Tuesday, December 18, 2007

Η Πράγα του Κάφκα



Δεν θα πρωτοτυπήσω. Θα κάνω ό,τι κάνει όλος ο κόσμος όταν πηγαίνει πρώτη μέρα στην Πράγα. Επισκέπτεται την Πλατεία της Παλιάς Πόλης (Stare Mesto) και περιμένει κάτω από το θρυλικό αστρονομικό ρολόι που μετράει την ώρα εις τριπλούν: με το παλιό σύστημα της Βοημίας (24 ώρες, ξεκινώντας από το ηλιοβασίλεμα), με το βαβυλωνιακό (12 ώρες που ποικίλλουν ανάλογα με την εποχή του χρόνου) και με το σύγχρονο. Η αναμονή αφορά στην σύντομη εμφάνιση των Αποστόλων, οι οποίοι κάνουν μια πασαρέλα-εξπρές για να εξαφανιστούν πάραυτα στα εντόσθια του κτιρίου προς τέρψη των εκατοντάδων τουριστών που κραδαίνουν καθ’ ύψος τις ψηφιακές μηχανές τους προσπαθώντας να αποτυπώσουν το φευγαλέο στροβίλισμα. Η ώρα είναι 09.59. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα στο πάνω μέρος του ρολογιού η μορφή του Θανάτου τραβάει το σκοινί με το δεξί της χέρι. Στο αριστερό κρατάει μία κλεψύδρα την οποία υψώνει και αναποδογυρίζει. Εκείνη τη στιγμή ανοίγουν τα παράθυρα και οι δώδεκα Απόστολοι κινούνται σχηματίζοντας κύκλο με επικεφαλής τον Άγιο Πέτρο. Στο τέλος της επίδειξης ακούγεται ένας πετεινός και το ρολόι σημαίνει την ώρα. Δέκα.
Γυρίζω το βλέμμα. Γύρω από την πλατεία υπάρχει μια θάλασσα από καλαίσθητα κτίρια οι όψεις των οποίων παίζουν σε ολόκληρη την ελεγκαντ χρωματική παλέτα: από ροζ σε ελαφρύ κίτρινο, από γκρίζο σε πράσινο κι από κρεμ σε μανταρινί. Από τα πιο όμορφα είναι το ροκοκό ανάκτορο Γκολτς-Κίνσκι όπου ξέρω πως σπούδασε ο Κάφκα.
Πράγα και Κάφκα είναι αχώριστο δίδυμο. Η πόλη με τη σκοτεινή της μαγεία, αποτελεί ένα μεγαλειώδες σκηνικό που ωστόσο «παίζει» σε πολλαπλά επίπεδα δημιουργώντας παράξενες σκιές, αινιγματικούς χώρους, υπερβατικά τοπία. Μια πόλη που ο Κάφκα μεταμόρφωσε σε μια σύνοψη του κόσμου. Λέω να την δω μέσα απο το ιδιοφυές του βλέμμα.
Κατευθύνομαι δεξιά προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Τα χρώματα είναι ολίγον «μολυσμένα» από τη συννεφιά, ωστόσο οι λίγες πλαγιές ακτίνες προσδίδουν μια γεωμετρική δικαιοσύνη στους όγκους. Ένα ζευγάρι μαύρων περνάει από μπροστά μου. Από τα ανοιχτά τους τζάκετ διακρίνονται τα μαύρα κολεγιακά όπου είναι αποτυπωμένη μια γωνιώδης μορφή με πεταχτά αυτά. Το λογότυπο αστράφτει στο φόντο: Franz Kafka - Prague. Όπως και να το κάνεις ο δημιουργός της «Δίκης» είναι –ερήμην του-, ο αδιαφιλονίκητος σταρ της πόλης.




Μια συμβουλή – απόσταγμα από την περιπλάνηση μου: Μη δείτε την Πράγα ρεαλιστικά. Θα χάσετε τη μισή μαγεία. Όλο το παιχνίδι εδώ πέρα παίζεται στο βλέμμα, στο «πώς» της ματιάς. Λέει κάπου ο Κάφκα «Κι όσο για σένα Πλατεία της Παλιάς Πόλης ποτέ δεν υπήρξες αληθινή».
Αλήθεια ή ψέματα, όπου και να γυρίσεις, ο αμφιβληστροειδής συλλαμβάνει αυτόματα μια όμορφη εικόνα, το βλέμμα ξεχειλίζει από κάλλος. Η πόλη είναι ένα σφουγγάρι καλαισθησίας. Τέλη Μεσαίωνα ήταν στην ακμή της, υστέρα οι Αψβούργοι της κουβάλησαν προίκα την Αναγέννηση, το μπαρόκ της χάρισε μερικά από τα πιο όμορφα οικοδομήματα, το αρ νουβό προσέδωσε τις δαντελένιες πινελιές και η εθνική αφύπνιση μια σειρά από υπέροχα μνημεία. Η συνέχεια γνωστή. Πόλεμος, σαράντα χρονιά κομμουνισμού και η περίφημη «Βελούδινη Επανάσταση», μια αναίμακτη έξοδος στην δημοκρατία με ηγέτη - όχι τυχαία - έναν λογοτέχνη, τον Βάτσλαβ Χάβελ.
Η κίνηση του πλήθους με κατευθύνει δυτικά, στο βάθος διακρίνεται ο Μολδάβας. Διασχίζει το κέντρο σε σχήμα λατινικού ερωτηματικού και χωρίζει το Μικρό Μέρος (Mala Strana) από την Παλιά Πόλη. Μ’ αρέσουν οι πόλεις που διχοτομεί ένας ποταμός. Τις βρίσκω γαλήνιες. Ένα αίσθημα που έχει να κάνει με το ίδιο το ποτάμι – δεν έχει αμφιβολίες, ξέρει που πηγαίνει και δεν θέλει να πάει πουθενά αλλού. Το συγκεκριμένο ωστόσο, πριν από 5 χρόνια παραλίγο να βυθίσει την ίδια την πόλη που διασχίζει, αν και η τραγωδία αυτή ανέδειξε περίτρανα το εγγενές αίσθημα αλληλεγγύης που έχουν οι Τσέχοι, μια πραγματική κοινωνία πολιτών.



