Showing posts with label politics. Show all posts
Showing posts with label politics. Show all posts

Thursday, June 14, 2012

Αλέξης Σταμάτης, «Words, words, worlds»

«Από το ουδέν οδεύεις στο μηδέν»
Η in progress πολιτικό-οικονομική αφήγηση  που εκτυλίσσεται τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και ειδικά στη χώρα μας δολιχοδρομεί με εντυπωσιακή ευελιξία κάθε φορά και από διαφορετικά μονοπάτια.
Σε αυτό το τελευταίο επεισόδιο, η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση της μικρής Ελλάδας αναμένεται να συγκεντρώσει πολύ ενδιαφέρον. Οι πρωταγωνιστές έχουν φωταγωγηθεί πέραν και των πλέον φωτογενών ορίων τους και καλούνται (ακουσία άλλα και εκούσια) να μεγεθύνουν την πράξη τους σε μια  τελετουργία υψηλότερης καύσης και ρίσκου.
Όπως και σε κάθε προηγούμενο επεισόδιο  η τελετουργία είναι γεμάτη σασπένς και ασφυκτικά διλλήματα ώστε να αναπτυχθούν τα νέα plot points. Τίποτα στην αφήγηση αυτή δεν λειτουργεί δίχως ασφυκτικά όρια.
Εδώ δεν μιλάμε για μια αφήγηση αποχρώσεων αλλά για μια αφήγηση- βρόχο, μια αφήγηση ατέρμονος κοχλία. Μια μετά-αφήγηση όπου σε κάθε στροφή επαπειλείται είτε η απόλυτη καταστροφή είτε η απόλυτη ανασφάλεια. Στο τέλος φυσικά, το αίμα θα ρεύσει, (συμβολικά ή όχι), αλλά με τον τρόπο του Σαίξπηρ, όχι με εκείνο του Τσέχοφ.
Ως πρωταγωνιστές αυτού του δράματος, είμαστε πάντοτε τα θύματα. Ακόμα κι αν σε αυτή την στροφή επιλέξουμε να υποδυθούμε το ρόλο του «θύτη», η ακατάσχετη αφηγηματική γεννήτρια είναι τόσο πιο πολυπλόκαμη από την όποια συγκεκριμένη ερμηνεία-συμβολή μας, ώστε θα επιφέρει ταχύτατα τις σχετικές «διορθώσεις» στην χαμαλαιοντική της ισορροπία συνεχίζοντας την άγρια κλυδωνιζόμενη τελετουργία ως εκεί όπου μοιραία κάποτε θα καταλήξει.
 Στη ζάλη της ιστορίας, όπου κάθε «ρόλος» θα παραπαίει ψάχνοντας για νέο ένδυμα να καλύψει το κάθε νέο τραύμα. Για να συνειδητοποιήσουμε για άλλη μια φορά ότι το «συλλογικό φαντασιακό κώμα», όπου για αιώνες αποκοιμάται η Πράξη, είτε θα χτυπηθεί βαθιά και ριζικά από μέσα είτε θα εξακολουθεί να μαρκάρει την ανθρωπινή φύση στο διηνεκές: από τα σπήλαια και τις ιστορικές σφαγές ως τα αλγοριθμικά χρηματοπιστωτικά πάθη και την αποποίηση των ευθυνών. Αλλιώς, its just words, words, worlds.
Βέβαια, έτσι κι αλλιώς, από το ουδέν οδεύεις στο μηδέν. Στη διαδρομή θα δεις τον ήλιο.
Αλέξης Σταμάτης
INFO
O Αλέξης Σταμάτης, πεζογράφος και ποιητής απάντησε στην ερώτηση του Book Bar
«Μέσα σε ένα κλίμα που έχει κανείς την αίσθηση ότι στις εκλογές της 17ης Ιουνίου δεν ψηφίζει μόνο η Ελλάδα αλλά και …ολόκληρη η Ευρώπη, (με τα συνεχή δημοσιεύματα των ξένων ΜΜΕ, τις αλλεπάλληλες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων κλπ) δημιουργείται  το ερώτημα:
Είμαστε οι θύτες ή τα θύματα της Ευρώπης;» 
info@bookbar.gr

Friday, December 30, 2011

Η φυγή προς τα έξω. Συναίσθημα, ρεαλισμός και ενοχή

Αλέξης Σταμάτης

Η φυγή προς τα έξω. Συναίσθημα, ρεαλισμός και ενοχή

Για το «Ημερολόγιο 2012» των εκπαιδευτήριων Δούκα

Ο άνθρωπος είναι οι ιδιότητές του. Και μια από τις πιο σημαντικές είναι η επαγγελματική. Η άγρια οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα μας την τελευταία διετία, έχει σίγουρα επηρεάσει καθοριστικά κάθε επαγγελματία και έχει δημιουργήσει σημαντικά ερωτήματα – διλλήματα για τους νέους ανθρώπους που ετοιμάζονται να μπουν στον επαγγελματικό στίβο.

Πιστεύω πως το πρωταρχικό στοιχείο που πρέπει να εξετάσει ένας νέος πριν αρχίσει ακαδημαϊκή ή επαγγελματική του σταδιοδρομία στην Ελλάδα ή το εξωτερικό είναι το ποια είναι η αληθινή του κλίση. Να συνειδητοποιήσει τα πραγματικά του ενδιαφέροντα και να προσπαθήσει να μην επηρεαστεί από το πιο είναι πλέον προσοδοφόρο. Να αναζητήσει εκείνο που αγαπάει πραγματικά και αν μπορεί να πειραματιστεί πάνω σ’ αυτό. Στην περίπτωση που δεν καταφέρει ακριβώς αυτό που θέλει, να προσπαθήσει να βρει κάτι παρεμφερές, το οποίο να έχει την δυνατότητα να είναι επαρκώς ευέλικτο όποτε να έχει την ευκαιρία στην πορεία για αλλαγές και προσαρμογές.

Στην επιλογή του αυτή είναι αντιμέτωπος με δυο δομές: Την δομή των προτιμήσεων και την δομή των ευκαιριών. Φυσικά δεν παραγνωρίζω την ανάγκη κάθε ανθρώπου να θέλει να ακολουθήσει σπουδές που να οδηγήσουν σε ένα επάγγελμα το οποίο να του παρέχει ευκαιρίες για μια όσο το δυνατόν καλύτερο ζωή με δεδομένη μάλιστα και την κρίση που ζούμε. Εδώ, ωστόσο, ισχύει το εξής: λεφτά δεν υπάρχουν αλλά λεφτά γεννιούνται. Το μείζον θέμα είναι αυτή σου η μερίμνα για την επιβίωση να συνδυάζεται με κάτι που αγαπάς, γιατί είναι εξαιρετικά πιθανό η συγκεκριμένη επιλογή να σε ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωη σου. Συχνά η ανάγκη για ασφάλεια μας οδηγεί σε συμβιβασμούς. Κι όσο νωρίτερα γίνουν αυτοί, τόσο πιο δύσκολα απεμπλέκεσαι, όταν έρχεται η ώρα του «ψυχικού»» λογαριασμού. Η ασφάλεια μας δεν πρέπει να είναι το απολυτό μάντρα και ασφαλώς δεν είναι το διαβατήριο για την ευτυχία, κάτι που αποδείχτηκε περίτρανα την τελευταία διετία. Σε έναν ρευστό κόσμο οφείλεις δυο φορές να ρισκάρεις.

Επιτρέψτε μου να γίνω λίγο προσωπικός. Στα 36 μου άλλαξα ριζικά (και με μεγάλο ρίσκο) επαγγελματικό προσανατολισμό και δεν το μετάνιωσα στιγμή, μια και ακολούθησα, έστω και αργά, εκείνο που αγαπούσα πιο πολύ στη ζωη μου. Η κρίση μεγεθύνει την κρισιμότητα της όποιας επιλογής, ωστόσο, εκείνος που θα ζυγιάσει τα πράγματα όχι μόνο με τη λογική της αγοράς αλλα και με τη λογική της καρδιάς, όσο κι αν αυτό απαιτεί ισχυρές δόσεις ρίσκου, θα είναι και εκείνος που πιστεύω ότι θα ζήσει μια αν όχι πιο πλούσια, αλλα σίγουρα πιο γεμάτη ζωη.

