Showing posts with label poetry. Show all posts
Showing posts with label poetry. Show all posts

Thursday, August 4, 2011

Το χέρι που χειροκροτεί

ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΕΙ

Tα ήσυχα νερά μιας λίμνης· καλαμιές

σχεδόν σιωπή

κοιτάζω ψηλά - τα μάτια όπως δυο χαραματιές, γιατί ο ήλιος...

απέναντι ένας φράχτης, κι ένας φωτοφράχτης που τον ακινητοποιεί

Τι θα ’κανα δίχως αυτό το τοπίο, χωρίς αυτή τη φύση;

Χρόνια ενήλικας στη μέγιστη διάσταση του εγκεφάλου

στην μέγιστη διάσταση του κεφαλιού

σύρομαι από το μακρύ κορδόνι και δεν φτάνω

τρία σκοινιά πλεγμένα: αγάπη, φόβος, αγάπη

κατάσαρκα στον άλλον θρυμματίζομαι

κι ούτε ίχνος από εκείνο

Αρχάριος στο φως του Ντάντε

κι ούτε ίχνος από εκείνο

Ταξιδεύω όλες τις προθεσμίες

πως είναι το είναι;

χωρομέτρης του χρόνου

περιμένω με την στιγμή στο χέρι

στα όρια του υπολογίσιμου

κι εκεί που πάει να μυρίσει δράση

πράττω

κι ούτε ίχνος από εκείνο

Ως να αρχίσει το φως τις οικειότητες

κάθε καμπύλη είναι διαφορετική

- επιδιορθώνω την εικόνα, ένα δαχτυλάκι μοίρα -

και τα πράγματα μισανοίγουν γύρω μου

Πολλάκις από καταβολής

άπαξ επί τη συντελεία

έτσι πρέπει να βλέπουμε την καταγωγή

Δεν απομακρύνομαι από καμία πατρίδα

είμαι στα δόντια ενός τροχού· όχι

είμαι ανάμεσα στα δόντια ενός τροχού

πάνω στο σπασμένο ξύλο επιπλέοντας

κοιτάζω τον βυθό· διακρίνεται πεντακάθαρα

το παιδικό ποδήλατο φαγωμένο από τις πέστροφες

δίπλα ένα ρολόι με σπασμένες ακτίνες

ακίνητο στην τελική μου ώρα

κι ούτε ίχνος από εκείνο

Είμαι πάνω στο τροχό

όχι, όχι! είμαι ο ίδιος ο τροχός

ο προς σύστασιν συστημένος

Ένα μικρό ελάφι σκύβει πάνω από ένα κόκαλο

όταν τα χείλη του το αγγίζουν

υπάρχει μία πρόνοια, ένα κάτι επί πλέον

ένα προϋπάρχον

όλα δέονται

κι όλα συνδέονται

Ό,τι χάθηκε ο χρόνος δεν το αποκαθιστά·

το αποτελειώνει

κι απομένει μόνο ένα χέρι

που χειροκροτεί

την ίδια του την πράξη

κι ούτε ίχνος από εκείνο

Sunday, July 31, 2011

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ Εν γη αλμυρά

O τόπος Amager

από τον Αλέξη Σταμάτη

Τ

ο να είσαι ποιητής σημαίνει να είσαι δύο άνθρωποι. Να ζεις, να αναπνέεις , να δημιουργείς σ`ένα περιβάλλον κοινωνικό και ταυτόχρονα να το παρατηρείς να το ανατέμνεις να του απομυζάς τους χυμούς, να αντιλαμβάνεσαι την μυστική αξία των πραγμάτων. Γύρω σου ο κόσμος αλλάζει, η ιστορία συνεχίζει τον ειρωνικό της βηματισμό, τα γεγονότα διατρέχουν την ζωή μας απομυθοποιημένα πια, στερημένα από την μαγική αχλή του πιθανού, του άλλου. «Η απούσα αληθινή ζωή» που έλεγε ο Ρεμπό δεν πιθανολογείται πλέον ούτε σαν ουτοπία, έχει δραπετεύσει οριστικά , τόσο σε επίπεδο κοσμοθεωρίας τόσο και σε επίπεδο ανάσας, ψυχής, τρυφερότητας. Η γη δεν έχει μυστικά, το χώμα είναι πολλαπλά επεξεργασμένο, ότι πολύτιμο ορυκτό έχει ήδη εξορυχθεί και φυλάγεται (αντί να διατίθεται προς τέρψιν) σε γυάλινες αλεξίσφαιρες προθήκες σε κάποιους χώρους-μουσεία, συμβάλλοντας σε αυτή την γιγαντιαία επιχείρηση αποθήκευσης πληροφοριών, εικόνων, λέξεων. Τα πράγματα είναι πια σαφή, τα μαθηματικά υπερίσχυσαν της ποιήσεως. Κάποτε, φαίνεται να λέει ο Λεοντάρης, μέσα από τα πολυώνυμα δευτέρου βαθμού και τους αλγόριθμους έσταζε μιά μικρή σταγόνα ρίγους που διέβρωνε γλυκά το ολοκλήρωμα, ηχούσε ένα θρόισμα που ταλάντευε την κυβική ρίζα, τα σύμβολα ήταν και αυτά λέξεις δηλαδή ανθρώπινη λαλιά, δηλαδή πιθανότητα.

Έχω την εντύπωση πως εδώ πιστώνεται η περίφημη πια «ήττα», προσδιορισμός μυθικός πιά της μεταπολεμικής ποίησης. Δεν πρόκειται πιά γιά μιάν ήττα ιδεολογική, διάψευση οραμάτων, άλλωστε τι άλλο είναι τα οράματα από συμπυκνωμένα αισθήματα, αλλά γιά μιά ήττα δραματική, μιά ήττα βιολογικών διαστάσεων, την ήττα του αίματος σαν φορέα αισθημάτων και συγκινήσεων , και την συγκατανευτική επιστροφή του στην ύλη και στον γενετικό προορισμό: « Επιστροφή, επιστροφής...Κατάρα / στον σπόρο που γυρνάει στην γη, κατάρα / στου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν / Ιδού εγώ, ανέβηκα στη Γη την Υψηλή / ιδού εγώ, επιστρέφω από την Γη την Υψηλή / ιδού εγώ, επιστρέφω. Εξέτισα το παν / Τι άλλο θέλετε από μένα πια ; Κατάρα...»

Η διαδρομή του ποιητή έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο κόμβο. Τα γεγονότα έχουν βιωθεί, με πίστη ποιητική, χωρίς την εύλογη απόσταση από την πληγή, αλλά εντός του χαίοντος, κενού ή τραύματος, δεν έχει σημασία, εντός της καταραμένης και ευλογημένης ταυτόχρονα νησίδας όπου τα όρια του μέσα και του έξω είναι δυσδιάκριτα. Εκεί όπου παραμονεύει η τρομερή αλήθεια, γιά να δικαιώσει ή μη αυτό που σε όλη την πορεία μας διαφεύγει. Την βολή αυτής της ζωής που μπορεί να είναι και άκυρη, σαν άλμα που από την ορμή της φοράς αγγίζει την πλαστελίνη.

Μπροστά σε αυτή την μοίρα οι αισθήσεις είναι άδειες. Όπως και το ποίημα είναι άδειο μπροστά στην ομορφιά του έξω κόσμου, του άπιαστου, του μη απτού, αυτού του άχρονου κόσμου που διαφεύγει αφήνοντας το τοπίο ελεύθερο γιά αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα, εκεί που ο αληθινός ποιητής θεωρεί εαυτόν άγνωστο και απαρνημένο. «Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος / θα`σαι γιά πάντα, έξω από μένα, ωραία, ωραία / τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία... / Και δεν με ξέρω πιά και δεν με θέλω»

Και ο λόγος, ο λόγος μιά γιγαντιαία περίληψη όσων αρθρώθηκαν , μιά βλάστηση που σταδιακά ξεραίνεται, για να βρει άλλη ομορφιά σαν ένας θύσανος νεκρών λέξεων , στρωμένος στον χειρόγραφο δρόμο. Ο λόγος που θα διαβαστεί από τα κενά του, από την απόσταση των λέξεων, από τα ίχνη του ποιήματος στα φύλλα.

Απέναντι σε αυτόν τον κοινωνικό και προσωπικό ορυμαγδό, μέσα από την συσσώρευση των κραυγών, το ναυάγιο της μέθεξης και την αποδελτίωση του ρίγους της σύγχρονης οθόνης της ζωής, ο ποιητής αποστάζει την απόλυτη σιωπή. Αυτό που υπάρχει , αυτό που θέλει να βιώσει υπάρχει πέρα από τα ονόματα, πέρα από τις επινοημένες μορφές , είναι ένας τόπος αρχέτυπος που κατοικείται από το καθρέφτισμα των ψυχών , από νοήματα τόσο πυκνά που στεριώνουν ένα παρόν , έστω και σαν ερείπιο. Ένας τόπος αναχώρησης ίσως και επιστροφής, μιά γη βάλσαμο όπως το αλάτι της θάλασσας στο τραύμα.

« Κι έτσι πηγαίναμε και βουή κι ανθόσκονη σήκωναν οι μιλιές μας και μας τύλιγαν / ώσπου κέκλινεν η μέρα / κι εκεί ανάμεσα σε Φιλοθέη και Χαλάνδρι μ` έπνιξαν τα δάκρυα και χωρίσαμε / διέστην απ`αυτών / ο δρόμος μου έστριβε γιά το Amager »

Monday, January 10, 2011

O Σκορπιος στη Σκουφα

Ο ΣΚΟΡΠΙΟΣ ΣΤΗ ΣΚΟΥΦΑ

(δημοσιευτηκε στο pontiki.gr)

Το να είσαι ποιητής σημαίνει να είσαι δύο άνθρωποι. Να ζεις, να αναπνέεις, να δημιουργείς σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον και ταυτόχρονα να το παρατηρείς, να του απομυζάς τους χυμούς, να συντονίζεσαι χαμηλά και ψηλά μαζί, στη μυστική αξία των πραγμάτων.