Γέφυρα Καρόλου. Το χάιλαιτ της πόλης. 516 μέτρα μήκος, 9.5 μέτρα πλάτος. Αλλιώς και «λεωφόρος των αγαλμάτων» χάρις στα 30 μπαρόκ αγάλματα ηγεμόνων και αγίων που είναι στημένα εκατέρωθεν.
Γεμάτη μικροπωλητές, μουσικούς τζαζ, πορτρετίστες της μιας ανάσας. Υπέροχη θέα στο Κάστρο - το αφήνω για την επομένη.
Φτάνοντας στο τέλος της γέφυρας βλέπω στην απέναντι όχθη το Μουσείο του Κάφκα. Στην αυλή ένα τρισδιάστατο «Κ» - αναφορά στον ήρωα της «Δίκης». Εντός, μια μοναδική εμπειρία. Όποιος έχει αγαπήσει το έργο του Κάφκα αλλά και την Πράγα, θα βρει τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται μαγευτικό. Βλέπουμε το πως η πόλη σφραγίζει τον συγγραφέα με την μεταμορφωτική της δύναμη, τον ακολουθούμε καθώς βυθίζεται εντός της και συντονιζόμαστε με την γκάμα των συναισθημάτων του, σε μια αργή διαστρέβλωση του χώρου και του χρόνου.



Επιστροφή στην Παλιά Πόλη για την Εβραϊκή Συνοικία. Για αιώνες κατοικούνταν από Εβραίους μυστικιστές, χασιδίτες σοφούς, αστρονόμους, αστρολόγους και ειδικούς στην Καββάλα. Σταδιακά με τις διώξεις των Εβραίων παρήκμασε, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα της κατεδαφίστηκε, στα πλαίσια του σχεδίου οικοδόμησης της Πράγας στα πρότυπα του Παρισιού. Απέμειναν μόνο έξι Συναγωγές, το παλιό κοιμητήριο και το παλιό Εβραϊκό Δημαρχείο. Σήμερα, στο Γιόσεφοβ –έτσι ονομάζεται- βρίσκουμε και κτίρια των αρχών του 20ού αιώνα. Έτσι δύσκολα μπορώ να φανταστώ την αρχική εικόνα της παλιάς συνοικίας με τον πληθυσμό των 18.000 κατοίκων. Περνάω μια βόλτα από την Παλιά - Νέα Συναγωγή κι υστέρα στέκομαι σε μια ουρά εκατό μέτρων για το Παλιό Εβραϊκό Κοιμητήριο. Η αναμονή αξίζει. Ο χώρος αναδίνει μια μοναδική ενεργεία. Υπάρχουν 12.000 ταφόπλακες, ενώ υπολογίζεται ότι εδώ είναι θαμμένα 100.000 άτομα. Ένα λίθινο δάσος μνήμης και ιστορίας.
Πράγα και Λογοτεχνία δε σημαίνει όμως μόνο Κάφκα. Ευκαιρία να πεταχτώ στην Νέα Πόλη (Νove Mesto) για το U Kalicha, ένα μοναδικό εστιατόριο - κόνσεπτ βασισμένο στο περίφημο μυθιστόρημα του Γιάροσλαβ Χάσεκ «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ». Οι τοίχοι είναι γεμάτοι γκράφιτι αφιερωμένα στο βιβλίο και το μενού είναι τυπωμένο σε14 γλώσσες, ακόμα και ελληνικά! Πίνω μια Πίλσνερ - το άρωμα του λυκίσκου με ζαλίζει - και τρώω Pecena kachna - ψητή πάπια με ντάμπλινγκ. Chech it out οπωσδήποτε.
Το βράδυ η πόλη μεταμορφώνεται. Τα πορτοκαλί φώτα του Κάστρου φωτίζουν το ποτάμι, δημιουργώντας ένα μεγαλειώδες λαμπύρισμα στην επιφάνεια. Οι σκιές στο δρόμο επιμηκύνονται, κάθε εικόνα αποκτά πολλαπλές σημασίες. Ψιλοβρέχει και τα νοτισμένα σοκάκια δημιουργούν φυγές, διαδρομές, μυστικές γωνίες.



Tuesday, December 11, 2007

American Fugue: το εξωφυλλο

μολις ηρθε απο αμερικη
το εξωφυλλο της εκδοσης
του Etruscan Press
μου αρεσει τοσο σαν εικόνα
που το ποσταρω κι εδω

Monday, December 10, 2007

Αλέξανδρος Δαμουλάνος: Ένα ποίημα

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ

Το μπουκάλι πλάγιασε.
Έσταζε λογική.
Μέσα του πνίγονταν δυο άστρα, πέντε σώματα.
Μια φωνή σπαράζει σαν αρχαίο χώμα στην κούνια του αίματος.
Δυο κήποι αποξηραμενοι και άγονοι.
Κρεμάμενες χρυσόμυγες σε ανείπωτους δρόσους νίπτουν
τα γυμνόποδα των σταφυλιών.
Τρεις μέλισσες ταλαντεύονται στον ύπνο της ανεμώνας.
Ένα Μήλο, αποκηρυγμένο ή απαγορευμένο;
Ένας Θεός, αποκηρυγμένος ή απαγορευμένος;

Το παραπάνω ποιήμα ειναι γραμμένο απο τον Αλέξανδρο Δαμουλάνο ο οποίος είναι 17 ετων (γεννηθηκε στην Αθήνα στις 10/7/90) . Ο Αλέξανδρος πάσχει από τετραπληγία και φοιτά στο ειδικό λύκειο του Δήμου Ιλίου. Γράφει ποίηση από 14 ετών. Το συγκεκριμένο ποίημα το έχει γραψει μεταξύ 15-16 ετων και είναι από την ποιητική συλλογή "Ο Θεός στον Ορίζοντα" που εκδόθηκε με πρωτοβουλία και επιμέλεια της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας - Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας ανάδειξης και ισότιμης κοινωνικής προβολής του εργου ατόμων με αναπηρία.