Τα στοιχεία που επηρεάζουν την απόφαση ενός επαγγελματία να εγκαταλείψει την πατρίδα του είναι σε στενή συνάρτηση με το ποιο είναι το αντικείμενο του. Εννοείται πως ένας εξειδικευμένος αστροφυσικός δεν έχει ιδιαίτερους λόγους να παραμείνει στη χώρα. Επίσης, ο κάθε επαγγελματίας, με δεδομένη την ύφεση, εάν η πατρίδα του δεν του δίνει ευκαιρίες θα τις αναζητήσει αλλού. Αν έχει ευέλικτα προσόντα και καποια ανοιχτή πόρτα έξω, είναι λογικό, εδικά αν υπάρχει και συγκεκριμένη πρόταση να σκεφτεί να φύγει. Όμως το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων Ελλήνων φεύγουν, καποια στιγμή θέλουν να γυρίσουν πίσω. Η επένδυση στη γνώση καποια στιγμή εξελίσσεται σε επένδυση στη ψυχή.

Οι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν κάποιον στην απόφασή του να φύγει είναι δυο ειδών: ο ρεαλιστικός και ο συναισθηματικός. Ο ρεαλιστικός είναι ο αυτονόητος. Δεν μπορώ να βρω εδώ εκείνο που θέλω και είμαι αναγκασμένος να φύγω έξω. Υπάρχει βέβαια και η πάγια ανάγκη ενός ανθρώπου να ταξιδέψει, να επηρεαστεί από άλλες κουλτούρες, να αναζητήσει τον εαυτό του μέσα από τον «άλλον». Επίσης το γενικότερο κλίμα μέσα στην κρίση δημιουργεί μια ατμόσφαιρα κατάθλιψης και έλλειψης ελπίδας, γεγονός που συμβάλλει στην απόφαση φυγής, όσο και αν προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να παλέψουμε «εντός έδρας» μέσα από το ίδιο το πρόβλημα. Όποιος πασχίσει μέσα στην κρίση, στο μέλλον θα είναι διπλά νικητής.

Για να επιστρέψουμε στο δίλλημα και τις παραμέτρους που το επηρεάζουν, εκείνο που μοιάζει να παίζει ισχυρό ρόλο στη λήψη μιας τέτοιας απόφασης (φεύγω ή μένω), είναι το συναίσθημα. Οι συναισθηματικοί φακοί επαφής που θα φοράει ο υποψήφιος να φύγει όταν δεχτεί την όποια πρόταση ή βρει την ευκαιρία. Οι συνεκτικοί δεσμοί που είναι αναπτυγμένοι στην ελληνική κοινωνία ( κυρίως οι οικογενειακοί) παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο. Η πλειοψηφία των Ελλήνων που μπορούν να εργαστούν έξω θέτουν ένα νοητό πήχη- ερώτημα: πχ: 80.000 και εργασία στη Βοστώνη ή μια σαφώς πιο υποβαθμισμένη ζωή με 20-25.000 στην Ελλάδα; Πρόκειται για έναν δισδιάστατο πήχη χρήματος- ιδιότητας . Η μια διάσταση περιλαμβάνει τις απολαβές και το βιοτικό επίπεδο και η άλλη την Ελλάδα και όσους παράγοντες (ουσιαστικούς, συναισθηματικά υγιείς αλλά και ψυχαναγκαστικούς, εξαρτητικούς ) δένουν τον άνθρωπο με τον τόπο του.

Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν πως η ιστορία του μεταναστευτικού ρεύματος επαναλαμβάνεται σήμερα με νέα μορφή και νέα δεδομένα. Πιστεύω πως δεν είναι καθόλου έτσι. Εκείνη την εποχή η Ελλάδα ήταν σε ακραία κατάρρευση. Την περίοδο που ζούμε δεν έχουμε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ταινιών του Ξανθόπουλου, των τραγουδιών του Καζαντζίδη και του «Άχου, Άχου στο σταθμό του Μονάχου». Υπάρχει επίσης και μια διαφορά κοινωνιολογικής διάστασης. Το μεταναστευτικό ρεύμα της περιόδου εκείνης αφορούσε στην κατώτερη τάξη, ανθρώπους που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Σήμερα αφορά κυρίως τους γόνους της ελληνικής μεσοαστικής τάξης, οι οποίοι λογω ύφεσης και ανόδου ποσοστού ανεργίας κατευθύνονται στο εξωτερικό αυξάνοντας βραχυπρόθεσμα την τάση φυγής.

Όσο για το αν ο Έλληνας είναι ένας «πολίτης του κόσμου» που εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται χωρίς ενοχή ή αναστολές, πιστεύω ότι αυτός ο τύπος συμπατριώτη μας αποτελεί μια μικρή μειοψηφία. Στη ερώτηση αν η απόφαση του να φύγει κανείς είναι απότοκο μιας αληθινής ανάγκης για εξερεύνηση οριζόντων, απόκτηση εμπειριών και δημιουργίας ευκαιριών ή συγκυριακός εξαναγκασμός και αντίδραση μπροστά σε ένα αδιέξοδο, τείνω να πιστεύω ότι για την μεγάλη πλειοψηφία, η ζυγαριά κλείνει προς τη δεύτερη απάντηση.

Ο Έλληνας είναι βαθιά ενοχικός. Έχει εξαιρετικά στενή σχέση (σε βαθμό εξάρτησης) με την οικογένεια του και η ένταση αυτών των σχέσεων δρα ως τροχοπέδη. Ακόμα και όσοι έφυγαν και έστησαν επιτυχημένες καριέρες στο εξωτερικό κατάφεραν να πάρουν μαζί τους και τις οικογένειές τους. Ο Έλληνας δεν είναι Γερμανός με νοοτροπία «Φέτος στην Σαγκάη, του χρόνου στην Μπραζίλια». Ψυχολογικά η Ελλάδα τον κυνήγα παντού με την μορφή μιας μάνας. Και κάθε μάνα έχει τα καλά της και τα κακά της. Σε αγαπά αλλά και σε καταπιέζει. Ίσως λοιπόν είναι και θέμα ομφάλιου λώρου.

Sunday, February 27, 2011

Η μπάλα είναι καθρέφτης.

Το ποδόσφαιρο είναι μια θεσμοθετημένη πάλη· ένα παιχνίδι με αρχές, κανόνες, διαιτητές. Ταυτόχρονα είναι και θέαμα (το «θέαμα», στον διαδραστικό, παγκοσμιοποιημένο 21ο αιώνα, είναι μια πολλαπλά φορτισμένη λέξη). Το επίπεδο στο οποίο παίζεται ανακλά και τον τόπο στον οποίο παίζεται, όπως και την ιστορική συγκυρία. Σε μια χώρα χωρίς κοινωνικά χαρακτηριστικά, αλλά μ΄ ένα διεφθαρμένο, σαθρό κράτος, με τον καθένα ανευθυνοϋπεύθυνο (από οποία θέση κι αν βρισκόταν) να φροντίζει επί δεκαετίες το μικροσυμφέρον του, είναι φυσικό ότι θα είχαμε (και θα έχουμε) το ποδόσφαιρο (το θέαμα) που μας αξίζει. Τα πρόσφατα γεγονότα δεν είναι κάτι ξεχωριστό, είναι ένας κρίκος σε μια ατέλειωτη αλυσίδα. Εδώ συνέβαιναν συλλήβδην στην εποχή της ψευδοευωχίας, δεν θα συμβούν σήμερα; Σε μια περίοδο συσσωρευμένης οργής, όταν κάποιοι τα κάνουν μπάχαλο με την κοινωνία, ακόμα και με την τέχνη, δεν θα τα κάνουν με το ποδόσφαιρο; Αρκεί να βρεθεί κάπου η σπίθα, να υπάρξει η κατάλληλη θερμοκρασία και το σκηνικό είναι έτοιμο. Διερωτούνται- για χιλιοστή φορά - οι αρμόδιοι ποια άραγε είναι η λύση στο θέμα της βίας στα γήπεδα. Εδώ και τριάντα χρόνια ο ίδιος προβληματισμός. Να δούμε το πρόβλημα στη ρίζα, λένε. Φυσικά, το πρόβλημα στη ρίζα κάθε κοινωνικής αναταραχής είναι ο άνθρωπος. Και ξέρουμε πολύ καλά με ποια στοιχεία, με ποια υλικά κατασκευάστηκε ο σύγχρονος νεοέλληνας. Για να λύσεις το πρόβλημα της βίας στα γήπεδα, θα έρθεις ακαριαία αντιμέτωπος με κάτι πολύ πιο μεγάλο: με το πρόβλημα του Ελληνα.

