Monday, July 26, 2010

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΟΥ, ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ, ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ.

Ο ελληνικός καθρέφτης

«Η Ελλάδα είναι σαν ένας καθρέφτης. Σε κάνει να υποφέρεις. Μετά μαθαίνεις» «Να ζεις μόνος σου;» « Να ζεις. Με αυτό που είσαι».
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Ο Μάγος» του Τζον Φόουλς, ενός μεγάλου Βρετανού συγγραφέα που πέρασε για ένα μεγάλο διάστημα στη χώρα μας πριν από μισό αιώνα.
Σήμερα ακούγεται πιο επίκαιρο από ποτέ.
Ο ελληνικός καθρέφτης που αντανακλούσε τα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα στον ξένο δημιουργό έχει στραφεί πια προς το μέρος των ίδιων των κάτοικων της χώρας και τους δείχνει, ανεξαιρέτως, όπως ακριβώς είναι.
Και ναι, πρώτα υποφέρεις. Υστερα οργίζεσαι, μετά μαθαίνεις, προσαρμόζεσαι, ζεις, με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο.
Το θέμα είναι πόσοι θα καταφέρουν «να ζήσουν με αυτό που είναι». Γιατί, όταν επί χρόνια ο καθρέφτης έδειχνε κάτι άλλο, η ξαφνική αποκάλυψη έρχεται σαν σοκ.
Κάποιοι θα σπάσουν τον καθρέφτη, κάποιοι θα κοιτούν την κορνίζα, κάποιοι θα αιφνιδιαστούν από τη νέα εικόνα και θα ψάχνουν να βρουν πού πήγε η παλιά. Νέοι ρόλοι για όλους, ρόλοι που ούτε που θα τους είχαν φανταστεί πριν από μόλις λίγο καιρό.
Οπως και να ‘χει, καθένας πλέον θα έχει κάπου μέσα του, κάπου του γύρω του, την αληθινή του αντανάκλαση.
Το πώς θα τη διαχειριστεί είναι δικό του θέμα. Το ανακουφιστικό είναι πως ισχύει για όλους, ισότιμα.
Οσο για εκείνους που αναρωτιούνται για το ποιος κατασκεύασε αυτόν τον καθρέφτη, υπάρχουν ένα σωρό εύκολες απαντήσεις που τον κάνουν να μοιάζει άλλοτε θολός, άλλοτε παραμορφωτικός, άλλοτε γεμάτος χαραματιές.
Η ουσία είναι ότι ο καθρέφτης υπάρχει, κι αυτήν τη φορά δεν είναι παρά είναι ένα λείο, αμείλικτο γυαλί.
Aλ. Σταμάτης

Θρυλικες Ιστορίες: Κριτικη απο Ελευθεροτυπία (Β.Χατζηβασιλειου)

Ολα για την μπάλα

Ενα συνοπτικό ψυχογράφημα της κοινωνίας του ποδοσφαίρου, όπου επάγγελμα, καριέρες και έρωτες ποδοπατιούνται για την καθημερινή ιδεολογία της φανέλας. Αλέξης Σταμάτης, «Θρυλικές ιστορίες».

Η σχέση της λογοτεχνίας με το ποδόσφαιρο είναι μακρά και ο Αλέξης Σταμάτης αποφασίζει να την τιμήσει δεόντως στην καινούργια συλλογή διηγημάτων του, που κυκλοφορεί με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Θρυλικές ιστορίες» από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Οι ιστορίες του Σταμάτη είναι ιστορίες για τον Θρύλο του Ολυμπιακού και οιοδήποτε πνεύμα ψυχραιμίας ή νηφαλιότητας έχει αποδράσει εκ των προτέρων από τη δράση τους. Στην μπάλα δεν υπάρχουν αντικειμενικοί παρατηρητές ή δίκαιοι κριτές. Ο αγώνας στο γήπεδο δεν εκφράζει την άμιλλα και την προσήλωση σε κάποια αφηρημένα ιδανικά, ούτε αποτελεί ένα υψηλής αφαίρεσης πεδίο στο οποίο ο καθένας μετράει τις επιδόσεις των δικών του σε σχέση με τις ικανότητες και την κατάρτιση των άλλων.

Η κάθοδος της ομάδας στο τερέν της αναμέτρησης είναι μια επέλαση με σκοπό την κατάκτηση του θριάμβου και ο άλλος προσέρχεται στη σύγκρουση μόνο για να κατατροπωθεί. Η μπάλα επιζητεί την απόλυτη εκμηδένιση του εγώ υπέρ ενός εμείς το οποίο υπερβαίνει κάθε ατομική παράμετρο για να κλείσει μέσα στη σιδερένια γροθιά του όλες τις προσωπικές έγνοιες, που διοχετεύονται από ένα σημείο και μετά σε μία και μοναδική αγωνία: την αγωνία της εξόντωσης του ανταγωνιστή.

