το στίγμα Κιούμπρικ.

13)Σε μια πολιτικοκοινωνική ερώτηση. Απ’ ότι καταλαβαίνω κάτι θα θυμάσαι από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Γιατί –πλην ορισμένων-όλοι οι αγωνιστές στην ιστορία, συμβιβάζονται μόλις πάρουν λίγο εξουσία και γαντζώνονται στα κόμματα. Θα τολμούσες ποτέ με τη βοήθεια της πένας σου να αγγίξεις ένα τόσο σκληρό θέμα;


Αυτό είναι ένα πολύ άγριο ζήτημα που θίγεις. Ο άνθρωπος είναι ικανός για τα πάντα. Όλα είναι για όλους. Κι εκεί που τεστάρεται περισσότερο, είναι όταν του δώσεις εξουσία. Εκει μπορεί να μετατραπεί από συνειδητό αγωνιστή σε άξεστο κομπιναδόρο, από ηθικό σε ανήθικο. Η ανθρώπινη φύση έχει κάτι τερατώδες μέσα της. Αν το αναγνωρίσω πρώτα σε μένα και το δεχτώ, θα μπορέσω να το αναγνωρίσω και στον άλλο και να κρίνω. Ακόμα και οι «όμορφες» έννοιες δεν είναι τόσο αθώες. Η αγάπη κι η ελευθερία δεν είναι κάτι όλο φρου και αρώματα, είναι κάτι γεμάτο αίμα και φρίκη. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Δεν έχει μαύρο άσπρο, καλό κακό. Εμείς έχουμε την τάση να αποδίδουμε αυτά τα συν και πλην. Τα πρόσημα είναι ένα τέχνασμα. Η φύση δεν έχει συν και πλην. Έχει μόνο επιθυμίες. Και οι μισές είναι καταστροφικές. Έτσι λοιπόν η διαφθορά που είναι πανάρχαιο θέμα, είναι βαθειά ριζωμένη στην ανθρωπινή φύση. Δεν μου κάνει εντύπωση πως κάποιοι «αγωνιστές» τα φαγαν. Όσο ηρωισμό θέλει να παλέψεις εναντίον στην εξουσία, τόσο και πολύ παραπάνω θέλει όταν επικρατήσεις και κάνεις εσύ πια κουμάντο να διατηρηθείς ο ίδιος. Είναι η ιστορία του ανθρώπινου είδους. Είναι τυχαίο ότι οι γονείς κάνουν στα παιδια όσα τους έκαναν οι δικοί τους;

14)Αν και είναι τελείως υποκειμενική ερώτηση. Ποιό είναι το βιβλίο από όλα αυτά που έχεις γράψει που γούσταρες πιο πολύ;


Το τελευταίο : η «Κυριακή». Όχι επειδή είναι το πιο πρόσφατο, άλλα επειδή το αγάπησα πολύ και άφησα τον εαυτό μου εντελώς ελεύθερο.

15)Ετοιμάζεις κάποια νέα δουλειά αυτή την περίοδο;

Η επόμενη δουλειά μου μετά την Κυριακή θα είναι θεατρική. Θα παρουσιαστεί στα μέσα της επόμενης σαιζόν και θα ναι διασκευή ενός μυθιστορήματος μου σε σκηνοθεσία του Άρη Τρουπάκη.

16)Πες ότι σου δίνεται η ευκαιρία να διαλέξεις μια δεκαετία και να μεταφερθείς αυτόματα κεί να ζήσεις. Ποιά θα διάλεγες;


Χωρίς συζήτηση στα σίξτις, αλλα να είμαι είκοσι χρονών!

17)Όταν ήσουν μικρός θα είχες φαντάζομαι όπως όλοι πρότυπα. Ποιά ήταν τα δικά σου, με ποιους ήθελες να μοιάσεις;

Από την παιδική ως την εφηβική ηλικία πρότυπα μου ηταν ποδοσφαιριστές σαν τον Δεληκάρη και τον Τσάρλι Τζορτζ, μουσικοί σαν τον Τζιμ Μορισον και τον Μπομπ Ντίλαν, και λογοτεχνικοί ήρωες από τον Όλιβερ Τουίστ ως τον Αρθούρο Ρεμπώ που τον έβλεπα τότε ως ήρωα μυθιστορήματος.

18)Σου δίνω ένα σπρέι και σου λέω γράψε έναν τοίχο. Ποιό τοίχο θα έβαφες και τι θα έγραφες;


«Όσο πλησιάζω το μέλλον απομακρύνεται». Στο μισοβουλιαγμένα νεοκλασικό απέναντι μου.

19)Τέλος, αγαπημένο γνωμικό ή στίχος;


«Another way to see». Έμιλι Ντίκινσον

http://uparktos-sourealismos.blogspot.com/2011/05/blog-post_2848.html

Monday, May 9, 2011

Συνεντευξη στο in.gr

Αλέξης Σταμάτης: «Η συγγραφή δεν είναι εκτόνωση. Είναι ανεύρεση, ανασκαφή, εξόρυξη»

Ανήσυχο πνεύμα, πολυδιάστατη προσωπικότητα με κυρίαρχο στοιχείο του χαρακτήρα του τη διαρκή «αναζήτηση» και τον διάλογο με τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο. Ο Αλέξης Σταμάτης, βραβευμένος για το συγγραφικό του έργο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μιλά στο in.gr Βιβλίο με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο «Κυριακή».