Ο μέσος Ελληνας ζούσε τόσα χρόνια με το όνειρο ενός οικοπέδου που κάποια μέρα θα γίνει κάτι. Ενα διώροφο, μια μεζονέτα... Κατ΄ επέκταση ζούσε και με το όνειρο και μιας ομά

Οπαδοί του Ολυμπιακού στα κάγκελα του γηπέδου «Γ. Καραϊσκάκης»
δας που κάποια μέρα θα γινόταν κάτι. Από πρωταθλήτρια Ελλάδας μέχρι (στην ονειροφαντασία του) νικήτρια του Τσάμπιονς Λιγκ. Τόσα χρόνια όμως δεν ήμασταν παρά μια ψιμυθιωμένη χωματερή. Αλλά ζούσαμε με την ελπίδα ότι κάποτε θα γινόταν ο παράδεισος. Για την πολιτική φρόντιζαν οι αρμόδιοι ονειροπλάστες, για το ποδόσφαιρο οι αντίστοιχοι. Η χωματερή εσχάτως έχασε και τον τελευταίο της διάκοσμο. Χάσκει αστόλιστη σ΄ ολόκληρό της το μεγαλείο. Πάνε τα λαμπιόνια, τα στρας και οι γρανίτες που έκρυβαν την αλήθεια. Τώρα πλέον ξέρουμε όλοι ότι το παραμυθάκι ήταν ψεύτικο. Ωστόσο, όταν σου κλέψουν τη ζωτική ψευδαίσθηση, τότε είναι που ο ψυχισμός μένει μετέωρος. Και αν επί «φαντασίωσης» αντιδρούσες μια, επί «ψυχικού κενού» θα αντιδράσεις δέκα. Τουλάχιστον βέβαια το ποδόσφαιρο είναι μια «οργανωμένη πάλη» που όσο κι αν βουτάει μέσα στη βία δεν αποτελεί παρά μια μικρογραφία σύγκρουσης. Η αληθινή όμως σύγκρουση, τα ανατριχιαστικά οφσάιντ, τα δυστοπικά πέναλτι, τα τερατώδη διαιτητικά λάθη, οι φοβερές διοικητικές αστοχίες, η ανελέητη, αβυσσαλέα φυσούνα βρίσκεται μπροστά μας. Και εκεί δεν έχει ούτε κόκκινες κάρτες ούτε αποκλεισμό έδρας, έχει αποκλεισμό ζωής.

Η εκπλήρωση της επιθυμίας είναι κάτι σεβαστό. Η εκπλήρωση της επιθυμίας ως αυτοσκοπός είναι κάτι τερατώδες. Ειδικά τώρα, που πλέον ξέρουμε ότι η επιθυμία αυτή ήταν ένα υποκατάστατο, μια ψευδαίσθηση. Και σε αυτόν τον κόσμο της πολλαπλής απομάγευσης, ακόμα κι ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι με είκοσι δύο παίκτες και ένα τόπι, μας δείχνει το ποιοι είμαστε.

Η μπάλα δεν είναι πόρνη, είναι καθρέφτης.

δημοσιευτηκε στο "Βήμα" της Κυριακης, 27.2.2011

Monday, January 10, 2011

O Σκορπιος στη Σκουφα

Ο ΣΚΟΡΠΙΟΣ ΣΤΗ ΣΚΟΥΦΑ

(δημοσιευτηκε στο pontiki.gr)

Το να είσαι ποιητής σημαίνει να είσαι δύο άνθρωποι. Να ζεις, να αναπνέεις, να δημιουργείς σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον και ταυτόχρονα να το παρατηρείς, να του απομυζάς τους χυμούς, να συντονίζεσαι χαμηλά και ψηλά μαζί, στη μυστική αξία των πραγμάτων.

Σήμερα, όμως, γύρω σου ο εικοστός πρώτος αιώνας τρέχει με τα χίλια, ενώ η Ιστορία συνεχίζει τον ειρωνικό της βηματισμό, ενώ τα γεγονότα (που είναι σαν τα σακιά, μόνα τους δεν στέκουν αν δεν γεμίσουν με αισθήματα και αιτίες) αλληλοδιαδέχονται ιλιγγιωδώς το ένα το άλλο σ’ ένα άφιλτρο βιντεοκλίπ, στην αποθέωση του διαρκώς επικαιρικού. «Η απούσα αληθινή ζωή», που έλεγε ο Ρεμπώ, δεν πιθανολογείται πλέον ούτε σαν ουτοπία, έχει δραπετεύσει οριστικά, τόσο σε επίπεδο κοσμοθεωρίας όσο και σε επίπεδο ανάσας, ψυχής.

Η γη δεν έχει πια μυστικά, το χώμα, το νερό, ο αέρας είναι πολλαπλά επεξεργασμένα, ό,τι πολύτιμο: ορυκτό, υγρό, σωματίδιο έχει ήδη εξορυχθεί, ανελκυστεί, συλλεγεί, απομονωθεί και φυλάσσεται σε χώρους-μουσεία-μαυσωλεία-σκληρούς δίσκους, συμβάλλοντας σε αυτή τη γιγαντιαία επιχείρηση αποθήκευσης στοιχείων, πληροφοριών, εικόνων, λέξεων, αισθημάτων. Τα πράγματα είναι πια σαφή, η τεχνολογία υπερίσχυσε της ποιήσεως, η Άλγεβρα της Φωτιάς, κατά το δίδυμο του Μπόρχες.

Το 2003 μιλούσα σε ένα καφέ στη Σκουφά με τον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη. Την προηγουμένη είχα ξεκοκαλίσει σχεδόν όλη του την εργογραφία. Κάποτε, φαίνεται να λέει ο Λεοντάρης, μέσα από την τεχνολογία, τους αλγόριθμους και τους γεωμετρικούς τόπους έσταζε μια μικρή σταγόνα ρίγους που διέβρωνε γλυκά το ολοκλήρωμα, ηχούσε ένα θρόισμα που ταλάντευε το πίξελ, τα σύμβολα ήσαν κι αυτά λέξεις, δηλαδή ανθρώπινη λαλιά, δηλαδή πιθανότητα.

Διαβάζοντάς τον, ένιωθες την κρισιμότητα. Τα γεγονότα είχαν βιωθεί, με πίστη ποιητική, χωρίς την εύλογη απόσταση από την πληγή, αλλά εντός του χαίνοντος - κενού ή τραύματος - δεν έχει σημασία, εντός της καταραμένης και ευλογημένης ταυτόχρονα νησίδας, εκεί όπου τα όρια του μέσα και του έξω είναι δυσδιάκριτα κι ακόμα μαγικά. Εκεί όπου παραμονεύει η τρομερή αλήθεια, για να δικαιώσει ή μη αυτό που σε όλη την πορεία μας διαφεύγει. Την βολή αυτής της ζωής που μπορεί να είναι και άκυρη, σαν άλμα που από την ορμή της φοράς αγγίζει την πλαστελίνη.

Μπροστά σε αυτή την άγρια μοίρα οι αισθήσεις είναι άδειες. Όπως και το ποίημα είναι άδειο μπροστά στην ομορφιά του έξω κόσμου, του άπιαστου, του μη απτού, αυτού του άχρονου κόσμου που διαφεύγει αφήνοντας το τοπίο ελεύθερο για εκείνο που ονομάζουμε πραγματικότητα, τον τόπο όπου ο ποιητής θεωρεί εαυτόν άγνωστο και απαρνημένο. «Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος / θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία, ωραία / τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία... / Και δεν με ξέρω πια και δεν με θέλω».

Και ο λόγος αυτής της «απόσυρσης»; Μια γιγαντιαία περίληψη όσων αρθρώθηκαν, μία βλάστηση πιθανοτήτων που σταδιακά ξεραίνεται, για να βρει τη μόνη της μεταμόρφωση ως ένας θύσανος ετοιμοθάνατων λέξεων, που φτιάχνουν ένα καταφύγιο για μιαν άλλη «απούσα» ζωή.

