Sunday, July 31, 2011

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ Εν γη αλμυρά

O τόπος Amager

από τον Αλέξη Σταμάτη

Τ

ο να είσαι ποιητής σημαίνει να είσαι δύο άνθρωποι. Να ζεις, να αναπνέεις , να δημιουργείς σ`ένα περιβάλλον κοινωνικό και ταυτόχρονα να το παρατηρείς να το ανατέμνεις να του απομυζάς τους χυμούς, να αντιλαμβάνεσαι την μυστική αξία των πραγμάτων. Γύρω σου ο κόσμος αλλάζει, η ιστορία συνεχίζει τον ειρωνικό της βηματισμό, τα γεγονότα διατρέχουν την ζωή μας απομυθοποιημένα πια, στερημένα από την μαγική αχλή του πιθανού, του άλλου. «Η απούσα αληθινή ζωή» που έλεγε ο Ρεμπό δεν πιθανολογείται πλέον ούτε σαν ουτοπία, έχει δραπετεύσει οριστικά , τόσο σε επίπεδο κοσμοθεωρίας τόσο και σε επίπεδο ανάσας, ψυχής, τρυφερότητας. Η γη δεν έχει μυστικά, το χώμα είναι πολλαπλά επεξεργασμένο, ότι πολύτιμο ορυκτό έχει ήδη εξορυχθεί και φυλάγεται (αντί να διατίθεται προς τέρψιν) σε γυάλινες αλεξίσφαιρες προθήκες σε κάποιους χώρους-μουσεία, συμβάλλοντας σε αυτή την γιγαντιαία επιχείρηση αποθήκευσης πληροφοριών, εικόνων, λέξεων. Τα πράγματα είναι πια σαφή, τα μαθηματικά υπερίσχυσαν της ποιήσεως. Κάποτε, φαίνεται να λέει ο Λεοντάρης, μέσα από τα πολυώνυμα δευτέρου βαθμού και τους αλγόριθμους έσταζε μιά μικρή σταγόνα ρίγους που διέβρωνε γλυκά το ολοκλήρωμα, ηχούσε ένα θρόισμα που ταλάντευε την κυβική ρίζα, τα σύμβολα ήταν και αυτά λέξεις δηλαδή ανθρώπινη λαλιά, δηλαδή πιθανότητα.

Έχω την εντύπωση πως εδώ πιστώνεται η περίφημη πια «ήττα», προσδιορισμός μυθικός πιά της μεταπολεμικής ποίησης. Δεν πρόκειται πιά γιά μιάν ήττα ιδεολογική, διάψευση οραμάτων, άλλωστε τι άλλο είναι τα οράματα από συμπυκνωμένα αισθήματα, αλλά γιά μιά ήττα δραματική, μιά ήττα βιολογικών διαστάσεων, την ήττα του αίματος σαν φορέα αισθημάτων και συγκινήσεων , και την συγκατανευτική επιστροφή του στην ύλη και στον γενετικό προορισμό: « Επιστροφή, επιστροφής...Κατάρα / στον σπόρο που γυρνάει στην γη, κατάρα / στου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν / Ιδού εγώ, ανέβηκα στη Γη την Υψηλή / ιδού εγώ, επιστρέφω από την Γη την Υψηλή / ιδού εγώ, επιστρέφω. Εξέτισα το παν / Τι άλλο θέλετε από μένα πια ; Κατάρα...»

Η διαδρομή του ποιητή έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο κόμβο. Τα γεγονότα έχουν βιωθεί, με πίστη ποιητική, χωρίς την εύλογη απόσταση από την πληγή, αλλά εντός του χαίοντος, κενού ή τραύματος, δεν έχει σημασία, εντός της καταραμένης και ευλογημένης ταυτόχρονα νησίδας όπου τα όρια του μέσα και του έξω είναι δυσδιάκριτα. Εκεί όπου παραμονεύει η τρομερή αλήθεια, γιά να δικαιώσει ή μη αυτό που σε όλη την πορεία μας διαφεύγει. Την βολή αυτής της ζωής που μπορεί να είναι και άκυρη, σαν άλμα που από την ορμή της φοράς αγγίζει την πλαστελίνη.

Μπροστά σε αυτή την μοίρα οι αισθήσεις είναι άδειες. Όπως και το ποίημα είναι άδειο μπροστά στην ομορφιά του έξω κόσμου, του άπιαστου, του μη απτού, αυτού του άχρονου κόσμου που διαφεύγει αφήνοντας το τοπίο ελεύθερο γιά αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα, εκεί που ο αληθινός ποιητής θεωρεί εαυτόν άγνωστο και απαρνημένο. «Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος / θα`σαι γιά πάντα, έξω από μένα, ωραία, ωραία / τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία... / Και δεν με ξέρω πιά και δεν με θέλω»

Και ο λόγος, ο λόγος μιά γιγαντιαία περίληψη όσων αρθρώθηκαν , μιά βλάστηση που σταδιακά ξεραίνεται, για να βρει άλλη ομορφιά σαν ένας θύσανος νεκρών λέξεων , στρωμένος στον χειρόγραφο δρόμο. Ο λόγος που θα διαβαστεί από τα κενά του, από την απόσταση των λέξεων, από τα ίχνη του ποιήματος στα φύλλα.

Απέναντι σε αυτόν τον κοινωνικό και προσωπικό ορυμαγδό, μέσα από την συσσώρευση των κραυγών, το ναυάγιο της μέθεξης και την αποδελτίωση του ρίγους της σύγχρονης οθόνης της ζωής, ο ποιητής αποστάζει την απόλυτη σιωπή. Αυτό που υπάρχει , αυτό που θέλει να βιώσει υπάρχει πέρα από τα ονόματα, πέρα από τις επινοημένες μορφές , είναι ένας τόπος αρχέτυπος που κατοικείται από το καθρέφτισμα των ψυχών , από νοήματα τόσο πυκνά που στεριώνουν ένα παρόν , έστω και σαν ερείπιο. Ένας τόπος αναχώρησης ίσως και επιστροφής, μιά γη βάλσαμο όπως το αλάτι της θάλασσας στο τραύμα.

« Κι έτσι πηγαίναμε και βουή κι ανθόσκονη σήκωναν οι μιλιές μας και μας τύλιγαν / ώσπου κέκλινεν η μέρα / κι εκεί ανάμεσα σε Φιλοθέη και Χαλάνδρι μ` έπνιξαν τα δάκρυα και χωρίσαμε / διέστην απ`αυτών / ο δρόμος μου έστριβε γιά το Amager »

Sunday, July 17, 2011

Ελληνες σε κατάσταση σύγχυσης

Ελληνες σε κατάσταση σύγχυσης
"Το Βήμα" 17.7.2011


Η πρώτη ανάγνωση της πρόσφατης έρευνας για τη διάθεση της κοινής γνώμης την οποία διεξήγαγε η Κάπα Research για «Το Βήμα της Κυριακής» έκανε τους ειδικούς να σηκώσουν τα χέρια ψηλά. Εάν οι αριθμοί λένε την αλήθεια, αντικατοπτρίζει ένα μπερδεμένο κουβάρι συναισθημάτων, στο οποίο συνυφαίνονται ο θυμός, η απαξίωση της πολιτικής, η τάση αμφισβήτησης κάθε εξουσίας, αλλά και ο φόβος και η αβεβαιότητα- ένα μείγμα τάσεων έντονου συντηρητισμού και ακραίας ριζοσπαστικοποίησης. Εν ολίγοις, μια εκκωφαντική αμφιθυμία, ως εάν ο «μέσος πολίτης» να είναι ένα αντιφατικό, συγχυσμένο, μπερδεμένο, ιδεολογικά παραπαίον πλάσμα. Ενα πλάσμα που βιώνει τη ναυτία της πραγματικότητας. Απορώ πού είναι το παράξενο. Πώς είναι δυνατόν να ξενίζει η αποτύπωση της κοινής γνώμης όταν η ρέουσα (ή πρέπει να πούμε η υπερχειλίζουσα) πραγματικότητα είναι ό,τι πιο αμφίθυμο έχουμε ζήσει στην πρόσφατη ιστορία μας. Ζούμε σε μια εποχή με τέτοια συμπύκνωση γεγονότων όσο καμία άλλη στην πρόσφατη (και όχι μόνον) ιστορία. Σχεδόν οτιδήποτε συμβαίνει μέσα σε μια «τυπική» ημέρα, σε άλλες εποχές θα απασχολούσε τα πρωτοσέλιδα για μήνες. Αυτό το «πυκνό τώρα», που έχει προκαλέσει ναυτία σε κυβέρνηση, πολιτικούς, αλλά και σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ηγεσία (τα «παιδάκια», όπως ανέφερε ο «Μonde»), δεν θα ζαλίσει τον μέσο έλληνα πολίτη ο οποίος το υφίσταται στην καθημερινότητά του;

Ειπώθηκε ότι οι απαντήσεις είναι μαζί συντηρητικές και επαναστατικές. Μα τι άλλο θα συνέβαινε σε μια ξεχαρβαλωμένη, αποϊδεολογικοποιημένη εποχή, όπου μια ωραία ημέρα η πραγματικότητα όπως την ξέραμε κόπηκε στα δύο, με μια σπαθιά σαμουράι. Μια εποχή όπου το κυβερνών κόμμα παίρνει θέσεις αντίθετες προς την ιδεολογία του, όπου η αντιπολίτευση διαφωνεί πεισματικά με θέσεις οι οποίες παραδοσιακά είναι δικές της, όπου το σκοτσέζικο ντους «χρεοκοπία- σωτηρία» παίζεται κάθε τρεις μήνες με θυσιαστικά τρόπαια τις πιο άγριες στερήσεις που γνώρισε ο ελληνικός λαός τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ ταυτόχρονασε άλλα νέα- η ευρωπαϊκή οικονομία καταρρέει και ο Ομπάμα λέει στους Ρεπουμπλικανούς ότι αν δεν συμφωνήσουν ως τις 2 Αυγούστου τότε οι ΗΠΑ θα πρέπει να κηρύξουν στάση πληρωμών; Εάν τα λέγαμε όλα αυτά σε κάποιον πριν από τρία χρόνια θα μας περνούσε για τρελούς. Είναι φανερό ότι κάτι δεν πάει καλά στο βασίλειο της «Δανειομαρκίας», στην οποία έχει οδηγηθεί η υφήλιος οικονομία. Οπως έλεγε ο Εμερσον, τα πράγματα έχουν ανέβει στη σέλα και ιππεύουν την ανθρωπότητα.