Συνέντευξη στη Μαίρη Ε. Μπιμπή

Ποιητής, πεζογράφος, σεναριογράφος αλλά και αρχιτέκτων. Ιδιότητες που έχουν ως κοινό στοιχείο τη δημιουργία. Η συγγραφή είναι η δημιουργική «εκτόνωση» του πνεύματος λοιπόν; Μια οδός επικοινωνίας με το κοινωνικό σύνολο;

Η δημιουργία δεν είναι εκτόνωση του πνεύματος, είναι έκφραση, έκλυση του. Ο Walter Wellesley Smith (ένας αθλητικογράφος!) έλεγε πως το γράψιμο δεν είναι και τίποτα. Απλά κάθεσαι στη γραφομηχανή και κόβεις μια φλέβα. Η ουσία είναι πως όλα στη ζωή είναι «προς γραφήν». Και εκείνα που είναι ίσως τα πιο ενδιαφέροντα είναι αυτά που συνήθως μένουν απ' έξω από την «ορατή» καθημερινότητα μας, εκείνα που τους δίνουμε και ιδιαίτερη σημασία. Που τα θεωρούμε δεδομένα. Η συγγραφή είναι ένας άλλος τρόπος να δεις τα πράγματα, εκείνα τα ίδια που μπορείς να περνάς χιλιάδες φορές μπροστά τους - άλλα έρχεται αυτή η έκλαμψη (εκείνη η «επιφάνεια») και τα φωτίζει με άλλο τρόπο. Ίσως αυτός είναι ο δίαυλος με το κοινό. Το ότι του μιλάς για κάτι που ξέρει καλά, άλλα του μιλάς αλλιώς. Βλέπω σε διαφημίσεις συχνά το βιβλίο να συνδέεται με μια «απόδραση» από τον εαυτό, από τη ζωή. Δεν πιστεύω ότι γράφουμε ή διαβάζουμε για να αποδράσουμε από τον κόσμο άλλα για να τον ξαναβρούμε. Γι' αυτό δεν είναι εκτονωτική η διαδικασία. Είναι μια διαδικασία ανεύρεσης, ανασκαφής, εξόρυξης. Γιατί όσο κι αν η σύγχρονη πραγματικότητα προσπαθεί να κάνει τη ζωή μας ένα «πρότζεκτ», έρχεται η τέχνη και της χαλάει τη μαγιά. Επαναφέρει την ταλάντωση της καθημερινότητας. Το αδιανόητό της βάρος. Η ανελέητη καθημερινότητα, που αν σταθείς ένα λεπτό αν την παρατηρήσεις από απόσταση, τα κάνει όλα σμπαράλια. Η συγγραφή θεωρεί πως η παραμικρή ανθρώπινη δραστηριότητα είναι σημαντική. Πως όλοι μας είμαστε ικανοί για όλα και πως αυτή η αιώνια ταλάντευση-ισορροπία του ανθρώπου ανάμεσα στην επικινδυνότητα και την ανάταση, ανάμεσα στο τερατώδες και το ευγενές, είναι ένα τραγούδι που μπορεί να τραγουδιέται για πάντα σε πολλές παραλλαγές και με πολλούς τρόπους.

Βραβευμένος για το έργο σας, σε Ελλάδα και εξωτερικό. Τα βραβεία τι σημαίνουν αλήθεια για έναν πνευματικό δημιουργό; Μήπως λειτουργούν περιοριστικά, ως προς την επιλογή των επόμενων σχεδίων του συγγραφέα;

Ένα βραβείο είναι ένα «εγκώμιο» που σε τιμά. Πάντα έρχεται για κάτι που έχει γίνει πριν. Ένας συγγραφέας βρίσκεται διαρκώς -ή τουλάχιστον προσπαθεί - σε μια θερμοκρασία γέννας, δημιουργίας. Ακόμα και όταν δεν γράφει (ίσως ειδικά τότε). Κι αυτό είναι θέμα ανάγκης, όχι σχεδιασμού. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε ποτέ ένα βραβείο να φρενάρει κάποιον που αντιμετωπίζει τη τέχνη του σοβαρά. Αν δεν σε επιβραβεύει η ιδία η διαδικασία της τέχνης σου, όλα τα βραβεία του κόσμου δεν σου κάνουν τίποτα.

Στο τελευταίο σας βιβλίο, «Κυριακή» (εκδόσεις Καστανιώτη) με αφορμή τις βουλευτικές εκλογές, δύο άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών συναντώνται και μέσα από την κοινή εμπειρία της απώλειας, ανοίγουν «διάλογο». Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο για να αναπτύξετε την ιστορία των δύο ηρώων;

Δεν είναι η μέρα η αφορμή. Η μέρα είναι το «φόντο». Ήθελα το βιβλίο να εκτυλίσσεται μέσα σε περίπου σε 24 ώρες (εντέλει είναι 22), και να μιλάει για το σήμερα. Η συγκεκριμένη ημερομηνία σημασιοδοτεί μια καμπή στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά και όσα συνέβησαν τότε ενείχαν και πολλά «μυθιστορηματικά» στοιχεία, κουβαλούσαν μια θεατρικότητα από μόνα τους. Είμαστε λοιπόν στην Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009: ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Ενώ η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει σε μια νέα φάση της ιστορίας της, ο 19χρονος Βασίλης, που προσπαθεί να καταλάβει γιατί αυτοκτόνησε ο πατέρας του, συναντά τον Πέτρο, έναν μεσήλικα δημοσιογράφο ο οποίος χρόνια πενθεί για την απώλεια της γυναίκας του. Αυτή η συνθήκη πυροδότησε πολλά ζητήματα. Μου έδειξε πολλές πόρτες. Κάποιες από αυτές τις άνοιξα.
Ο Τολστόι ξεκινά το «Πόλεμος και Ειρήνη» με την περίφημη φράση: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο». Στην «Κυριακή» υπάρχουν δυο δυστυχισμένες οικογένειες , του Βασίλη και του Πέτρου, που κινούνται μέσα σε μια άλλη: την Ελλάδα. Η κάθε μια βιώνει και τη δική της δυστυχία, ωστόσο υπάρχουν και μερικά κοινά στοιχειά που τις συνιστούν: προδοσία, διάψευση, μιζέρια. Όλοι προσπαθούν να βγουν από αυτό τον κλοιό, να βρουν τη λύση. Να κοιτάξουν γύρω και μέσα τους. Όμως η ευτυχία, όπως λέει ο Μπέντζαμιν, είναι η επίγνωση του εαυτού σου δίχως φόβο. Ακούγεται ωραίο αλλά είναι τερατωδώς δύσκολο σε μια κοινωνία που όχι μόνο τον δημιουργεί αλλά και τον επικαλείται ως εργαλείο έλεγχου.