Σε αυτόν τον συλλογικό και προσωπικό ορυμαγδό, μέσα από την ανελέητη συμπύκνωση του επίκαιρου, την απουσία του Μεγάλου, το ναυάγιο της μέθεξης, την αποδελτίωση του ρίγους, ο ποιητής αποστάζει την απόλυτη σιωπή. Αυτό που μένει να βιώσει υπάρχει πέρα από τα ονόματα, πέρα από τις επινοημένες μορφές: ένας τόπος αρχέτυπος που κατοικείται από νοήματα τόσο πυκνά και συγκεκριμένα που στεριώνουν ένα αδιανόητο για την σύγχρονη κατάσταση παρόν, έστω και ως ερείπιο. Έναν τόπο αναχώρησης ίσως και επιστροφής, μία γη βάλσαμο όπως το αλάτι της θάλασσας στο τραύμα. «Κι έτσι πηγαίναμε και βουή κι ανθόσκονη σήκωναν οι μιλιές μας και μας τύλιγαν / ώσπου κέκλινεν η μέρα / κι εκεί ανάμεσα σε Φιλοθέη και Χαλάνδρι μ’ έπνιξαν τα δάκρυα και χωρίσαμε / διέστην απ’ αυτών / ο δρόμος μου έστριβε για το Amager».

Η κουβέντα μας διήρκησε πολλές ώρες και κάποια στιγμή στράφηκε προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας εποχής, που όλα έμοιαζαν χαλαρά, ειρηνικά και ήρεμα, αλλά κάπου εντός τους, ένιωθες την αρρώστια. Μιας εποχής που κάτι πήγαινε να συλλαβιστεί, αλλά έμενε μετέωρο. Πού να φανταζόταν κανείς τη συνέχεια.

Ύστερα, λοιπόν, γύρισα σπίτι κι έγραψα ένα ποίημα. Που ίσως ταιριάζει περισσότερο με τη σημερινή εποχή παρά με την εποχή στην όποια γράφτηκε.

Ο σκορπιός στη Σκουφά
(από μια συζήτηση με τον Βύρωνα Λεοντάρη)

Τρομερό μεσημέρι λοιπόν
ένας σκορπιός ανεβαίνει αργά την Σκουφά
να μαζέψει δηλητήριο

Γύρω το σαλόνι απλώνεται στο δρόμο
- επερατώθησαν οι εργασίες ενοποίησης των νεωτερικών χώρων -
κι η Αθήνα λάμπει χαλαρή και γρανιτένια

Εχθρός κανείς τριγύρω
ούτε ελεύθεροι σκοπευτές στον Άγιο Διονύση
ούτε μπαταριές απ’ τον Λυκαβηττό
ούτε άρματα μάχης να κατεβαίνουν τη Βουκουρεστίου

Λίγη εγρήγορση ζητώ
όμως ούτε σπίθα απ’ τους κατεβασμένους καβάλους
κανένα πλεόνασμα
καμία άφιξη ή προορισμός
μόνο κάτι ασυναίσθητοι σπασμοί στα χείλη
απ’ το τσιγάρο ή απ’ την πλήξη

Ο αφελής ήλπισα για μια στιγμή συμπάγειας
- πήγα να πω πάθους -
μα όχι
εδώ μιλάει το επίκαιρο
η απόσβεση της στιγμής πάνω στη στιγμή
τ’ άδειο σακί του Πιραντέλο

Ξαφνικά ένα βλέμμα αδέσποτο
κάτι υπόσχεται
δεν προφταίνει καν να γίνει εικόνα
την κοιτάζω - πρόσωπο αργοκίνητο
ούτε στοχασμός ούτε σκέψη
εντατενίζεται σ’ έναν άξονα οικείο
ξανθή και ανέφελη
πρώην νεότης που ακόμα νεότης είναι

Από την Δημοκρίτου εμφανίζεται ο Ιβάν Κ.
δραπέτης τυφλός δαιμονισμένος
περπατά αργά σαν να δεξιώνεται την άσφαλτο
με βήματα μικρά κι απόκρυφα
γλείφοντας με τη γλώσσα του έναν ασάλευτο αέρα

Κάποιος τον περνά για εξαρτημένο και του αφήνει ένα ευρώ
εκείνος - δίχως μπαστούνι δίχως σκύλο -
καρφώνει τις διάφανες κόρες του εμπρός
σαν να μαστιγώνει ένα άλογο στα μάτια

Ένα λέιζερ αρχαίο
ταράζει την ομίχλη του ελεήμονα
εκείνο που αυτός νομίζει πραγματικότητα
και για μια στιγμή...
άσε δεν είναι για την τσέπη του αυτά

Πιο κει
με την απόγνωση που δημιουργεί το θέρος
ένας θαμώνας μιας άλλης τρυφερής εποχής
μονάχα εκείνος καταλαβαίνει

Πριν προλάβει όμως να πει ή να δείξει
κατεβαίνει από τον ουρανό μια τέτοια γύμνια
που όμοια της ποτέ δεν είχε αισθανθεί
σαν παλτό τον κουκουλώνει
και πριν λαλήσει άπαξ
όλα επανέρχονται
απαθή κι ατμώδη

Ευτυχώς που ο πλανήτης έχει ακόμα πολύ κεντρομόλο
- θα ’λεγε αν κατάφερνε να μιλήσει -
αλλά το στόμα είναι δίχτυ
τρύπες που συγκρατεί ένα σκοινί
και σιωπά για ό,τι ν’ αρθρώσει δεν μπορεί

Δεν το πιστεύω!
ακούγεται από δίπλα τσιριχτή ναζιάρα φωνή
σαν άλλος ύμνος της χαράς απλώνεται στο χώρο
καθώς ο Ιβάν Κ.
τυφλός ανεκδίκητος
σέρνεται κατά το Σύνταγμα ηττημένος
με το εισιτήριο να του κρέμεται απ’ την κολότσεπη
ανεξαγόραστο για πάντα

Απάθεια
όχι, απείθεια

κάντε την αυθεντική
είναι η μόνη ευκαιρία
γρήγορα, γιατί όπου να ’ναι
ο σκορπιός θα φτάσει στην πλατεία

Tuesday, October 26, 2010

Πολιτικοι και Facebook Marketing Week (T. 1309)

Το προφίλ ενός χρήστη του Facebook είναι ένας θραυσματικός άυλος πινάκας, ένα δάσος συμβόλων, μια παράσταση in progress, μια «ψηφιακή περφόρμανς» την οποία δημιουργεί ο ίδιος.

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν μιλάμε για προφίλ επωνύμων και δη πολιτικών; Οι πολιτικοί από τη στιγμή που κατανόησαν την τεράστια δύναμη των Social Media, έχουν λίγο πολύ όλοι, φτιάξει και το δικό τους προφίλ ώστε να πλησιάσουν και τη νέα γενιά. Στη συντριπτική τους πλειονότητα όμως, οι σελίδες τους είναι έμπλεες από υλικό προβολής των δράσεών τους. Κάποια ομιλία, μια εμφάνιση στην τηλεόραση, ένα άρθρο. Σπανίως απαντούν σε σχόλια, δεν γράφουν σε άλλους τοίχους, δεν μπαίνουν σε συζητήσεις, δεν «ποστάρουν» μη πολιτικό υλικό. Ουσιαστικά τι κάνουν; Χρησιμοποιούν το Facebook ως site και η σελίδα τους καταλήγει να μοιάζει μ’ έναν τοίχο ανακοινώσεων. Όμως το εν λόγω Μέσο δίνει και άλλες δυνατότητες, οι όποιες μένουν αδρανείς.

Όταν ο δημόσιος λειτουργός επιλέγει να μπει στο Facebook, πρέπει να έχει υπόψη του ότι εισέρχεται σε ένα από τα πιο δημοκρατικά και ελεύθερα εργαλεία επικοινωνίας που υπάρχουν. Πρέπει να κατανοήσει πως εδώ είναι η χρυσή του ευκαιρία να δείξει αυτό που δεν δείχνει στην κάμερα, στη βουλή, στη συνέντευξη: τον πραγματικό του εαυτό. Πως έχει την ευκαιρία, έκτος από τις δραστηριότητές του, να επικοινωνήσει και τις μουσικές του επιλογές, τα χόμπι του, τις φωτογραφίες από τις διακοπές του, το ανθρώπινό του πρόσωπο.

Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι σπάνια οι πολιτικοί είναι οι ίδιοι οι διαχειριστές των σελίδων τους. Προφανώς υπάρχουν άνθρωποι του πολιτικού τους γραφείου επιφορτισμένοι με αυτήν την εργασία. Φυσικά δεν μπορούμε να περιμένουμε από έναν βουλευτή ή έναν υπουργό να ξημεροβραδιάζεται στο δίκτυο.