Ο υπερθερμασμένος αυτός κόσμος, με τους ανθρώπους να είναι μονίμως στην τσίτα και να αφιερώνουν στην μπάλα το ζωτικότερο κομμάτι του εαυτού τους, παραμερίζοντας συχνά επάγγελμα, καριέρα και έρωτες, βγαίνει ολοζώντανος από τα διηγήματα του Σταμάτη και συγκινεί με την αδρότητα και τη βαθιά θρησκευτική του πίστη: από τα είδωλα και τις ηρωικές μορφές των παικτών, που κάνουν τον κόσμο να παραληρεί από ενθουσιασμό, μέχρι τη μετατροπή της φανέλας σε καθημερινή ιδεολογία, που μπορεί από τη μια μεριά να ρίξει σε βαριά κατάθλιψη, να θρέψει άγριες φαντασιώσεις και να προκαλέσει μέχρι και το θάνατο, και από την άλλη να συντροφέψει μια ολόκληρη ζωή, να διαμορφώσει χαρακτήρες και να σφυρηλατήσει τους πιο παράξενους, όπως και τους πιο ακατάλυτους, δεσμούς.

Δοκιμάζοντας ένα συνοπτικό ψυχογράφημα της κοινωνίας του ποδοσφαίρου, ο Σταμάτης παίζει με την αυτοβιογραφία, το πολιτικό και το μαθηματικό μυθιστόρημα, αλλά και με το μυθιστόρημα μαθητείας ή με το αισθηματικό ρομάντζο και κατορθώνει να διατηρήσει στις περισσότερες σελίδες του ένα υποδόριο πλην άκρως δραστικό χιούμορ. Ετσι, αποφεύγει ως εξ ορισμού να πέσει στην απολογία και την αγιογραφία, πετυχαίνοντας να δώσει στα καλύτερα κομμάτια του («Ο Θρύλος στο μυαλό», «Αναμνήσεις ενός γενικού αρχηγού» και «Προδημοσίευση») όχι μόνο μια ειδική εσωτερική θερμοκρασία, αλλά και έναν γνήσια υπαρξιακό τόνο.

Saturday, July 24, 2010

Αρχιτεκτονική και λογοτεχνίαΗ αφήγηση του κτηρίου, η κατασκευή του μυθιστορήματος