Γενικά τα κοινωνικά τεκταινόμενα, σας δίνουν αφορμή για να πλάσετε ιστορίες που έχουν απήχηση στο αναγνωστικό κοινό ή οι ιδέες σας θέλετε να εντάσσονται σε κοινωνικά πλαίσια, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να σχετιστεί μαζί τους ευκολότερα;

Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν διαχωρισμοί «κοινωνικού φόντου» και ιδεών. Η διαδικασία της γραφής δεν εμπίπτει σε τέτοιου είδους συντεταγμένες. Επίσης δεν νομίζω ότι μυθιστορήματα γράφονται με, ή, για ιδέες. Και κάτι, άλλο όταν γράφω, δεν νιώθω την παρουσία του αναγνώστη. Εάν, κατά τη συγγραφή, υπάρχει «κάτι» που παρεμβάλλεται μεταξύ δημιουργού και του γραπτού του είναι μια «δύναμη».
Ένα «πλάσμα» που κάθεται στον ωμό σου και σε παρακολουθεί. Αυτή η «δύναμη» είναι κάτι πολύ μύχιο, ανεξήγητο και άρρητο. Δεν προσωποποιείται. Είσαι λοιπόν μπροστά στο λευκό χαρτί ή την άδεια οθόνη. Η γέννα μιας ιστορίας είναι πολύ ιδιαίτερη υπόθεση. Υπάρχει μια σιωπή που ξαφνικά ξεσπάει. Κι αυτό που βγαίνει δεν είναι φωνή. Είναι μίμηση φωνής, είναι η κατασκευή μιας λέξης, μιας φράσης, είναι η περιγραφή ενός πράγματος που δεν υπήρχε πριν και τώρα εμφανίζεται.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γεννήθηκε μέσα από έναν χαρακτήρα: ένα παιδί 19 χρονών. Από εκείνα που μιλάνε με τρεις φράσεις: «Έλα ρε μαν», «τα πήρα στο κρανίο»… Ήθελα να τον γνωρίσω. Σκέφτηκα τι άραγε θα συνέβαινε στο μυαλό του. Με πόσες χιλιάδες λέξεις, εικόνες θα εκφραζόταν εκεί μέσα... Είπα, τι θα γινόταν άραγε άμα έβαζα μια «αφηγηματική» κάμερα στο νου του; Και την τοποθέτησα. Προέκυψαν πολλά και αναπάντεχα. Ήταν μια μεγάλη έκπληξη ακόμα και για μένα που το έγραφα. Ο Βασίλης είχε να πει τελικά πολλά, πάρα πολλά.

Ο παράγων «αναγνώστης» και η επαφή μαζί του σε πραγματικό χρόνο, κατά τη διάρκεια βιβλιοπαρουσιάσεων και άλλων σχετικών εκδηλώσεων, πώς επιδρά πάνω σας; Έχετε βιώσει έκπληξη ή απογοήτευση; Οι συζητήσεις με τους αναγνώστες αποτέλεσαν αφορμή για συγγραφικά εγχειρήματα;

Οι παρουσιάσεις που θεωρώ πως έχουν νόημα είναι εκείνες όπου υπάρχει μια διαδραστικότητα ανάμεσα στο κοινό και στον συγγραφέα. Όταν δεν είναι μια ξέρη παράθεση, μια προκαθορισμένη τελετουργία, μια συνάθροιση που δεν «πλουτίζει» ούτε τον ένα ούτε τον άλλο. Απογοήτευση, όχι, δεν έχω βιώσει, ακόμα και μια φορά που θυμάμαι πως ήταν τρία άτομα στο κοινό κι ήμασταν δυο οι παρουσιαστές. Ήταν από τις πιο όμορφες εκδηλώσεις που έκανα ποτέ. Οι συζητήσεις με τους αναγνώστες έχουν υπάρξει πολύ χρήσιμες, ιδίως εκείνες όπου μου είχε ασκηθεί καλοπροαίρετη, πλην σκληρή κριτική για το βιβλίο, για το έργο, που είναι και το μόνο που ενδιαφέρει σε αυτή τη σχέση αναγνώστη-συγγραφέα.

Τον τελευταίο καιρό, φαντάζομαι έχετε ακούσει για την συζήτηση που γίνεται για τα ψηφιακά βιβλία. Είναι η νέα τάση στον εκδοτικό χώρο και απ' ότι φαίνεται κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα. Ως «παραγωγός» πνευματικού περιεχομένου, τί άποψη έχετε επί του θέματος; Το βιβλίο πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να γίνει προσιτό στον αναγνώστη μέσω της τεχνολογικής εξέλιξης ή να διατηρήσει τη μορφή που έχει;