Πιστεύω οτι πολλοί αναγνωρισμένοι ποιητες μας θα ευχoνταν να ειχαν γράψει ενα τέτοιο ποίημαστα 15 τους .

Wednesday, December 5, 2007

Φωτογραφιες απο το παρτυ για την ΑΦ


O Χρηστος Στεργιογλου διαβαζει

Η Θεοδωρα Τζήμου διαβαζει

Ηταν εξαιρετικα χτες στο Μελι. Κι ομορφες οι φωτο του Σπυρου Κατωπόδη. Ευχαριστω οσους ηρθαν!

Tuesday, November 27, 2007

Πάρτι για την Αμερικάνικη Φούγκα


Πάρτι για το βιβλίο μου

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΦΟΥΓΚΑ

Με μουσική και ταινίες από την Αμερική
Tην Τρίτη 4 Δεκεμβρίου
Στο μπαρ ΜΕΛΙ

Λ.Εθνικής Αντιστάσεως 4, Καισαριανή
στις 8.30 μμ
210-7560000, meliath4@yahoo.gr


Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν

η Θεοδώρα Τζήμου και ο Χρήστος Στέργιογλου

Saturday, November 17, 2007

Σωτάκης - Χειμωνάς γράφουν τραγούδι!


Ο Δημήτρης Σωτάκης (τελευταίο βιβλιο του ο "Ανθρωπος Καλαμπόκι")
και ο Θανασης Χειμωνας (τελευταίοο βιβλιο του "η Μπλε ωρα" συνεργαστηκαν προσφατα οχι σε ενα λογοτεχνικο, (εχουμε δει οτι
δυσκολα ανθιζουν τετοιες πρωτοβουλίες) αλλα ενα μουσικο προτζεκτ.


Με το συγκροτημα SNOB ηχογραφησαν το τραγουδι
"Junior Queen" σε μουσικη Σωτακη και στιχoυς Χειμωνα.
Λιντ τραγουδι ο Σωτακης, μπακ απ βοκαλς ο Χειμωνας.
Το αποτέλεσμα προσωπικαμε εξεπληξε.
Ανοιγεται πεδίον λαμπρον!
Κλικαρατε τον τιτλο JUNIOR QUEEN
για να το ακουσετε και περιμενω σχολια!

Friday, November 2, 2007

Αρχιτεκτονική και λογοτεχνία: Αρθρο στο ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ 2.11.07