Από το Βήμα Ιδεών
Αλέξης Σταμάτης

Από τον Αγιο Αυγουστίνο ως τον Ιταλο Καλβίνο και τον Ζορζ Περέκ, αρχιτεκτονική και λογοτεχνία έχουν διασταυρωθεί πολλές φορές, στην κοινή τους επιδίωξη να αφηγηθούν, να δημιουργήσουν, να αναδημιουργήσουν και να εκφράσουν τον χώρο. Στη λογοτεχνία εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροιπόλεις, γειτονιές, δρόμοι, κτήρια και δωμάτια- εμφανίζονται ως τοποθεσίες όπου εξελίσσεται η εμπειρία της ζωής, αλλά και ως τόποι που φέρουν ορατά τα ίχνη του περάσματος του χρόνου, τόποι στους οποίους προβάλλουμε τις προσωπικές μας εμπειρίες και αναμνήσεις.
Εχοντας ο ίδιος σπουδάσει αρχιτεκτονική, πριν καταλήξω να αφιερωθώ αποκλειστικά στη συγγραφή, καταθέτω την ευγνωμοσύνη μου για αυτό το μεγάλο σχολείο που με βοήθησε αφάνταστα στην εργασία μου ως μυθιστοριογράφου. Οι αρχιτεκτονικές σπουδές είναι ένα πραγματικό Παν- επιστήμιο. Περιλαμβάνουν ένα πανόραμα γνώσης: Εικαστικά, Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία, Σύνθεση, Μαθηματικά, Δομική, και όχι μόνον. Αποφοίτησα έχοντας στη φαρέτρα μου μια ποικιλία εφοδίων που αργότερα μου φάνηκαν κάτι παραπάνω από χρήσιμα στον νέο μου δρόμο. Ιδού λοιπόν μια μικρή αναφορά σε κάποιες κοινές αρχές σύνθεσης, αισθητικής και δομής.
εκκινηση- συλληψη Ολα στη λογοτεχνία αρχίζουν από ένα χάος στο οποίο ο δημιουργός καλείται να βάλει τάξη. Ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας επιμελητής χάους. Στήνει έναν ολόκληρο κόσμο, εγείρει μια ιστορία από το μηδέν, από ένα κενό (λευκό) χαρτί. Το ίδιο όμως και ο αρχιτέκτονας, ο οποίος εκκινεί από έναν άδειο χώρο, ένα οικόπεδο, όπου καλείται να «σηκώσει» μια κατασκευή. Η αρχική ιδέα του συγγραφέα μπορεί να είναι μια λέξη, ένας χαρακτήρας, μια κατάσταση. Η αρχική ιδέα του αρχιτέκτονα μπορεί να είναι μια χάραξη, ένα σχήμα, ακόμα και μια χειρονομία στον χώρο.
υλικα Τα υλικά του αρχιτέκτονα τα προσφέρει η φύση. Αμμος, νερό, ασβέστης, χώμα, πέτρα, ξύλο, σίδερο, μάρμαρο. Με αυτά κατασκευάζει τα μέρη του κτηρίου του: δωμάτια, ορόφους, παράθυρα, σκάλες, δημιουργώντας χώρο, δημιουργώντας ζωή. Τα υλικά του συγγραφέα τα προσφέρει η ζωή: μνήμη, πόνος, ενοχή, εκδίκηση και, κυρίως, έρωτας, θάνατος, εξουσία. Με αυτά κατασκευάζει χαρακτήρες, συγκρούσεις,
σχέσεις, δημιουργώντας αφήγηση, δημιουργώντας μύθο.
σχεδιασμοσ- κατασκευη Ο σχεδιασμός του κτηρίου ξεκινά από τη χάραξη, τον σκελετό, τον κάνναβο. Το οικοδόμημα υπακούει σε έναν μηχανισμό στήριξης ώστε η κατασκευή να είναι στατικά ασφαλής. Ο σχεδιασμός των περισσότερων μυθιστορημάτων ξεκινά επίσης από έναν σκελετό, ένα «δομικό πλέγμα». Μέρη, κεφάλαια, αλληλεπιδράσεις χαρακτήρων, κρίσιμες σκηνές. Τα μέρη οφείλουν να αλληλοϋποστηρίζονται, η «κατασκευή» να ισορροπεί μέσα από αιτιώδεις σχέσεις, μέσα από αλληλεπιδρώντα φορτία αισθημάτων. Το μυθιστόρημα, όπως και το κτήριο, είναι μια «κατασκευή». Δομείται με «υλικά», έχει ένα στάδιο εργασιών, θεμέλια, σκελετό, στοιχεία πλήρωσης.
συνθετικη περιπετεια Η περιπέτεια της σύνθεσης ενός κτηρίου προσομοιάζει με εκείνη ενός μυθιστορήματος. Οι αλληλεπιδράσεις των κατασκευαστικών στοιχείων, όπως οι αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων, οδηγούν το κτίσμα-ιστορία σε απρόβλεπτες ενίοτε κατευθύνσεις που εκπλήσσουν πολλές φορές και τον ίδιο τον αρχιτέκτονα-συγγραφέα. Ετσι, κατά την πορεία του σχεδιασμού, μπορεί η αρχική ιδέα να εγκαταλειφθεί, οι χαράξεις να τροποποιηθούν, να ανακύψουν νέοι χώροι ή ήδη υπάρχοντες να καταργηθούν. Ο συγγραφέας σκίζει σελίδες, ο αρχιτέκτονας σχέδια. Οταν οι χαρακτήρες αναπτύσσονται διαρκώς και παραμένουν ζωντανοί, τότε η πλοκή θα φροντίσει από μόνη της. Οταν ο σχεδιασμός είναι «a work in progress»,