Εάν κάτι είναι σίγουρο για τους έλληνες πολίτες είναι ότι οι απαντήσεις τους καταδεικνύουν ότι τουλάχιστον σε αυτή τη συγκυρία έχουν αποχαιρετίσει το μαντρί του παραδοσιακού συστήματος της εξουσίας και των κομμάτων. Εχουν αποχαιρετίσει ακόμα και το σπίτι της υποτιθέμενης κοινής λογικής του ευρύτερου συστήματος. Μιας ψευδολογικής, η οποία επικαλούμενη τα μετανεωτερικά μαθηματικά της αγοράς, τα έχει αναγάγει σε απώτατες αξίες μιας κερδοσκοπικής άλγεβρας, μιας αμείλικτης σειράς αλγορίθμων που ούτε νομπελίστες δεν μπορούν να τιθασεύσουν, με αποτέλεσμα έναν άυλο τρόμο ο οποίος έχει κάνει τις ζωές μας άνω-κάτω. Ο Αλέξανδρος Δουμάς πατήρ έλεγε πως η Ιστορία είναι σαν ένα καρφί στο οποίο μπορούμε να κρεμάσουμε τα πάντα. Τώρα το καρφί έχει μπει βαθιά μέσα στον τοίχο, δεν χωράει ούτε μαντίλι αποχαιρετισμού.

Κάποτε ήξερες ότι «αντίπαλός» σου ήταν η τάδε ιδεολογία, το δείνα σύστημα- οριακά η δικτατορία-, πάντως κάτι συγκεκριμένο. Σήμερα ο «αντίπαλος» είναι ένα φάντασμα το οποίο αυτοαποκαλείται οίκος αξιολόγησης, το οποίο, με μοναδικό όπλο τη γνώμη Του, επικαλείται ατμόσφαιρες, εμπιστοσύνη, «ψυχολογίες» και «ανασφάλειες» αγορών, ένα φροϊδικο-οικονομικό φάντασμα που μοιάζει ισχυρότερο από όλες τις αμφίθυμες, ανασφαλείς, διστακτικές κυβερνήσεις όλου του κόσμου. Και για να αυξήσει τη μεταμοντέρνα ειρωνεία ονομάζεται ενίοτε και Μoody (κυκλοθυμικός).

Οπως στην τραγωδία του βάρδου στην οποία ο αμφίθυμος Αμλετ διστάζει να πράξει, έτσι και οι αμφίθυμοι ηγέτες, η ανασφαλής ζαλισμένη ελίτ, παραπαίουν, διστάζουν, φοβούνται, οδηγώντας φυσικά το «κοινό» σε μια αντίστοιχη ψυχολογία. Το σαιξπηρικό δράμα φυσικά τελειώνει μέσα σ΄ έναν ποταμό αίματος, με θύματα από έναν άλλον οίκο, τον βασιλικό οίκο της Δανιμαρκίας, αλλά εκεί είναι θέατρο, και στο θέατρο δεν παίζει η άλγεβρα, παίζει η φωτιά.

Ας ελπίσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση θα επικρατήσει η λογική όχι των οίκων και των αριθμών, αλλά η κυτταρική, η ανθρώπινη. Της εισπνοής, του οξυγόνου, της δράσης και της αντίδρασης, της επιβίωσης. Εκείνη που κάνει τον άνθρωπο να αντιδράει κλονισμένα όταν τον κλονίζουν, αμφίθυμα όταν τον εμπαίζουν, δημιουργικά όταν τον εμπιστεύονται. Η λογική του οίκου του ανθρώπου, όχι των φασματικών οίκων της αγοράς.

Ο κ. Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας.

Ο Paul Celan και η επούλωση των τραυμάτων της γλώσσας.

Ο Paul Celan και η επούλωση των τραυμάτων της γλώσσας.
Ο ποιητής θυμάται, θρηνεί και αναζητεί.
Ασματα
Ασματα



Ο Paul Celan έζησε, ή καλύτερα επιβίωσε, μέσω της ποίησής του. Γεννημένος, θα λέγαμε, σε λάθος τόπο, λάθος χρόνο, ο ποιητής μπορεί να μολύνθηκε από την άτυχη συγκυρία, ποτέ όμως δεν δημιούργησε αντισώματα απέναντί της. Ο Celan καταγόταν από οικογένεια γερμανόφωνων εβραίων από την ανατολική άκρη της αυστριακής αυτοκρατορίας. Ηλθε στη ζωή, το 1920, στο Czernovitz, την πρωτεύουσα της Bukowina, που μόλις είχε περάσει στη ρουμανική κατοχή. Τη ρωσική κατοχή του '40 ακολούθησε η γερμανική το '41, ύστερα τα καταναγκαστικά έργα, η εκτόπιση των γονέων το 1942 σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, o θάνατος του πατέρα και η εκτέλεση της μητέρας. Ακολούθησε η επιστροφή των Ρώσων το 1944, χρονιά κατά την οποίαν ο Celan έφυγε για το Βουκουρέστι, και ύστερα για την Βιέννη, με αποτέλεσμα να καταλήξει το 1948 στο Παρίσι. Εκεί έζησε, σπούδασε, δίδαξε, μετάφρασε, παντρεύτηκε και έμεινε πιστός στη μητρική του γλώσσα, γράφοντας ποίηση, ίσως τη μεγαλύτερη που έχει γραφεί στη μεταπολεμική Ευρώπη. Το 1970, αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Σηκουάνα.

Ο Celan στα 800 ποιήματα που έγραψε στα γερμανικά συμπύκνωσε ποικίλες λογοτεχνικές παραδόσεις, θεολογικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά, αλλά και αμιγώς προσωπικά στοιχεία. Υστερα από αυτό που συνέβη στην ανθρωπότητα, αλλά και τη γλώσσα μεταξύ 1933-45, η ποίηση για τον Celan σήμαινε όλο και περισσότερο μια χειρονομία επαφής. Ο ίδιος είπε για τη γλώσσα: « Η γλώσσα, ναι, μόνο αυτή σώθηκε. Αλλά έπρεπε να περάσει μέσα από την ίδια την αδυναμία της, να δώσει απαντήσεις, να περάσει μέσα από τρομερή αφωνία, να περάσει μέσα από τα χιλιάδες σκοτάδια θανατηφόρου λόγου».

Συχνά οι στίχοι του μοιάζουν σαν να μισοβγαίνουν από τη σκιά, σαν να έχουν μόλις αναρρώσει από μια χαμένη γλώσσα και ζητούν επιπλέον μετάφραση ακόμη και για τους ομόγλωσσούς του. Νέες, παράξενες, λέξεις, θραυσματικό συντακτικό, ελλείψεις, αρχαϊκά ιδιώματα, μεταμφιεσμένοι υπαινιγμοί, και αντιφάσεις γεμίζουν το «αληθινά-ψευδό» στόμα του ποιητή. Ενα στόμα που αρνήθηκε τον απλό λόγο, με αποτέλεσμα οι πολέμιοί του να μιλήσουν για «πεισματικό μινιμαλισμό», για την άρνησή του να «αφιερωθεί στην προσβασιμότητα».

Η Αγία Γραφή πάνω απ' όλα κυριαρχεί στην ποίηση του Celan. Βιβλικοί τόποι, ονόματα, λειτουργικές φιγούρες, φανερές και συγκαλυμμένες νύξεις, εβραϊκά γνωμικά και παιχνίδια λέξεων. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο του ποίημα κλείνει με την εβραϊκή λέξη Shulamith από το Ασμα Ασμάτων και το τελευταίο του με τη λέξη Sabbath.

Επίγονος της παράδοσης της γαλλικής καθαρής ποίησης, του γερμανικού μετα-ρομαντισμού και του μεταφυσικού λυρισμού του Χέλντερλιν, o Celan οργανώνει μια εντελώς προσωπική, φαντασμαγορική πρόσληψη του τρόμου και των τραυματισμών της πραγματικότητας. Ο μοντερνισμός του έχει διαλεκτική πρόθεση: όσο «σκοτεινότερη» και επιφανειακά αποκλίνουσα είναι η εικονοποιία τόσο τα κείμενά του μοιάζουν να ανοίγουν ένα διάλογο με την ιστορία.

«Από κατώφλι σε κατώφλι»: Ο τίτλος της συλλογής δεν είναι τυχαίος. Ο Celan σε αυτό το τρίτο βιβλίο συνειδητοποιεί πως εισέρχεται σε έναν άλλο χώρο. Σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του, γίνεται πιο ερμητικός, η λέξη λιγνεύει. Η σιωπή πλανάται ολούθε στο χαρτί. Εδώ, ο Celan ποιητής θυμάται, θρηνεί και αναζητεί.

Στον «Επιτάφιο για τον Φρανσουά» απευθύνεται στον γιο του που έχασε το ΄53: «Οι δύο πόρτες του κόσμου/ στέκονται ανοιχτές/ από εσένα ανοιγμένες/ στη διχασμένη νύχτα», στην «Ασίζη» αναζητεί τον Αγιο Φραγκίσκο: «Οι νεκροί, ακόμη ζητιανεύουνε, Φραγκίσκε», στο «Μπροστά σ' ένα κερί» πενθεί τη μητέρα του: «Μορφή λεπτόκορμη/ ισχνή σκιά με μάτια αμυγδαλωτά, / στόμα και φύλο/ που τριγύρω τους χορεύουνε ζωύφια του ύπνου», στο «In memoriam Paul Eluard» θρηνεί τον γάλλο σουρεαλιστή: «Βάλε στον τάφο του νεκρού τα λόγια, / που είπε για να ζήσει», στη «Schibboleth» μιλάει για την πολιτική υποταγή: «Με τις πέτρες μου μαζί, / αυτές που κλάματα τις μεγαλώσαν / πίσω από τα κάγκελα, / μ' έσυραν/ στης αγοράς τη μέση/ εκεί/ όπου ξεδιπλώνεται η σημαία, / που δεν της ορκίστηκα όρκο κανένα», και στο «Μίλα και εσύ» στην πρώιμη κριτική του έργου του: «Αλήθειαν ομιλεί αυτός που ίσκιον ομιλεί».