Ο πολιτισμός συνδιαμορφώνεται με την κοινωνία. Γεννιέται μέσα από αυτήν. Οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι προϊόντα ανθρωπινού μόχθου και ευφυΐας. Ο Γουτεμβέργιος με την εφεύρεσή του έδωσε στους «παραγωγούς πνευματικού περιεχομένου» ( στους δημιουργούς) ένα σετ εργαλείων για να επικοινωνήσουν μαζικά το έργο τους σε αυτή τη «συσκευασία» που ονομάστηκε «βιβλίο». Το διαδίκτυο μας προσφέρει ένα νέο σετ εργαλείων όπου καθιστά αυτή την επικοινωνία μαζική σε ευρύτατο επίπεδο, που την κάνει άμεση και αμφίδρομη. Ο δημιουργός έχει τη δυνατότητα να επιλέξει το σετ εργαλείων που θα του επιτρέψει να εκφραστεί καλύτερα και θα επιτρέπει τον αποδέκτη του έργου του να το προσλάβει και να το απολαύσει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο.
Μια παρένθεση εδώ (στην κυριολεξία). Ο καθηγητής Τομ Πετίτ έχει αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα θεωρία: ότι επί 500 χρόνια ζούσαμε σε μια «Γουτεμβέργεια παρένθεση» (οι αγκύλες εξ άλλου προϊόντα της εποχής της τυπογραφίας είναι), την παρένθεση του τυπωμένου λόγου. Θεωρεί πως στην ιστορία της επικοινωνίας, αυτοί οι πέντε αιώνες είναι μια διακοπή. Και ότι πλέον η παρένθεση κλείνει, μια και η αναδυομένη ψηφιακή μας εποχή μας γυρίζει πίσω σε πολύ πιο «ανοιχτούς» τρόπους σκέψης, επικοινωνίας και έκφρασης που ίσχυαν για αιώνες στην κοινωνία. Μια επικοινωνία περισσότερο άμεση, περισσότερο «προφορική».
Η «παρένθεση», λέει ο Πετιτ, στρίμωξε τις λέξεις σε γραμμές, τις διέταξε σε ίδιο ύψος, δημιούργησε κειμενικά μπλοκ, τα κύκλωσε με περιθώρια, τοποθέτησε τις λέξεις σε σελίδες, τι έδεσε, τις «πλάκωσε» ανάμεσα σε οπισθόφυλλο και εξώφυλλο. Οι λέξεις μπήκαν σε αυτά τα «κοντέινερ», από μια τεχνολογία που ονομάστηκε Press, το ίδιο μηχάνημα που παλιότερα χρησιμοποιούταν για να βγάλει υγρό από ελιές και φρούτα: την πρέσα. Οι λέξεις αιχμαλωτίστηκαν, βιάστηκαν, φυλακιστήκαν σε φετιχιστικές φόρμες, έχασαν την παλιά τους ρευστότητα. Αλλά δεν ήταν μόνο οι λέξεις. Και οι ζωγραφιές απέκτησαν κάδρα, τα θεατρικά έργα -που παλιά ήταν «ελαστικά», άλλαζαν, προσαρμόζονταν ανάλογα με την εποχή και το χώρο που παίζονταν-, εγκλωβίστηκαν σε σκηνές, οι σκηνές σε θέατρα, οι μουσικές σε χώρους συναυλιών, η πλοήγηση πρεσαρίστηκε σε χάρτες. Ο Πετίτ το τράβηξε βέβαια ακόμη πιο πολύ: ακόμα και ο άνθρωποι μπήκαν σε κουτάκια, κατηγοριοποιήθηκαν σε φυλές, γένη, έθνη. Καμία σχέση δηλ. με τη Μεσαιωνική σκέψη που ήταν «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε» μια και χώριζε τους ανθρώπους σε τρία γένη: άντρες γυναίκες και ερμαφρόδιτους. Στην ουσία δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά από άνθρωπο και ζώο, από άνθρωπο και μηχανή: τα όρια επικαλύπτονταν. Φαίνεται πως το Cyborg είχε σκάσει μύτη από τον Μεσαίωνα κιόλας.
Όλα αυτά φυσικά ακούγονται λίγο υπερβολικά. Το βιβλίο, ο πίνακας, η σκηνή, είναι πανέξυπνα ανθρώπινα τεχνουργήματα και πιστεύω πως, όσον αφορά το βιβλίο τουλάχιστον, για πολλά χρόνια ακόμα θα συνυπάρχει αρμονικά με τη ψηφιακή του εκδοχή.
Τώρα, όσον αφορά στον άνθρωπο, το «σετ εργαλείων κατάλληλων για τη ζωή» ακόμα το ψάχνει και θα το ψάχνει αιώνια.

Πως θα αντιμετωπίζατε την πρόταση για την συγγραφή ενός βιβλίου που θα κυκλοφορούσε μόνο σε ψηφιακή μορφή; Θα μπαίνατε στον πειρασμό να το τολμήσετε; Και ποιο θα ήταν άραγε το θέμα που θα επιλέγατε να γράψετε;

Δεν ξέρω ακόμα. Είναι ίσως νωρίς για μια τέτοια συζήτηση. Στο βαθμό που το ίδιο το ψηφιακό μέσο δημιουργούσε τη δυνατότητα μιας νέας αφήγησης θα είχε ενδιαφέρον να πειραματιστεί κανείς με αυτή. Επίσης πρέπει να σκεφτούμε σε ποιο βαθμό η συμμετοχή του αναγνώστη στο ψηφιακό συμπάν αλλάζει την προσληπτικότητα του. Πάρτε για παράδειγμα τη χρήση της Google. Το γεγονός ότι μας κάνει να σκεφτόμαστε με ερωτήσεις, είναι άραγε περιοριστικό; Αλλάζει άραγε τη σκέψη μας και τον τρόπο που εισπράττουμε την αφήγηση; Πολύ πιθανόν.
Το μέσον είναι το μήνυμα, το ξέρουμε. Ισχύει άραγε και για το δημιουργό; Ο Νίτσε αναφέρει πως έγραφε εντελώς διαφορετικά όταν χρησιμοποιούσε την πένα του και αλλιώς όταν χρησιμοποιούσε γραφομηχανή για να περιορίσει τις ημικρανίες του. Κάποιες προσπάθειας για νέες αφηγήσεις που «χρησιμοποιούν» οργανικά το ίδιο το μέσον, οι όποιες έχουν ήδη επιχειρηθεί, δεν μπορώ να πω ότι με έχουν ικανοποιήσει ως αναγνώστη. Πιθανόν λοιπόν το θέμα που θα επέλεγα σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν μια ιστορία για έναν συγγραφέα ο όποιος, χρόνια «χάρτινος», προσπαθεί να γράψει «ψηφιακά». Φυσικά, θα το έγραφα χρησιμοποιώντας την μόνη υπόσταση που μπορεί να έχει ένας συγγραφέας, η όποια είναι η αφόρητα ανθρώπινη…

Κι από τα υποθετικά σενάρια στα αληθινά. Ποιο είναι το επόμενο πνευματικό εγχείρημά σας;

Θα είναι ένα θεατρικό έργο που θα βασίζεται πάνω σε ένα παλιό μου μυθιστόρημα. Η σκηνοθεσία θα είναι του Άρη Τρουπάκη. Ακόμα βρισκόμαστε στο πολύ αρχικό στάδιο του εγχειρήματος.

Tuesday, March 15, 2011

Προδημοσίευση: "Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης

Προδημοσίευση: "Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης, (Καστανιώτης) απο το Protagon


Ο συγγραφέας για το βιβλίο του:
«Ολόκληρο το βιβλίο εκτυλίσσεται σε μια μέρα, την Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009, ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Ενώ η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει σε μια νέα φάση της ιστορίας της, ο Βασίλης, ένας δεκαεννιάχρονος που προσπαθεί να καταλάβει γιατί αυτοκτόνησε ο πατέρας του συναντά τον Πέτρο, έναν μεσήλικα δημοσιογράφο ο όποιος πενθεί για χρόνια τη γυναίκα του. Θα περάσουν δεκατέσσερις ώρες μαζί.