τότε η «αρχιτεκτονική πλοκή» θα οδηγήσει τη σύνθεση.
στυλ Ο (καλός) λογοτέχνης και ο (καλός) αρχιτέκτονας διαθέτουν το δικό τους «δακτυλικό αποτύπωμα». Το δικό τους στυλ. Υπάρχουν λογοτέχνες με μνημειώδες στυλ και αρχιτέκτονες με λυρικό. Αρχιτέκτονες με «μεταφυσικό» στυλ και λογοτέχνες με μπαρόκ. Συχνά χρησιμοποιούμε αρχιτεκτονικούς όρους για να χαρακτηρίσουμε γραπτά και λογοτεχνικούς όρους για να χαρακτηρίσουμε κτήρια. Η καθαρότητα των γραπτών του Σωτήρη Δημητρίου μερικές φορές μού θυμίζει Αρη Κωνσταντινίδη και η ποίηση στα κτήρια του Αντόνιο Γκαουντί Μπόρχες. Οπως μια επιτυχημένη πρόταση έχει εφελκυστική αντοχή (δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε μία λέξη, όλα τα συστατικά συνεργάζονται στην εντέλεια), έτσι και σε ένα επιτυχημένα σχεδιασμένο αρχιτεκτονικό στοιχείο δεν μπορείς να μετακινήσεις ούτε ένα εκατοστό.
η κουρτινα των εργασιων Υπάρχουν συγγραφείς που ανοίγουν την «κουρτίνα των εργασιών» του «γιαπιού» τους και επιτρέπουν στον αναγνώστη να επιθεωρήσει το εργαστήριό τους σε πλήρη ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή υπάρχουν αρχιτέκτονες που εμφανίζουν στην επιδερμίδα των κτιρίων τους τα δομικά στοιχεία του έργου, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη ή τον χρήστη να έχει τη συνολική εποπτεία της κατασκευής. Ο ορατός φέρων οργανισμός των κτηρίων του Κωνσταντινίδη μπορεί να αντιπαραβληθεί με το έργο ενός συγγραφέα ο οποίος επιτρέπει στον αναγνώστη,
ταυτόχρονα με την παρακολούθηση της ιστορίας, να διακρίνει αναλυτικά τον κορμό, τον σχεδιασμό, τα «φέροντα στοιχεία» του βιβλίου. Από την άλλη, παρατηρούμε συγγραφείς που δουλεύουν διακειμενικά, εντάσσοντας στην αφήγησή τους επεξεργασμένες μνήμες, εικόνες, φράσεις, αναφορές σε άλλα παλαιότερα αφηγήματα με τα οποία επιχειρείται ένας διάλογος. Το ίδιο κάνουν πολλοί αρχιτέκτονες οι οποίοι συνομιλούν με αρχιτεκτονικά στοιχεία άλλων εποχών, σχολιάζοντάς τα από μορφολογικής, λειτουργικής και αισθητικής άποψης μέσα από νέα κτίσματα.
αφηγηματικα μερη Κάθε (καλό) βιβλίο μπορεί να αναλυθεί, να επιπεδομετρηθεί στα θεμέλια-δομή του, στα «δωμάτια»-χώρους του, στις προσπελάσειςδιαφυγές του, στους δευτερεύοντες χώρους-υποπλοκές του. Κάθε (καλό) κτήριο εμπεριέχει μια χωρική αφήγηση, διαθέτει μια κρυφή πλοκή, σημεία κορύφωσης, συγκρούσεις, αιτιώδεις σχέσεις, αλληλεπιδράσεις των μερών του.
αναγνωστησ-χρηστησ Ο χρήστης ή ο επισκέπτης ενός κτηρίου εισδύει σε μια χωρική αφήγηση, εισέρχεται σε μια περιπέτεια αναγνώρισης με τον ίδιο τρόπο που και ο αναγνώστης εισχωρεί σε μια λογοτεχνική αφήγηση μέσα από την οποία περιπλανάται στον μύθο.
Η λογοτεχνία εκφράζεται μέσα από «περιπέτειες αισθημάτων». Το επιτυγχάνει πλάθοντας ατμόσφαιρες οι οποίες λειτουργούν ως «περιβάλλοντα» της εκάστοτε ιστορίας. Η καλή λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται για την ατμόσφαιρα αυτή καθαυτή- σε αυτό περιορίζεται η μικρή λογοτεχνία-, αλλά και δεν μπορεί να ξεδιπλώσει τις αφηγήσεις της χωρίς δουλειά πάνω στην ατμόσφαιρα. Μορφή και περιεχόμενο ή, μιλώντας αρχιτεκτονικά, όψη και λειτουργικότητα την ενδιαφέρουν ταυτόχρονα.
Ισως λοιπόν θα έπρεπε και η αρχιτεκτονική να συμπεριλάβει περισσότερο στο «οπλοστάσιό» της ανάλογους «συγκινησιακούς» όρους. Να συλλάβει τον χώρο ως μορφή μέσα από ατμόσφαιρες «αισθημάτων» και όχι αποκλειστικά μέσα από απαιτήσεις «χρήσεων», δρόμο στον οποίο την οδήγησε ο φονξιοναλισμός. Να κατασκευάσει χώρους «συναρπαστικούς», που να συγκινούν και όχι μόνο να καλύπτουν συγκεκριμένες ανάγκες. Περιπετειώδη σπίτια, περιπετειώδεις πόλεις. Ισως τελικά οι αρχιτέκτονές μας θα έπρεπε να διαβάζουν περισσότερο λογοτεχνία... *