Η αφήγηση του κτηρίου, η κατασκευή του μυθιστορήματος

Από τον Αγιο Αυγουστίνο ως τον Ιταλο Καλβίνο και τον Ζορζ Περέκ, αρχιτεκτονική και λογοτεχνία έχουν διασταυρωθεί πολλές φορές, στην κοινή τους επιδίωξη να αφηγηθούν, να δημιουργήσουν, να αναδημιουργήσουν και να εκφράσουν τον χώρο. Στη λογοτεχνία εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροιπόλεις, γειτονιές, δρόμοι, κτήρια και δωμάτια- εμφανίζονται ως τοποθεσίες όπου εξελίσσεται η εμπειρία της ζωής, αλλά και ως τόποι που φέρουν ορατά τα ίχνη του περάσματος του χρόνου, τόποι στους οποίους προβάλλουμε τις προσωπικές μας εμπειρίες και αναμνήσεις.
Εχοντας ο ίδιος σπουδάσει αρχιτεκτονική, πριν καταλήξω να αφιερωθώ αποκλειστικά στη συγγραφή, καταθέτω την ευγνωμοσύνη μου για αυτό το μεγάλο σχολείο που με βοήθησε αφάνταστα στην εργασία μου ως μυθιστοριογράφου. Οι αρχιτεκτονικές σπουδές είναι ένα πραγματικό Παν- επιστήμιο. Περιλαμβάνουν ένα πανόραμα γνώσης: Εικαστικά, Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία, Σύνθεση, Μαθηματικά, Δομική, και όχι μόνον. Αποφοίτησα έχοντας στη φαρέτρα μου μια ποικιλία εφοδίων που αργότερα μου φάνηκαν κάτι παραπάνω από χρήσιμα στον νέο μου δρόμο. Ιδού λοιπόν μια μικρή αναφορά σε κάποιες κοινές αρχές σύνθεσης, αισθητικής και δομής.
εκκινηση- συλληψη Ολα στη λογοτεχνία αρχίζουν από ένα χάος στο οποίο ο δημιουργός καλείται να βάλει τάξη. Ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας επιμελητής χάους. Στήνει έναν ολόκληρο κόσμο, εγείρει μια ιστορία από το μηδέν, από ένα κενό (λευκό) χαρτί. Το ίδιο όμως και ο αρχιτέκτονας, ο οποίος εκκινεί από έναν άδειο χώρο, ένα οικόπεδο, όπου καλείται να «σηκώσει» μια κατασκευή. Η αρχική ιδέα του συγγραφέα μπορεί να είναι μια λέξη, ένας χαρακτήρας, μια κατάσταση. Η αρχική ιδέα του αρχιτέκτονα μπορεί να είναι μια χάραξη, ένα σχήμα, ακόμα και μια χειρονομία στον χώρο.
υλικα Τα υλικά του αρχιτέκτονα τα προσφέρει η φύση. Αμμος, νερό, ασβέστης, χώμα, πέτρα, ξύλο, σίδερο, μάρμαρο. Με αυτά κατασκευάζει τα μέρη του κτηρίου του: δωμάτια, ορόφους, παράθυρα, σκάλες, δημιουργώντας χώρο, δημιουργώντας ζωή. Τα υλικά του συγγραφέα τα προσφέρει η ζωή: μνήμη, πόνος, ενοχή, εκδίκηση και, κυρίως, έρωτας, θάνατος, εξουσία. Με αυτά κατασκευάζει χαρακτήρες, συγκρούσεις,
σχέσεις, δημιουργώντας αφήγηση, δημιουργώντας μύθο.
σχεδιασμοσ- κατασκευη Ο σχεδιασμός του κτηρίου ξεκινά από τη χάραξη, τον σκελετό, τον κάνναβο. Το οικοδόμημα υπακούει σε έναν μηχανισμό στήριξης ώστε η κατασκευή να είναι στατικά ασφαλής. Ο σχεδιασμός των περισσότερων μυθιστορημάτων ξεκινά επίσης από έναν σκελετό, ένα «δομικό πλέγμα». Μέρη, κεφάλαια, αλληλεπιδράσεις χαρακτήρων, κρίσιμες σκηνές. Τα μέρη οφείλουν να αλληλοϋποστηρίζονται, η «κατασκευή» να ισορροπεί μέσα από αιτιώδεις σχέσεις, μέσα από αλληλεπιδρώντα φορτία αισθημάτων. Το μυθιστόρημα, όπως και το κτήριο, είναι μια «κατασκευή». Δομείται με «υλικά», έχει ένα στάδιο εργασιών, θεμέλια, σκελετό, στοιχεία πλήρωσης.
συνθετικη περιπετεια Η περιπέτεια της σύνθεσης ενός κτηρίου προσομοιάζει με εκείνη ενός μυθιστορήματος. Οι αλληλεπιδράσεις των κατασκευαστικών στοιχείων, όπως οι αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων, οδηγούν το κτίσμα-ιστορία σε απρόβλεπτες ενίοτε κατευθύνσεις που εκπλήσσουν πολλές φορές και τον ίδιο τον αρχιτέκτονα-συγγραφέα. Ετσι, κατά την πορεία του σχεδιασμού, μπορεί η αρχική ιδέα να εγκαταλειφθεί, οι χαράξεις να τροποποιηθούν, να ανακύψουν νέοι χώροι ή ήδη υπάρχοντες να καταργηθούν. Ο συγγραφέας σκίζει σελίδες, ο αρχιτέκτονας σχέδια. Οταν οι χαρακτήρες αναπτύσσονται διαρκώς και παραμένουν ζωντανοί, τότε η πλοκή θα φροντίσει από μόνη της. Οταν ο σχεδιασμός είναι «a work in progress»,
τότε η «αρχιτεκτονική πλοκή» θα οδηγήσει τη σύνθεση.
στυλ Ο (καλός) λογοτέχνης και ο (καλός) αρχιτέκτονας διαθέτουν το δικό τους «δακτυλικό αποτύπωμα». Το δικό τους στυλ. Υπάρχουν λογοτέχνες με μνημειώδες στυλ και αρχιτέκτονες με λυρικό. Αρχιτέκτονες με «μεταφυσικό» στυλ και λογοτέχνες με μπαρόκ. Συχνά χρησιμοποιούμε αρχιτεκτονικούς όρους για να χαρακτηρίσουμε γραπτά και λογοτεχνικούς όρους για να χαρακτηρίσουμε κτήρια. Η καθαρότητα των γραπτών του Σωτήρη Δημητρίου μερικές φορές μού θυμίζει Αρη Κωνσταντινίδη και η ποίηση στα κτήρια του Αντόνιο Γκαουντί Μπόρχες. Οπως μια επιτυχημένη πρόταση έχει εφελκυστική αντοχή (δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε μία λέξη, όλα τα συστατικά συνεργάζονται στην εντέλεια), έτσι και σε ένα επιτυχημένα σχεδιασμένο αρχιτεκτονικό στοιχείο δεν μπορείς να μετακινήσεις ούτε ένα εκατοστό.
η κουρτινα των εργασιων Υπάρχουν συγγραφείς που ανοίγουν την «κουρτίνα των εργασιών» του «γιαπιού» τους και επιτρέπουν στον αναγνώστη να επιθεωρήσει το εργαστήριό τους σε πλήρη ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή υπάρχουν αρχιτέκτονες που εμφανίζουν στην επιδερμίδα των κτιρίων τους τα δομικά στοιχεία του έργου, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη ή τον χρήστη να έχει τη συνολική εποπτεία της κατασκευής. Ο ορατός φέρων οργανισμός των κτηρίων του Κωνσταντινίδη μπορεί να αντιπαραβληθεί με το έργο ενός συγγραφέα ο οποίος επιτρέπει στον αναγνώστη,
ταυτόχρονα με την παρακολούθηση της ιστορίας, να διακρίνει αναλυτικά τον κορμό, τον σχεδιασμό, τα «φέροντα στοιχεία» του βιβλίου. Από την άλλη, παρατηρούμε συγγραφείς που δουλεύουν διακειμενικά, εντάσσοντας στην αφήγησή τους επεξεργασμένες μνήμες, εικόνες, φράσεις, αναφορές σε άλλα παλαιότερα αφηγήματα με τα οποία επιχειρείται ένας διάλογος. Το ίδιο κάνουν πολλοί αρχιτέκτονες οι οποίοι συνομιλούν με αρχιτεκτονικά στοιχεία άλλων εποχών, σχολιάζοντάς τα από μορφολογικής, λειτουργικής και αισθητικής άποψης μέσα από νέα κτίσματα.
αφηγηματικα μερη Κάθε (καλό) βιβλίο μπορεί να αναλυθεί, να επιπεδομετρηθεί στα θεμέλια-δομή του, στα «δωμάτια»-χώρους του, στις προσπελάσειςδιαφυγές του, στους δευτερεύοντες χώρους-υποπλοκές του. Κάθε (καλό) κτήριο εμπεριέχει μια χωρική αφήγηση, διαθέτει μια κρυφή πλοκή, σημεία κορύφωσης, συγκρούσεις, αιτιώδεις σχέσεις, αλληλεπιδράσεις των μερών του.
αναγνωστησ-χρηστησ Ο χρήστης ή ο επισκέπτης ενός κτηρίου εισδύει σε μια χωρική αφήγηση, εισέρχεται σε μια περιπέτεια αναγνώρισης με τον ίδιο τρόπο που και ο αναγνώστης εισχωρεί σε μια λογοτεχνική αφήγηση μέσα από την οποία περιπλανάται στον μύθο.
Η λογοτεχνία εκφράζεται μέσα από «περιπέτειες αισθημάτων». Το επιτυγχάνει πλάθοντας ατμόσφαιρες οι οποίες λειτουργούν ως «περιβάλλοντα» της εκάστοτε ιστορίας. Η καλή λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται για την ατμόσφαιρα αυτή καθαυτή- σε αυτό περιορίζεται η μικρή λογοτεχνία-, αλλά και δεν μπορεί να ξεδιπλώσει τις αφηγήσεις της χωρίς δουλειά πάνω στην ατμόσφαιρα. Μορφή και περιεχόμενο ή, μιλώντας αρχιτεκτονικά, όψη και λειτουργικότητα την ενδιαφέρουν ταυτόχρονα.
Ισως λοιπόν θα έπρεπε και η αρχιτεκτονική να συμπεριλάβει περισσότερο στο «οπλοστάσιό» της ανάλογους «συγκινησιακούς» όρους. Να συλλάβει τον χώρο ως μορφή μέσα από ατμόσφαιρες «αισθημάτων» και όχι αποκλειστικά μέσα από απαιτήσεις «χρήσεων», δρόμο στον οποίο την οδήγησε ο φονξιοναλισμός. Να κατασκευάσει χώρους «συναρπαστικούς», που να συγκινούν και όχι μόνο να καλύπτουν συγκεκριμένες ανάγκες. Περιπετειώδη σπίτια, περιπετειώδεις πόλεις. Ισως τελικά οι αρχιτέκτονές μας θα έπρεπε να διαβάζουν περισσότερο λογοτεχνία... *