Σήμερα, όμως, γύρω σου ο εικοστός πρώτος αιώνας τρέχει με τα χίλια, ενώ η Ιστορία συνεχίζει τον ειρωνικό της βηματισμό, ενώ τα γεγονότα (που είναι σαν τα σακιά, μόνα τους δεν στέκουν αν δεν γεμίσουν με αισθήματα και αιτίες) αλληλοδιαδέχονται ιλιγγιωδώς το ένα το άλλο σ’ ένα άφιλτρο βιντεοκλίπ, στην αποθέωση του διαρκώς επικαιρικού. «Η απούσα αληθινή ζωή», που έλεγε ο Ρεμπώ, δεν πιθανολογείται πλέον ούτε σαν ουτοπία, έχει δραπετεύσει οριστικά, τόσο σε επίπεδο κοσμοθεωρίας όσο και σε επίπεδο ανάσας, ψυχής.

Η γη δεν έχει πια μυστικά, το χώμα, το νερό, ο αέρας είναι πολλαπλά επεξεργασμένα, ό,τι πολύτιμο: ορυκτό, υγρό, σωματίδιο έχει ήδη εξορυχθεί, ανελκυστεί, συλλεγεί, απομονωθεί και φυλάσσεται σε χώρους-μουσεία-μαυσωλεία-σκληρούς δίσκους, συμβάλλοντας σε αυτή τη γιγαντιαία επιχείρηση αποθήκευσης στοιχείων, πληροφοριών, εικόνων, λέξεων, αισθημάτων. Τα πράγματα είναι πια σαφή, η τεχνολογία υπερίσχυσε της ποιήσεως, η Άλγεβρα της Φωτιάς, κατά το δίδυμο του Μπόρχες.

Το 2003 μιλούσα σε ένα καφέ στη Σκουφά με τον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη. Την προηγουμένη είχα ξεκοκαλίσει σχεδόν όλη του την εργογραφία. Κάποτε, φαίνεται να λέει ο Λεοντάρης, μέσα από την τεχνολογία, τους αλγόριθμους και τους γεωμετρικούς τόπους έσταζε μια μικρή σταγόνα ρίγους που διέβρωνε γλυκά το ολοκλήρωμα, ηχούσε ένα θρόισμα που ταλάντευε το πίξελ, τα σύμβολα ήσαν κι αυτά λέξεις, δηλαδή ανθρώπινη λαλιά, δηλαδή πιθανότητα.

Διαβάζοντάς τον, ένιωθες την κρισιμότητα. Τα γεγονότα είχαν βιωθεί, με πίστη ποιητική, χωρίς την εύλογη απόσταση από την πληγή, αλλά εντός του χαίνοντος - κενού ή τραύματος - δεν έχει σημασία, εντός της καταραμένης και ευλογημένης ταυτόχρονα νησίδας, εκεί όπου τα όρια του μέσα και του έξω είναι δυσδιάκριτα κι ακόμα μαγικά. Εκεί όπου παραμονεύει η τρομερή αλήθεια, για να δικαιώσει ή μη αυτό που σε όλη την πορεία μας διαφεύγει. Την βολή αυτής της ζωής που μπορεί να είναι και άκυρη, σαν άλμα που από την ορμή της φοράς αγγίζει την πλαστελίνη.

Μπροστά σε αυτή την άγρια μοίρα οι αισθήσεις είναι άδειες. Όπως και το ποίημα είναι άδειο μπροστά στην ομορφιά του έξω κόσμου, του άπιαστου, του μη απτού, αυτού του άχρονου κόσμου που διαφεύγει αφήνοντας το τοπίο ελεύθερο για εκείνο που ονομάζουμε πραγματικότητα, τον τόπο όπου ο ποιητής θεωρεί εαυτόν άγνωστο και απαρνημένο. «Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος / θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία, ωραία / τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία... / Και δεν με ξέρω πια και δεν με θέλω».

Και ο λόγος αυτής της «απόσυρσης»; Μια γιγαντιαία περίληψη όσων αρθρώθηκαν, μία βλάστηση πιθανοτήτων που σταδιακά ξεραίνεται, για να βρει τη μόνη της μεταμόρφωση ως ένας θύσανος ετοιμοθάνατων λέξεων, που φτιάχνουν ένα καταφύγιο για μιαν άλλη «απούσα» ζωή.

Σε αυτόν τον συλλογικό και προσωπικό ορυμαγδό, μέσα από την ανελέητη συμπύκνωση του επίκαιρου, την απουσία του Μεγάλου, το ναυάγιο της μέθεξης, την αποδελτίωση του ρίγους, ο ποιητής αποστάζει την απόλυτη σιωπή. Αυτό που μένει να βιώσει υπάρχει πέρα από τα ονόματα, πέρα από τις επινοημένες μορφές: ένας τόπος αρχέτυπος που κατοικείται από νοήματα τόσο πυκνά και συγκεκριμένα που στεριώνουν ένα αδιανόητο για την σύγχρονη κατάσταση παρόν, έστω και ως ερείπιο. Έναν τόπο αναχώρησης ίσως και επιστροφής, μία γη βάλσαμο όπως το αλάτι της θάλασσας στο τραύμα. «Κι έτσι πηγαίναμε και βουή κι ανθόσκονη σήκωναν οι μιλιές μας και μας τύλιγαν / ώσπου κέκλινεν η μέρα / κι εκεί ανάμεσα σε Φιλοθέη και Χαλάνδρι μ’ έπνιξαν τα δάκρυα και χωρίσαμε / διέστην απ’ αυτών / ο δρόμος μου έστριβε για το Amager».

Η κουβέντα μας διήρκησε πολλές ώρες και κάποια στιγμή στράφηκε προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας εποχής, που όλα έμοιαζαν χαλαρά, ειρηνικά και ήρεμα, αλλά κάπου εντός τους, ένιωθες την αρρώστια. Μιας εποχής που κάτι πήγαινε να συλλαβιστεί, αλλά έμενε μετέωρο. Πού να φανταζόταν κανείς τη συνέχεια.

Ύστερα, λοιπόν, γύρισα σπίτι κι έγραψα ένα ποίημα. Που ίσως ταιριάζει περισσότερο με τη σημερινή εποχή παρά με την εποχή στην όποια γράφτηκε.

Ο σκορπιός στη Σκουφά
(από μια συζήτηση με τον Βύρωνα Λεοντάρη)

Τρομερό μεσημέρι λοιπόν
ένας σκορπιός ανεβαίνει αργά την Σκουφά
να μαζέψει δηλητήριο

Γύρω το σαλόνι απλώνεται στο δρόμο
- επερατώθησαν οι εργασίες ενοποίησης των νεωτερικών χώρων -
κι η Αθήνα λάμπει χαλαρή και γρανιτένια

Εχθρός κανείς τριγύρω
ούτε ελεύθεροι σκοπευτές στον Άγιο Διονύση
ούτε μπαταριές απ’ τον Λυκαβηττό
ούτε άρματα μάχης να κατεβαίνουν τη Βουκουρεστίου

Λίγη εγρήγορση ζητώ
όμως ούτε σπίθα απ’ τους κατεβασμένους καβάλους
κανένα πλεόνασμα
καμία άφιξη ή προορισμός
μόνο κάτι ασυναίσθητοι σπασμοί στα χείλη
απ’ το τσιγάρο ή απ’ την πλήξη

Ο αφελής ήλπισα για μια στιγμή συμπάγειας
- πήγα να πω πάθους -
μα όχι
εδώ μιλάει το επίκαιρο
η απόσβεση της στιγμής πάνω στη στιγμή
τ’ άδειο σακί του Πιραντέλο

Ξαφνικά ένα βλέμμα αδέσποτο
κάτι υπόσχεται
δεν προφταίνει καν να γίνει εικόνα
την κοιτάζω - πρόσωπο αργοκίνητο
ούτε στοχασμός ούτε σκέψη
εντατενίζεται σ’ έναν άξονα οικείο
ξανθή και ανέφελη
πρώην νεότης που ακόμα νεότης είναι

Από την Δημοκρίτου εμφανίζεται ο Ιβάν Κ.
δραπέτης τυφλός δαιμονισμένος
περπατά αργά σαν να δεξιώνεται την άσφαλτο
με βήματα μικρά κι απόκρυφα
γλείφοντας με τη γλώσσα του έναν ασάλευτο αέρα

Κάποιος τον περνά για εξαρτημένο και του αφήνει ένα ευρώ
εκείνος - δίχως μπαστούνι δίχως σκύλο -
καρφώνει τις διάφανες κόρες του εμπρός
σαν να μαστιγώνει ένα άλογο στα μάτια

Ένα λέιζερ αρχαίο
ταράζει την ομίχλη του ελεήμονα
εκείνο που αυτός νομίζει πραγματικότητα
και για μια στιγμή...
άσε δεν είναι για την τσέπη του αυτά

Πιο κει
με την απόγνωση που δημιουργεί το θέρος
ένας θαμώνας μιας άλλης τρυφερής εποχής
μονάχα εκείνος καταλαβαίνει

Πριν προλάβει όμως να πει ή να δείξει
κατεβαίνει από τον ουρανό μια τέτοια γύμνια
που όμοια της ποτέ δεν είχε αισθανθεί
σαν παλτό τον κουκουλώνει
και πριν λαλήσει άπαξ
όλα επανέρχονται
απαθή κι ατμώδη