Στην «Κυριακή» έχουμε ένα δίπολο – δυο χαρακτήρες φαινομενικά εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους. Τι σχέση μπορεί να έχει ένα παράξενο παιδί που μιλάει με δέκα φράσεις και σκέφτεται με χιλιάδες, με έναν παραιτημένο άνθρωπο που γραφεί καθημερινά σελίδες επί σελίδων; Απ’ ότι αποδεικνύεται όμως, πολλά μπορούν να τους συνδέουν. Ενώ γύρω τους οι πολιτικές εξελίξεις τρέχουν, οι δυο τους εμπλέκονται σε μια σκοτεινή ιστορία η οποία αντανακλά και την επερχομένη κρίση. Μέσα σε λίγες ώρες, μέχρι να ανακοινωθούν τα τελικά αποτελέσματα, όσα έχουν προλάβει να βιώσουν θα έχουν αλλάξει για πάντα τις ζωές τους. Μπορεί στο φόντο της ιστορίας να συμβαίνουν γεγονότα που τάραξαν τις ζωές όλων μας, ωστόσο το βιβλίο εστιάζει στο προσωπικό δράμα, στη τραγωδία του κάθε προσώπου που είναι και ο καθρέφτης της ανθρώπινης φύσης».


Προδημοσίευση:

Οι μέσα λέξεις

Φρέσκο δροσερό αεράκι απ’ την μπαλκονόπορτα, νευρικές ξενικές φωνές απ’ την απέναντι οικοδομή, πρωινές αδιαμόρφωτες σκιές. Στενές μεταπολεμικές πολυκατοικίες, σκυρόδεμα, μεταγενέστερο αλουμίνιο, η ώρα του κομπρεσέρ, βαθιά ανάσα, ένα σφίξιμο – χαμηλό ποσοστό προσμονής, το ράβε ξήλωνε της μέρας. Βλέπει το πρώτο γκολ του Θρύλου στο YouTube. Χθες το ’δε ζωντανά στη Λειβαδιά. Λεβαδειακός – Ολυμπιακός 0-3. Ένας απ’ τους 4.936 θεατές. Μήτρογλου, Στολτίδης, Όσκαρ Γκονζάλες και μέσα. Αλλά ο Βασίλης το βλέπει ξανά.

Και γαμώ τα γκολ, χορογραφία!
07:58. Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009: η επέτειος. Ένας χρόνος αφότου έφυγε ο πατέρας του. Ο φίλος του ο Αργύρης κοιμάται ακόμα, στρωματσάδα στο πάτωμα. Ο Βασίλης πάει στο μπάνιο. Γρήγορο ντους, λούσιμο. Αφήνει τα μακριά μαλλιά του νωπά, να στεγνώσουν μόνα τους – δεν τα ’χει κόψει εδώ κι ένα χρόνο. Ενάμιση πόντο το μήνα – δεκαοχτώ πόντους πιο μακριά. Πριν, κοντό μαλλί, αραιό μουσάκι, άλλος άνθρωπος.

Στο μπάνιο, κουρτίνα με ελεφαντάκια, πολλά ελεφαντάκια – φλύαρη κουρτίνα, μικροαστική, μπεμπεδίστικη· πέντε ευρώ, απ’ τη Λαϊκή. Καθρέφτης, ξυρίζεται. Η ρωγμή διπλασιάζει το αριστερό μάγουλο· διπλασιάζεται κι η μεγάλη ελιά. Βγαίνει με την πετσέτα στη μέση. Έχουν περάσει δεκατρία λεπτά. Κοφτή ματιά στη μάνα του. Εκείνη ανταποδίδει. Άλλης τάξεως αυτή, μάνας κοφτή ματιά. Δεν της άρεσε που πήγε Λειβαδιά μια μέρα πριν κι ούτε που θέλει να πάει μόνος του στο «Πρώτο». Θα πάει κι εκείνη στο νεκροταφείο, όμως αργότερα. Βλέποντας την να ετοιμάζει πρωινό, θυμάται τους τίτλους αρχής του «Ντέξτερ». Το αγαπημένο του σίριαλ, με πρωταγωνιστή έναν σίριαλ κίλερ. Παίρνει μόνο τους καφέδες.

Μέρα, μαλάκα, μια νέα μέρα, «η» μέρα. Ο Βασίλης και η νέα του μέρα. Πίσω στο δωμάτιο ανάβει τηλεόραση, ο ήχος χαμηλά: «Από την ανατολή του ηλίου, οι κάλπες έχουν ανοίξει σε όλη τη χώρα». Παράλληλα, μπαίνει στο Facebook. Στο προφίλ
του η φωτογραφία του, γυρισμένος πλάτη. Inbox. Γρήγορη απάντηση στον Τάκη: Fuck them. Min xanapas & ti egine mia zoi tsibukia sti limni me ta piranhas. Αιτήσεις φιλίας: Μηδέν. Πρόσκληση από γκρουπ «Είσαι Έλληνας; Γράφε Ελληνικά». Κλικ στο Ignore. YouTube
ξανά, επιλέγει τραγούδι: Porcupine Tree: Το αγαπημένο του συγκρότημα. «Sunlight coming through the haze / No gaps in the blinds / To let it inside». Μια βόλτα απ’ το σάιτ τηςΜπε-Εμ-Βε. Νέο μοντέλο, γαμάτο.

Σηκώνεται, σκουντάει το φίλο του απαλά, όπως θα ’θελε να του κάνει κι εκείνος. Αν κοιμόταν.