Το προτελευταίο ποίημα της συλλογής είναι « Οι Αμπελουργοί», μια περίφημη ελεγεία, βασισμένη στις επαναλήψεις, όπως άλλωστε είναι και το opus magnus του «Η φούγκα του Θανάτου» (Todesfuge). Οι «Αμπελουργοί» όμως είναι ταυτόχρονα και ένας διαλογισμός πάνω στην ίδια την ποιητική πράξη: «Σοδειάζουν το κρασί των οφθαλμών τους/ πατούνε σα σταφύλι καθετί κλαμένο, κι αυτό ακόμη.... έτσι που ένα στόμα δίψα να αισθανθεί γι' αυτό, αργότερα- / ένα στόμα όψιμο, όμοιο με το δικό τους». Εκείνοι που σοδειάζουν το κρασί θα μπορούσαν να είναι οι ποιητές, οι οποίοι τρυγούν τον πόνο και τον μετασχηματίζουν, αλλά και τα θύματα του πολέμου που μιλούν «μέσα εκεί στης απαντήσεως τη σιωπή».

Η συλλογή κλείνει με την αριστουργηματική μπαλάντα «Προς τα νησιά», όπου μόνη η ρυθμική βιαιότητα των στίχων μοιάζει να σπρώχνει τους κωπηλάτες στην υπέρβαση: «Ετσι κωπηλατούν οι ελεύθεροι και ξένοι, / οι κύριοι του πάγου και της πέτρας: / τους περιβάλλει ο ήχος από σημαδούρες που βουλιάζουν, / οι υλακές μιας θάλασσας στο μπλε του καρχαρία».

«Με κλειδί που αλλάζει/ το σπίτι ξεκλειδώνεις, όπου/ μαζεύεται το χιόνι των όσων έχουν αποσιωπηθεί» συμβουλεύει ο Celan στο «Με κλειδί που αλλάζει», ποίημα όπου ορίζονται με εξαιρετική διαύγεια οι κανόνες της ποιητικής του. «Αλλάζει το κλειδί σου, αλλάζει η λέξη». Ισως και αυτό ήταν η ίδια η ποίησή του: ένα κλειδί, μια λέξη που αλλάζει, που αλλάζει «κατά το αίμα σου που κυλάει», μια λέξη-κλειδί που αποπειράται να ξεκλειδώσει τον χώρο που συσσώρευσε τον πόνο και τη δυστυχία της τραγικότερης δεκαετίας που έζησε ο εικοστός αιώνας.

Η ποίηση του Celan δημιουργεί αφάνταστες μεταφραστικές δυσκολίες. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να αποξενώσει κανείς μια εκ των συνθηκών ξένη γλώσσα. Ο ποιητής κατέγραψε πεισματικά στα γερμανικά την καταστροφή που είχε γίνει στη Γερμανία. Με τον κόσμο του διαλυμένο, κρατήθηκε γερά από τη μητρική του γλώσσα, δική του, αλλά και των καταστροφέων, η οποία ήταν κυριολεκτικά ό, τι του απέμενε. Στον βαθμό που και η γλώσσα ήταν μια πατρίδα που είχε καταστραφεί, ο στίχος του ίσως βοηθούσε στην αποκατάσταση αυτής της καταστροφής. Στην παρούσα δίγλωσση έκδοση, η Στέλλα Νικολούδη έχει κάνει γενναία προσπάθεια, καταθέτοντας το πρακτικό μιας προσωπικής ανάγνωσης που διαβαίνει από το κατώφλι της μητρικής στο κατώφλι της ξένης. Σαν ένα «όψιμο στόμα» (Spatmund), και εκείνη, αντιμέτωπη με έναν τόσο φορτισμένο λόγο σαν αυτόν του Celan, έχει αποδώσει πίσω στην πηγή κάτι από αυτό που χάθηκε, και αυτό δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο.

Ο χειρόγραφος Χάινριχ Χάινε

Τι βρισκει ακνεις ψαχνοντας στα αρχεια εφημεριδων!
Ενακειμενο μου για τον Χαινε πριν αποι... 13 χρονια στο Βημα

Mια «χειροποίητη» έκδοση ποιημάτων του ρομαντικού ποιητή που έγινε στο Μόναχο το 1913 από τον μαθηματικό Νικόλαο Γεννηματά
Ο χειρόγραφος Χάινριχ Χάινε

Ο χειρόγραφος Χάινριχ Χάινε

Share
εκτύπωση

Σε μια μοναδική «χειροποίητη» έκδοση, οι εκδόσεις Το Ροδακιό παρουσιάζουν τη μετάφραση 36 ποιημάτων του Χάινριχ Χάινε από τον Νικόλαο Γεννηματά (1875 - 1931), έναν διαπρεπή μαθηματικό, ο οποίος ασχολήθηκε εντατικά με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση. Πρόκειται για ποιήματα που κάτω από τον τίτλο «Τραγούδια του Heine» φιλοτέχνησε σε ένα και μοναδικό αντίτυπο ο Γεννηματάς στο Μόναχο μεταξύ 1911-13 για χάρη του φίλου του, ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα. Η έκδοση έγινε με φωτογραφική αναπαραγωγή του πρωτοτύπου προσδίδοντας τη φυσικότητα και τη λεπτότητα μιας ιδιάζουσας μεταφραστικής ευαισθησίας.

Ο Χάινε είναι ένας από τους μεγαλύτερους γερμανούς ρομαντικούς ποιητές, ένας δημιουργός που χαρακτηρίζεται από μια φόρμα και έναν λόγο παραδοσιακό, αν όχι απλό. Η γοητεία των στίχων του προκύπτει από τον τρόπο που η παραδοσιακή αυτή απλότητα επιτυγχάνει να αποδώσει τις εγγενείς αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα της εποχής του. Ο αντίκτυπος ενέχει συγκίνηση αλλά και ενίοτε ­ πράγμα όχι σπάνιο στη λυρική ποίηση ­ άφθονο χιούμορ. Οι δύο δράσεις συχνά επενεργούν ταυτόχρονα, με ακόμη πιο γοητευτικά αποτελέσματα. Ωστόσο ο συγκεκριμένος σαρκασμός δεν είναι ανέξοδος ούτε τυχαίος· διαθέτει βαθιές ρίζες στις δυσαρμονίες και στις διαμάχες της εποχής του ποιητή και μοιραία οδήγησε αργότερα την ποίηση προς πολιτικές ατραπούς.

Ο Χάινε έζησε σε μια περίοδο (1797 - 1856) που τον τοποθέτησε αυτόματα στον πυρήνα δύο ασύμφωνων κόσμων που λειτουργούσαν ταυτόχρονα· αυτόν του φιλολογικού ρομαντισμού και εκείνον της μετεπαναστατικής Ευρώπης. Η ποιητική του ήταν ένα συμπίλημα της ρομαντικής στροφής προς την απλότητα των λαϊκών τραγουδιών και των παραμυθιών αλλά και όσων επιρροών επισώρευε το δυσβάσταχτο βάρος ενός σύμπλοκου γερμανικού μεσαιωνικού παρελθόντος. Την ίδια στιγμή η κοινωνική του συνείδηση είχε μορφοποιηθεί από τις ιστορικές αλλαγές και τις ανατροπές που σχημάτισαν και μετασχημάτισαν την Ευρώπη τα χρόνια μεταξύ 1789 - 1815: της Γαλλικής Επανάστασης, των Ναπολεόντειων Πολέμων, της αποκατάστασης της ευρωπαϊκής τάξης και της καταπίεσης των φιλελεύθερων ιδεών μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ. Στον ασυμβίβαστα σκληρό κόσμο της πολιτικής η ποίηση αντέτασσε έναν άλλον κόσμο, αποπλανητικά γοητευτικό. Οι δύο κόσμοι προσέφεραν μια επιλογή ανάμεσα στο πραγματικό και στο μη πραγματικό δίχως περιθώρια για συμβιβασμό: υπήρξαν οι ακρογωνιαίοι λίθοι ενός διλήμματος που θα διαρκούσε τη μισή από τη δημιουργική ζωή του Χάινε: «Πρέπει η ποίηση να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ή να την αποφεύγει;».

Μόνιμο χαρακτηριστικό της σκέψης και του έργου του Χάινε ήταν μια τεταμένη και επαμφοτερίζουσα ένταση ανάμεσα στην «ποιητικότητα» και στην πραγματικότητα. Ο ποιητής διέθετε στέρεη την αίσθηση του ήχου της ρομαντικής ποίησης, δεν ενστερνιζόταν όμως την ελπίδα της για υπέρβαση των αναταραχών, της αλλοτρίωσης και του άγχους της εποχής μέσω της «ποιητικότητας» στη ζωή και στον κόσμο. Ετσι ο Χάινε έγινε ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος της μεταρομαντικής κρίσης στη Γερμανία, σε μια εποχή όπου κυριαρχούσαν τα έργα του Γκαίτε και του Σίλερ, ενώ ταυτόχρονα αναπτυσσόταν η συνείδηση της ανεπάρκειας αυτής της παράδοσης έναντι των καινούργιων πιέσεων του νέου κόσμου.

Στα εν λόγω ποιήματα ο Χάινε διασκεδάζει με τον επιδέξιο χειρισμό της ρομαντικής ρίμας, των ρυθμών, των εικόνων και των κλισέ της ρομαντικής περιόδου· αγάπη, φύση, όνειρα, παρελθόν. Ανεξάρτητα από τη μεταγενέστερη πορεία του ως δημιουργού, ο Χάινε υπήρξε κατ' αρχήν ένας ολοκληρωμένος ρομαντικός ποιητής. Ποιήματα σαν και αυτά που μετέφρασε ο Νικόλαος Γεννηματάς ενέπνευσαν υπέροχες συνθέσεις από τους συνθέτες των λιντ, σαν αυτές του Σούμαν: («Dichterliebe» - «Ο έρωτας ενός ποιητή»).