Ευτυχώς που ο πλανήτης έχει ακόμα πολύ κεντρομόλο
- θα ’λεγε αν κατάφερνε να μιλήσει -
αλλά το στόμα είναι δίχτυ
τρύπες που συγκρατεί ένα σκοινί
και σιωπά για ό,τι ν’ αρθρώσει δεν μπορεί

Δεν το πιστεύω!
ακούγεται από δίπλα τσιριχτή ναζιάρα φωνή
σαν άλλος ύμνος της χαράς απλώνεται στο χώρο
καθώς ο Ιβάν Κ.
τυφλός ανεκδίκητος
σέρνεται κατά το Σύνταγμα ηττημένος
με το εισιτήριο να του κρέμεται απ’ την κολότσεπη
ανεξαγόραστο για πάντα

Απάθεια
όχι, απείθεια

κάντε την αυθεντική
είναι η μόνη ευκαιρία
γρήγορα, γιατί όπου να ’ναι
ο σκορπιός θα φτάσει στην πλατεία

Thursday, December 30, 2010

ΜΙΚΡΑ ΚΟΜΜΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ

ΜΙΚΡΑ ΚΟΜΜΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ

Γύρισα του αιώνα τη σελίδα
και βρέθηκα σε τόπο άγνωστο
oλόκληρον ένα λευκό καταύγαστο
που να μην έχεις από πουθενά να πιαστείς
λέξη ή εικόνα αναγνωρίσιμη

Στον τόπο αυτό
ο χρόνος σα να’ χε παγώσει
και βάρος ασήκωτο
ακουμπούσε πάνω μου το χιόνι των στιγμών του

Πλησιάζοντας το άσπρο πύκνωνε
κι από τις χαραμάδες είδα κάτι ν’ αναμοχλεύεται
μια κίνηση
και πλησίασα κι άλλο και διέκρινα
πως ήταν μέλη
μέλη ήταν ανθρώπινα
μικροσκοπικά ποδαράκια, στηθάκια αστεία και ροδαλά μπρατσάκια λιλιπούτεια

Σ’ ενα σημείο ο τοίχος έκανε κάτι σαν εξοχή
πλησίασα κι άλλο
κι είδα ένα πρόσωπο να φυλλομετράται εμπρός μου
και πεθύμησα το σπίτι μου
κι όσα θεωρούσα εντός μου κεκτημένα
τους φίλους, τους γονείς και τις αγάπες μου
κι ένιωσα μια ανάγκη να τους φέρω εμπρός μου

Μα όσο και να ήθελα δεν μπορούσα
δεν κατάφερνα να τους ορίσω
παρά μόνο κοίταζα εκείνα τα θραύσματα
να ξεβράζονται από το φως
ώσπου κατάλαβα πως τούτες είναι οι μνήμες μου του κόσμου
μικρά κομμένα ανθρωπάκια στην χαραμάδα
στην κόψη του λευκού
να ψιθυρίζουν

Wednesday, September 22, 2010

Η τραγωδία του αέρα

Δεκαεπτά Απριλίου
δοκιμάζω το εύρος της αναπνοής μου

Εισπνέω
και για μια στιγμή
μπαίνει μέσα μου ολόκληρος ο κόσμος

Εκπνέω
και τοποθετούμαι εντός του
με τον ελάχιστο ήχο που μου επιτρέπεται

Απλόχωρη διείσδυση και διστακτική έξοδος
η τραγωδία του αέρα

Ετσι.
σαν κάθε τι εδώ πάνω
έτσι κι η αναπνοή
παλεύει να υπάρξει

Sunday, August 22, 2010

Κώστας Καρυωτάκης (από το "Δέντρο")

Ο λυσσαλέος περίπατος ενός ποιητή

Η επαφή μου με το ιδιαίτερο έργο του Κώστα Καρυωτάκη άρχισε από την τρυφερή ηλικία των δεκατριών ετών, όταν ο καθηγητής Νέων Ελληνικών μου στο σχολείο, ο λογοτέχνης και κριτικός Γιάννη Δάλλας, μας έβαλε ως θέμα στην έκθεση τον στίχο του ποιητή «Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο μες στα γραφεία». Από περιέργεια διάβασα και το υπόλοιπο ποίημα.

(Ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)

Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
Αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.

Και μοναχά η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.

Από τη στιγμή εκείνη αποφάσισα αφενός ότι δεν θα γίνω ποτέ υπάλληλος στη ζωή μου (αν και ένιωθα και θα ένιωθα μέχρι την αποφοίτησή μου όχι ως μαθητής, αλλά ως υπάλληλος ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος), και αφετέρου ότι η ποίηση θα είναι ένας δρόμος να μεταφέρω της γνώσεις που παρέχονταν καθημερινά 8 με 3 στα δικά μου μέτρα. Και, φυσικά, ξεκοκάλισα όλα τα έργα του ποιητή.
Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε την ίδια μέρα (30 Οκτωβρίου) 75 χρονιά αργότερα από τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ένα άλλον ποιητή των καταφρονεμένων. Έζησε σε μια ψιμυθιωμένη εποχή γεμάτη μεγάλα λόγια και μεγάλες ιδέες. Βίωσε ως μαθητής την εθνική εξόρμηση του 1912-1913, ως φοιτητής τον εθνικό διχασμό, συμμετείχε στη φοιτητική φάλαγγα το 1916 υποστηρίζοντας τον βασιλιά Κωνσταντίνο, γοητεύτηκε από τον μεγαλοϊδεατισμό του '20 και έζησε τη συντριβή του '22 -παραλλήλως όμως με τη δική του, μέσα από τη διάγνωση της αρρώστιας του, αλλά και το τέλος της βραχύβιας και έντονης σχέσης του με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Έζησε επίσης την επανάσταση του Πλαστήρα, την ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας, τη δράση των «δημοκρατικών ταγμάτων», τις δικτατορίες του Πάγκαλου και Κονδύλη κι έβαλε τέρμα στη ζωή του λίγο πριν την επανεκλογή του Βενιζέλου. Τι σκηνικό για ένα βίο μόλις τριάντα δυο ετών.
Ο Καρυωτάκης είναι ένα μύθος. Ακόμη και σήμερα το μυθικό πέπλο πάνω απ’ το έργο και τη ζωή του καθίστα δυσδιάκριτο το μέγεθος του. Ποίηση ζοφερή, ωστόσο γεμάτη χιούμορ, ανελέητο αυτοσαρκασμό και ειρωνεία, δεν έχει χάσει τίποτα από την οξύτητα της. Μια ποίηση που γράφτηκε σε μια εποχή μεταρομαντισμού, όταν όλα ήταν πλουμισμένα με σπουδαιοφανείς κοινοτυπίες και υψηλόφρονα κλισέ. Ένα έργο αποσταγματικό και αποσπασματικό, με εγγενή συμμετρία και οξύτητα, έχει ακόμη μια ασαφή θέση στο σώμα της νεοελληνικής γραμματείας. Ένα μοναχικό έργο το οποία ήρθε η εκκωφαντική πιστολιά της αυτοκτονίας να σφραγίσει δια παντός. Κι εδώ και δεκαετίες, όλη η συζήτηση γύρω από τον ποιητή, γίνεται γύρω από το πτώμα ενός αυτόχειρα.
Λένε ότι η ποίηση του είναι πεισιθάνατη, προσωπικά πιστεύω ότι ο χαρακτηρισμός είναι συμβατικός και εύκολος. Έχω την αίσθηση ότι ο Καρυωτάκης έκανε πράξη ένα στίχο ενός μεταγενεστέρου του ποιητή, του Νίκου Καρούζου: «αντάλλασε πυρά με το θάνατο». Ήταν δε και ουσιαστικά πολιτικός, επαναστατημένος απέναντι στα πάντα. «..Κανάγιες! Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει…» Αυτομαστιγώμενος, περιφρονώντας τον κόσμο και ειρωνικά αποστασιοποιημένος, είναι μια έρημη νησίδα στο χώρο της λογοτεχνίας μας.
Κανένας δημιουργός δεν είναι φυσικά αυτόφωτος. Κι ο Καρυωτάκης, αν από κάπου κατάγεται, είναι από τους καταραμένους ποιητές, από την γενιά «των Πόε των δυστυχισμένων και των Μπωντλέρ που ζήσανε νεκροί»
Ελεγεία του άγνωστου, του καταφρονημένου, από έναν άνθρωπο μορφωμένο, που ήξερε ξένες γλώσσες, που μετέφρασε Βερλέν, Μπωντλέρ, Βιγιόν, Κοντές ντε Νοαγί, που είχε ταξιδέψει, που έμεινε για ένα διάστημα στο Παρίσι. Ενός ανθρώπου ανάμεσα στο «χοϊκό και πραγματικό», ο οποίος βυθισμένος στον γραφειοκρατικό ρεαλισμό της ζωής του, βρήκε μια διέξοδο σε μια υψηλής στόχευσης σάτιρα, επικρίνοντας την άθλια πραγματικότητα της εποχής του και τη «δηθενιά» των λογίων του λογοτεχνικού χώρου.
Σάτιρα βέβαια σημαίνει και αυτοσαρκασμός (στην περίπτωση έως και αυτοπεριφρόνηση). Μιλάμε για έναν άνθρωπο που γράφει στο ερωτικό αντικείμενο τα έξης:

«Δεσποινίς ,
Είναι μια εβδομάδα που βρίσκομαι εδώ, και δεν έχω τίποτε άξιο λόγου για να σας πληροφορήσω […] Περιμένω λοιπόν να έλθει το μεσημέρι. Αφού γευθώ τον επιούσιον στο μοναδικό εστιατόριο της πόλεως, θα κοιμηθώ, έπειτα θα ξαναέλθω εδώ στο δημόσιο άσυλο, θα κάνω ένα λυσσαλέο περίπατο στην προκυμαία και τέλος θα έχω τη σπάνια τύχη να φάγω για δεύτερη φορά. Έτσι θα περάσει κατά τον ενδοξότερο τρόπο και η σημερινή ημέρα, ακριβώς όπως επέρασαν και οι προηγούμενες, όπως θα περάσουν κι εγώ δεν ξέρω πόσες ακόμη ημέρες.