Ας φροντίσουν όμως οι ίδιοι ή οι διαχειριστές των προφίλ τους για τον «εξανθρωπισμό» της σελίδας τους, για περισσότερη αμεσότητα, περισσότερη αλήθεια, ώστε η «photoshop» εικόνα να γίνει όσο το δυνατόν πιο αληθινή. Μόνο να κερδίσουν θα έχουν από κάτι τέτοιο. Εξάλλου όταν κάνεις κλικ σ’ έναν πολιτικό δεν υποτίθεται ότι γίνεσαι οπαδός του, υποτίθεται πως γίνεσαι -έστω και εικονικός- «φίλος» του.

Monday, October 25, 2010

Ο πρωθυπουργικός λόγος, η επανάσταση του αυτονόητου και η καινοτομία

Αλέξης Σταμάτης για το Netweek

Ο ορισμός του λόγου περιέχει το «λεκτικό», εκείνο που μπορεί να ειπωθεί, και το μη-λεκτικό, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Ο γραπτός λόγος είναι άλλο πράγμα. Και ο πολιτικός λόγος ακόμα πιο «αλλούτερο». Δεκάδες φίλτρα μεσολαβούν από το νοούμενο μέχρι εκείνο που εντέλει εκφέρεται.

Η ομιλία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ δεν επέτρεψε ακόμη και όσους ξεφλούδισαν τα φίλτρα του κείμενου της να δουν κάτι νέο. Μάλλον επιβεβαίωσε τα όσα ζοφερά ξέραμε. Δύσκολοι καιροί και δύσκολες επιλογές μας περιμένουν.

Ωστοσο υπήρξε και μια αισιόδοξη νότα, όταν ο Γ.Α. Παπανδρέου αφιέρωσε λίγο χρονο σε νέους επιχειρηματίες κάνουν πράξη μοντέλα βιώσιμης ανάπτυξης. Και δεν έμεινε εκεί. Μίλησε για παραδείγματα υγιούς επιχειρηματικότητας που στηρίζονται στην καινοτομία, τις νέες τεχνολογίες, την παράδοση. Και είχε απόλυτο δίκιο. Υπάρχουν εκατοντάδες Έλληνες, που στύβουν το μυαλό τους, προσπαθώντας εν μέσω κρίσης να καινοτομήσουν, να δημιουργήσουν, να «παίξουν μπάλα» με γνώμονα το αύριο.

Ο πρωθυπουργός τους χαρακτήρισε ως «επαναστάτες του αυτονοήτου». Το αυτονόητο ορίζεται ως μια πρόταση της οποίας το νόημα είναι γενικά παραδεκτό πως αναγνωρίζεται χωρίς απόδειξη. Το αυτονόητο συνεπώς, δεν μπορεί να δεχτεί ερμηνείες, δεν μπορεί να δεχτεί επίθετα, δεν μπορεί να είναι «ισχυρό», «ιδεολογικό», «επαναστατικό». Κι αν ακόμα δεχτούμε το «ποιητικόν» της ρήσης, τι συμβαίνει σε μια χώρα όταν η δράση του αυτονόητου θεωρείται επαναστατική;

Είμαι σίγουρος οι επιχειρηματίες που προσπαθούν να καινοτομήσουν, τα νέα παιδια που πασχίζουν να βρουν νέες ιδέες, οι ομάδες που πειραματίζονται με νεα εργαλεία, δεν νιώθουν ούτε αυτονόητοι, ούτε επαναστατικοί. Ακολουθούν την εσωτερική τους «μικρή» φωνή, εκείνη που λέει «πάμε παρακάτω», εκείνη που δεν έχει ανάγκη από ρητορικά σχήματα για να υποστηρίξει την πράξη. Και πράξη, σκέψη, δράση, καινοτομία είναι εκείνο που χρειαζόμαστε σήμερα. Ορθώς λοιπόν ο πρωθυπουργός τους τίμησε. Εκείνο όμως που χρειάζονται δεν είναι μια «επαναστατική» ταμπέλα ως εκφραστές του αυτονόητου, αλλα ενεργή, ρεαλιστική στήριξη από το σύνολο της κοινωνίας -- ή τουλάχιστον από εκείνα τα κομμάτια της που και θέλουν και μπορούν. Την «αυτονόητη» στήριξη της καινοτομίας στη ζωή και στην δημιουργία.
netweek (T. 252)

Wednesday, October 6, 2010

Greece 2010 -- A True Story / article @ Huffington post

Alexis Stamatis
Greece 2010 -- A True Story

Huffington Post, 6 October 2010

Woody Allen once said "Life is divided into the horrible and the miserable. The horrible are the cancer patients and the terminal cases..., the miserable is everyone else. So, be thankful that you're miserable". In Greece these days we hope to be miserable.

This 4th of October marked the first anniversary since our last parliamentary elections. Within this year, we Greeks experienced the narrative of our lifetimes. Plot twists, staccato rhythm, powerful but flawed heroes, vast changes in everyday life, falling masks, power games, blood, intrigue, crimes -- but, alas, very little punishment, boisterous montage, hand held camera shots, jump cut. To employ a motion picture analogy, it feels as if the producer went berserk and decided to pack ten films into one.

At the core of this narrative lies one crucial event: the financial crisis. There are many persons in our social circle whose professional, personal or social life has been turned upside down. In Argentina, during the peak of the crisis, Barrio Freud -- a "shrink ghetto"-- was established, where a handful of specialists spent all day trying to heal tormented souls. Each culture has its own specificities of course. Us Greeks -- being extrovert Mediterraneans -- like to talk. Not necessarily on couches but in tavernas, coffee shops or the balconies of our friends. We talk and we listen. And listening is what's new now.

But how was this narrative structured?

Calling a snap election, the former PM announces that there is a problem with the economy: "I am unable to fix it without passing austerity measures", he claims. The upcoming PM -- by then certain of his victory -- is also aware of the problem. He also knows that the cancer exists. What he perhaps doesn't know is the extent of its spread. But, in any case, you never throw the patient all the bad news at once. You go step by step, surgically. The first plot step is: "If I don't announce the whole extent of the bad news, I can be elected with a larger number of MPs, so I will have a clean majority and I will be more able to pass the measures which I consider the only solution". Don't forget, truth is not the number one concern in politics; what matters most is effectiveness and the restoration of hope.

In every election, the goal of each opposing campaign is to fence its opponents within its own narrative, to bring them to its preferred turf. In politics when you control the question you frame the debate. By achieving this, your narrative can become cohesive, with minimal leaks. Nonetheless, a strong political narrative is neither a just another slogan nor a "unique selling point", a niche. A successful campaign has to tell a story and to explain it in simple terms.

At this point, the narrative cries out for a Bad Guy, somewhat of a Deus Ex Machina for a political message. In our case, call me the International Monetary Fund. So the narrative line develops like this: "I thought that money did exist, but when I took office I found out that the state was in shambles from mismanagement and corruption caused by the previous administration. Our priority can only be to save Greece from default and the only one that can help is -- alas -- the bad guy. Thus, the austerity measures are not the product of my policies or values; they are imposed by the bad guy, the IMF".

It is brilliant that the Ministers who sit on the table with the representatives of the "bad guy" can then appear on talk shows feeling for the old ladies whose pensions have been slashed. It is a classic case of a "double message", but the narrative can find a way to encapsulate it, because one of its key points is expectation management: you lower the bar so much so that you can be sure to pass it.

This is not to necessarily imply that the motives of the administration are faulty. The right question to ask is "what else could they do?" How do you obtain social legitimacy to pass the most severe austerity measures of a lifetime without the narrative of a lifetime?

Nonetheless, this year's narrative has left so many subplots untouched, that the upcoming year will need a narrative maestro, a genius script doctor to unbind all the Gordian knots -- and not necessarily by cutting them. We all heard about some spoilers, but rumors are always rumors, and not too many people have access to the production office, despite our perennial national taste for gossip and exaggeration. The past has only been the introduction. Greece 2011 awaits.

Monday, September 27, 2010

Alexis Stamatis @ Huffington Post: :The Greek Mirror

"Greece is like a mirror. It makes you suffer. Then you learn."

"To live alone?"

"To live. With what you are."

The above quote is taken from The Magus by John Fowles, an eminent British author who half a century ago spent some years in Greece. Today, as the economic crisis is shaking our country to its foundations, his words seem more fitting than ever. In these dismal times, when each new austerity measure feels like a black curtain over the sky, the main actors on our political and cultural stage are the IMF, the EU and their economic "support" mechanism, along with the now famous credit rating agencies. Greece does indeed make us suffer.