Πολλά ποιήματα της συλλογής είτε υπερβάλλουν την «αρρώστια» της ρομαντικά στυλιζαρισμένης αγάπης: «Σ' αγάπησα και σ' αγαπώ κι ατελείωτα πονώ / Κι αν γκρεμιστή ο κόσμος κι αν σωριάση / Μέσα από τα χαλάσματα ψηλά ως τον ουρανό / Η φλόγα της αγάπης μου θα φτάση!» είτε υπονομεύουν τα υψηλά αισθήματα σε μία ειρωνική τελευταία στροφή: «Αν ήσουνα γυναίκα μου / θα σε ζηλεύανε εχθροί και φίλοι αγαπημένοι / και μια ζωή θα πέρναγες / Ροδόσπαρτη, χαριτωμένη / Κι αν σ' έπιαναν τα νεύρα σου / Και φώναζες, εγώ μιλιά! και θα περνούσε η μπόρα / Μ' αν έβριζες τους στίχους μου / Σ' εχώριζα την ίδιαν ώρα!».

Τα ρομαντικά όνειρα τελειώνουν με μια ειρωνικά σκληρή αφύπνιση, που μοιάζει να αναδύεται μέσα από ένα «πραγματικό» σκηνικό. Σε μερικές περιπτώσεις ένα είδος «διπλής μπλόφας» φέρνει την ειρωνεία αντιμέτωπη με το ίδιο της το είδωλο και ουσιαστικά την καταργεί. Ο Χάινε σταδιακά έμαθε να μην εμπιστεύεται και ιδιαίτερα τον ρομαντισμό, πιο πολύ για όσα αφήνει αναπάντητα για τη σύγχρονη ζωή. Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή που αποδίδεται στον ποιητή στα χρόνια της ωριμότητάς του: «Ο Ρομαντισμός ήταν το σχολείο όπου πέρασα τα πιο ευχάριστα χρόνια της νιότης μου και κατέληξα να δείρω τον διευθυντή!».

Tuesday, July 5, 2011

Οι 10 αγαπημένες ταινίες (sτον Πανο Μιχαηλ απο τη Lifo)

Οι 10 αγαπημένες ταινίες του Αλέξη Σταμάτη*

Ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης επιλέγει τις 10 αγαπημένες του ταινίες για το noMIRACLES


Το σινεμά είναι μια σύμβαση. Ένα ‘ψέμα’ φτιαγμένο με κομμάτια αλήθειας. Σ’ αυτό το μυθικό διάλειμμα από την πραγματικότητα, από το επίπεδο παραλληλόγραμμο της σκοτεινής αίθουσας εκπέμπονται 24 εικόνες το δευτερόλεπτο, μεταφέροντάς μας σε φανταστικά τοπία εξωτικά και ψυχικά. Πως; Mέσα από επινοημένες ιστορίες άλλων ανθρώπων. Που για ένα δίωρο μας υποδέχονται στον κόσμο τους.

MULHOLLAND DRIVE του David Lynch

Το μότο της ταινίας είναι "A love story in the city of dreams". Προβολές, όνειρα και φαντασιώσεις σε ένα φιλμ που λειτουργεί ως μια κορδέλα του Mobius (Mobius strip).

Μια επιφάνεια χωρίς "προσανατολισμό" χωρίς "αρχή και τέλος" με μια μόνο πλευρά και μονάχα μια συνιστώσα ορίου. Αν ένα μυρμήγκι σερνόταν κατά μήκος της κορδέλας θα επανερχόταν στο σημείο εκκίνησης έχοντας διασχίσει κάθε μέρος της κορδέλας χωρίς να διασταυρωθεί με κάποια γωνία.

Ξαναδείτε τη με αυτό το σχήμα στο νου. (Έργο του Έσερ)

LAST DAYS του Gus Van Sant


Μινιμαλιστικό, σιωπηλό, συνταρακτικό, μοναχικό . Ο Βαν Σαντ συναντά τον Κερτ Κομπέιν λίγο πριν αποχωρήσει για πάντα. Καμία καλλιτεχνική παραχώρηση. Γυμνό και σπαρακτικό. Ένας διαλογισμός για την απομόνωση, το θάνατο και στην απώλεια. Μια ταινία που μιλάει για ένα μεγάλο μουσικό χωρίς να ασχολείται καν με τη μουσική. Η διακόρευση, οι περιφερειακοί ατζέντηδες, η ήττα, η πτήση. Το ύστατο σάβανο του ποιητή.


SYNECDOCHE, NEW YORK του Philip Kaufman


To πιο πειραματικό φιλμ της τελευταίας δεκαετίας. Τόσο πυκνό που θέλει πολλαπλές αναγνώσεις. Ουσιαστικά ένα φιλμικό κείμενο. Μην ξεχνάμε ότι η συνεκδοχή είναι το εκφραστικό-λογοτεχνικό σχήμα κατά το οποίο ένας όρος αντικαθίσταται από έναν άλλο, με τον οποίο βρίσκεται σε σχέση γενικού προς ειδικό ή αντίστροφα. Η πιο συνηθισμένη μορφή συνεκδοχής είναι η χρήση του μέρους αντί για το όλο (pars pro toto) ή του ενός αντί για τους πολλούς. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσει αν «σκάψει» κανείς βαθειά στην ταινία, συνεκδοχή είναι και το αντίστροφο. Από ένα μάστορα της αφήγησης που γυρίζει το περσικό χαλί ανάποδα.


ANTICHRIST του Lars von Trier

*Τα επτά πρώτα λεπτά ΜΟΝΟΝ!

Ίσως η ωραιότερη αρχική σεκάνς στην ιστορία του σινεμά από ένα υπερφίαλο δημιουργό που δυστυχώς το ’χει χάσει σε βαθμό κακουργήματος. Μετά αυτό το μαγευτικό επτάλεπτο, όλο το υπόλοιπο έργο είναι για πέταμα. Μια απέραντη κοινοτοπία. Όμως η αρχή είναι τόσο ωραία που δεν ξέρω γιατί, ο Πέτρος , ο ήρωας του βιβλίου μου «Κυριακή» την βλέπει καρέ καρέ.


YUPI DU του Andriano Celentano


Μια αναρχική κωμωδία της δεκαετίας του 70 που για ένα παράξενο λόγο μας τη συστήνει ο Μάνος, ο ήρωας του θεατρικού μου έργου «Δακρυγόνα» :

Μάνος: Είναι από μια ταινία με τον Αντριάνο Τσελεντάνο… Παλιά, του εβδομήντα… Την είχα δει… σ’ ένα θερινό σινεμά… μόνος μου… Καθόμουν σε μια από αυτές τις πλαστικές καρέκλες και δίπλα μου μια άγνωστη κοπέλα… Δεν τολμούσα να την κοιτάξω. Με την άκρη του ματιού καταλάβαινα ότι ήταν πολύ όμορφη. Φορούσε ένα καρό πουκάμισο και μια γαλάζια φούστα… Οι καρέκλες ήταν δεμένες μεταξύ τους κι είχαμε κάτι σαν κοινό μπράτσο. Είχα ακουμπήσει το χέρι μου κι εκείνη το δικό της…. Και σ’ όλη τη διάρκεια του έργου οι αγκώνες μας πλησίαζαν… Κάποια στιγμή ακούμπησαν… Ήταν σαν ηλεκτρισμός… Ένιωθα το δέρμα της… σαν… σαν να μ’ αγκάλιαζε…


LAST TANGO IN PARI του Bernardo Bertolucci


Ένα έργο που είδα στα 18 μου και για έναν επίσης παράξενο λόγο ένιωσα μεγαλύτερη ταύτιση με τον μεσήλικα παρά με τον νεαρό κινηματογραφιστή (Ζαν Πιέρ Λεό). Είναι μια ταινία με πολλά υπέροχα ελαττώματα.Την έχω αναλύσει οριζοντίως και καθέτως μετά από τις τουλάχιστον 30 φορές που την έχω δει και ξαναδεί. Την έχω επίσης διασκευάσει σε θεατρικό που δεν ανέβηκε στο τσακ (κακούργα MGM που δε μας έδωσες τα δικαιώματα μετά από ένα χρονο αναπάντητα μειλ!).
Μια ταινία με πολλά καλλιτεχνικά αδιέξοδα αλλα ταυτόχρονα ό,τι πιο συγκινητικό έχω δει ποτέ στη ζωη μου. Κάτι που πιστοποιεί πως ο μεγαλύτερος κριτής ενός έργου τέχνης είναι η καρδιά.

ΥΓ: Και φυσικά εδώ υπάρχει η μεγαλύτερη ερμηνεία ηθοποιού στο σινεμά μαζί με αυτήν της Φαλκονέτι στη Ζαν ντ΄Αρκ του Ντράγιερ.
Ο Μπράντο ως Πολ.

SWEET MOVIE» του Dusan Makavejev

Το αναρχικό αριστούργημα του Μακαβέγιεφ είναι μια ταινία-εμπειρία. Η σεξουαλική απελευθέρωση, τα όρια της πολιτικής και προσωπικής ελευθερίας. Η ταινία που ακoλούθησε το περίφημο WR: Mysteries of the Organism .. Πυρετώδης, ερωτική, γκροτέσκα, ποιητική, κωμική. Εμβληματική της πρωτοπορίας του 70. Εδώ υπάρχει και η εκπληκτική σκηνή με το τραγούδι «Τα παιδια κάτω στο κάμπο» του Χατζιδάκι πάνω σε εικόνες της σφαγής του Κατίν.

RUN WILD, RUN FREΕ του Richard C. Sarafian



Πρόκειται για μια «μικρή» ταινία στην όποια πρωταγωνιστεί το παιδάκι που έπαιζε τον Όλιβερ στο ομώνυμο μιούζικαλ, ο Μαρκ Λέστερ. Το θέμα εδώ είναι η σχέση ενός κωφάλαλου αγοριού με ένα άλογο – αλμπίνο με γκρι μπλε μάτια. Δυο μοναχικά πλάσματα στην καρδιά της βρετανικής υπαίθρου. Θυμάμαι, πιτσιρίκι όταν την είχα δει, είχα πλαντάξει στο κλάμα. Δε θα την ξεχάσω ποτέ. Ο Μαρκ Λέστερ εγκατέλειψε το σινεμά σε ηλικία 17 ετών. Πρόσφατα διάβασα ότι φημολογείται πως ήταν δότης σπέρματος σε ένα από τα παιδιά του Μάικλ Τζάκσον, της Paris Katherine Jackson. Εκείνο που υπήρξε σίγουρα ηταν νονός των παιδιών. Ο Μιχάλης πήγε να συνδυάσει Πίτερ Παν και Τσαρλς Ντίκενς.