Όταν μετά από ρήξη με τον προϊστάμενο του Υπουργό έλαβε τη μετάθεση για Πρέβεζα, σήμανε η αρχή του τέλους. Η αυτοκτονία του είναι ιεροτελεστική και σχεδόν «εκδικητική». Τελέστηκε δε σε δυο πράξεις. Η πρώτη πράξη «παίζεται» στις 20 Ιουλίου 1928, όταν παλεύει μάταια 10 ώρες με τα κύματα προσπαθώντας να αυτοκτονήσει δια θαλάσσης. Την επόμενη φροντίζει ώστε ποτέ να μην του δοθεί ποτέ η ευκαιρία να γράψει τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου, όπως ειρωνικά αναφέρει στο περίφημο σημείωμα της αυτοκτονίας του.
21 Ιουλίου 1928, στις 5 το απόγευμα ο δευτερότοκος του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, από τη Συκιά Κορινθίας και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη, αφού τελειώνει τον καφέ του που έπινε καπνίζοντας ακατάπαυστα, πηγαίνει σε μια παραλιακή τοποθεσία και τραβάει την σκανδάλη με το αριστερό χέρι.
Αν ο Καρυωτάκης ήταν αμερικανός (ένας ετεροφυλόφιλος Χαρτ Κρειν ας πούμε) το biopic του θα είχε γίνει μπλοκμπάστερ . Η ζωή του περιέχει τα πάντα. Τραγικό έρωτα, ποίηση, αρρώστια, αυτοκτονία. Τον νεκρό της Πρεβέζης θα τον έπαιζε ένας σοφά επιλεγμένος σταρ (ένας νεότερος Σον Πεν, Έντουαρντ Νόρτον η Ίθαν Χοκ) και την Πολυδούρη μια ηθοποιός τύπου Κέιτ Γουίνσλετ η Κίρα Νάιτλι.
Η ταινία θα τέλειωνε εκεί, με τον πυροβολισμό, ενώ μαζί με τους τίτλους τέλους θα έπεφταν και οι στίχοι της «Υστεροφημίας».

"...Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός".

Saturday, August 21, 2010

Μαχαίρι, σήμερα

Ι

Ναι λιοπύρι ευθύ κατακόρυφο
σημείο ένα ο ήλιος
σημείο δυο μια πατημασιά στην άμμο
αρχαία αιώνια αυτά

Ένα κοριτσάκι με βατραχοπέδιλα και καπέλο στην ακρογιαλιά
έγκλειστο στην Πρόζα
αφήνει το καπέλο βάζει τη μάσκα
βουτάει στην πιο λεπτή απ’ τις ουσίες
κι από εκεί παρατηρεί τα μικρά πολύχρωμα ψαράκια
πώς στρίβουν ρυθμικά σε μια υγρή χορογραφία

Είναι πια ολόκληρη βυθισμένη στο νερό
κι η κοιλίτσα της χαϊδεύεται στα φύκια
όταν πιάνει η όραση της σκοτεινό ένα σώμα ενήλικα διαθλασμένο
διπλό στα δυο στοιχεία ιστάμενο
δέντρο αμφίβιο
πόδια υγρά και κορμός του αέρα

ΙΙ

Κι όπως εκείνος παρακολουθεί το κορίτσι υποθαλάσσιο
αρχίζει μια μουσική να μουρμουρίζει απ’ του βυθού την πιο αρχαία παρτιτούρα
ή κι από ένα όστρακο που φοβισμένο αποσύρεται

Με τα μπρατσάκια της σπρώχνει νερό σ’ άλλο νερό
κι απλώνει απαλά ένας ξεχασμένος των ανθρώπων νόμος

Και να
βλέπει τα μαλλιά της να κυματίζουν
όπως τραπουλόχαρτα που απλώνουν στον αφρό
ή νερόφιδα που γλιστρούν στην επιφάνεια
και νιώθει κάτι σαν εκκένωση
- πήγα να πω επιθυμία -
όχι όχι καμία επιθυμία
είναι εκείνο που νιώθει σκόνη εσωτερική που εισβάλλει
και κατρακυλά στα πιο χαμηλά του είδους του τα νεύρα

Ο χρόνος του κύματος
ο τόνος του μεσημεριού
τα πράσινα νερά δεν τον αφορούν
ούτε αισθάνεται με κάποιο ρυθμό παράξενο το αίμα του να ρέει

ΙΙΙ

Ούτε μυστήριο ούτε θάμα
απ’ το φτωχικό της μαντικής φυλής του λίκνο
ως το επεισόδιο το πιο φριχτό της ζωής του
ο άνεμος τον φυσάει πάντα πλάτη
οπισθογεμής ένας χρόνος τον βυθίζει σε μια ύπνωση
και ξάφνου
κοπριά και νύχτα
μοναξιά και θάνατος

Δεν εξαπάτησε κανένα ούτε εξαπατήθηκε
ίσως η αγάπη στην πνιγηρή της υπόσταση είναι που κινεί τα πέλματά του στον πυθμένα
μπορεί κι η μυρωδιά σάπιων φρούτων σε μεσημεριανό τραπέζι
με τα γέρικα άλογα πλάι στο τροχόσπιτο να χρεμετίζουν
ή ο ποταμός της παιδικής του ηλικίας που λουζόταν
ή κι αυτή ακόμη η ομίχλη ανάμεσα στα κυπαρίσσια
το ίδιο το θάμπωμα όπως και τώρα που δημιουργεί το φύκι καθώς το κεφαλάκι της το σπάζει
πρώτα φορά που βγαίνει να εισπνεύσει
και κοιτάζονται ολόισια στα μάτια

ΙV

Στο καλοκαίρι της ζωής τους
πιο τυχαίος Αύγουστος δεν γίνεται
και χρειάζεται μια συμφορά για να λοξέψει αυτός ο μήνας

Α μα εκείνος αυτούς δεν τους λυπάται
τι τους νοιάζει το καλοκαίρι που είναι πεθαμένοι;
τι τους νοιάζει η θάλασσα ο ήλιος;
ίδιοι απαράλλαχτοι μια σιωπή που δεν τελειώνει είναι
δεν τους μισεί
τους αποκαθιστά
τρέχει ελάφι η φαντασία του κάτω στου τελευταίου τους ρόγχου τη χαραματιά
και σκέφτεται πόσο όμορφα θ’ αναμιγνύονται
αίμα νερό κι αλμύρα

Μαχαίρι, σήμερα

Thursday, August 19, 2010

MAD SONG

Κρυφακούω στον εαυτό μου
όλους τους ήχους• μικρούς και μεγάλους
και νιώθω κάτι να πνέει από τις παγωμένες γειτονιές του θανάτου

Είναι ένας αέρας που όταν φυσά με επισκέπτεται
ο πρίγκιπας των σκιών και των φαντασμάτων
ο ομορφότερος των αγγέλων διάβολος
μίλια μετά το τέλος του κόσμου
τόσο μακριά που χάνεται στο κοφτερό γρασίδι των τάφων
πιο μακριά κι από τις μνήμες ενός φονιά
πιο μακριά κι από την πιο φριχτή, την πιο αρχαία απελπισία
πιο μακριά κι απ’ το λευκό, το λευκότερο χιόνι της αυγής

Tuesday, August 10, 2010

ΜΙΚΡΑ ΚΟΜΜΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ

Γύρισα του αιώνα τη σελίδα
και βρέθηκα σε τόπο άγνωστο
oλόκληρον ένα λευκό καταύγαστο
που να μην έχεις από πουθενά να πιαστείς
λέξη ή εικόνα αναγνωρίσιμη

Στον τόπο αυτό
ο χρόνος σα να’ χε παγώσει
και βάρος ασήκωτο
ακουμπούσε πάνω μου το χιόνι των στιγμών του

Πλησιάζοντας το άσπρο πύκνωνε
κι από τις χαραμάδες είδα κάτι ν’ αναμοχλεύεται
μια κίνηση
και πλησίασα κι άλλο και διέκρινα
πως ήταν μέλη
μέλη ήταν ανθρώπινα
μικροσκοπικά ποδαράκια, στηθάκια αστεία και ροδαλά μπρατσάκια λιλιπούτεια

Σ’ ενα σημείο ο τοίχος έκανε κάτι σαν εξοχή
πλησίασα κι άλλο
κι είδα ένα πρόσωπο να φυλλομετράται εμπρός μου
και πεθύμησα το σπίτι μου
κι όσα θεωρούσα εντός μου κεκτημένα
τους φίλους, τους γονείς και τις αγάπες μου
κι ένιωσα μια ανάγκη να τους φέρω εμπρός μου

Μα όσο και να ήθελα δεν μπορούσα
δεν κατάφερνα να τους ορίσω
παρά μόνο κοίταζα εκείνα τα θραύσματα
να ξεβράζονται από το φως
ώσπου κατάλαβα πως τούτες είναι οι μνήμες μου του κόσμου
μικρά κομμένα ανθρωπάκια στην χαραμάδα
στην κόψη του λευκού
να ψιθυρίζουν