Λογοτεχνικό ντέρμπι αιωνίων!

Λογοτεχνικό ντέρμπι αιωνίων!

Saturday, July 3, 2010

Η οντισιόν

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ για το Veto
Η ΟΝΤΙΣΙΟΝ

Η απόσταση δεν είναι μεγάλη αλλά η καταρρακτώδης βροχή την κάνει ακόμη μεγαλύτερη. Χρειάζεται δέκα λεπτά για να φτάσει στο ψηλό κτίριο, ένα μεγαθήριο με γρανίτες και γυαλί. Όλα: ρούχα, κόμμωση, στιλ έχουν συντριβεί. Η τελευταία του ελπίδα, το γυαλί. Μπας και βγάλει κανα φράγκο. Αλλά η νεροποντή τον έχει τσακίσει.
Πατάει το κουμπί του ασανσέρ. Στον πρώτο, ο θάλαμος σταματάει. Μπαίνει μια καθαρίστρια, γύρω στα πενήντα, με τα σύνεργα της δουλειάς. Κοιτάζονται. Καθαρά μάτια, πρόσχαρα.
«Η βροχή…» λέει, λες και οφείλει να της δικαιολογηθεί.
Η γυναίκα κουνάει το κεφάλι. Γλυκιά κούραση.
«Χάλια, ε;» συνεχίζει απολογητικά.
«Εντάξει αγόρι μου, λίγο φτιάσιμο θες… για πάνω;»
«Ναι».
Γρήγορα, να προλάβει, να μη τον δουν. Πριν την είσοδο, ευτυχώς, υπάρχει τουαλέτα. Τυχερός στην ατυχία του. Είναι ατομική με νιπτήρα και λεκάνη. Μπαίνει μέσα γρήγορα, κλειδώνει. Η εικόνα του είναι απερίγραπτη. Το πρόσωπο του σαν να συσπάται από κάποιον αδιόρατο κυματισμό. Όλα πάνω του νερό. Υγρά, υδάτινα.
Η απόσταση μέχρι το τζάμι είναι ένα φράγμα. Κι αν δεν ήταν γυαλί κι αν ήταν νερό που πάνω του καθρεφτιζόταν; Τότε το είδωλο του θα έρεε, θα εμβαθυνόταν, θα αντιγραφόταν φυσιολογικά. Το νερό, αυτό ξέρει.
Συναλλάσσεται πια με την ουσιαστική επιφάνεια, εκείνη που αντανακλά το αυθεντικό. Το τζάμι μπροστά του έγινε νερό και το νερό ένα μεγάλο μάτι μέσα από το οποίο ο κόσμος κοιτάζει τον βρεγμένο Πέτρο κι ο Πέτρος τον εαυτό του. Κι ιδού η αφυπνιστική δύναμη, που λες κι έρχεται από χίλιες πηγές, που τον οδηγεί σε μια πράξη εκ πρώτης όψεως αντιφατική. Περνάει τα δάχτυλα στα μαλλιά του και τα μπερδεύει, τα κάνει ακόμα πιο ανάκατα. Σκύβει και τρίβει στο παντελόνι του το λασπωμένο λεκέ απ’ τη βροχή για να γίνει ακόμα πιο έντονος. Ένα κουμπί απ’ το πουκάμισο του που ταλαντευόταν, έτοιμο να φύγει, απελευθερώνεται –το πετάει. Ανεβάζει τα μανίκια, βγάζει το δαχτυλίδι που φορούσε στον δεξί παράμεσο και κατεβάζει ένα τσουλούφι να πέφτει ακόμα πιο αδέξια στο μέτωπο. Κάνει ό,τι μπορεί για να καταστρέψει την εικόνα του. Κόντρα, εντελώς.
Μπαίνει στην αίθουσα αναμονής. Καμιά πενηντάρια άτομα, αγόρια και κορίτσια, ντυμένα άλλα εκκεντρικά, άλλα σέξι, άλλα επιτηδευμένα ατημέλητα. Ένας πολύχρωμος θίασος, νεαρά παγώνια όλων των ειδών και των ποιοτήτων με τα φτερά διακοσμημένα, με ψεύτικες ουρές και τρομαγμένα μάτια, (ποιος θα φάει ποιον) κυματίζουν αμήχανα στον πάλλευκο χώρο. Κι όμως, όταν κάνει λίγα μέτρα προς το κέντρο, το παράξενο κοπάδι είναι εκείνο που στρέφεται προς το μέρος του.
Το βλέμμα του πιάνει μια άδεια θέση σ’ ένα πάγκο. Πριν φτάσει τον σταματάει μια αδύνατη, ξανθιά, βαμμένη όσο δεν παίρνει -προφανώς η υπεύθυνη της οντισιόν.
«Είσαι ο…»
«Πέτρος Βασιλείου».
Τσεκάρει και βρίσκει το όνομα. Του δίνει ένα χαρτάκι μ’ ένα νούμερο. Ύστερα υψώνει το βλέμμα πάνω του, του χαμογελάει, πλαστικά.
«Ρίχνει καρέκλες έξω ε; …Να φέρουμε τη στάιλιστ;»
«Δεν χρειάζεται».
«Σοβαρολογείς;» Για κάποιο λόγο ανοιγοκλείνει συνέχεια τα μάτια, οι πρόσθετες βλεφαρίδες ανεμίζουν πάνω κάτω. Σαν καθαριστήρες στο παρμπρίζ, σκέφτεται ασυναίσθητα.
«Ναι».
Η κοπέλα κάνει μια κίνηση με τους ώμους.
«It’s your game…»
It’s my game. Absolutely. Ο άνθρωπος που είμαι. Γίνομαι ο άνθρωπος που είμαι. Δηλαδή, ο καταμουσκεμένος, ο ορφανός, ο χωρίς μια, ο που προσπαθεί να βρει δουλειά οκτώ μήνες, ο «κάποιος με μέλλον που του ανήκει», μέλλον που υποτίθεται θα επιλέξει, που θα παλέψει γι αυτό. Προς το παρόν, εκείνος που συνειδητοποιεί το δικαίωμά του να βρίσκεται σε απόσταση από τον κόσμο, αν και εντός του. Ο βροχή τον ξύπνησε. Χέστους. Χέστους όλους.
Κάθεται στον πάγκο. Κάποια κορίτσια τον κοιτάνε. Ανταποδίδει το βλέμμα, ήρεμα, κουνώντας το κεφάλι από τον έναν στόχο στον άλλο. Τα αντίπαλα κεφάλια χαμηλώνουν ένα-ένα. Μπουμ, σε σκότωσα.