Bleak House.

TOBBY DAMMIT του Federico Fellini

Μια όχι και τόσο γνώστη μικρού μήκους ταινία του Φελίνι βασισμένη σ ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ο σεξπηρικός ηθοποιός Τόμπι Ντάμιτ συμφωνεί να παίξει σε μια ιταλική ταινία με αμοιβή μια Φεράρι. Αφού βοηθήσει μια κοπελίτσα που έχασε τη μπάλα της ο Ντάμιτ αρχίζει να την βλέπει σε οράματα. Ο Φελίνι βουτάει τον Τέρενς Σταμπ στην κόλαση του θεάματος και του παραδόξου . Ένα φαντασμαγορικό αριστούργημα με μια σχεδόν απόκοσμη ερμηνεία από τον Σταμπ στον καλύτερο ρόλο του μαζί με το “Θεώρημα”. Ο,τι πιο κοντά σε κινηματογραφικό τριπ έχει γυριστεί. Την πρωτοείδα στο κατάλληλο κοντεξτ.



L’ IMPORTANT C’ EST D AIMER του Andrzej Żuławski

Ένα αριστουργηματικό μελόδραμα με μια μεγαλειώδη, σπαρακτική ερμηνεία από τη Ρόμι Σνάιντερ που τσαλακώνεται ως το όριο. Γυμνή, ως το μεδούλι. Το θέμα: O φωτογράφος Fabio Testi ερωτεύεται την Nadine, ατάλαντη ηθοποιό b movies, όταν την παρακολουθεί σε ένα γύρισμα , αποφασίζει να την βοηθήσει και αναλαμβάνει την παραγωγή του Ριχάρδου του ΙΙΙ με τον θίασο ενός ημιτελή καλλιτέχνη που υποδύεται μοναδικά ο Klaus Kinski με όρο να πρωταγωνιστήσει η Nadine . Αξέχαστη φιγούρα και ο μανιοκαταθλιπτικός σύζυγος - clown (Zacques Dutronc) με την αξέχαστη εμμονή στο «χοπ-χοπ –χοπ».
Daniel Bird ( συγγραφέας, για το φιλμ)

"All may be fair in love and war, but here love is filmed as was, with the camera chasing emotionally battered lovers as if it were the D-Day landings."

Wednesday, June 1, 2011

Συνέντευξη στον Μάνο Κανδεράκη- μπλόγκερ (Υπαρκτός Σοιυρεαλισμος)

1) Πες μας λίγα λόγια για τον Αλέξη Σταμάτη

Γεννήθηκα στη Αθήνα, ζω κάτω από Λυκαβηττό, στη Νεάπολη Εξαρχείων, σπούδασα κυρίως Αρχιτεκτονική αλλά και σινεμά. Δούλεψα σαν αρχιτέκτονας και το 1996 τα παράτησα και ασχολήθηκα αποκλειστικά με τη συγγραφή.

2)Θα ήθελα να πιάσουμε ένα σοβαρό κοινωνικό θέμα. Ήσουν αλκοολικός, πώς ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια; Ξεκίνησες να πίνεις για «μαγκιά», ή επειδή είχες επηρεαστεί από την επαναστατικότητα της εποχής ροκ και αλκοόλ;

Από έναν συνδυασμό αυτών των δύο άλλα και από μια ανάγκη να ξεχάσω πράγματα που με είχαν πονέσει. Νόμιζα πως το αλκοόλ ηταν ένας σύντροφος ζωής, μια δύναμη που μου επέτρεπε να εκφραστώ. Δεν είχα καταλάβει πως ηταν ένα ζωτικό ψεύδος και κυρίως ένας ανελέητος δολοφόνος. Όταν μίλησα στην εκπομπή «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη για αυτό το θέμα, από τα μηνύματα που πήρα μετά, επιβεβαίωσα αυτό φανταζόμουν, ότι το πρόβλημα του αλκοολισμού στη χώρα μας είναι μεγάλο, πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι νομίζουμε, απλά ο κόσμος το κρύβει κάτω από το χαλί.

3)Πολλοί μιλάνε για αποποινικοποίηση των μαλακών ναρκωτικών, διότι έτσι θα χτυπηθεί το εμπόριο, αλλά θεωρούν επίσης ότι η μαριχουάνα είναι πιο αγνή από το αλκοόλ, συμφωνείς;


Απολύτως. Δεν το συζητώ. Το αλκοόλ κυρίως, αλλά και το τσιγάρο, είναι σκληρά ναρκωτικά που πωλούνται ελευθέρα. Δεν ξέρω κανέναν που να πέθανε από μαριχουάνα. Από κίρρωση του ήπατος και καρκίνο του πνεύμονος, πέθαναν εκατομμύρια.

4)Πώς ξεκίνησες να γράφεις; Συνήθως για να γράψει κάποιος πρέπει να είναι πιο κλειστός χαρακτήρας, πιο καταθλιπτικός; Διότι με αυτό τον τρόπο εξωτερικεύει αυτά που κρύβει μέσα του. Τί πιστεύεις;


Εδώ δεν συμφωνώ. Είναι λίγο στερεοτύπη αυτή η εικόνα. Δεν είμαστε στην εποχή του μελαγχολικού δημιουργού που αναστοχάζεται μπροστά σε μια λάμπα θυελλης. Ίσα ίσα ένας άνθρωπος που γράφει σήμερα, πρέπει να αφουγκράζεται τον κόσμο, να ζει, να εκφράζεται. Αλλά και δεν υπάρχει «ψυχολογική ρετσέτα» για να γίνεις συγγραφέας. Ξέρω πολλούς συγγράφεις έξω καρδιά και πολλούς από την «άλλη όχθη».

5) Τα πιο σημαντικά πράγματα για να γίνουν γνωστά, πρέπει κάποιος να τα φέρει στην επιφάνεια. Για σένα ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που κατάφερες να φέρεις στην επιφάνεια;


Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή την ερώτηση, είναι από τις πιο σοβαρές που μου έχουν κανει ποτέ. Τόσο, που δεν μπορώ να την απαντήσω. Εάν έχει συμβεί αυτό που λες, τότε θα πρέπει να απευθυνθείς σ’ εκείνον που πιθανόν το ’χει βιώσει, έχοντας διαβάσει κάτι δικό μου.

6)Ανήκεις στην γενιά του ροκ εν ρολ. Έχεις κατορθώσει να ερμηνεύσεις το ροκ; Νιώθεις γενικά ροκ στην καθημερινότητά σου;


Δυστυχώς πολλές είναι οι λέξεις που έχουν χάσει την άξια τους. Κάποτε φερ’ ειπείν μιλάγαμε για μια «αριστερή αισθητική», φράση που πλεον σήμερα είναι για γέλια και εμποροπανήγυρεις. Ή μιλούσαμε για «όραμα», για «όνειρο». Τώρα βλέπεις πρωταγωνιστούν άλλες λέξεις όπως «like», «follow», «share» κλπ. Κι αυτές με χαμένες τις σημασίες τους, από μιαν άλλη οπτική. Όμως όλα τούτα είναι απλά λέξεις, φθαρτά πράγματα. Η ουσία των λέξεων είναι το αποτύπωμα που έχουν μέσα σου. Εάν η λέξη «όνειρο» ακούγεται καρακίτς σήμερα, κάπου μέσα μου υπάρχει εκείνο που εννοούσα στα δεκάξι μου, λέγοντας την. Οσο γι αυτό που τότε ονόμαζα «ροκ» και τώρα μπορεί να το ονομάζω «ξ^κ*χ#β», υπάρχει μέσα μου αναλλοίωτο, υπήρχε και πριν ακόμα γίνω «ροκ». Ευτυχώς δεν το έχω ερμηνεύσει, ούτε αποκωδικοποιήσει, γιατί ότι αποκωδικοποιείται πεθαίνει. Και η καθημερινότητα , αυτό το σκληρότατο πράγμα, αυτός ο κατά συρροή δολοφόνος, αντέχεται μονο με ζωντάνια και δράση.

7)Ας πάμε σε άλλο θέμα. Πολλοί λένε ότι στον άνθρωπο υπάρχει η ανάγκη να πιστεύει κάπου για να παίρνει δύναμη; Εσύ γενικά πιστεύεις στο Θεό; Πώς αντλείς τη δύναμη;


Ένθεος, όχι, δεν είμαι. Δεν μπορώ να πιστέψω κάποιον που είτε επιβραβεύει είτε τιμωρεί. Θα όφειλε ο Θεός να ξέρει πως τα πράγματα είναι αφάνταστα πιο σύμπλοκα. Ο Θεός είναι πλάστιγγα πόνου. Όπως έλεγε και ο Τζον Λένον: God is a concept by which we measure our pain. Αλλά πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη. Γιατί απλά όσα γίνονται ερήμην μου είναι ανωτέρα από μενα. Αυτή η δύναμη όμως είναι αποτέλεσμα συμβάντων. Γεγονότων. Προσωπικά αντλώ δύναμη έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν θα είμαι ποτέ ασφαλής και ότι ο θάνατος δεν είναι γεγονός της ζωής.