δειτε κι εδω.

Thursday, November 1, 2007

Μισέλ Ουελμπέκ



Κάποιον μου θυμίζει. Αδύνατος, εσωστρεφής, με τα χέρια σταυρωμένα και τυλιγμένα στο σώμα, ματιά απλανή και ταυτόχρονα εναργή, είναι μια φιγούρα που σε πρώτα εντύπωση δεν συνάδει με εκείνη που είχα στο νου για το συγγραφέα της «Επέκτασης του πεδίου της πάλης». Η εντύπωση εντείνεται στη συζήτηση. Ρωτάς. Ο Μισέλ Ουελμπέκ απαντά εξαιρετικά χαμηλόφωνα, περίπου μονολεκτικά. Καταλαβαίνεις πως το θέμα έληξε εκεί. Περνάει σχεδόν ένα λεπτό κατά το οποίο εκείνος σιωπά κι ύστερα, μ' έναν σχεδόν θεατρικό ετεροχρονισμό, επανέρχεται λες και δεν είχε περάσει ούτε στιγμή.

Δύσκολος και μαζί χαρισματικός αλλά και αστείος. Αντιφατικός. Καθόλου παράξενο για κάποιον που στα φοιτητικά του χρονιά ζούσε με ψωμί, μουστάρδα και ουίσκι σε ένα κενό διαμέρισμα με δυο μόνο πόστερ: ένα του Ίγκι Ποπ κι ένα του Ζακ Σιράκ.

Και ξάφνου στιγμές μαγείας. Δυο φράσεις ξυράφι που μου στοιχειώνουν το βράδυ. O άνθρωπος που εχει μιλήσει τόσο αποκαλυπτικά για τη αλλοτριωτική επιρροή της αγοράς, τη διάλυση της οικογένειας, τα σκοτάδια του σεξ και τις αβάσταχτες εντάσεις του Δυτικού τρόπου ζωής ο άνθρωπος που κατηγορήθηκε για τα πάντα, από μισογυνισμό μέχρι ρατσισμό, μοιαζει να ξερει ποτε λεει και τι. Ο Μισέλ Ουελμπέκ τολμά και εκφράζει εκείνο το ζοφερό 20% του εαυτού μας που ο καθένας μας κρατά για πάντα κρυμμένο. Κάτι, που αν μη τι άλλο, θέλει μεγάλα κότσια και θάρρος.

Τέλος βρίσκω ποιον μου θυμίζει. Όχι τυχαία, ένα πρόσφατο είδωλο της ποπ τηλεοπτικής κουλτούρας. Τον Μπέντζαμιν, τον αρχηγό των Others στο αμερικάνικο σίριαλ Lost. «Η δυνατότητα ενός νησιού» έχει τελικά πολλές σημασίες.





Thursday, October 25, 2007

Πτήση προς το άγνωστο, πτήση όμως (σκέψεις για παλαιότερο αρθρο του Δ.Κούρτοβικ)

Κοσμοπολιτισμός η εντοπιότητα; Τι ρόλο παιζει η παράδοση στα έργα της νέων λογοτεχνών μας; Ένα βιβλίο Έλληνα συγγραφέα που διαδραματίζεται ολόκληρο εκτός Ελλάδος προχωρά την τοπική λογοτεχνία; Ένα παλιό δίλημμα παρελθόντων ετών σημερα φωτίζεται εντελώς διαφορετικά.