Monday, August 9, 2010

ΓΡΑΦΕ ΓΡΑΦΕ

Γράφε, μου είπε
εννοώντας μην αγαπάς
μα χωρίς αγάπη, δεν υπάρχει γραφή, απάντησα
και θυμήθηκα την καλοκαιρινή σκεπή που βασταζόμουν μην πέσω
κι ανοίξει ο δρόμος που δεν πήρα
τότε παιδί που αποφάσισα κι έζησα
με τα βότσαλα μέσα στον ύπνο μου να σπάνε
και να αλλάζουν χρώματα οι λείες επιφάνειες τους
μια νέκυια παιδική
να τρέμω μήπως η λεοπάρδαλη ανέβει στο κρεβάτι
με το ραδιόφωνο κρυφά κάτω από το μαξιλάρι να ακούω Θέατρο της Δευτέρας
Έντα Γκάμπλερ, Ρινόκερος, Ξαφνικά πέρσι...
ένας ήχος ν’ απλώνει στα σκεπάσματα
ανθρώπων που μυρίζουν σαν ήρωες
άκου, άκου
Θέατρο της νύχτας
κρυφά, πάντα κρυφά,
μάζευε ήχους, άπλωνε στα βάθη, στον ύπνο άπλωνε
άκου τότε, γράφε τώρα
μου ζητούν κρυφά
η ηχώ από το βάθος του δωματίου βεβαιώνει πως ακόμα το κατοικώ
ίδια ναυτία, ίδια χρυσαφένια λύπη
γράφε λες, γράφε
σβήσε δηλαδή, σβήσε από μέσα μου
πλύνε τα μέσα μου•
μια παγωνιά μπαίνει στο σπίτι και ταράζει τα τζάμια
κρυώνω• το τρομερότερο αίσθημα
σωριάζεται το κρύο γύρω από τη λύπη
τέσσερις το πρωί
γράφε, γράφε
- σε μια ορεινή πλατεία
μα γυναίκα πλησιάζει το περίπτερο
ζητάει τσιγάρα
ο περιπτεράς δεν απαντά
επιμένει, ξανά
«Μα τι έχει ο Γιώργος και δεν απαντά;»
μπαίνουν μέσα
ο Γιώργος νεκρός ανακοπή-
γράφε, γράφε
άγρια κι ατέλειωτη μοναξιά
ό,τι είδα χρόνια τώρα συγκεντρωμένο
ορθή γωνία κάνει με το σώμα
και παρακαλώ
πάρε με στην αγκαλιά σου
πάρε με επιτέλους στην αγκαλιά σου
Όχι•
γράφε, γράφε
θα με θυμάσαι, ο μέλλων του τέλους, λέει
παρηγόρησε με
δείξε μου τι χρόνος, τι έρωτας, τι τέλος
πως να μη φοβάμαι το τέλος;
πως να μη φοβάμαι τίποτα;
τίποτα
δεν απαντά
παρά γράφε, γράφε
μου λες
εγώ δεν έχω τέτοιες πολυτέλειες
δεν καταλαβαίνω
τόσο ταραγμένος, τόσο θαλασσινός, τόσο του βυθού, τόσο είσαι ευάλωτος
οι σκιές είναι οι κυρίαρχοι του εδάφους
αλλά εσύ είσαι για θάλασσα, εκεί που ο κόσμος συνέβη
κολυμπώ αλειμμένος λίπος
μιαν απόσταση τεράστια
ξέρω πως στα δέκα μίλια θα συναντήσω ένα καράβι
γράφε, γράφε
το καράβι θα με σώσει
κολύμπα, κολύμπα, ώσπου να πνιγείς, ώσπου να σωθείς
σου λέω
μη μου ομορφαίνεις άλλο τη λύπη
μη μαζεύεις άλλα δάκρια σε φιαλίδια
αυτά ήταν ρωμαϊκές πρακτικές
μελοδραματικές
εγώ δε θέλω τέτοια, θέλω ειρηνικά να ζω
κι ακόμα τόπο κατοικώ τον ίδιο τόπο
τα κείμενα λένε ‘κραταιά ως θάνατος’.
αυτά τα κείμενα, τα εξαντλημένα κείμενα
πότε θα τυφλωθώ να τα κάψω
όμως
γράφε εσύ, γράφε
με άγριους ιδρώτες με σεντόνια μαύρα
μη βγάζεις άχνα ψύχή μου
μόνο
γράφε γράφε
που σημαίνει
δε σε θέλω
δε σ’ αγαπώ

Friday, July 10, 2009

Χορδή: ένα ποιημα

Αλέξης Σταμάτης
ΧΟΡΔΗ
God has a brown voice, as soft and full as beer.
Anne Sexton

Κι ακούμπησε το τόξο του κάτω.
Ο στόχος ειχε ήδη καταρρεύσει απέναντι.
Μακριά, πολύ μακριά ένα στρογγυλό, δίχως λαιμό, μικρό πουλί. Στο στήθος και μέτωπο ζωηρά πορτοκαλόχρωμο και ελαιοκαστανό το πάνω μέρος
Επαναλαμβάνει ένα λεπτό κλαψιάρικο «τζις».
Έναν ποικίλο μελαγχολικό σκοπό, που αρχίζει με υψηλούς οξείς φθόγγους και ακολουθείται από σύντομα μελωδικά σφυρίγματα και τρίλιες που χαμηλώνουν.
Η μουσική του ταξιδεύει ως τη σπασμένη χορδή.
Και την ταλαντώνει.

Βαβελική ομιλία- κουράζει.
Ας προσέξουμε τις επαναλήψεις, συνιστούν από μονές τους τη λύση.

«Πόσο μακριά;» «Τόσο μακριά».
Μιλάει η χορδή,
Ας έρθει το σπασμένο.
Ας γδυθεί μπροστά μας να δούμε το σώμα του.
Το Αποζητώ.
Γίνεται πρόσωπο κι έχει γένια.
Και γενιά επίσης. Όπως η όμορφη Νοσταλγία.
Όμως πόσες φόρες θα κλάψουν οι έννοιες; Φτάνει, να σιγήσουν.
Και ν’ αποσυρθούν στις χαμηλές περιοχές.
Δεν υπάρχει διορία.
Το σπασμένο έχει απλώς σπάσει.
Κι αυτό είναι το φάντασμά του.

Φάντασμα και είδωλο, αρσενικό-θηλυκό.
Επίκαιρο-μεγάλο.
Με άδεια ελευθέρας.
Κι έρχεται το όριο και στέκει διπλα στο σπασμένο.
Συγκρίνοντας ιαματικά τις επιδόσεις τους.
Πάνω στο πιο παλιό των αισθημάτων
Φόβο

Κι όλα εντός του τάφου αποτυχία
Με νιφάδες φωτός αρχοντικού
Ο καθείς σπασμένος και οριακός διαφθορέας
Κατακαμένος εκεί οπου ανήκει
Στων ματιών του την αγνοία
Ταλαντεύεται.

Αθήνα, 9 Ιουλίου 2009

Sunday, June 14, 2009

Τέλμα (μεταφραση Ηρακλης Παντόπουλος)

Alexis Stamatis
TELMAH (IN THE MIRE)

Her eyes were ashen and wide
the shoulders bent and distant
her waist was ringed, hard to define
from what I recall and what I lived through.

And it was that day of summer
that you wouldn't know it was summer at all
in that year that writhed
and ran day by day down in the sewer
beside the underground trains and the mice.

And that whole year was a lake from a different time
– in fact I think I first met her there –
in the moist refuge
in the haunted room
in the room with the uttermost rust.

And a long time has since gone by
and the snow melted
and the marbles turned into mirrors
and the tiles glinted
and like a vast and soulful light the sky's blue
descented from the clouds
and the room took on the cold deathly colours
that only she
– perhaps not even she – would have heard of.

And that place was a mausoleum
only, of course, to those who recognised it
and those who passed it by
– thinking it a dream –
were swallowed up
because the strength was such and such the waiting
that the space flashed with tension and with every form
of energy
that the walls seemed to burn to the touch, yet...

How when I entered and took heart
and decided to look with a candle I lit
a candle that shone and writhed and I could see
scratches on every door
and I tried to read
– for it was a letter –
it wasn't a fit nor the result of disquiet
that engraved those symbols
and I thought there was a recording from the false roof
but I was proven wrong
there was a real ceiling with a mural, nonetheless,
that showed Achilles and Patroclus and some
massive serpents
and there was an expanse like swampland
marshland
and there was the word in Greek for “mire”: “ΤΕΛΜΑ”
– “TELMAH” –
reflected in the water
and so I read it backwards
and saw him fleshed out before me
– as he himself once saw his father's ghost –
and he was holding in his hands your face.

And I took further heart and wanted to
decode
in vain however
as they were nail marks
nail marks
and you were long since gone.