«Βασιλείου… Πέτρος», οι πρόσθετες βλεφαρίδες.
«Μάλιστα».
«Σειρά σου».
Σηκώνεται, διασχίζει τα λίγα μέτρα ως τη βαριά πόρτα του στούντιο. Οι «συναγωνιστές» του τον καρφώνουν με βλέμματα που δείχνουν μια ολόκληρη γκάμα συναισθημάτων, εκτός από αλληλεγγύη.
Βρίσκεται σ’ ένα ψηλοτάβανο χώρο που μυρίζει ανοξείδωτο μέταλλο. Απέναντι του, τρία άτομα καθισμένα πίσω από ένα ημικυκλικό γυάλινο γραφείο.
Ένας καλοστεκούμενος σαρανταπεντάρης με έντονα μπλε μάτια που φέρνει λίγο προς Πολ Νιούμαν, μια λίγο νεότερη ξανθιά στολισμένη σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο κι ένας τύπος γύρω στα τριάντα πέντε με άσαρκο πρόσωπο με τονισμένα ζυγωματικά, φιλήδονο στόμα, μακριά ολόισια μαλλιά, και μαύρο μολύβι στα μάτια, ο οποίος, πριν ακόμα ο Πέτρος (με τα ρούχα βρεγμένα και τα μαλλιά ανάκατα) σταθεί στο προκαθορισμένο σημείο, σχολιάζει, σέρνοντας τα φωνήεντα με μια ένρινη φωνή, με τόνο λες και μόλις σηκώθηκε από το κρεβάτι.
«Καλώς τη Βουλιαγμένη…»
Δεν απαντά. Φτάνει στη γραμμή και στέκεται. Ο Πολ Νιούμαν ρωτάει:
«Πως σε λένε, αγόρι μου;»
«Πέτρο».
«Από πού είσαι;» ο βαμμένα μάτια.
«Απ’ τα Δολιανά».
«Απ’ τα Δολιανά; Κι εγώ νόμιζα πως είσαι απ’ την Λίμνη Πλαστήρα…» Ο τύπος γελάει, οι άλλοι δύο χαμογελούν –ωραίο το αστείο σου, χρυσή μου. Εκείνος τους κοιτάζει, κάνει ένα σκέρτσο με το στόμα και συνεχίζει.
«Πολύ wet look βρε παιδί μου…» Η ομήγυρη αλληλοκοιτάζεται και πάλι. Όλα καλά. Συμπαθητική εισαγωγή. Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Χαλαροί. Διασκεδάζουμε, ακτινοβολώντας.
«Τι θα μας δείξεις σήμερα Πέτρο;» -το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Χαμόγελο. Τέλεια οδοντοστοιχία. Εξαμηνιαία λεύκανση.
Ο Πέτρος την κοιτάζει ίσια στα μάτια. Κουνάει το κεφάλι αμυδρά, απλώς για να περάσει το μήνυμα.
Ο βαμμένα μάτια καγχάζει:
«Τίποτα, είπε τίποτα; Είπες τίποτα;»
«Άσε το παιδί να μας πει τι έχει ετοιμάσει». Ο Πολ Νιούμαν. Μάτι στολίδι. Φιλάρεσκη προβολή της μοναδικότητας.
«Λοιπόν;»
Ο Πέτρος δεν απαντά, στέκεται όρθιος στη θέση του.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο κοιτάει τα χαρτιά της.
«Εδώ λέει, δικής σου εμπνεύσεως ραπ…»
Ο Πέτρος στέκεται ακίνητος, δεν απαντά. Ο ένας οπερατέρ κοιτάζει τον άλλον. Ο βαμμένα μάτια στρέφεται στην ξανθιά. Άλλο βλέμμα τώρα. Αμηχανία. Ο βαμμένα μάτια όμως είναι εναλλακτικός. Θα το γυρίσει υπέρ του, που θα πάει.
«Ε, ναι χρυσό μου, είναι η ραπ της σιωπής…» Η ξανθιά χαμογελάει, συναινεί.
Ο Πέτρος ακίνητος. Αναπνέει βαθιά. Δώδεκα δευτερόλεπτα σιωπής. Αιώνας για τηλεοπτικό χρόνο. Ο Πολ Νιούμαν συμπεραίνει.
«Νομίζω ότι αυτό ήταν, ε;»
Οι τρεις κοιτάζονται μεταξύ τους αμήχανοι. Ξαφνικά ο βαμμένα μάτια σκάει στα γέλια.
«Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ το γουστάρω τρελά αυτό! Θεός αγόρι μου!» Συνοδεύεται με ρυθμική κίνηση του καρπού σαν να κάνει αέρα.
Ο Πέτρος τον κοιτάζει σχεδόν με μίσος. Ο Πολ Νιούμαν αναλαμβάνει να λύσει τον γόρδιο δεσμό.
«Πέτρο, σ’ ευχαριστούμε».
Εκείνος δεν κουνιέται.
Ο βαμμένα μάτια έχει τεντωθεί μπροστά, ασκαρδαμυκτί, δεν χάνει έκφραση.
«Θεός σου λέω! Μπρεχτ σκέτος Μπρεχτ…»
«Βρεχτ, εννοείς», επεμβαίνει η χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Σκάνε ξανά στα γέλια. Στιγμιαία εκτόνωση.
«Καλέ αυτό είναι η “Όπερα της Αντάρας”», ο βαμμένα μάτια. «Αγοράζω, αγοράζω με τρέλα!» Γέλια, γέλια, γέλια. Ο Πέτρος, στο μεταξύ, ακίνητος.
Ο Πολ Νιούμαν, ο σοβαρός του κάστινγκ, επί των διαδικαστικών. Υπάρχουν και κανόνες.
«Σ’ ευχαριστούμε, τελειώσαμε. Απ’ ότι καταλαβαίνεις, αφού δεν έκανες τίποτα, δεν μπορούμε να σε περάσουμε στην επόμενη φάση,».
Ο Πέτρος δεν κουνιέται.
«Σ’ ευχαριστούμε», η χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τίποτα, καμία κίνηση. Οι τρεις κοιτάζονται. Η τελετή αιμορραγεί. Κάθε δευτερόλεπτο, ένας θρόμβος τηλεοπτικό αίμα. Ο βαμμένα μάτια σουφρώνει το στόμα:
«Τι θα κάνουμε τώρα, θα φωνάξουμε τα σεκιούριτι; Τους βατραχανθρώπους;»
Πέτρος: βλέμμα ακίνητο, ρυθμική αναπνοή. Αινιγματικός και ηγεμονικός. Νικητής εντός του.