Πριν από κάτι μηνες διάβασα σε άρθρο του Δημοσθένη Κουρτοβικ, την άποψη πως οι νέοι Έλληνες συγγραφείς μοιάζουν συνειδητά αποσυνδεμένοι από την παράδοση και τις εμπειρίες των προηγούμενων γενεών. Πιστεύει μάλιστα ότι η χειραφέτησή τους αυτή είναι ακόμα πολύ πρόσφατη για να αποτρέψει τις υπερβολές μιας ελευθερίας που βιώνεται κυρίως σαν άρνηση κάθε μορφής επικαθορισμού και επισημαίνει ένα «κενό πραγματικότητας» στη νεότερη Ελληνική λογοτεχνία και ένα έλλειμμα βάρους και βάθους. Ποιος όμως είναι ο λόγος που οδήγησε την νεότερη γενιά των Ελλήνων συγγραφέων στο να «προσπεράσουν» την παράδοση, και γιατί παρατηρείται αυτή η εγγενής άρνηση της συγκεκριμένης γενιάς να «κατηγοριοποιηθεί»;

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου είπε κάποτε πως οι παλαιότεροι ήταν «πρίγκιπες των μισών πραγμάτων», ενώ, σήμερα, τα νέα παιδιά είναι «πριγκιπόπουλα πολύ μικρότερων κλασμάτων». Η νέα γενιά συγγραφέων έζησε εξ αντανακλάσεως τα τελευταία σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Τη δεκαετία του 80, οι νεότατοι εκπρόσωποι της εμφανίστηκαν για πρωτη φορά με έναν νεανικό, άμεσο λόγο μιλώντας για τα πράγματα της γενιάς τους. Οι συγγραφείς αυτοί εξέφρασαν την κόπωση από το βαρύ ιστορικό φορτίο που κληρονόμησαν κι ως ένα σημείο φώτισαν τη μεταιχμιακή συνθήκη της εποχής της εμφάνισης τους.

Η ακόμα νεότερη γενια όμως, είχε το προνόμιο(;) να «ανδρωθεί» μέσα από την τεχνολογική επανάσταση, το άνοιγμα των επικοινωνιών και την παγκοσμιοποίηση. Οι συγγραφείς της ταξίδεψαν, έζησαν στο εξωτερικό, διάβασαν ξένη λογοτεχνία πριν ίσως διαβάσουν ελληνική, πρωτοέγραψαν σε υπολογιστή, πλοηγήθηκαν από πολύ μικροί στο δίκτυο. Συγγραφείς μιας γενιάς η οποία, αντίθετα με την προηγούμενη δεν είχε «ορατό εχθρό» (αν και ο «εχθρός» είναι πλέον πανταχού παρών, αόρατος, και το χειρότερο, ενίοτε γοητευτικός), βρέθηκαν απότομα σ’ ένα νέο γενναίο κόσμο όπου οι «ισμοί» έδιναν τη θέση τους στα «τρία w», την εικόνα και την εικονικότητα.

Ό συγγραφέας όμως είναι ένα πλάσμα που διψάει για έμπνευση. Όταν αίφνης ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στο γραφείο του, ή όταν έχει τη δυνατότητα να πάει o ίδιος να τον συναντήσει, δεν υπάρχει περίπτωση να αγνοήσει την πρόκληση. Πιστεύω πως η όποια απομάκρυνση των νέων συγγραφέων από την «παράδοση», δεν οφείλεται σε μια ανάγκη πατροκτονίας ή απαξίας του παρελθόντος. Ήταν ίσως, το φυσικό αποτέλεσμα μιας απότομης μεγέθυνσης, μιας γιγάντιας εκτίναξης που διακτίνισε το «οικουμενικό» απ’ ευθείας στο γραφείο προς επεξεργασία.

Δίκιο έχει ο Κούρτοβικ όταν λέει ότι οι ιστορικές συνθήκες βοήθησαν τη νέα γενιά ώστε να κάνει αναίμακτα μια κάθετη τομή. Κάθε ουσιαστική ρήξη προϋποθέτει και αιμάτινο αντίτιμο. Από την αλάνα στο συμπαντικό γήπεδο η απόσταση είναι μεγάλη, και μπορεί ενίοτε ο παικτης να παρασυρθεί νομίζοντας πως αυτόματα θα παίξει μεγαλη «μπάλα».
Δεν ξεχνάμε βέβαια ότι ζούμε σε μια χώρα, οπου η νοσταλγία για τα παλιά είναι σχεδόν γονιδιακή. Ο καημός του Έλληνα είναι να μιλάει για το παρελθόν του. Σε μια εποχή όπου στις δυτικές κοινωνίες (ειδικά στις προτεσταντικές) ζητούμενο είναι η αυτοπραγμάτωση, η ελληνική, που βασίζεται σε συνεκτικές «μαζικές» δομές - οικογένεια, κόμματα, παρέες, ορθοδοξία - είναι φυσικό να αντιδρά σε μια απότομη, ατομοκεντρική «πτήση προς το άγνωστο». Μια «πτήση» που φυσικά ενέχει και όλα τα προβλήματα που αναφύονται όταν ξαφνικά αποκτάς δωρεάν εισιτήριο σε χώρους που άλλοτε φάνταζαν τόσο μακρινοί.

Η Ελληνική λογοτεχνία κάνει τα πρώτα της βήματα ως μια περιφερειακή ευρωπαϊκή λογοτεχνία με τις ποικίλες φυσικά ιδιαιτερότητες της. Η κατά τη γνώμη μου υγιής αυτή αντανακλαστική «απείθεια» των νέων Ελλήνων συγγραφέων πρέπει πλέον να βρει την αυθεντικότητά της. Να συνδέσει δηλαδή τις «οικουμενικές» συνθήκες που γέννησαν τη χειραφέτησή της με την ιδιαιτερότητα του τόπου στον οποίο αναπτύχθηκε.