Ξύπνα, ρε».
Στροφή ενενήντα μοιρών, άνοιγμα ματιών, κοιτάζονται.
«Γαμώ το!» λέει ο Αργύρης.
Δροσερή αύρα, βλέμμα προς το μπαλκόνι. Στο βάθος, η θάλασσα. Νερό, αέρας, μπετόν, φραπέ στοιχείων και υλικών. Ο νες πλέον στο χέρι του Αργύρη. Διά χειρός μητρός Βασίλη.
Εκείνος έχει ήδη τον δικό του μπροστά στον υπολογιστή. Replay ο Όσκαρ. Κοφτή (τρίτης τάξεως) ματιά Αργύρη.
«Ρε μαλάκα, ήταν γκολάρα».
Το είδαν ζωντανά. Το ξαναβλέπουν. Ποδόσφαιρο, αφηγηματικός θησαυρός.
Ίσως θα ’πρεπε να ’ταν μπάσκετ. Τριαδική εκτελεστική αρχή (διαιτητές), βλοσυρή γραμματεία που σημειώνει τα πάντα κι επεμβαίνει στα πιο σουρεαλιστικά σημεία, μαζορέτες και διαφημιστικό αερόστατο που πετάει στο ΟΑΚΑ στα διαλείμματα των αγώνων του Παναθηναϊκού. Αλλά τα παιδιά προτιμούν ποδόσφαιρο. Κι είναι Ολυμπιακοί. Φτάνει, φτάνει, πίσω. Σ’ αυτούς. Όποιος μιλάει, μόνο εκείνος είναι παρών. Αλλιώς, ποινές στα δάχτυλα.

«Κερδίσαμε παίκτη», χαρίζει φράση ο Βασίλης.
«Μαλακίες, θα φάμε στη μάπα τον άμπαλο τον Όσκαρ.
Για ένα κωλογκόλ. Σου ’πα, η ενδεκάδα πρέπει να βγαίνει με δημοσκόπηση στο Ίντερνετ».
Το μέλλον του αθλήματος: συμμετοχικό, δημοψηφικό.

Ο Βασίλης ρουφάει τον υπόλοιπο καφέ. Έτσι, δυο γουλιές ο νες. Κάποτε τον έπινε σλόου μόσιον. Όταν ο χρόνος ήταν χρόνος. «Als das Kind Kind war». Όταν το παιδί ήταν παιδί. Με τα χέρια του ν’ ανεμίζουν, ήθελε το ρυάκι να ’ναι ποτάμι, το ποτάμι ρέμα και το ρέμα θάλασσα. Θάλασσα. Ρουφήχτρα. Και να την βλέπει κάθε μέρα.
«Γαμώτο, το κεφάλι μου πονάει! Εσύ πότε σηκώθηκες;»
«Νωρίς, πεντέμισι».
Ψέματα. Άυπνος, σχεδόν κάθε βράδυ.
«Ρε εσύ, δε σου ’πα να το βγάλεις; Σαν γκόμενα είσαι».
Ο λόγος για σκουλαρίκι Βασίλη. Στον αφαλό. Ενδιαφέρουσα συνύπαρξη με σταυρό στο λαιμό. Ο σταυρός συναισθηματικό κατάλοιπο (σουβενίρ του πατέρα), το σκουλαρίκι στάση. Εκείνος δεν απαντάει. Ο Αργύρης μαζεύεται. Ξέρει και δεν επιμένει.

Ο Αργύρης δε φοράει σκουλαρίκια, δεν έχει τατουάζ. Άλλη βιογραφία αυτός, ξηράς, ορθόδοξο αρσενικό. Επωάζεται ο άντρας. Ανάβουν τσιγάρο· νικοτίνη, καφεΐνη, καλημέρα.
Ο Αργύρης τσιμπάει ένα κομμάτι απ’ τη χθεσινή πίτσα. Σαν αρπακτικό. Η μάνα του Βασίλη σκάει μύτη μ’ ένα δίσκο με πρωινό.
Όχι θα την γλύτωνα. Δε γουστάρει σπιτικό φαΐ, φαγητό για τον Βασίλη είναι
τα Μακ Ντόναλντς και η Πίτσα Φαν. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Συστημική τροφή, επί του πιεστηρίου.

«Δε θέλουμε», της λέει κι αρπάζει κι αυτός ένα κομμάτι ενισχύοντας την άρνηση.
Απόσυρση μάνας με βλέμμα πρώτης τάξεως. Φσσστ!

Πίσω στο διατροφικό εργαστήριο. Στο κανάλι, το πρώτο λινκ με τμήμα. Ψηφίζει ένας υπουργός. Διακρίνονται τα τηλεοπτικά συνεργεία.

Μάπα πλάνο. Τα δικό μου θα ’ναι καλύτερο.
«Τέτοιες μαλακίες θα τραβήξεις στο εκλογικό κέντρο;» ο Αργύρης.
Δεν απαντάει.
«Εσύ έχεις τον δικό μας, ε;»
Ναι, έχει να τραβήξει τον «δικό» του. Τον ποδοσφαιριστή που βάζει για βουλευτής. Εκείνον του έχουν αναθέσει.
«Τουλάχιστον, αυτός είναι πατριώτης», λέει ο Αργύρης με ύφος. «Όλοι οι άλλοι είναι ταπαίρνογλου. Ελλάδα, ρε! Γαμάμε τα κουμμούνια, μετά τους Αλβανούς κι ύστερα φύγαμε για Κόκκινη Μηλιά».

Μικρό νεύμα Βασίλη, όχι συναινετικό ούτε και σχόλιο, όμως. Δε γουστάρει τα πολιτικά, αλλά δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι αυτούς τους συγκεκριμένους τους σιχαίνεται. Εξάλλου, δεν έχει ιδέα τι είναι η Κόκκινη Μηλιά – όχι ότι κι ο φίλος του βέβαια γνωρίζει πως η δανεική ατάκα αναφέρεται στο μυθικό τόπο εκδίωξης των Τούρκων.

«Πλάκα κάνω, ρε μαν», συνεχίζει ο Αργύρης. «Την τύφλα του δεν ξέρει ακόμα. Απ’ την προπόνηση τον πήρανε. Να τους μάθει μπάλα στη Βουλή. Εθνικός σέντερ μπακ,
χα χα!»
Ο Βασίλης κοιτάζει λοξά τον ουρανό. Καλή μέρα. Καλή πατρίδα. Πατριώτης. Μια κόρνα σχολιάζει. Καλή πατρίδα.
Η πατρίδα που όλοι ονειρευόμαστε.

Βγαίνουν στο μπαλκονάκι. Πέρα, η θάλασσα. Μόλις ένα χρόνο πριν, βουτούσε, ελεύθερη κατάδυση, είχε κάνει μαθήματα, μέχρι δεκαεφτά μέτρα βάθος είχε φτάσει. Τότε.