Thursday, September 18, 2008

Οντολογία

Ένας τόπος άγνωστος·
αναδύεται μια παράξενη ηλικία
χωρίς συμπτώματα
επωάζει το θηλυκό τα μικρά του αυγά στα σύνορα
κι απλώνεται σαρωτική η αποικία του χρόνου

Κάποια στιγμή ο χώρος αποσφραγίζεται
κι ανασαίνει μια πελώρια σημασία
αδειάζει ευθύς το νόημα και ξεσπά σαν καταρράκτης
υπάρχει κι η σημαία του αιμόφυρτη μ’ ένα κόκαλο που προεξέχει
πάνω στο μετάξι μιας ολοένα καινούργιας θάλασσας

Εκεί συνέβη ο άνθρωπος
ανάμεσα στα βράχια
- τα βράχια οξύς προορισμός πατρίδας -
κι αμέσως οπισθοχώρησε προς το μαύρο ρυάκι του αίματος του
ο ορίζοντας άνοιξε μια στάλα
και μόλις πρόλαβε να δει τις προοπτικές
μ’ ένα υγρό βλέμμα αρχαίου ζώου
κι ασυναίσθητα
διακλαδίστηκε ανάμεσα στις δύο καταφάσεις
του σκοταδιού και του φωτός
και χύθηκε στο ενδιάμεσο αυλάκι

Τότε κατάλαβε πως θα είναι διαρκώς αντιμέτωπος
και κλείστηκε ερμητικά στην παραμονή του
παράδοξα αισιόδοξος
καθώς η ζωή άρχισε μέσα του ν’ αυξάνει
όπως ένας ψίθυρος σ’ ελεύθερη πτώση

Friday, March 21, 2008

Για τη μέρα της ποίησης

Σεπτέμβριος, 2001. Έντεκα του μηνός μεσημέρι. Bρίσκομαι στη Ρίγα της Λετονίας καλεσμένος σε μία Στρογγυλή Τράπεζα Ευρωπαϊκής Ποίησης. Ταξιδεύω για πρώτη φορά σε χώρα της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Η Λετονία είναι ένα χάρμα οφθαλμών, κι η πρωτεύουσα της, ένα καλειδοσκοπικό αμάγαλμα τάσεων. Τα απομεινάρια του σοσιαλιστικού καθεστώτος συνυπάρχουν με τα Μακ Ντόναλντ και τα video games, οι ‘παλιές’, σκαμμένες, σοβιετικόφατσες με τις κοπελίτσες με τα μίνι και τα τατουάζ στους μηρούς, τα γκρίζα ‘σοασιαλιστα’ κτίρια με νέες απαστράπτουσες κατασκευές από γρανίτη. Το fusion της ιστορίας απλώνεται αμείλικτο, σφραγίζοντας την ευρωπαϊκή (τουλάχιστον) ομογενειοποίηση. Η ομάδα των ποιητών καλύπτει ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια, όπως αυτή εκφράζεται στη χαραυγή του 21ου αιώνα: από τις Βαλτικές Δημοκρατίες μέχρι τη Μάλτα, από το Καζακστάν μέχρι την Πορτογαλία, από την Ιρλανδία μέχρι τη Σερβία Μαυροβούνιο.
Πίνω τον καφέ μου στο τελευταίο όροφο του νεόδμητου ξενοδοχείου Χίλτον (έναν ασημένιο κολοσσό ανάμεσα στις σχετικά καλαίσθητες εργατικές πολυκατοικίες του παρελθόντος) παρέα μ’ έναν Ισπανό συνάδελφο. Από κάτω μας, χαλί, το πανόραμα μιας από τις πιο όμορφες, κουκλίστικες πόλεις της Ευρώπης. Δυο ώρες αργότερα έχουμε ανάγνωση των ποιημάτων μας στο Δημαρχείο της Πόλης παρουσία των αρχών και των πνευματικών ανθρώπων της περιοχής. Έχω επιλέξει να διαβάσω ένα ποίημα μου με τίτλο: ‘Το μαύρο στον ύπνο’ που έγραψα όταν γίνονταν οι βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία. Ο Ιγνάθιο μου μιλάει για τον Πάουλ Τσέλαν, που τυγχάνει να ειναι ο αγαπημένος ποιητής και των δυο μας. Εκεί που ο οίστρος του Ισπανού φίλου τον είχε οδηγήσει στο να απαγγέλλει στίχους από τη ‘Φούγκα του θανάτου’, ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος του κινητού μου. Έχω μήνυμα. Ζητάω συγγνώμη, το ανοίγω. Είναι ένας φίλος από Αθήνα.
«ΕΝΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΕΠΕΣΕ ΠΑΝΩ ΣΕ ΟΥΡΑΝΟΞΥΣΤΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ». Το αναφέρω στον Ιγνάθιο, σχολιάζουμε την είδηση, μας φαίνεται περίεργη. ‘‘Τι φοβερό ατύχημα’’, καταλήγουμε και συνεχίζουμε να μιλάμε για τον αδικοχαμένο γερμανορουμάνο ποιητή που αυτοκτόνησε πέφτοντας στα κρύα νερά του Σηκουάνα. Σε λίγη ώρα, ξανά ο ήχος. Κι άλλο μήνυμα από Αθήνα. «ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟΥΣ ΔΙΔΥΜΟΥΣ ΠΥΡΓΟΥΣ» Κοιτάζω γύρω μου, η τηλεόραση παίζει βίντεο κλιπ της Μπρίτνει Σπιρς, οι θαμώνες πίνουν τους καφέδες τους αμέριμνοι. Ο συγκεκριμένος φίλος μου διαθέτει ένα όντως παράξενο χιούμορ, όποτε αποφασίζω να μην πω πια τίποτα, ερμηνεύοντας τα μηνύματα του ως μια κακόγουστη φάρσα. Όταν όμως φτάνει και το τρίτο «ΚΑΙ ΤΡΙΤΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΕΠΕΣΕ -. ΣΤΟ ΠΕΝΤΑΓΩΝΟ ΑΥΤΟ» εκεί πια αρχίζουν και με ζώνουν τα φίδια. Πηγαίνω στο μπαρ και ζητάω από τον υπάλληλο να βάλει CNN, εξηγώντας του το λόγο. Εκείνος μου ρίχνει ένα σχεδόν υποτιμητικό βλέμμα παίρνοντας με προφανώς για τρελό, και συνεχίζει να σερβίρει μία λεπτή ξανθιά ύπαρξη, από εκείνες που παράγει εν αφθονία η πρώην σοσιαλιστική επικράτεια.
Παίρνω το φίλο μου τηλέφωνο στην Αθήνα. Δεν μπορώ να πιάσω. Παίρνω γονείς , γνωστούς. Τίποτα, οι γραμμές μοιάζουν μπλοκαρισμένες. Τελικά βρίσκω έναν ξάδελφο πιτσιρικά: ‘‘Καίγεται η Νέα Υόρκη, βαλε τηλεόραση!’’. Κατεβαίνω σαν τρελός κάτω στο λόμπι. Μαζεύω τους συναδέλφους πάμε όλοι μαζί στη ρεσεψιόν και πείθουμε τον υπάλληλο να βάλει CNN. Σ’ ένα λεπτό όλο το ξενοδοχείο είναι μαζεμένο γύρω μας και βλέπουμε σε βίντεο όσα απίστευτα συνέβησαν εκείνη τη μέρα του Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Η συνεχεία: πανικός! Αρχίζουν και διαδίδονται απίστευτα πράγματα που φτάνουν ως τον.. Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο (!), ενώ ταυτόχρονα πλησιάζει η ώρα να πάμε στο Δημαρχείο. Μαζευόμαστε όλοι, καμία τριανταριά άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ευρώπης και συζητάμε τί πρέπει να κάνουμε. Κάποιοι λένε να αναβάλουμε την ανάγνωση, οι περισσότεροι όμως - μεταξύ των οποίων κι εγώ - επιμένουμε ότι πλέον υπάρχει κι ένας προσθετός λόγος να πάμε. Ταυτόχρονα πολλοί αρχίζουν και ανησυχούν για τις πτήσεις τους της επομένης. Ακούγεται πως το αεροδρόμιο της Ρίγα θα μείνει κλειστό. Η πρόξενος της Σουηδίας προσφέρεται να μας φιλοξενήσει σπίτι της! Με τα πολλά αποφασίζουμε, όχι μόνο να πάμε στην εκδήλωση, αλλά να βγάλουμε και ψήφισμα. Το γράφουμε στο πόδι και στο νου μου έρχονται εποχές μεταπολίτευσης.
Φτάνοντας καθυστερημένοι στο Δημαρχείο, μας περιμένει ένα ακόμα σοκ. Η αίθουσα είναι φίσκα από κοστουμαρισμενους Λετονούς, η οποίοι, τουλάχιστον στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι έχει συμβεί στην πρώην αντίπαλη υπερδύναμη. Ο πρόεδρος μας τους εξηγεί με δυο λόγια. Στην αίθουσα γίνεται το έλα να δεις. Ακούγονται μέχρι και χειροκρότήματα, προφανώς από κάποιους νοσταλγούς του Ψυχρού Πολέμου. Όταν όμως αρχίζει η ανάγνωση, τα πράγματα αλλάζουν. Οτιδήποτε ποίημα ακούγεται - ερωτικό, ιστορικό, υπαρξιακό - εν μέσω αυτών των εξελίξεων, παίρνει μία άλλη χροιά, αναβαπτίζεται. Λίγο πριν έρθει η ώρα μου να διαβάσω, είμαι πραγματικά συγκινημένος. Μέσα σε μια ώρα έχω ακούσει ποίηση σχεδόν από κάθε χώρα της Ευρώπης, την ίδια στιγμή, που, από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, ο αυτοκράτορας του σύγχρονου κόσμου δέχεται το πρώτο και μοναδικό έως τότε μεγάλο πλήγμα μέσα στο σπίτι του. Σκέφτομαι πως το ποίημα που κρατάω στα χέρια μου το έγραψα ένα βράδυ μετά από έναν φοβερό βομβαρδισμό, όταν οι Αμερικάνοι είχαν ανατινάξει μία γέφυρα την οποία διέσχιζαν λεωφορεία με αμάχους. Δεν είχαν σκοτωθεί τρεισήμισι χιλιάδες άνθρωποι όπως στους Πύργους, αλλά οι εικόνες από τα καμένα παιδάκια ήταν κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ... Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εκείνο το μεσημέρι του Σεπτεμβρίου στη Ρίγα της Λετονίας, σ’ αυτή τη συγκεκριμένη συγκυρία, το ίδιο ποίημα, μπορεί να λειτουργεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Μόνο που αυτή τη φορά τα θύματα είναι από την άλλη πλευρά...
Έχω λάβει μέρος σε πολλές ποιητικές εκδηλώσεις. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι στην πράξη πως η ποίηση δεν είναι μόνο μια ‘στιγμιαία μεταφυσική’ , μια υπόθεση για ολίγους, ένα αποκλειστικά προσωπικό πεδίο έκφρασης... Κάποια στιγμή ακούω από το πάνελ: Alexis Stamatis Greece. Σηκώνομαι, αφιερώνω το ποίημα στην Ευρώπη και στον πολιτισμό της κι αρχίζω να διαβάζω:

Το μαύρο μέσα στον ύπνο

Από τη χούφτα μας γλύφει ο χρόνος την δύναμη του
κι η γλώσσα σιωπά

Σιωπά η γλώσσα - δε βρίσκει λέξεις
Ούτε λέξη - ούτε υπαινιγμό

Κρύβεται το μαύρο μέσα στον ύπνο
στο λήθαργο κρύβεται
νίπτει ο χρόνος τις στιγμές του
κι αποκοιμιέται στη μικρή μας επιθυμία

Κοιμάται ο χρόνος μές τη συνήθεια
στα αχανή παλάτια της μνήμης
όσο η σβούρα καταπίνει το καινουργιομένο αίμα

Το χέρι άνοιξε τυχαία το βιβλίο.
Πάρε, διάβασε :
Τίποτα
η γλώσσα είχε φύγει
κι έμενε το μαύρο
στενό σαν την λήθη
αδίστακτο

Monday, February 18, 2008

Σημειώσεις για τη γραφή

Καποιες σκεψεις μου για την διαδικασια της συγγραφης (πεζό και ποιηση) ως απαντησεις σε ερευνα φιλης φιλολόγου το 2003.

Αμοντάριστα πλάνα

Όταν λέω ότι το εικονοστάσιο της ποίησης μεγεθύνθηκε εννοώ, ότι η εκκίνηση-φορέας [αλλά και αποτέλεσμα] του ποιητικού λόγου, η στιγμιαία μεταφυσική, κατά την σκέψη του Μπασελαρ, υπέστη μία μεταμόρφωση η οποία εξισώνεται με τη γένεση ενός άλλου - δεν λέω ανεπτυγμένου τόσο, όσο διαφοροποιημένου - λόγου. Οι ψηφίδες που αποτελούν τα κομμάτια της - καθώς κάθε στιγμή, ακόμα και το αστραπιαίο, μπορεί να κατατμηθεί, αλλιώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αιωνιότητα - απέκτησαν την αυτονομία τους, «ξεκόλλησαν» από το αυτοτελές πυρηνικό ποιητικό σώμα και εξακοντίσθηκαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Ακολουθώντας ένα παράδειγμα από την επιστήμη της φυσικής , θα λέγαμε πως ο πυρήνας - ποιητικός λόγος(σκέψη) υπέστη μία σχάση. Ποιο είναι ωστόσο το επακόλουθο; Τα κομμάτια αυτά του υπερακοντισμένου ποιητικού υλικού, χάνονται στο χώρο, χωρίς κατ αρχήν καμία συνδετική δύναμη να τα συγκρατεί. Μιλάμε δηλαδή για ένα δευτερογενές χάος - πρωτογενές είναι το ασύλληπτο» που ήδη κατοικεί στην σκέψη του ποιητή σε με κατάσταση διαρκούς ανταγωνισμού με το εγώ του - αποτελούμενο από κατακερματισμένες ψηφίδες μιας «εικονοποιίας» που έχει αρχικά καταστραφεί. Το χάος αυτό ωστόσο δημιουργεί στο μυαλό τους συγγραφέα ξανά ένα είδος συγκίνησης, διαφορετικής υφής από εκείνη που τον οδηγεί στη σύνθεση ενός ποιήματος.
Η στιγμή είναι κρίσιμη. Η «στάμνα» της ποιοτικής έμπνευσης έχει εκραγεί. ¨ότι έχει απομείνει είναι πια δύσκολο να γίνει ποίημα, οι δεσμοί που συγκρατούν αυτό το πολύτιμο σώμα έχουν ήδη διαρραγεί, έχει τρόπον τινά αποκρυσταλλοποιηθεί. Έτσι λοιπόν κομμάτια και θρύψαλα μιας άγνωστης «ασύνδετης» πηγής συγκίνησης αιωρούνται σε ένα τοπίο πέρα από το συνειδητό. Ωστόσο το νερό της σταμνάς δεν κατευθύνεται προς τον ουρανό αλλά χύνεται ενδοστρεφώς προς τη «γη», προς το «καταγωγικό του σώμα», και επιστρέφει στον συγγραφέα. Εκείνος τότε ενισχύεται, φορτίζεται με μία ενέργεια που δεν μοιάζει τόσο με την εκκένωση που προκαλεί ένα ποίημα αλλά με ένα «μούδιασμα». Πρέπει αν ανταποκριθεί. Η πρόκληση είναι εδώ, διασπασμένη αλλά υπαρκτή.
Έτσι περνάει στη δεύτερη φάση στην οποία τα αιωρούμενα σωματίδια ποιητικής συγκίνησης αρχίζουν και αποκτούν μία ελάχιστη, κατά αρχήν,. τιμή χημικής συγγένειας. Είναι το σημείο όπου ο συγγραφέας , υποσυνείδητα, συνειρμικά , μαγικά σχεδόν, δημιουργεί τις εκλεκτικές συγγένειες του χαοτικού υλικού του. Αντιφατικά ζεύγη εμφανίζονται και παρασύρουν στο διάβα τους ουρές από μνήμες, ξεχασμένα επεισόδια και πάσης φύσεως υλικό που αντλεί ο δημιουργός από το εσωτερικό του οπλοστάσιο. Είναι λοιπόν ακριβώς αυτό το νερό της σταμνάς το οποίο έρχεται και κυλά παράλληλα με το «νερό της δημιουργίας» το αίμα , τις μνήμες που προϋπάρχουν. Αυτό το νερό, που έχει εκλυθεί από την «ποιητική» του φύση θα αποτελέσει την συγκολλητική ουσία που θα ενώσει τα θραύσματα , έτσι ώστε να αρχίζει να δημιουργείται η ανάγκη μίας τάξης σε αυτό το φαινομενικό χάος. Κάθε φορά που ένα εξακοντισμένο μόριο, πλησιάζει «φλερτάρει» με ένα άλλο η συγκολλητική ουσία, - αυτή η αλοιφή που είναι κατασκευασμένη από μνήμες, εγρήγορση (αφάνταστα σημαντικό - ο ρυθμός της συγκόλλησης πρέπει να ανταποκρίνεται στην ταχύτητα των ποιητικών θραυσμάτων)και συγκίνηση, τρέχει σαν αντίσωμα και περικυκλώνει τα δυο τμήματα, με τελικό στόχο την συγκόλληση τους. Έτσι οδηγούμαστε σε μία αλυσιδωτή αντίδραση , η οποία σταδιακά επιφέρει την ανασυγκόλληση του διασπασμένου ποιητικού τοπίου, μια ανασυγκόλληση σε εντελώς διαφορετική διάσταση, σε εντελώς διαφορετικά μεγέθη (όχι μεγαλύτερα η μικρότερα- διαφορετικά) και σε εντελώς διαφορετική «υφή», η οποία καταλήγει σε μία συνεκτική σύνθεση, σε ένα νέο τόπο, σε ένα νέο σώμα. Η έκρηξη της ποιητικής στιγμής απλώνεται μεσώ του κατακερματισμού σε διάρκεια, η έκκριση της ενέργειας της δημιουργεί στον «τόπο της δημιουργίας» [βλέπε: στο νου του συγγραφέα] μια νέα χλωρίδα με αποτέλεσμα κάποια τμήματα του ποιητικού υλικού που πίπτουν εκεί να βλασταίνουν και να καλλιεργούνται σταδιακά σε αυτό το νέο υπέδαφος, ενώ ταυτόχρονα εκείνα που αιωρούνται συγκολλούνται και δημιουργούν ένα νέο σώμα, που σταδιακά βρίσκει την τροχιά του και κινείται γύρω από την πηγή που το δημιούργησε. Η πορεία του νέου αυτού σώματος είναι η αφήγηση, η χλωρίδα είναι το εργαστήριο, ο τόπος συγκίνησης του συγγραφέα [που διαρκώς μπολιάζεται με νέα πίπτοντα θραύσματα] και το σύστημα και των δυο είναι η σημείο εκκινήσεις του είδους αυτού που προσωπικά θεωρώ μυθιστόρημα.