Πέντε λεπτά αργότερα μεταφέρεται εκτός κτιρίου από δυο χειροδύναμους τύπους που τον αδειάζουν σαν σακί στη βροχή. Όλο αυτό το διάστημα δεν έχει πει κουβέντα. Μόνο σιωπή. Τώρα, στο προαύλιο του κτιρίου με το νερό να πέφτει τουλούμι. Σηκώνει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια και αφήνει τη βροχή να ραντίζει το πρόσωπό του, σχεδόν με ευχαρίστηση.
Αρχίζει να βαδίζει μέσα στη βροχή με βήμα σταθερό. Η Κηφισίας μοιάζει με λίμνη. Θα περπατήσει ως το μετρό, να πάει σπίτι. Να σκεφτεί τι θα κάνει από δω και μπρος. Κρίση, ξεκριση, κάτι έγινε. Κάποιος που θα τον δει να περπατάει μέσα σ’ αυτό τον κατακλυσμό θα νιώσει ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο σε μια ιδιαίτερη στιγμή της ζωής του, σε μια εσωτερική ανάταση, σαν, ξαφνικά, μέσα στο σώμα του να φύσηξε καθαρό αεράκι.

Θα δημοσιευτει στην εφηεμριδα "Veto"

Thursday, June 3, 2010

Θρυλικές Ιστορίες: 24 διηγήματα για τον Ολυμπιακό


ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ο Ολυμπιακός για τους οπαδούς του είναι κάτι παραπάνω από ομάδα. Για αυτόν το σύλλογο έχουμε ζητωκραυγάσει, έχουμε πανηγυρίσει, έχουμε ξεδώσει, έχουμε στενοχωρηθεί, έχουμε κλάψει, έχουμε δηλαδή νιώσει όλους τους αναβαθμούς των συναισθημάτων που μπορεί να βιώσει κανείς με κάποιον τόσο κοντινό, όσο ένας σύντροφος ή ένα μέλος της οικογένειάς του. Για ένα συγγραφέα, που είναι και ολυμπιακός, το ποδόσφαιρο είναι ένας αφηγηματικός θησαυρός. Κάθε ματς είναι μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, χαρακτήρες, συγκρούσεις, ανατροπές. Ταυτόχρονα, η πορεία της ομάδας είναι συνδεδεμένη με τη δική του. Κάθε περίοδός της είναι κι ένα κομμάτι της ιστορίας της ζωής του.