«Για μπάνιο είναι, λέω να πάω, έλα να με βρεις μετά, σε καμιά ώρα δε θα ’χεις τελειώσει;» ο Αργύρης. Δεν παίρνει απάντηση, δεν έχει πρόβλημα. Όμως, συνε-
χίζει, πάντα στο διάλογό τους, ογδόντα τοις εκατό κατοχή Αργύρης.
«Εμείς και οι συνταξιούχοι μόνο κάνουμε μπάνιο αυτή την εποχή. Ρε μαν, το καλοκαίρι τα ’χασες τα μπάνια και...»
Τον βλέπει τον Βασίλη που κοιτάζει τη θάλασσα κι είναι αλλού. Κάτι πιάνει απ’ τη λειτουργία των συνειρμών. Στρίβει πάλι.
«Μαλάκα, τα μάτια σου είναι χάλια. Μπάφο έκανες;» ο Αργύρης ο Τίγρης.
«Δεν κοιμήθηκα».
Ούτε και ξέρει γιατί λέει την αλήθεια.
«Καύλες, ρε Ξυράφι;»
Καύλες; Σκέψεις και σκέψεις και...
«Ρε εσύ, η μάνα σου κάτι έχει».
«Μπα, έτσι είναι».
«Όχι, κάτι έχει. Μην την φτύνεις έτσι. Ρισπέκτ. Σήμερα δεν είναι που...»
Σήμερα είναι, ναι. Πριν από ένα χρόνο ακριβώς τον έχασε. Κοφτό βλέμμα, πρώτης τάξεως. Ξυράφι, σαν το παρατσούκλι του. Οπισθοχώρηση Αργύρη. Τα εσκαμμένα, μην περνάς τα εσκαμμένα.
«Δε πειράζει, ρε μαν, το πήρες σαν να σου ’παιξα πουστιά, αλλά εγώ το εννοούσα αλλιώς, ρε...»
Παύση.
«Σόρι, ρε χόμο».

Συγγνώμη σιωπηλά δεκτή. Η πίτσα τελείωσε. Ο υπουργός ψήφισε.
«Να πάω κι εγώ να το ρίξω το γαμημένο», ο Αργύρης.
«Θα πας, ε;»
«Πατριώτης ρε εσύ, πατρίδα. Από πού το πήραμε το Ντι-Εν-Έι; Να μην τιμήσουμε τη δημοκρατία; Εσύ δε θα ψηφίσεις;»
«Μπα».
«Καλά, μετά έλα παραλία, ρε. Φάση θα ’χει».

Λίγο αεράκι, λίγη θάλασσα. Γαμημένη θάλασσα. Κορμί που ξεβράστηκε. Ο Βασίλης νεύει κάτι απροσδιόριστο.
Στην τηλεόραση διαφημίσεις. Η κορυφαία: ο γυμνός νεαρός με τις σαπουνάδες ορμάει στο τηλέφωνο. Οι προξενήτρες έντρομες.
«Έλα, ρε μαν, τι λέει; Όχι, ρε, τι να ενοχλείς;»
Αποφόρτιση. Πάντα γελάνε. Ξέρουν και τον τύπο που παίζει, γνωστός τους ηθοποιός.
«Μαλάκα μου, σκέφτηκα μια μέρα να το κάνω κι εγώ το ίδιο στο σπίτι. Θα πεθάαανει η γριά», ο Αργύρης.

Γρήγορο γέλιο κι αμέσως μάζεμα. Ο Βασίλης έχει μια στιγμή. Αιμοσφαίριο, τινάζεται. Πάει να πει, αλλά...
Μίλα αφού σκεφτείς, μίλα χωρίς να βγάλεις φωνή, σκέψου πριν μιλήσεις, μίλα πριν σκεφτείς, σκέψου ενώ μιλάς, απλώς σκέψου. Γλώσσα. Την αποκλήρωσε, για τον έξω κόσμο.
Κοιτάζονται. Ύστερα, ξανά το βλέμμα πέρα. Δυο δεκαεννιάχρονοι σ’ ένα μπαλκόνι στον Πειραιά ατενίζουν τη θάλασσα. Δεν περιμένουν τίποτα.

Thursday, March 10, 2011

Προέγκριση πόνου: η απάνθρωπη νομοθεσία του ΤΣΜΕΔΕ

Προέγκριση πόνου: η απάνθρωπη νομοθεσία του ΤΣΜΕΔΕ

Το ΤΣΜΕΔΕ είναι το ασφαλιστικό μου ταμείο στο όποιο είμαι υποχρεωμένος να πληρώνω ούτε λίγο ούτε πολύ 4.300 ευρώ ετησίως. Την προηγούμενη Τριτη 1η Μάρτιου μετά από ένα πέσιμο είχα αφόρητους πόνους στην αριστερή ωμοπλάτη. Πήγα σε νοσοκομείο που είναι συμβεβλημένο με το ΤΣΜΕΔΕ και ο γιατρός μου ζήτησε να κάνω μαγνητική τομογραφία. Την έκανα (στοίχησε 240 ευρώ) , με το σκεπτικό ότι, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν, ισχύει η εξής λογική διαδικασία: Πληρώνω την μαγνητική, καταθέτω τα χαρτιά μου στο ΤΣΜΕΔΕ (γνωμάτευση ιατρού, αποτέλεσμα μαγνητικής και τιμολόγιο) και το ΤΣΜΕΔΕ εγκρίνει το ποσό που δικαιούμαι. Όπερ και εγένετο. Το αποτέλεσμα βγήκε αμέσως ο γιατρός είδε τι έχω και μου συνέστησε την ανάλογη θεραπεία. Και την Τριτη 8 Μαρτίου μετά την Καθαρά Δευτέρα, πρωί πρωί ήμουν στο ταμείο για να καταθέσω τη μαγνητική.

Εκεί μου δηλώθηκε ότι δεν μπορώ να πάρω πίσω ούτε ένα ευρώ μια και έπρεπε να είχα πάει πριν για προέγκριση βάση του Νομού… Τους εξήγησα κατ αρχάς ότι δεν ήμουν ενήμερος γι’ αυτό. Έπρεπε να το ξέρετε, μου λένε, δημοσιεύτηκε στο Ίντερνετ.