8)Εσείς οι συγγραφείς, παρατηρείτε οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας, τα πρόσωπα, τις κινήσεις των περαστικών. Όταν για παράδειγμα κυκλοφορείτε στο κέντρο της Αθήνας, βλέπετε κάτι διαφορετικό στο μάτι του κόσμου; Υπάρχει μια σπίθα για κάτι καλύτερο, ή μήπως έχουμε συμβιβαστεί στην «σήψη» που βιώνουμε;


Φυσικά και υπάρχει μια διαφορετική εικόνα, υπάρχει μια κούραση και μια δυσθυμία, μια κατήφεια. Πάρ’ όλα αυτά, σε οποιαδήποτε άλλη χωρά του κόσμου κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα είχε πολύ χειροτέρα συμπτώματα στον ψυχισμό του πληθυσμού. Αν κάτι καλό έχει ο Έλληνας είναι αυτό. Έχει μια άγνοια κινδύνου και κάτι που δεν είναι ψυχραιμία αλλα «ψυχωφελής απάθεια». Ταυτόχρονα όμως μπορεί αυτό και να ξεσπάσει ανάποδα, στην άλλη όχθη. Μάλλον διπολικοί είμαστε, εντέλει. Και φυσικά η τελευταία εμπειρία στο Σύνταγμα έδειξε ότι όταν υπάρχουν κοινές δράσεις, ψυχολογικά ο Έλληνας μπορεί να δείξει και τον καλό του εαυτό. Η ανθρωπογεωγραφία έχει απ όλα, και μέσα σ’ όλα υπάρχουν και διαμάντια.

9) Ο Νίτσε έχει πει ότι «όλα τα σπουδαία πράγματα στη ζωή γίνονται “παρ’ όλα αυτά”». Στην Ελλάδα, «παρ’ όλα αυτά» που συμβαίνουν τώρα, τι σπουδαίο μπορείς να δεις να έρχεται; Επίσης η γενικότερη κρίση που βιώνει ο κοινωνικός ιστός, αποτελεί έμπνευση να αρχίσεις να γράφεις;


Μεγάλη κουβέντα είναι αυτή. Τεράστια. Όποιος την καταλάβει και την εντάξει στην σημερινή καθημερινότητα θα δει και λίγο φως. Όλα παίζουν, τα πάντα. Κι όσο πιο γρήγορα καταλάβει κανει πώς σκοπός της ζωής δεν είναι η ασφάλεια, δεν είναι να οχυρωθείς ενάντια στο φαντασιακό εχθρό, αλλα να ζήσεις τη μέρα, τότε θα δεις και νόημα πίσω από κάθε τι. Ό,τι κι αν έρθει, είναι σπουδαίο, γιατί θα ’ρθει. Δεν συνεχίζω επίτηδες, γιατί θέλω να κλείσω τη φράση εδώ. Είναι εποχή για φράσεις που δεν κλείνουν όχι για τσιτάτα. Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι εννοώ. Όσο για το δεύτερο σκέλος η κρίση δεν είναι αφορμή για να γράψει κάνεις, γράφεις και υπάρχει και η κρίση. Θα γραφτούν πολλά για αυτά που ζούμε τώρα, όμως έχω την αίσθηση όσα μείνουν θα είναι έκανα που θα βλέπουν το ζήτημα μέσα από τον άνθρωπο. Την τραγωδία και την κωμωδία του κι όχι μέσα από μεγαλεπήβολα σχήματα με κακούς και καλούς η κλέφτες κι αστυνόμους.

10)Πολλοί αναρωτιούνται αν αυτό που ζούμε είναι αληθινή δημοκρατία ή ένα είδος δικτατορίας με δημοκρατικό “φόρεμα”. Τελικά όπως λέει το τραγούδι ζούμε τη δικτατορία του προφανούς ή του αφανούς;


Δεν ζούμε σε δικτατορία φυσικά. Προς θεού. (Όποιου θεού)Εμείς που κάτι ελάχιστα θυμόμαστε από τότε, πρέπει να τονίσουμε ότι όταν μιλάμε για δικτατορία, μιλάμε για κάτι εφιαλτικό και εξευτελιστικό. Αυτή τη στιγμή ζούμε ένα τραγικό αδιέξοδο του κοινωνικοοικονομικού συστήματος παγκοσμίως. Ζούμε τα αποτελέσματα μιας αφόρητης απληστίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος που κατέληξε σε μια πανευρωπαϊκή κρίση χτυπώντας κάθε χωρά ανάλογα την αδυναμία της. Ταυτόχρονα η κρίση αυτή εξέθεσε και τον χειρότερό μας εαυτό που τώρα προσπαθούμε – τουλάχιστον ο κόσμος – να μαζέψουμε. Μέσα από τη δημοκρατία, μέσα από το «όλοι μαζί» πρέπει να το λύσουμε. Όλοι μαζί στην Ευρώπη. Κοιτώντας μπροστά και όχι αναλύοντας ποιος έκανε πότε και τι. Πράξη. Συμβάντα και δράσεις . Αλλα με εξυπνάδα και κυρίως απεμπολώντας επιτέλους το χειρότερο στοιχείο που διαθέτει ο Έλληνας (που είναι άλλωστε κι εκείνο που διαρκώς τον καταστρέφει): τον λαϊκισμό. Ούτε προγονολατρείες, ούτε περασμένα μεγαλεία, ούτε τι έγινε τότε, ούτε κοινοτοπίες ούτε ποδοσφαιρολογίες ούτε χαβαλέ ούτε πατριδοκαπηλίες ούτε μανατζεριλίκια και επικοιωνιακό-δηθενιές από δικτυο- μπροσούρες. Μπροστά. Με δουλειά, εξυπνάδα και υπομονή. Smart action. Το θέμα δεν είναι να πετάς μολότοφ στους εχθρούς σου. Το θέμα είναι να τους δείξεις στην πράξη ότι δεν τους έχεις ανάγκη.

11)Είσαι ένα ιδιαιτέρως ψαγμένο άτομο. Διότι εκτός από μεταπτυχιακά στην Αρχιτεκτονική έχεις κάνει και στον κινηματογράφο στο Λονδίνο. Σκέφτηκες ποτέ να ασχοληθείς με το σινεμά;


Τα σινεμά είναι μια μεγάλη μου αγάπη. Κάποτε μάλιστα ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Δεν τα κατάφερα. Και μάλλον δεν ήμουν γι αυτό. Αλά έχω γράψει ένα σενάριο έχω ασχοληθεί με το θέμα και θα μ’ ενδιέφερε κάποτε να δω κάτι δικό μου στην οθόνη.

12)Κάποιος μεγάλος σκηνοθέτης, μιας και πιάσαμε τα του σινεμά, είχε πει «Καλές ταινίες γίνονται μόνο οι έμμονες ιδέες». Πώς το αντιλαμβάνεσαι αυτό;


Κάθε καλλιτέχνης έχει τις εμμονές του. Εκείνα που τον τρώνε μέσα του. Μπορεί να εκφράζονται κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο , όπως πχ ο Κιούμπρικ που έκανε κάθε ταινία και σε διαφορετικό είδος, αλλα από πίσω υπάρχει το δακτυλικό αποτύπωμα, το στίγμα Κιούμπρικ.

13)Σε μια πολιτικοκοινωνική ερώτηση. Απ’ ότι καταλαβαίνω κάτι θα θυμάσαι από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Γιατί –πλην ορισμένων-όλοι οι αγωνιστές στην ιστορία, συμβιβάζονται μόλις πάρουν λίγο εξουσία και γαντζώνονται στα κόμματα. Θα τολμούσες ποτέ με τη βοήθεια της πένας σου να αγγίξεις ένα τόσο σκληρό θέμα;


Αυτό είναι ένα πολύ άγριο ζήτημα που θίγεις. Ο άνθρωπος είναι ικανός για τα πάντα. Όλα είναι για όλους. Κι εκεί που τεστάρεται περισσότερο, είναι όταν του δώσεις εξουσία. Εκει μπορεί να μετατραπεί από συνειδητό αγωνιστή σε άξεστο κομπιναδόρο, από ηθικό σε ανήθικο. Η ανθρώπινη φύση έχει κάτι τερατώδες μέσα της. Αν το αναγνωρίσω πρώτα σε μένα και το δεχτώ, θα μπορέσω να το αναγνωρίσω και στον άλλο και να κρίνω. Ακόμα και οι «όμορφες» έννοιες δεν είναι τόσο αθώες. Η αγάπη κι η ελευθερία δεν είναι κάτι όλο φρου και αρώματα, είναι κάτι γεμάτο αίμα και φρίκη. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Δεν έχει μαύρο άσπρο, καλό κακό. Εμείς έχουμε την τάση να αποδίδουμε αυτά τα συν και πλην. Τα πρόσημα είναι ένα τέχνασμα. Η φύση δεν έχει συν και πλην. Έχει μόνο επιθυμίες. Και οι μισές είναι καταστροφικές. Έτσι λοιπόν η διαφθορά που είναι πανάρχαιο θέμα, είναι βαθειά ριζωμένη στην ανθρωπινή φύση. Δεν μου κάνει εντύπωση πως κάποιοι «αγωνιστές» τα φαγαν. Όσο ηρωισμό θέλει να παλέψεις εναντίον στην εξουσία, τόσο και πολύ παραπάνω θέλει όταν επικρατήσεις και κάνεις εσύ πια κουμάντο να διατηρηθείς ο ίδιος. Είναι η ιστορία του ανθρώπινου είδους. Είναι τυχαίο ότι οι γονείς κάνουν στα παιδια όσα τους έκαναν οι δικοί τους;

14)Αν και είναι τελείως υποκειμενική ερώτηση. Ποιό είναι το βιβλίο από όλα αυτά που έχεις γράψει που γούσταρες πιο πολύ;


Το τελευταίο : η «Κυριακή». Όχι επειδή είναι το πιο πρόσφατο, άλλα επειδή το αγάπησα πολύ και άφησα τον εαυτό μου εντελώς ελεύθερο.

15)Ετοιμάζεις κάποια νέα δουλειά αυτή την περίοδο;

Η επόμενη δουλειά μου μετά την Κυριακή θα είναι θεατρική. Θα παρουσιαστεί στα μέσα της επόμενης σαιζόν και θα ναι διασκευή ενός μυθιστορήματος μου σε σκηνοθεσία του Άρη Τρουπάκη.

16)Πες ότι σου δίνεται η ευκαιρία να διαλέξεις μια δεκαετία και να μεταφερθείς αυτόματα κεί να ζήσεις. Ποιά θα διάλεγες;


Χωρίς συζήτηση στα σίξτις, αλλα να είμαι είκοσι χρονών!