Είκοσι τέσσερις ιστορίες με πρωταγωνιστή το Θρύλο, που ξεκινούν από την Κατοχή για να καταλήξουν στο απώτερο μέλλον, αγγίζοντας τα πάντα: από τον έρωτα και το θάνατο ώς την εξουσία και τη μνήμη...

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Είμαι Ολυμπιακός από τότε που με θυμάμαι. Το πρώτο ματς που είδα στη ζωή μου στο «Καραϊσκάκη» αποτελεί ως τώρα και τη μεγαλύτερη νίκη της ιστορίας μας (Ολυμπιακός – Φωστήρας 11-0). Από τότε ο Θρύλος είναι η απόλυτη σταθερά της ζωής μου.
Τα διηγήματα αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μου με το περιοδικό ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, μεταξύ 2005 και 2007. Για ένα συγγραφέα το να γράφει ιστορίες για την ομάδα του στο οπαδικό μηνιαίο της έντυπο είναι λίγο σαν να του έχουν επιτρέψει να προπονείται μια φόρα το μήνα μαζί της. Ήταν μια πολλή ευχάριστη ανάπαυλα κατά το διάστημα συγγραφής άλλων βιβλίων.
Το γήπεδο για πολλούς λογοτέχνες είναι ένας ιερός χώρος, όπου καθαγιάζεται μια μεταφορική μάχη που διαθέτει ποικίλες προεκτάσεις και εντελώς ξεχωριστή αισθητική. Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι μόνο η «μυθολογία» ενός ματς, αλλά και ο περί του ποδοσφαίρου κόσμος. Ένα ιδιαίτερο περιβάλλον, μικρογραφία της κοινωνίας, που ζει και κινείται γύρω από ένα παιχνίδι, γύρω από μια «θεσμικά οργανωμένη σύγκρουση». Περιττό ν’ αναφέρω ότι οι συγκρούσεις αποτελούν τις τεκτονικές πλάκες κάθε μυθιστορήματος.
Λογοτεχνία όμως σημαίνει και «ένας άλλος τρόπος να δεις», κι έτσι, μέσα από την οπτική γωνία, την πλοκή και την αφήγηση, προκύπτουν καταστάσεις που κάποιος δε θα φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσαν ν’ αναδυθούν μέσα από ένα απλό παιχνίδι, όπου δύο ενδεκάδες προσπαθούν να βάλουν μια μπάλα η μια στην εστία της άλλης.

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Monday, May 3, 2010

O Κατηφής (σχέδιο)

Ο κατηφής. Ο κατηφής είναι σχετικά νέος αλλά τσακισμένος. Συνεσταλμένος και συναισθηματικός. Κάνει συχνά παρέα με τον αμείλικτο αν και η σχέση τους είναι καταστροφική. Τους συνδέει κάτι θανάσιμο που άργησε πολύ να εκδηλωθεί. Ο αμείλικτος είναι α αγέρωχος και κυνικός. Ακατάπαυστα ειρωνικός. Με μια έντονη φιλαρέσκεια. Συχνά αναφέρεται ως Αλεπού. Ο κατηφής έχει μια γυναίκα που αργότερα χάθηκε. Ο αμείλικτος γνώρισε καλά τη γυναίκα αυτή. Υπήρξαν στιγμή που ο κατηφής την πρόσεχε να αποφεύγει να κοιτάζει τον αμείλικτο όταν ήταν και οι τρεις μαζί. Ο κατηφής υποψιάζεται και ταράζεται διαρκώς, αλλά σιωπά.
Αυτή είναι η σχέση του. Παρασύρεται από ένα καθήκον. Άγνωστο ακόμη και τώρα από πού εκπορεύεται. Υποφέρει σιωπηλά σε μια δειλία που τον απομυζά. Η γυναίκα του έπασχε από μια άγνωστη αρρώστια χωρίς συμπτώματα. Υπάρχουν κρίσεις αλλα δεν μπορεί να τις ταξινομήσει. Όπως όταν κοίταζε ασάλευτη κάπου για ώρα αλλα χωρίς λύπη η μελαγχολία. Ετσι είμαι, έλεγε. Ο αμείλικτος σαρώνει την επιφάνεια δεν απασχολείται με ημιτόνια. Εκεί έγκειται η μεγάλη διαφορά τους. Στο βαθμό συντονισμού με τον κόσμο. Ο αμείλικτος επικρατεί λόγω εποχής. Υπάρχει ταπείνωση που διαρκώς επαληθεύεται. Όμως ο κατηφής ακολουθεί προσβεβλημένος από παντού κι από πολλά. Σταδιακά προσβάλλεται και η όραση του.