Συνεχίζω με το δεύτερο και ουσιαστικότερο επιχείρημα ότι εκείνη την μέρα και ώρα στο νοσοκομείο, αφενός βρισκόμουν σε άγριο πόνο και αφετέρου το ΤΣΜΕΔΕ ήταν κλειστό. Επίσης η μαγνητική ηταν απαραίτητη εκείνη τη στιγμή γα να δούμε τι ακριβώς είχα και δεν θα μπορούσα να περιμένω ουσιαστικά 2 μέρες μέσα σε πόνους μέχρι να καταλάβει ο γιατρός τι συμβαίνει (εντελει αποδείχτηκε ότι υπήρξε ρήξη τένοντα). Επαναλαμβάνω, ότι η πρακτική παλιά ηταν (απόλυτα λογική) ότι την μαγνητική τη πληρώνει ο ασφαλιζόμενος και μετά αποζημιώνεται.

Οι υπάλληλοι του ΤΣΜΕΔΕ, οι οποίοι φυσικά δεν φταίνε, σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Προς τιμήν τους κάποιοι συμφωνήσαν με την απορία μου στην παρανοϊκή αυτή πρακτική. Προσπάθησα να βρω κάποιον αρμόδιο να καταθέσω το εύλογο ερώτημα μου : πως είναι δυνατόν να υπάρχει νομοθεσία που να υποχρεώνει έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε πόνο, είναι μόνος του και είναι ανάγκη να κάνει μια υπέραναγκαία εξέταση για να δει ο γιατρός άμεσα τι του συμβαίνει, τι είδους σαδιστική νομοθεσία είναι αυτή που τον αναγκάζει να ξεχάσει αφόρητους πόνους, να αφήσει εκείνη τη στιγμή γιατρούς και εξετάσεις και ένα κρίσιμο 48ωρο θεραπείας και να στηθεί σε μια ουρά στην Κολοκοτρώνη. (Φυσικά αν το πάθει αυτό πχ την Παρασκευή το απόγευμα χάνει 72 ώρες κρίσιμης θεραπείας).

Δεν βρήκα κανέναν. Τελικά κατάφερα να κάνω μια αίτηση με αριθμό πρωτόκολλου 17284/ 08.03.10 με θέμα Ένσταση έγκρισης μαγνητικής τομογραφίας, η οποία «θα» περάσει από διοικητικό συμβούλιο «όποτε αυτό συνεδριάσει», « ίσως και σε ένα μήνα».

Μιλάμε για μια εντελώς σαδιστική πρακτική, διότι σε υποχρεώνει ανεξάρτητα απ’ όσο πονάς – αν δεν έχεις κάποιον εκείνη την ώρα να σε βοηθήσει, ή αν έχεις χτυπήσει σε λάθος κατά ΤΣΜΕΔΕ χρόνο (!) να φύγεις από το χώρο θεραπείας σου, ουσιαστικά να τη διακόψεις, να αναβάλλεις τη διάγνωση του πραγματικού σου προβλήματος, αντί να κανείς τη εξέταση σου σαν άνθρωπος, και αργότερα, αφού έχεις ηρεμήσει, να καταθέσεις τα χαρτιά σου και το Ταμείο να αποφασίσει ό,τι αποφασίσει.

Προς το παρόν περιμένω την ετυμηγορία του διοικητικού συμβουλίου. Στο μεταξύ έχοντας ανεβάσει αυτή την καταγγελία στο facebook έχω ακούσει δεκάδες ανάλογες περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι παρόλο που καταθέτουν στο ΤΣΜΕΔΕ τα τέσσερα και τεσσεράμισι χιλιάρικα ετησίως αναγκάζονται να πληρώσουν από την τσέπη τους τις μαγνητικές γιατί απλά δεν ήταν σε θέση είτε λόγω αδυναμίας, είτε λόγω πόνου, είτε (το πιο απάνθρωπο) επειδή το παιδί τους υπέφερε και έπρεπε να είναι από πάνω του, είτε για χίλιους δυο λογούς ανωτέρας βίας, να περάσουν ΠΡΩΤΑ από το ΤΣΜΕΔΕ για να πάρουν προέγκριση μαγνητικής και μετά να την κάνουν.
Κύριοι του ΤΣΜΕΔΕ έπρεπε να το ξέρετε, σας λέω, δημοσιεύτηκε στο Ίντερνετ.

Θα θελα πολύ να μάθω πιο μυαλό σκέφτηκε αύτη την απίστευτη πρακτική.

Κύριε Λοβέρδο και όσοι γιατροί είστε υπεύθυνοι για τη σύνταξη αυτών των νομοθεσιών, δεν προτείνω κάτι εκκωφαντικό, δεν μιλαω για πυρηνική φυσική. Σας ζήτω να σκεφτείτε με βάση την κοινή λογική όχι του γιατρού και του πολιτικού , αλλά του απλού άνθρωπου. Όταν ο ασθενής πονάει, κι αν δεν έχει κάποιον εκείνη την ώρα να τον βοηθήσει, δεν μπορεί να είναι σε θέση ταυτόχρονα να λύσει και γραφειοκρατικά ζητηματα. Απλό είναι, δεν θέλει και πολύ μυαλό να αντιληφθεί ο νομοθέτης , ότι επείγει πρώτα να κάνει την εξέταση του, να μαζέψει τα χαρτιά του, και, αργότερα, όταν τα καταθέσει να εξετάζεται η περίπτωση του.

Ο άνθρωπος σε πόνο δεν είναι πολίτης Βήτα Κατηγορίας, ένας πολίτης ο όποιος μάλιστα είναι υποχρεωμένος να καταθέτει 4000 και 5000 ευρώ στο Ασφαλιστικό του Ταμείο.

Με την ελπίδα κάτι ν’ αλλάξει και σύντομα.

Αλέξης Σταμάτης

*Link με τα μέλη του ΔΣ του ΤΣΜΕΔΕ:
Τηλ Γραφείου Προέδρου και Γραμματείας ΔΣ 210 3740301
Τμήμα ελεγκτών Ιατρών 210 3740250