Wednesday, October 17, 2007

Σωτήρης Δημητρίου: Lettres Europeennes

Ιστορικά, το ελληνικό διήγημα αφού κατέφυγε πρώτα στην επαρχία, όπου μας έδωσε μερικά εξαιρετικά κείμενα, σταδιακά, εδώ και μισό αιώνα άρχισε να επιστρέφει στην Αθήνα. Αρκετοί δε συγγραφείς που ήρθαν στην πρωτεύουσα από επαρχιακές πόλεις και χωριά, ξεχώρισαν από τους συναδέλφους τους του άστεως για την ουσιαστικότερη σχέση που είχαν με τον λόγο αλλά και με την δυνατότητά τους για κατάδυση στο βάθος των πραγμάτων.

Κορυφαίος ανάμεσά τους ο Σωτήρης Δημητρίου, ο οποίος γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας και μεγάλωσε στην Ηγουμενίτσα. Ο συγγραφέας πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία το 1987, με τη συλλογή διηγημάτων «Ντιαλίθ’ ιμ Χρηστάκη» και σχεδόν αμέσως κατέκτησε μια εντελώς ξεχωριστή θέση στα ελληνικά γράμματα. Σε κάθε του παράγραφο ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την «πραγματική ζωή», σε μια εποχή, κατά την οποία στην Ελλάδα κυριαρχεί ένα μυθιστόρημα που κρυφοκοιτάζει εκτός των συνόρων, βασισμένο σε ευφάνταστες πλοκές και σε ξένες επιρροές. Ο Δημητρίου, μακριά από τα άγχη του συρμού της μαζικής λογοτεχνίας και τους κομφορμισμούς του μοντερνισμού, συνεχίζει την αφήγηση των μεγάλων προπολεμικών ελλήνων πεζογράφων, χωρίς ποτέ να ξεχνά την εποχή του, παράγοντας ένα εντελώς ιδιοσυγκρασιακό έργο της ελληνικής γραμματείας.Γνωστός κυρίως από τις συλλογές διηγημάτων του: «Ντιαλίθ’ ιμ Χρηστάκη» (1987) «Ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη» (1989) «Η φλέβα του λαιμού» (1998), «Η βραδυπορία του καλού»(2001) με στάση στο μυθιστόρημα «Ν’ ακούω καλά τα’ όνομά σου» (1993) και το αφήγημα «Τους τα λέει ο Θεός» (2002), ο συγγραφέας ξεχωρίζει από τους ομότεχνούς τους για δυο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι η λιτή του έκφραση η οποία εδράζεται επιτυχώς σε λέξεις - απόηχους παλιών τόπων και διαλέκτους της υπαίθρου, ενώ είναι πλούσια από ιδιωματισμούς της ιδιαίτερης πατρίδας του. Οι διάλογοι είναι κοφτοί και άμεσοι, η γλώσσα συνειρμική, διάστικτη από λόγιες εκφράσεις. Η άλλη ειδοποιός διαφορά του, είναι η ειδική θεματολογία του, η οποία εστιάζει στους «απόκληρους» της κοινωνίας, στους «μη προνομιούχους» της ζωής σε μια εποχή όπου το αστικό μυθιστόρημα αναλώνεται κυρίως στην λαμπερή πλευρά του φάσματος.

Οι ήρωες του Δημητρίου ζουν και κινούνται κάτω από την επιφάνεια της οργανωμένης αστική ζωής, συνεπώς πολύ εγγύτερα στις τεκτονικές πλάκες της ύπαρξης. Εσωτερικοί και εξωτερικοί μετανάστες, προσφυγόπουλα, άνθρωποι της οδύνης, μεταναστεύουν κυριολεκτικά και συμβολικά, κρατώντας μυστικό το διαβατήριο της ζωής τους. Ξεριζωμένοι υπάλληλοι του δήμου, ταπεινοί άνθρωποι των σκουπιδιών, ηττημένοι του έρωτα, ανέστιοι, εξόριστοι της στιλπνής καθημερινότητας, περιπλανώμενοι, λοξοί - συνιστούν μια υποφωτισμένη ανθρώπινη πανίδα που απλώνεται στις σελίδες με τις μικρές - μεγάλες ιστορίες της. Ο συγγραφέας παρακολουθεί με τρυφερότητα τα κρυφά, ανομολόγητα πάθη των ηρώων του, χωρίς ποτέ να εκπίπτει στον μελοδραματισμό. Μέσα από την αναμόχλευση του ψυχολογικού βάθους των χαρακτήρων, επιχειρεί να ανασύρει στην επιφάνεια εκείνες τις ανθρώπινες ουσίες που υπερβαίνουν το ιστορικό και κοινωνικό στίγμα των φορέων τους και μετατρέπονται σε ακέραια ανθρώπινα μεγέθη. Η λογοτεχνία του Σωτήρη Δημητρίου τιμά τον πλούτο της φτώχιας, δίχως να υπερβάλλει και δίχως να τον στολίζει με ρητορικά φτιασίδια. Με λιγοστά, απλά μέσα κατορθώνει να ανασκάψει δυσπρόσιτα και δυσερμήνευτα ψυχικά τοπία. Τα διηγήματα του συνήθως είναι εκκρεμή, ανοιχτά στην αμφισημία και δεν καταλήγουν σε μια κλασική κάθαρση, αφήνοντας έτσι στον αναγνώστη την ερμηνεία των πολλαπλών υπαινιγμών που τα διακρίνει. Υπάρχει στον Δημητρίου μια στρατηγική σιωπής, όπου ο συγγραφέας δείχνει χωρίς να λέει, εμπλουτίζοντας τους ακραίους ήρωες του με ένα δραματικό βάθος πρωτόγνωρο στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Λίγα στη γραφή του εξαρτώνται από τους διαλόγους. Ο συγγραφέας εστιάζει στις πράξεις: αθόρυβες, υποτονικές, ή υπόγειες, φωτίζουν κομμάτια της ψυχής, μέσα από ένα σοφά επεξεργασμένο συγγραφικό κιαροσκούρο. Στα κείμενα του υπάρχει συνήθως ένας τρόπον τινά «μη ισορροπημένος» ερωτισμός γεμάτος ανομολόγητα πάθη.