17)Όταν ήσουν μικρός θα είχες φαντάζομαι όπως όλοι πρότυπα. Ποιά ήταν τα δικά σου, με ποιους ήθελες να μοιάσεις;

Από την παιδική ως την εφηβική ηλικία πρότυπα μου ηταν ποδοσφαιριστές σαν τον Δεληκάρη και τον Τσάρλι Τζορτζ, μουσικοί σαν τον Τζιμ Μορισον και τον Μπομπ Ντίλαν, και λογοτεχνικοί ήρωες από τον Όλιβερ Τουίστ ως τον Αρθούρο Ρεμπώ που τον έβλεπα τότε ως ήρωα μυθιστορήματος.

18)Σου δίνω ένα σπρέι και σου λέω γράψε έναν τοίχο. Ποιό τοίχο θα έβαφες και τι θα έγραφες;


«Όσο πλησιάζω το μέλλον απομακρύνεται». Στο μισοβουλιαγμένα νεοκλασικό απέναντι μου.

19)Τέλος, αγαπημένο γνωμικό ή στίχος;


«Another way to see». Έμιλι Ντίκινσον

http://uparktos-sourealismos.blogspot.com/2011/05/blog-post_2848.html

Monday, May 9, 2011

Συνεντευξη στο in.gr

Αλέξης Σταμάτης: «Η συγγραφή δεν είναι εκτόνωση. Είναι ανεύρεση, ανασκαφή, εξόρυξη»

Ανήσυχο πνεύμα, πολυδιάστατη προσωπικότητα με κυρίαρχο στοιχείο του χαρακτήρα του τη διαρκή «αναζήτηση» και τον διάλογο με τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο. Ο Αλέξης Σταμάτης, βραβευμένος για το συγγραφικό του έργο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μιλά στο in.gr Βιβλίο με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο «Κυριακή».

Συνέντευξη στη Μαίρη Ε. Μπιμπή

Ποιητής, πεζογράφος, σεναριογράφος αλλά και αρχιτέκτων. Ιδιότητες που έχουν ως κοινό στοιχείο τη δημιουργία. Η συγγραφή είναι η δημιουργική «εκτόνωση» του πνεύματος λοιπόν; Μια οδός επικοινωνίας με το κοινωνικό σύνολο;

Η δημιουργία δεν είναι εκτόνωση του πνεύματος, είναι έκφραση, έκλυση του. Ο Walter Wellesley Smith (ένας αθλητικογράφος!) έλεγε πως το γράψιμο δεν είναι και τίποτα. Απλά κάθεσαι στη γραφομηχανή και κόβεις μια φλέβα. Η ουσία είναι πως όλα στη ζωή είναι «προς γραφήν». Και εκείνα που είναι ίσως τα πιο ενδιαφέροντα είναι αυτά που συνήθως μένουν απ' έξω από την «ορατή» καθημερινότητα μας, εκείνα που τους δίνουμε και ιδιαίτερη σημασία. Που τα θεωρούμε δεδομένα. Η συγγραφή είναι ένας άλλος τρόπος να δεις τα πράγματα, εκείνα τα ίδια που μπορείς να περνάς χιλιάδες φορές μπροστά τους - άλλα έρχεται αυτή η έκλαμψη (εκείνη η «επιφάνεια») και τα φωτίζει με άλλο τρόπο. Ίσως αυτός είναι ο δίαυλος με το κοινό. Το ότι του μιλάς για κάτι που ξέρει καλά, άλλα του μιλάς αλλιώς. Βλέπω σε διαφημίσεις συχνά το βιβλίο να συνδέεται με μια «απόδραση» από τον εαυτό, από τη ζωή. Δεν πιστεύω ότι γράφουμε ή διαβάζουμε για να αποδράσουμε από τον κόσμο άλλα για να τον ξαναβρούμε. Γι' αυτό δεν είναι εκτονωτική η διαδικασία. Είναι μια διαδικασία ανεύρεσης, ανασκαφής, εξόρυξης. Γιατί όσο κι αν η σύγχρονη πραγματικότητα προσπαθεί να κάνει τη ζωή μας ένα «πρότζεκτ», έρχεται η τέχνη και της χαλάει τη μαγιά. Επαναφέρει την ταλάντωση της καθημερινότητας. Το αδιανόητό της βάρος. Η ανελέητη καθημερινότητα, που αν σταθείς ένα λεπτό αν την παρατηρήσεις από απόσταση, τα κάνει όλα σμπαράλια. Η συγγραφή θεωρεί πως η παραμικρή ανθρώπινη δραστηριότητα είναι σημαντική. Πως όλοι μας είμαστε ικανοί για όλα και πως αυτή η αιώνια ταλάντευση-ισορροπία του ανθρώπου ανάμεσα στην επικινδυνότητα και την ανάταση, ανάμεσα στο τερατώδες και το ευγενές, είναι ένα τραγούδι που μπορεί να τραγουδιέται για πάντα σε πολλές παραλλαγές και με πολλούς τρόπους.

Βραβευμένος για το έργο σας, σε Ελλάδα και εξωτερικό. Τα βραβεία τι σημαίνουν αλήθεια για έναν πνευματικό δημιουργό; Μήπως λειτουργούν περιοριστικά, ως προς την επιλογή των επόμενων σχεδίων του συγγραφέα;

Ένα βραβείο είναι ένα «εγκώμιο» που σε τιμά. Πάντα έρχεται για κάτι που έχει γίνει πριν. Ένας συγγραφέας βρίσκεται διαρκώς -ή τουλάχιστον προσπαθεί - σε μια θερμοκρασία γέννας, δημιουργίας. Ακόμα και όταν δεν γράφει (ίσως ειδικά τότε). Κι αυτό είναι θέμα ανάγκης, όχι σχεδιασμού. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε ποτέ ένα βραβείο να φρενάρει κάποιον που αντιμετωπίζει τη τέχνη του σοβαρά. Αν δεν σε επιβραβεύει η ιδία η διαδικασία της τέχνης σου, όλα τα βραβεία του κόσμου δεν σου κάνουν τίποτα.

Στο τελευταίο σας βιβλίο, «Κυριακή» (εκδόσεις Καστανιώτη) με αφορμή τις βουλευτικές εκλογές, δύο άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών συναντώνται και μέσα από την κοινή εμπειρία της απώλειας, ανοίγουν «διάλογο». Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο για να αναπτύξετε την ιστορία των δύο ηρώων;

Δεν είναι η μέρα η αφορμή. Η μέρα είναι το «φόντο». Ήθελα το βιβλίο να εκτυλίσσεται μέσα σε περίπου σε 24 ώρες (εντέλει είναι 22), και να μιλάει για το σήμερα. Η συγκεκριμένη ημερομηνία σημασιοδοτεί μια καμπή στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά και όσα συνέβησαν τότε ενείχαν και πολλά «μυθιστορηματικά» στοιχεία, κουβαλούσαν μια θεατρικότητα από μόνα τους. Είμαστε λοιπόν στην Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009: ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Ενώ η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει σε μια νέα φάση της ιστορίας της, ο 19χρονος Βασίλης, που προσπαθεί να καταλάβει γιατί αυτοκτόνησε ο πατέρας του, συναντά τον Πέτρο, έναν μεσήλικα δημοσιογράφο ο οποίος χρόνια πενθεί για την απώλεια της γυναίκας του. Αυτή η συνθήκη πυροδότησε πολλά ζητήματα. Μου έδειξε πολλές πόρτες. Κάποιες από αυτές τις άνοιξα.
Ο Τολστόι ξεκινά το «Πόλεμος και Ειρήνη» με την περίφημη φράση: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο». Στην «Κυριακή» υπάρχουν δυο δυστυχισμένες οικογένειες , του Βασίλη και του Πέτρου, που κινούνται μέσα σε μια άλλη: την Ελλάδα. Η κάθε μια βιώνει και τη δική της δυστυχία, ωστόσο υπάρχουν και μερικά κοινά στοιχειά που τις συνιστούν: προδοσία, διάψευση, μιζέρια. Όλοι προσπαθούν να βγουν από αυτό τον κλοιό, να βρουν τη λύση. Να κοιτάξουν γύρω και μέσα τους. Όμως η ευτυχία, όπως λέει ο Μπέντζαμιν, είναι η επίγνωση του εαυτού σου δίχως φόβο. Ακούγεται ωραίο αλλά είναι τερατωδώς δύσκολο σε μια κοινωνία που όχι μόνο τον δημιουργεί αλλά και τον επικαλείται ως εργαλείο έλεγχου.

Γενικά τα κοινωνικά τεκταινόμενα, σας δίνουν αφορμή για να πλάσετε ιστορίες που έχουν απήχηση στο αναγνωστικό κοινό ή οι ιδέες σας θέλετε να εντάσσονται σε κοινωνικά πλαίσια, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να σχετιστεί μαζί τους ευκολότερα;

Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν διαχωρισμοί «κοινωνικού φόντου» και ιδεών. Η διαδικασία της γραφής δεν εμπίπτει σε τέτοιου είδους συντεταγμένες. Επίσης δεν νομίζω ότι μυθιστορήματα γράφονται με, ή, για ιδέες. Και κάτι, άλλο όταν γράφω, δεν νιώθω την παρουσία του αναγνώστη. Εάν, κατά τη συγγραφή, υπάρχει «κάτι» που παρεμβάλλεται μεταξύ δημιουργού και του γραπτού του είναι μια «δύναμη».
Ένα «πλάσμα» που κάθεται στον ωμό σου και σε παρακολουθεί. Αυτή η «δύναμη» είναι κάτι πολύ μύχιο, ανεξήγητο και άρρητο. Δεν προσωποποιείται. Είσαι λοιπόν μπροστά στο λευκό χαρτί ή την άδεια οθόνη. Η γέννα μιας ιστορίας είναι πολύ ιδιαίτερη υπόθεση. Υπάρχει μια σιωπή που ξαφνικά ξεσπάει. Κι αυτό που βγαίνει δεν είναι φωνή. Είναι μίμηση φωνής, είναι η κατασκευή μιας λέξης, μιας φράσης, είναι η περιγραφή ενός πράγματος που δεν υπήρχε πριν και τώρα εμφανίζεται.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γεννήθηκε μέσα από έναν χαρακτήρα: ένα παιδί 19 χρονών. Από εκείνα που μιλάνε με τρεις φράσεις: «Έλα ρε μαν», «τα πήρα στο κρανίο»… Ήθελα να τον γνωρίσω. Σκέφτηκα τι άραγε θα συνέβαινε στο μυαλό του. Με πόσες χιλιάδες λέξεις, εικόνες θα εκφραζόταν εκεί μέσα... Είπα, τι θα γινόταν άραγε άμα έβαζα μια «αφηγηματική» κάμερα στο νου του; Και την τοποθέτησα. Προέκυψαν πολλά και αναπάντεχα. Ήταν μια μεγάλη έκπληξη ακόμα και για μένα που το έγραφα. Ο Βασίλης είχε να πει τελικά πολλά, πάρα πολλά.