In our brief adventure on this planet, nothing is a given. And yet we are creatures of habit. We enter a flow, we establish a routine, and we think that what we live is meant to last forever. Even as we grow older, we still take that routine for granted. Until, one fine day, life provides us with a gentle--or not-so-gentle--reminder. Everything suddenly becomes more fluid, more fragile. And we begin, belatedly, begrudgingly, to learn new things, inching closer to our true selves. The question, as Fowles implied, is how many of us will manage to live with what we - really - are.

Since, for decades, the mirror seemed to be reflecting something different, this sudden revelation has come as a shock. Young people find themselves owning vacation homes in the country while holding jobs that pay 600 Euros per month, i.e., their monthly expenses for drinks, gas, and cigarettes. Largely simplifying things, the core of the problem lies in the fact that these vacation homes were built by their parents, using the same EU funds that were meant to create productive jobs for them (while the state looked the other way - winking guiltily prior to every election). "There is a silver lining, however. The vacation home has a DSL line. If you have something original to contribute --music, words, code-- you can now do it with a view of the Aegean. There are no excuses for inaction," says, with a touch of irony, Dimitris Achlioptas, a Computer Science professor at the University of Athens.

To take Fowles' thought one step further, at this point some of us will try to smash the mirror, some will look away or stare at the frame, while others will be taken aback by this new image and will try to find out where the "good-old one" went. We are meant to pass through all the stages of grief: to learn to live with it, accept it and, inevitably, start to act. For those who won't become lost in the glass and manage to face the world around them, there will be new roles, unimaginable just a short while ago. Roles for which the "I"--the ego, in Greek--will not be quite so central anymore.

It is becoming obvious that we are starting to think differently. Collectively. The first realization is that we are not alone. That this is not happening only to us. Many are in a much more difficult state. Almost every single one of our friends or acquaintances is going through the crucible.

A strange new thing is beginning to take shape, a new sense of "togetherness" - a unity of purpose that did not exist previously. We 're beginning to go out more, to visit friends, to listen, to propose new ideas. Kyriakos Pierrakakis, Chairman of Greece's Institute for Youth, encapsulates the feeling: "The times are truly difficult - but without diminishing the vast social costs of decreasing wages, increasing unemployment and lagging growth - a crisis is perhaps the best opportunity for my generation to summon a new spirit: to identify with solutions instead of problems, with action instead of complaints, with purpose instead of compromise."

It's central that this sense of togetherness does not remain merely a psychological state. It needs to be transmuted into collective action. Whatever it may produce - a performance, an event, an internet initiative, a business idea or just a friendly collaboration - will act as an antidote to this new order of things with which we must learn to live.

During the economic crisis in Argentina, theatrical groups and performances proliferated. For us, Greeks, the demand of these times for common effort and trust in each other will perhaps be the one good thing to come out of this - not exactly unforeseeable - adventure that we've entered upon. Crisis is a group journey.

We should not waste energy pondering on who created the mirror at the first place. Easy answers are abundant. The important thing is that the mirror does exist - and there's nothing like a smooth, pitiless glass that can really tell the whole truth.

Tuesday, January 27, 2009

Αερολογίες: ενα πολυ ενδιαφερον αρθρο του Γιώργου Κοροπούλη

Αερολογίες

Ο αέρας πουλιόταν. Εννοώ: ο αέρας για πανωσήκωμα, που, επί δεκαετίες, ένα άτυπο κίνημα σώγαμπρων τον διεκδίκησε, άκτιστον σαν το ορθόδοξο φως... Ο αέρας πουλιέται. Εννοώ: ο κοπανιστός αέρας, που φουσκώνει την τσέπη όσων ενοικιάζουν καταστήματα σε εμπορικά κέντρα... Ο αέρας θα πουλιέται. Εννοώ: ο καθαρός αέρας, που επιτρέπει ν' ανασάνουμε. Αν ξαναδείτε την «Ολική επαναφορά», οι στρόφιγγες που κλείνουν, κόβοντας την παροχή αέρα στις γειτονιές των μεταλλαγμένων, θα σας φανούν προϊόν φτωχής επιστημονικής φαντασίας: το νέο, υπό ανέγερσιν, Mall στον Ελαιώνα μάς εγγυάται πιο προχωρημένο σενάριο... Ομως τα πράγματα σφίγγουν όταν πουλιέται ο αέρας χωρίς ιδιότητες. Εννοώ: ο αέρας γύρω μου, διά του οποίου μεταδίδεται ο ήχος· ο κοινός αέρας που έφερνε στ' αυτιά μου τις συγχορδίες της πόλης... Κρότοι, μελωδίες, γέλια, πωλητές, φρεναρίσματα, η βροχή, διαμαρτυρίες, τιτιβίσματα, χριστοπαναγίες, στεντόρειες συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, γαβγίσματα κόπρων, οιμωγές - αυτή ήταν η απόλυτη μουσική του δημόσιου χώρου. Και πνίγηκε, γιατί ο αέρας που παλλόταν για ν' ακουστεί ιδιωτικοποιήθηκε.

Η μάστιγα της υποχρεωτικής ακρόασης μουσικής ή διαφημίσεων ενώ πίνεις τον καφέ σου σήμαινε ήδη πως από τον δημόσιο χώρο εξαιρέθηκαν οι ναοί του: τα καφενεία. Εντάξει, ό,τι θέλει ο ιδιοκτήτης κάνει, είπαμε - μολονότι το περιβάλλον μάς εξευτέλιζε, εφόσον προϋπέθετε πως δεν έχουμε τι να πούμε ο ένας στον άλλον. Στα σουπερμάρκετ (αλλά όχι στη λαϊκή), στα ταξί (αλλά όχι ακόμα στα λεωφορεία) πλέουμε σε ιδιόκτητο αέρα: εξοικειωθήκαμε μ' αυτήν τη διαστολή της ιδιοκτησίας σιγά σιγά... Ομως ο αέρας του ελεύθερου, άφραχτου χώρου - αυτός τίνος ιδιοκτησία είναι, ποιος μπορεί να τον πουλάει; Σ' όλους σχεδόν τους σταθμούς του Ηλεκτρικού τοποθετήθηκαν μεγάφωνα: ο αέρας γύρω μου αγοράστηκε από ραδιοφωνικό σταθμό, που μου αδειάζει τα σκουπίδια του στο κεφάλι. Η αναμονή μου μετατράπηκε σε ομηρία - και, μαζί με τους ήχους της κοινωνίας, υφαρπάζεται το προνόμιο καθενός που περιμένει σε σταθμό τρένου: να συλλογίζεται αφομοιώνοντας την ποικιλία των ήχων γύρω του, δηλαδή να συλλογάται καλά.

Ψιλά γράμματα, αερολογίες... Ομως η κατάρρευση της ίδιας της έννοιας «δημόσιος χώρος» πρωτοδιατυπώνεται στα ψιλά. Και η βαθύτερη, ουσιώδης συναίνεση είναι αόρατη σαν αέρας που πουλιέται. Η εκποίηση του διαθέσιμου χρόνου μου δίχως την άδειά μου είναι πρόβα τζενεράλε, παιγμένη στην αφανή πλευρά της συνείδησης. Και η ασήμαντη σύγχυση ανάμεσα στον σταθμό του ραδιοφώνου, που μπορώ να τον αλλάξω, και στον σταθμό του τρένου, όπου στέκομαι υποχρεωτικά, συνοψίζει τις προϋποθέσεις άλωσης του δημόσιου πεδίου...

Βέβαια, η λινάτσα μονοδιάστατου βόμβου, που κατακαλύπτει τους ποικίλους ήχους της κοινωνίας και τις σκέψεις μου, μπορεί να θυμίζει εμβατήρια πραξικοπημάτων - αλλά απ' τη λινάτσα κρέμεται η τιμή και, σε περιπτώσεις άλωσης του δημόσιου χώρου, καταλαμβανόταν το κτήριο των τηλεπικοινωνιών αντί για το 51% των μετοχών του. Πότε πειστήκαμε πως τα περιθώρια της αυτονόητης, στοιχειώδους ελευθερίας καθενός (που η τομή τους ονομάζεται ακριβώς «δημόσιος χώρος») είναι ρευστά - και κανείς δεν τα εγγυάται, αν τα συμπιέσει αρκετό χρήμα;

Θα μου πείτε: τι δουλειά έχουν αυτές οι παρατηρήσεις σε μια στήλη που (θα έπρεπε να) ασχολείται με «λογοτεχνικά ζητήματα»; Θεωρώ, απλούστατα, πως άπτονται των προϋποθέσεων...