Η συνθετικη διαδικασία και η πράξη της γραφης

Η συνθετική διαδικασία που ακολουθώ προσωπικά δεν μπορώ να πω ότι μπορεί να συγκροτηθεί ως ένα ενιαίο σχέδιο, ένα πλάνο, τουλάχιστον στην φάση της σύλληψης. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα περίπλοκη διαδικασία η οποία εκκινεί όπως είναι φυσικό με το ερέθισμα. Το ερέθισμα όπως εξήγησα και παραπάνω συνήθως είναι ποιητικής καταγωγής, με την έννοια μιας λοξής διαφορετικής ματιάς πάνω σε εάν θέμα που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει κλειστό και περιχαρακωμένο. Για να γίνω πιο κατανοητός θα μιλήσω ξεχωριστά για ποίηση και πεζό. Στην ποίηση σε πρώτη φάση το ερέθισμα είναι ένα σύνθετο μάγμα που αποτελείται από εικόνα, λόγο και νόημα. Τα τρία είναι συνεκτικά δεμένα μεταξύ τους ώστε να μην διαχωρίζονται. Για να καταλήξει αυτό το ερέθισμα σε λόγια στο χαρτί, ακολουθείται μία - ασυνείδητη σε πρώτη φάση - προσπάθεια αποκόλλησης. Η πρώτη φάσης της είναι ο διαχωρισμός του ζεύγους εικόνα - λόγος νόημα με τα δυο τελευταία να λειτουργούν ακόμα συζευκτικά. κατ αυτό τον τρόπο υπάρχει ένα εντός και ένα έναντι. Έναντι είναι η εικόνα και εντός ο ουσιώδης λόγος , ο καίριος, ο ανερμήνευτος λόγος, που είναι ακόμα γαζωμένος γερά στο νόημα. Ένας λόγος που φύεται από την καρδιά του νοήματος θα λέγαμε. ταυτόχρονα αυτό το ζεύγος λόγος νόημα υπακούει σε έναν ιδιόρρυθμο βιολογικό χρόνο, που δεν είναι ο δικό μου, του συγγραφέα, αλλά του ίδιου του μάγματος. Η δεύτερη , και πιο δύσκολη φάση είναι η προσπάθεια να αποκολληθεί από το ζεύγος λόγος νόημα, ο ποιητικός λόγος. Αυτή είναι μια πιο ενσυνείδητη - αν κι αυτή όχι απόλυτα - διαδικασία. υπάρχουν φορές που ο λόγος είναι τόσο στέρεα συγκολλημένος με το νόημα που αρνείται να το εγκαταλείψει και να αφεθεί να στάξει στο χαρτί. Εκείνες φυσικά είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες, και όταν επιτυγχάνονται, τότε, κατά την γνώμη μου, προκύπτει η αληθινή ποίηση. Η πράξη της ποιητική γραφής είναι μία διαρκής ταλάντευση , μία σχοινοβασία στις παρυφές του νοήματος προσπαθώντας ο ποιητής αν αποκολλήσει την εξωτερική του φλούδα που είναι ο λόγος. Γι αυτό κι όταν τελειώνει ένα ποίημα νιώθω μία αίσθηση φρεσκάδας σαν να έχει ξεφλουδίσει από πάνω μια στρώση δέρματος γεμάτη χρόνο, πείρα και κούραση, για να δώσει τη θέση της σε μια νέα που με τη σειρά της θα συσσωρεύσει κι αυτή έναν όγκο χρόνου μέχρι να περάσει στην φάση αποκόλλησης με τον φόβο να ακουστεί αστείο, η ποίηση για μένα είναι ένα είδος ψυχικού peeling.
Tώρα στο μυθιστόρημα τα πράγματα είναι κάπως αλλιώς. Εκεί έχουμε να κάνουμε με μία διαρκή γυμναστική του πνεύματος, με μία συμβίωση με το πρόβλημα, μια και παρεμβάλλεται αυτό που λέμε ιστορία και οι φορείς της, ο κινητοποιός μηχανισμός της, οι ήρωες. Το θέμα που με απασχολεί στην πράξη της μυθιστορηματικής γραφής είναι η προφορικότητα του κειμένου., ξέρω ότι ένα κείμενο είναι τελειωμένο από τη στιγμή που μιλιέται, από τη στιγμή που το διαβάζω και «κάθεται». Στο μυθιστόρημα έχω μέσα μου μια ιστορεί που πρέπει να ειπωθεί. Υπάρχει μια δομή, υπάρχουν κανόνες, μερικές φορές και πολλοί αυστηροί. Συνειδητά τα πεζά μου κείμενα υπακούουν σε ένα πλέγμα κανόνων, αρκετοί από τους οποίους είναι αόρατοι. Για να το πως καλύτερα η πρόθεση είναι τα κείμενα να είναι παλίμψηστα, να διαβάζονται σαν ρωσικές κούκλες. Υπάρχει το πρώτο επίπεδο, η πλοκή και οι εμφανείς τις κώδικες, κι από κάτω αρχίζουν και εξυφαίνονται εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ προσώπων μερών κειμένου, υπο ιστοριών , που δημιουργούν ένα πλέγμα το οποίο κάποια στιγμή χάνεται κάτω από το έδαφος της ανάγνωσης. Εκεί περιμένω τον αναγνώστη που θα μπει στο κόπο να εξορύξει το στρώμα αυτό, θα πάει πέρα από την επιχωμάτωση και θα ανακαλύψει τις τυχόν διαπλοκές και σχέσεις που δημιουργούνται υπόγεια. Πολλοί δεν θα το κάνουν, ωστόσο το κείμενο οφείλει να μεριμνά για την περίπτωση που το κάνουν. Έτσι νιώθω ότι η ιστορία δένεται, αποκτά βαθύτερες ρίζες και μπορεί να λειτουργήσει σε περισσότερα του ενός επίπεδα.

Monday, December 10, 2007

Αλέξανδρος Δαμουλάνος: Ένα ποίημα

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ

Το μπουκάλι πλάγιασε.
Έσταζε λογική.
Μέσα του πνίγονταν δυο άστρα, πέντε σώματα.
Μια φωνή σπαράζει σαν αρχαίο χώμα στην κούνια του αίματος.
Δυο κήποι αποξηραμενοι και άγονοι.
Κρεμάμενες χρυσόμυγες σε ανείπωτους δρόσους νίπτουν
τα γυμνόποδα των σταφυλιών.
Τρεις μέλισσες ταλαντεύονται στον ύπνο της ανεμώνας.
Ένα Μήλο, αποκηρυγμένο ή απαγορευμένο;
Ένας Θεός, αποκηρυγμένος ή απαγορευμένος;

Το παραπάνω ποιήμα ειναι γραμμένο απο τον Αλέξανδρο Δαμουλάνο ο οποίος είναι 17 ετων (γεννηθηκε στην Αθήνα στις 10/7/90) . Ο Αλέξανδρος πάσχει από τετραπληγία και φοιτά στο ειδικό λύκειο του Δήμου Ιλίου. Γράφει ποίηση από 14 ετών. Το συγκεκριμένο ποίημα το έχει γραψει μεταξύ 15-16 ετων και είναι από την ποιητική συλλογή "Ο Θεός στον Ορίζοντα" που εκδόθηκε με πρωτοβουλία και επιμέλεια της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας - Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας ανάδειξης και ισότιμης κοινωνικής προβολής του εργου ατόμων με αναπηρία.

Πιστεύω οτι πολλοί αναγνωρισμένοι ποιητες μας θα ευχoνταν να ειχαν γράψει ενα τέτοιο ποίημαστα 15 τους .

Friday, August 10, 2007

'Ομοια Τρίγωνα

Στην Λούλα Αναγνωστάκη

Είχα περπατήσει χρόνια
σε μονοπάτια υδάτινα, χέρσους τόπους και σπηλιές κάθε λογής
ως του αιώνα την τελευταία μέρα
όταν έφτασα στo τόπο εκείνο
κι είδα στη σειρά τα τρία παγωμένα πουλιά
την αγριόπαπια, την κουκουβάγια και το γλάρο
καθένα να φυλάει την παγωμένη ανάσα μου
στου αίματος του την πιο μύχια σφαιρίνη
και από πίσω τους άνοιγαν τα βουνά
και χυνόταν το νερό τους στη θάλασσα
καινούργιο πάντα σαν το χρόνο

Μπροστά, που κοίταζα, ήταν ένα παγόβουνο
που έλαμπε καταύγαστο
στο ερμητικό του τρίγωνο

Ξάφνου, μεταξύ λέξης και σιωπής
με μια βουή φοβερή
ανασηκώθηκε ο όγκος ο υποθαλάσσιος
τεράστιος όπως ήταν σε σχέση με τον έξω
και γύρισαν ανάστροφα οι ραφές της ύπαρξης
με το σουλούπι της ψυχής
να αποσφραγίζεται δαιμόνιο
τα λέπια του να σπαρταρούν από την ποτισμένη αλμύρα
και να γλιστρούν από τον ορθό τώρα πυθμένα
μυστικά χιλιοσφράγιστα
από το αίμα των προγόνων ως το μικρό το
ανεξήγητο πετάρισμα στα βλέφαρα

Τότε, πρόσεξα στη βάση
τη βρωμισμένη απ’ το πλαγκτόν κι από το χρόνο
εγκιβωτισμένο στον πάγο
ένα μικρό όγκο κόκκινο που μου’ μοιαζε
δεν τόλμησα ούτε να σκεφτώ τι ήταν
μόνο πραγματικότητα έβλεπα
Γεωμετρία
όμοια τρίγωνα
το ένα τ’ ουρανού και τ’ άλλο του θανάτου.

Monday, July 9, 2007

Mad Song (II)

Κρυφακούω στον εαυτό μου
όλους τους ήχους· μικρούς και μεγάλους
και νιώθω κάτι να πνέει από τις παγωμένες γειτονιές του θανάτου

Είναι ένας αέρας που όταν φυσά με επισκέπτεται
ο πρίγκιπας των σκιών και των φαντασμάτων
ο ομορφότερος των αγγέλων διάβολος
μίλια μετά το τέλος του κόσμου
τόσο μακριά που χάνεται στο κοφτερό γρασίδι των τάφων
πιο μακριά κι από τις μνήμες ενός φονιά
πιο μακριά κι από την πιο φριχτή, την πιο αρχαία απελπισία
πιο μακριά κι απ’ το λευκό, το πάλλευκο χιόνι της αυγής

Σκύβει χορευτικά και με γλυκό χαμόγελο
με παίρνει απο το χέρι και μου λέει
Ιδού, εσύ, σημαδεμένος