Ο παράγων «αναγνώστης» και η επαφή μαζί του σε πραγματικό χρόνο, κατά τη διάρκεια βιβλιοπαρουσιάσεων και άλλων σχετικών εκδηλώσεων, πώς επιδρά πάνω σας; Έχετε βιώσει έκπληξη ή απογοήτευση; Οι συζητήσεις με τους αναγνώστες αποτέλεσαν αφορμή για συγγραφικά εγχειρήματα;

Οι παρουσιάσεις που θεωρώ πως έχουν νόημα είναι εκείνες όπου υπάρχει μια διαδραστικότητα ανάμεσα στο κοινό και στον συγγραφέα. Όταν δεν είναι μια ξέρη παράθεση, μια προκαθορισμένη τελετουργία, μια συνάθροιση που δεν «πλουτίζει» ούτε τον ένα ούτε τον άλλο. Απογοήτευση, όχι, δεν έχω βιώσει, ακόμα και μια φορά που θυμάμαι πως ήταν τρία άτομα στο κοινό κι ήμασταν δυο οι παρουσιαστές. Ήταν από τις πιο όμορφες εκδηλώσεις που έκανα ποτέ. Οι συζητήσεις με τους αναγνώστες έχουν υπάρξει πολύ χρήσιμες, ιδίως εκείνες όπου μου είχε ασκηθεί καλοπροαίρετη, πλην σκληρή κριτική για το βιβλίο, για το έργο, που είναι και το μόνο που ενδιαφέρει σε αυτή τη σχέση αναγνώστη-συγγραφέα.

Τον τελευταίο καιρό, φαντάζομαι έχετε ακούσει για την συζήτηση που γίνεται για τα ψηφιακά βιβλία. Είναι η νέα τάση στον εκδοτικό χώρο και απ' ότι φαίνεται κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα. Ως «παραγωγός» πνευματικού περιεχομένου, τί άποψη έχετε επί του θέματος; Το βιβλίο πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να γίνει προσιτό στον αναγνώστη μέσω της τεχνολογικής εξέλιξης ή να διατηρήσει τη μορφή που έχει;

Ο πολιτισμός συνδιαμορφώνεται με την κοινωνία. Γεννιέται μέσα από αυτήν. Οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι προϊόντα ανθρωπινού μόχθου και ευφυΐας. Ο Γουτεμβέργιος με την εφεύρεσή του έδωσε στους «παραγωγούς πνευματικού περιεχομένου» ( στους δημιουργούς) ένα σετ εργαλείων για να επικοινωνήσουν μαζικά το έργο τους σε αυτή τη «συσκευασία» που ονομάστηκε «βιβλίο». Το διαδίκτυο μας προσφέρει ένα νέο σετ εργαλείων όπου καθιστά αυτή την επικοινωνία μαζική σε ευρύτατο επίπεδο, που την κάνει άμεση και αμφίδρομη. Ο δημιουργός έχει τη δυνατότητα να επιλέξει το σετ εργαλείων που θα του επιτρέψει να εκφραστεί καλύτερα και θα επιτρέπει τον αποδέκτη του έργου του να το προσλάβει και να το απολαύσει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο.
Μια παρένθεση εδώ (στην κυριολεξία). Ο καθηγητής Τομ Πετίτ έχει αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα θεωρία: ότι επί 500 χρόνια ζούσαμε σε μια «Γουτεμβέργεια παρένθεση» (οι αγκύλες εξ άλλου προϊόντα της εποχής της τυπογραφίας είναι), την παρένθεση του τυπωμένου λόγου. Θεωρεί πως στην ιστορία της επικοινωνίας, αυτοί οι πέντε αιώνες είναι μια διακοπή. Και ότι πλέον η παρένθεση κλείνει, μια και η αναδυομένη ψηφιακή μας εποχή μας γυρίζει πίσω σε πολύ πιο «ανοιχτούς» τρόπους σκέψης, επικοινωνίας και έκφρασης που ίσχυαν για αιώνες στην κοινωνία. Μια επικοινωνία περισσότερο άμεση, περισσότερο «προφορική».
Η «παρένθεση», λέει ο Πετιτ, στρίμωξε τις λέξεις σε γραμμές, τις διέταξε σε ίδιο ύψος, δημιούργησε κειμενικά μπλοκ, τα κύκλωσε με περιθώρια, τοποθέτησε τις λέξεις σε σελίδες, τι έδεσε, τις «πλάκωσε» ανάμεσα σε οπισθόφυλλο και εξώφυλλο. Οι λέξεις μπήκαν σε αυτά τα «κοντέινερ», από μια τεχνολογία που ονομάστηκε Press, το ίδιο μηχάνημα που παλιότερα χρησιμοποιούταν για να βγάλει υγρό από ελιές και φρούτα: την πρέσα. Οι λέξεις αιχμαλωτίστηκαν, βιάστηκαν, φυλακιστήκαν σε φετιχιστικές φόρμες, έχασαν την παλιά τους ρευστότητα. Αλλά δεν ήταν μόνο οι λέξεις. Και οι ζωγραφιές απέκτησαν κάδρα, τα θεατρικά έργα -που παλιά ήταν «ελαστικά», άλλαζαν, προσαρμόζονταν ανάλογα με την εποχή και το χώρο που παίζονταν-, εγκλωβίστηκαν σε σκηνές, οι σκηνές σε θέατρα, οι μουσικές σε χώρους συναυλιών, η πλοήγηση πρεσαρίστηκε σε χάρτες. Ο Πετίτ το τράβηξε βέβαια ακόμη πιο πολύ: ακόμα και ο άνθρωποι μπήκαν σε κουτάκια, κατηγοριοποιήθηκαν σε φυλές, γένη, έθνη. Καμία σχέση δηλ. με τη Μεσαιωνική σκέψη που ήταν «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε» μια και χώριζε τους ανθρώπους σε τρία γένη: άντρες γυναίκες και ερμαφρόδιτους. Στην ουσία δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά από άνθρωπο και ζώο, από άνθρωπο και μηχανή: τα όρια επικαλύπτονταν. Φαίνεται πως το Cyborg είχε σκάσει μύτη από τον Μεσαίωνα κιόλας.
Όλα αυτά φυσικά ακούγονται λίγο υπερβολικά. Το βιβλίο, ο πίνακας, η σκηνή, είναι πανέξυπνα ανθρώπινα τεχνουργήματα και πιστεύω πως, όσον αφορά το βιβλίο τουλάχιστον, για πολλά χρόνια ακόμα θα συνυπάρχει αρμονικά με τη ψηφιακή του εκδοχή.
Τώρα, όσον αφορά στον άνθρωπο, το «σετ εργαλείων κατάλληλων για τη ζωή» ακόμα το ψάχνει και θα το ψάχνει αιώνια.

Πως θα αντιμετωπίζατε την πρόταση για την συγγραφή ενός βιβλίου που θα κυκλοφορούσε μόνο σε ψηφιακή μορφή; Θα μπαίνατε στον πειρασμό να το τολμήσετε; Και ποιο θα ήταν άραγε το θέμα που θα επιλέγατε να γράψετε;

Δεν ξέρω ακόμα. Είναι ίσως νωρίς για μια τέτοια συζήτηση. Στο βαθμό που το ίδιο το ψηφιακό μέσο δημιουργούσε τη δυνατότητα μιας νέας αφήγησης θα είχε ενδιαφέρον να πειραματιστεί κανείς με αυτή. Επίσης πρέπει να σκεφτούμε σε ποιο βαθμό η συμμετοχή του αναγνώστη στο ψηφιακό συμπάν αλλάζει την προσληπτικότητα του. Πάρτε για παράδειγμα τη χρήση της Google. Το γεγονός ότι μας κάνει να σκεφτόμαστε με ερωτήσεις, είναι άραγε περιοριστικό; Αλλάζει άραγε τη σκέψη μας και τον τρόπο που εισπράττουμε την αφήγηση; Πολύ πιθανόν.
Το μέσον είναι το μήνυμα, το ξέρουμε. Ισχύει άραγε και για το δημιουργό; Ο Νίτσε αναφέρει πως έγραφε εντελώς διαφορετικά όταν χρησιμοποιούσε την πένα του και αλλιώς όταν χρησιμοποιούσε γραφομηχανή για να περιορίσει τις ημικρανίες του. Κάποιες προσπάθειας για νέες αφηγήσεις που «χρησιμοποιούν» οργανικά το ίδιο το μέσον, οι όποιες έχουν ήδη επιχειρηθεί, δεν μπορώ να πω ότι με έχουν ικανοποιήσει ως αναγνώστη. Πιθανόν λοιπόν το θέμα που θα επέλεγα σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν μια ιστορία για έναν συγγραφέα ο όποιος, χρόνια «χάρτινος», προσπαθεί να γράψει «ψηφιακά». Φυσικά, θα το έγραφα χρησιμοποιώντας την μόνη υπόσταση που μπορεί να έχει ένας συγγραφέας, η όποια είναι η αφόρητα ανθρώπινη…

Κι από τα υποθετικά σενάρια στα αληθινά. Ποιο είναι το επόμενο πνευματικό εγχείρημά σας;

Θα είναι ένα θεατρικό έργο που θα βασίζεται πάνω σε ένα παλιό μου μυθιστόρημα. Η σκηνοθεσία θα είναι του Άρη Τρουπάκη. Ακόμα βρισκόμαστε στο πολύ αρχικό στάδιο του εγχειρήματος.