Ενας σχεδόν μη μεταφράσιμος στίχος του Cavalcanti είναι ο εξής: «che fa tremar di chiaritate l' are». Η καθαρότητα, η διαύγεια, η αγνότητα -όλα μαζί- του αέρα, που τρέμει, δονείται, πάλλεται -όλα μαζί-, είναι εικόνα (και ιδιότητα) που θεωρείται αυτονόητη: έτσι είναι στ' αλήθεια ο αέρας. Ισως ιδεωδώς, ίσως στην Τοσκάνη - αλλά έτσι. Οχι ο άνεμος, εννοείται, αλλά ο αέρας που ανασαίνουμε. Ομως η ίδια εικόνα έχει, κατ' ανάγκην (πρώτα πρώτα επειδή πρόκειται για ποίημα) και μια ακουστική, ας την πούμε, διάσταση: για να πάλλεται ο αέρας σαν χορδή, πρέπει προηγουμένως να τον φανταστούμε (σωστότερα: να τον έχουμε φανταστεί και να έχουμε αποταμιεύσει αυτήν την εικόνα) ακίνητο και άηχο. Και κάτι ακόμη: πρέπει αυτή η προϋπόθεση να είναι κοινό κτήμα - και σαν τον υπολειπόμενο αέρα, πρέπει και τούτον εδώ να τον έχουμε εισπνεύσει και να τον έχουμε δει τουλάχιστον άπαξ...

Κάποια στιγμή που δεν θα έχω κάτι καλύτερο να κάνω, λέω να εξετάσω μία προς μία τέτοιας λογής προϋποθέσεις. Η λογοτεχνική τους ζωή συνεχίζεται, ακόμη κι όταν στην πραγματικότητα έχουν εξαερωθεί. Συνεχίζεται - αλλά ώς πότε; Πότε θα πάψει ν' αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε αποταμιευμένη στη μνήμη πραγματικότητα η λέξη «χιόνι»; Ισως όταν εξαερωθεί και η παρατεταμένη, ψευδαισθητική λογοτεχνική ζωή της... Δεν απέχουμε και πολύ: είναι απλώς το τελευταίο δικαίωμα που θ' απεμπολήσουμε.


Από την "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας (24.1.09)

Friday, December 19, 2008

Δεκέμβριος 2008

Ανάμεσα σε δυο πικρές στιγμές δεν έχεις καιρό μήτε ν’ ανασάνεις
ανάμεσα στο πρόσωπό σου και στο πρόσωπό σου
μια τρυφερή μορφή παιδιού γράφεται και σβήνει.

(Γ. Σεφέρης)

Αθήνα. Συνοικία Εξάρχεια: Δεκέμβριος 2008. Ένας 15χρονος μαθητής δολοφονημένος από τη σφαίρα ενός ειδικού φρουρού και η χώρα δεν θα ναι ξανά εκείνη που ήταν. Η σφαίρα εκτός από τον Αλέξη Γρηγορόπουλο χτύπησε την καρδιά της ελληνικής κοινωνίας, την καρδιά του ελληνικού κράτους. Ενός κράτους που με σύνθημα «σεμνά και ταπεινά» ανέχεται, υποθάλπει και συχνά εμπεριέχει τη διαφθορά.

Η άδικη δολοφονία ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η συσσωρευμένη αγανάκτηση ξέσπασε σε μια χώρα όπου τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο, (με κορυφή του παγόβουνου το τελευταίο της μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους,). Σε μια χώρα με υποβαθμισμένο σύστημα υγείας, με προβληματική Παιδεία, με απαξιωμένα διπλώματα και με τον νέο άνθρωπο να βλέπει μπροστά του μια καριέρα που αποτιμάται στην καλύτερη περίπτωση σε μηνιαίο μισθό 700 ευρώ. H αγανάκτηση πάτησε πάνω στη τραγική δολοφονία και εκδηλώθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα.

Πάνω στο νεκρό παιδί παίχτηκε ένα θλιβερό διχαστικό παιχνίδι, γεμάτο ηθικολογίες και ψευδοδίλημματα. Ακουστήκαν πολλά παραμύθια, γεγονότα μεγεθύνθηκαν και διαστρεβλωθήκαν. Η ελληνική τηλεόραση ως συνήθως σπεκούλαρε λαϊκίζοντας ασύστολα και τα κουτσομπολίστικα σόου μετακινήθηκαν από την εις βάθος ανάλυση του αφρού, στην αφρώδη ανάλυση της ουσίας. Στα σαλονάκια των hostess τα παιδιά από emo έγιναν «οργισμένοι έφηβοι». Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προσπάθησε να έχει όσο το δυνατόν μικρότερο πολιτικό κόστος, και φυσικά απέτυχε με την αντιφατική, φοβισμένη της πολιτική που την κατέστησε θεατή στα γεγονότα, ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός ασκείτο σε θεωρητικά διαγγέλματα στα οποία επαναλάβανε γενικολογίες.

Η εξέγερση ειναι η γλώσσα όσων δεν εισακουγονται, έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ποτέ θα ακουστούν λοιπόν οι νέοι άνθρωποι, οι απελπισμένοι , οι ταλαιπωρημένοι νέοι, εκείνοι που δεν βλέπουν μπροστά τους τίποτα - μέλλον, υγεία, ασφάλεια, δημιουργία -, οι νέοι εκείνοι νιώθουν το κράτος μπαμπούλα, αντίπαλο, εχθρό και τα οποία οι περισσότεροι φρόντισαν να αφορίσουν με δυο κουβέντες; Πότε θα ακουστεί ο βαθύς πυρήνας των στερημένων, των αποπροσανατολισμένων, των απελπισμένων; Ο στερημένος, εκείνος που δεν έχει δικαίωμα στο δρόμο, όταν βρει την ευκαιρία να εκδηλωθεί, θα γίνει ο βασιλιάς της νύχτας και θα την πυρπολήσει. Το θέμα είναι πώς τον στιγμιαίο αυτοκράτορα της νύχτας θα τον κάνεις ισότιμο διεκδικητή της μέρας.

Όλες οι αντίστοιχες ταραχές, από το Μπρίξτον και το Λος Άντζελες μέχρι τη Γένοβα και το Παρίσι είχαν ως αφορμή την αστυνομική βία. Στην ουσία όμως ήταν μια ευκαιρία για τον κόσμο που είναι αποξενωμένος από την κοινωνία, εκείνον που το σύστημα περιθωριοποιεί, προσβάλλει και ευνουχίζει, εκείνον τον κοινωνικά, ψυχολογικά και χωροταξικά γκετοποιημένο, να βγει στους δρόμους και να εκδηλωθεί.

Μιλάνε για βία. Βία κατά της τζαμαρίας, του κάδου απορριμμάτων, βία κατά των περιουσιών του απλού κοσμάκη. Ξεχνάμε όμως σε πια ουσιαστική βία είχε φτάσει η ελληνική κοινωνία πριν τις 9 μμ του Σαββάτου της 6ης Δεκεμβρίου; Μια βία που ως πολίτες είχαμε ποτιστεί επί χρόνια σε τέτοιο βαθμό, ώστε να την είχαμε σχεδόν απορροφήσει, είχαμε αρχίσει να την θεωρούμε φυσιολογική.

Πριν από 4 χρόνια ήμασταν μια μετολυμπιακη πόλη με αναπλασμένα και φωταγωγημένα ακίνητα που έμοιαζε να έχει να μέλλον. Το μακιγιάζ κατέρρευσε σε χρόνο ρεκόρ, το μπότοξ ξεφούσκωσε και οι ρυτίδες φάνηκαν. Οι φωταψίες έσβησαν γρήγορα και ξαναγυρίσαμε στο γκρίζο. Η κοινωνική αποσύνθεση, η αίσθηση του αποκλεισμού, τα απίστευτα σκάνδαλα, καλύπτονταν από τα ξύλινα λόγια που εξέφεραν ομιλούσες ομοιόμορφες κεφαλές. Ταυτόχρονα κάθε βράδυ ακούγαμε για παραβιάσεις νόμων που κάνουν οι ίδιοι οι τηρητές των νομών. Και οι μεν νοικοκυραίοι απλά κουνάγανε το κεφάλι. Οι απελπισμένοι όμως κάποια στιγμή θα έσπαγαν, και έσπασαν. Και τα έσπασαν.

Ίσως φυσικά δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο. Όλα όσα φάνταζαν λαμπερά στον δυτικό πολιτισμό αρχίζουν πλέον και δείχνουν και το σκοτεινό τους πρόσωπο. Κερδίσαμε την ατομικότητα, κερδίσαμε το εγώ αλλά καταλήξαμε μόνοι, εγωκεντρικοί, αποξενωμένοι, με διαλυμένες σχέσεις. Όμως, εκεί που αυξάνεται ο κίνδυνος αυξάνεται επίσης αυτό που σώζει, έλεγε ο Χέλντερλιν. Όσο μια κρίση βαθαίνει, τόσο δυναμώνει και η συνείδηση σοβαρότητας του προβλήματος.

Εκείνο που θα έπρεπε να κυριαρχεί σήμερα είναι προβληματισμός, προσπάθεια ερμηνείας. Με ανοιχτά μάτια και αυτιά να ψάχνουμε για λύσεις. Λύσεις εδώ και τώρα που θα πρέπει να βασίζονται στην αποκωδικοποίηση των ηχηρότατων μυνηματων που στέλνονται.

Το κληροδότημα μαζεύτηκε από τις άλλες γενιές και τώρα εισπράττεται το εφ άπαξ. Κάποτε ο εχθρός είχε όνομα: ήταν ο ναζισμός, η χούντα, η επάρατος δεξιά… Σήμερα η διαφορά είναι ότι ο εχθρός υπάρχει παντού, εξαερωμένος στην ατμόσφαιρα, πανταχού παρόν, και, το χειρότερο, ενίοτε γοητευτικός.

Η λέξη «κουκουλοφόροι» μονοπώλησε την επικαιρότητα τις τελευταίες βδομάδες. Όμως οι αληθινοί κουκουλοφόροι δεν είναι πια στα Εξάρχεια, στην πλατεία Συντάγματος ή στην πλατεία Ομονοίας. Δεν είναι οι εκατό διακόσιοι γνωστοί άγνωστοι. Είμαστε όλοι εμείς, ολόκληρη η κοινωνία, και πλέον οφείλουμε να βγάλουμε τις μάσκες και να δούμε κατάματα τη νέα γενιά.

Monday, May 26, 2008

ΚΚΕ και Χατζιδάκις

ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ
ΚΚΕ ΚΑΙ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Θα το πιστεύατε ποτέ ότι το ΚΚΕ θέλοντας να γιορτάσει τα 90 χρόνια της ιστορίας του, θα επέλεγε μια συναυλία αφιερωμένη σε έναν δηλωμένα δεξιό δημιουργό όπως τον Μάνο Χατζιδάκι και μάλιστα στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς; (6-8 Σεπτεμβρίου). Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα ευχάριστα με την διπλή αυτή απόφαση. Αφ ενός για την επιλογή ενός αρχαιολογικού χώρου για τις εκδηλώσεις και αφ ετέρου για εκείνη του μεγάλου Μάνου ως τιμώμενου καλλιτέχνη.
Είναι γνωστό βεβαία ότι ο Χατζιδάκις ενώ θεωρητικά υποστήριζε την δεξιά και ήταν στενός φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στην πράξη η πολιτεία του ήταν πιο αριστερή από πολλούς «αριστερούς». Ποτέ δεν διστάσει να εναντιωθεί στην εξουσία και υπήρξε από τις προοδευτικότερες και πλέον ανεξάρτητες φωνές της εποχής του. Εξ άλλου είχε πει κάποτε πως «Εμένα δε μ αρέσουν ούτε οι Σιβηρίες, ούτε τα δολάρια». Για την δε Αλέκα Παπαρήγα λέγεται ότι έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση.
Μπράβο λοιπόν στον Περισσό που αποφάσισε να «ανοίξει το πεδίο» και να προχωρήσει με διορατικότητα σε αυτήν την πολλαπλά συμβολική κίνηση, αντί να οδηγηθεί σε αναμενόμενες, χιλιοδοκιμασμένες επιλογές που λίγο πολύ όλοι φανταζόμαστε... Ελπίζουμε δε η διάθεση του αυτή να έχει και συνέχεια. Την χρειάζεται την εξωστρέφεια, ειδικά το κόμμα της παραδοσιακής αριστεράς…
Ενδιαφέρον θα χει πλέον ο χώρος και το αφιέρωμα που θα επιλέξει η ηγεσία του Κόμματος το2018, για την επέτειο των 100 του χρόνων...

δημοσιευτηκε στο Εθνος 26.5.08

Monday, May 5, 2008

ΙΤΑΛΙΑ: ΛΙΓΟΤΕΡΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ!

Φανταστείτε έναν υποψήφιο δήμαρχο στην Αθήνα να περιλαμβάνει μεταξύ των προεκλογικών του σλόγκαν το εξής ανατριχιαστικό: «Ταδόπουλος, για λιγότερο κινηματογράφο και περισσότερη ασφάλεια!». Οι εφημερίδες θα τον είχαν περιλάβει κανονικά, αλλά κυρίως θα είχε πέσει το γέλιο της αρκούδας με την περίπτωση του, με τον Λαζόπουλο να ’χει βρει πελάτη για πέντε εκπομπές σερί. Όμως το σενάριο δεν είναι φανταστικό και πόσο μάλλον το γεγονός ότι ο εν λόγω υποψήφιος εξελέγη! Ο Τζιάννι Αλεμάνο, πρώην (;) νεοφασίστας πολιτικός, ο οποίος είναι ο νέος δήμαρχος της Ρώμης -υπό τις ευλογίες του καβαλιέρε Σίλβιο Μπερλουσκόνι-, περιλάμβανε στην καμπάνια του αυτό ακριβώς το σύνθημα.
Μια από της πρώτες του ενέργειες λοιπόν είναι να υποβαθμίσει (η και να σταματήσει τελείως) το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Ρώμης, το οποίο θεωρεί ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά έναν κόκκινο χαλί για τις ξένες ταινίες. Στα πλαίσια αυτά θα αντικαταστήσει τον σημερινό πρόεδρο του Φεστιβάλ Τζοφρέντο Μπετίνι με τον βετεράνο σκηνοθέτη Πασκουάλε Σκουιτιέρι, ο οποίος δήλωσε ότι θεωρεί άχρηστο ένα Φεστιβάλ Κινηματογράφου στην αιώνια πόλη.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η πρώτη φορά που η Ρώμη διαθέτει έναν ακροδεξιό (η δεξιό) δήμαρχο. Είναι γνωστό ότι ο Αλεμάνο είναι κατά της μετανάστευσης. Αλλά με το να φτάνει στο σημείο να θεωρεί και τις ξένες ταινίες που διαγωνίζονται σε ένα διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου ως απειλή για την «ιταλικότητα», προσδίδει στην ξενοφοβία μια νέα, έως και κωμική διάσταση. Αυτός δεν θα επέτρεπε ποτέ στην Σοφία Λόρεν να παίξει σε αμερικάνικη ταινία…

Friday, September 7, 2007

Tηλεμαχ(ε)ια


Έξι πολιτικοί σφιγμένοι σ’ έναν στενό κορσέ που απαγόρευε κάθε διάλογο, αποδοθήκαν σε βαρετούς και αμήχανους μετωπικούς μονολόγους. Οι δυο βασικοί αντίπαλοι, υπό το οιδιπόδειο βάρος των κληρονομημένων ονομάτων αναζητούσανν μάταια την λάμψη από πατέρα και θείο, σε αυτα τα κακοσκηνοθετημένα Τηλεμάχεια.
Ο Καραμανλής αγχωμένος, λακωνικός και λιγότερο εξωστρεφής, ο Παπανδρέου στοχοπροσηλωμένα αντιπολιτευτικός και στον πρώτο ενικό, καλυτερος ωστόσο απο το 2004. Οι υπόλοιποι: η Παπαρήγα γοητευτικά ουτοπική, ο Καρατζαφέρης στον λαϊκίστικο κόσμο του, ο Παπαθεμελής παρωχημένος και πληκτικός.
Μόνο ο Αλαβάνος ξεχώρισε, με σταθερές ευρωπαϊκές αριστερές θέσεις, άμεσος, ευρηματικότατος και με προτάσεις.

Όταν όμως δεν υπάρχει αλληλεπίδραση, σύγκρουση, κλιμάκωση, «πολυπρισματικοί χαρακτήρες», μοιραία η «αφήγηση» μπατάρει. Η τυπολατρική, άκαμπτη, αποστειρωμένη διαδικασία εξέθετε τις «ραφές» της δομής της, την έκανε προβλέψιμη, όπως και να το δει κανείς, ακόμα και ως τηλεοπτικό προϊόν…

ΥΓ. Η λέξη "πολιτισμός" δεν αναφέρθηκε ουτε μια φορά...