Συνολικά το έργο του είναι ένα «work in progress», μια προσπάθεια τοιχογραφίας της «εκτός των τοιχών» κοινωνικής πραγματικότητας, σε μια εποχή που η Αθήνα μετατρέπεται σε πολυπολιτισμική μητρόπολη και η Ελλάδα σε χώρα κλειδί της Νοτιανατολικής Ευρώπης.Θα μπορούσε κανείς να διακρίνει στον Δημητρίου μια έλλειψη μετατόπισης στη θεματολογία του και μια εμμονή στο ίδιο ανθρωπομορφικό φόντο, αν δεν ερχόταν το τελευταίο του «αφήγημα», «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» (2005) να ανατρέψει αυτή την αίσθηση. Πρόκειται για ένα ξεδίπλωμα αισθημάτων, συλλογισμών και παρατηρήσεων που εγκαινιάζει θα λέγαμε μια πρωτότυπη φόρμα, που δεν είναι ούτε μυθιστόρημα, ούτε διήγημα, αλλά ένα κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας υποδέχεται τον αναγνώστη στο εργαστήριο της γραφής του και μοιράζεται μαζί του μύχιες σκέψεις, διατηρώντας ωστόσο ακέραιο το αφηγηματικό του κύρος.

Κείμενο για τον Σ.Δ που δημοσιευται στην τελευταια εκδοση του "Λογοτεχνικου κανόνα" Lettres Europeennes. Επιμέλεια Α.Σ.

The rise of the literary blog/ Guardian

Even now it is with reluctance that I would refer to myself as a blogger. The stereotype of an over-opinionated and under-qualified dilettante remains too powerful, even for someone like myself who is less likely to subscribe to it and indeed knows better. However, there is now no denying it as, other than the words you're reading, I've just been outed by a new book on the very subject. Which in itself might seem somewhat ludicrous - a book on litblogs?
I was previously acquainted with Marion Boyars as the Transatlantic publisher of Georges Bataille and Hubert Selby, Jr, as well as a rather haphazard account of "DIY culture" they put out a few years back. But their new Bookaholics' Guide to Book Blogs goes some considerable way towards explaining the rise of this particular field of blogging (books on blogging in general having now reached market saturation point).
Authors Rebecca Gillieron and Catheryn Kilgarriff (who also doubled up as publisher and publicist at Marion Boyars) have assembled a title which is:
"meant to capture this moment ... a book blog keepsake, when book blogs are exploding across the web ... in it we talk about the ones who are good, who should be sought out, communicated with and encouraged."
The book probes the motivation of book bloggers and ponders whether the medium naturally lends itself to the discussion of literature, particularly when compared to the political debate with which the blogosphere has become associated. Given the relatively recent advent of the book blog, it might be deemed somewhat premature to attempt to assess its general impact, and the authors' claims will no doubt be regarded as over-egged by those who remain sceptical of blogging's merits. However, the book serves as a useful and considered defence of book blogging, which has started to influence the marketing plans of most serious publishers today (Penguin has begun to court bloggers quite assiduously of late, for instance, while Snowbooks and Friday Books each have their own blogs).
Book blogging has long been singled out as a vituperative, amateurish activity - for example, Rachel Cooke demanded in The Observer to be spared from "these latter-day Pooters". In doing so, Cooke compared the "measured, rather than spewed out" criticism of Nick Hornby ("a good critic, and an experienced one") to the amateurs she had found online, concluding that paid criticism trumped blogging because critics "can write".
Many readers and writers disagree, however, and one of the most appealing aspects of Gillieron and Kilgariff's book is the amount of space devoted to the rise of British litblogs, as opposed to the more widely publicised book bloggers of the Unites States. Relatively obscure Brutalist blogs get their own sub-chapters, as do the likes of the somewhat grander n+1 (which once attacked blogs thus: "Imagine a grandfather clock that strikes at random intervals. You can't tell time by it and yet you begin to live in constant anticipation of the next random chime"). However, it was Steve Almond's 2005 piece for salon.com, "The blogger who loathed me", that really marked the arrival of litblogs. Denouncing blogging as "a kind of Ponzi scheme in which the object is attention, and the shared illusion is one of relevance", Almond laid in to a number of prominent US litbloggers, countering their emergence with the claim that "Reading them often becomes a legitimized form of scandal mongering. (It's a lot easier to read about Philip Roth's angry ex-wife than it is to read one of his books.)" While I am inclined to sympathise with his argument, however, I couldn't help but smile to note that in 2007, Steve Almond himself joined the blogosphere. Perhaps the lure of the literary blog is simply too hard to resist?

Thursday, October 11, 2007

Πράγα Οκτωβριος 07 (2)


Μέσα απο το αστρολογικο ρολόι.



Η life style εκδοχη



Εβραικό κοιμητηριο. 100.000 νεκροι, 12.000 ταφόπλακες.


τουριστες καθετως



Wednesday, October 10, 2007

Πράγα Οκτωβριος 07

Έτσι, ξένος σε μια μεσαιωνική γέφυρα γεμάτη ξένους. Ένας εσμός Γιαπωνέζων πλησιάζει. Οι γυναίκες με αρχαίο φως στο βλέμμα απλώνουν τις παλάμες στο άγαλμα του Αγίου Ιωάννη του Νέπομουκ. Το έχουν πλέον στιλβώσει μια κι αυτό το ευγενές σπορ γίνεται επί αιώνες - οι άνθρωποι τον αγγίζουν για να τους φέρει τύχη. Πίσω στο Τόκιο θα την χρειαστούν.
Εδώ, μουσικοι τζαζ στη γεφυρα του Καρολου

Μη δείτε την Πράγα ρεαλιστικά. θα χάσετε τη μισή μαγεία. Όλο το παιχνίδι εδώ πέρα παίζεται στο βλέμμα, στο «πως» της ματιάς.
Κοιτάζω ψηλά, ο ουρανός συννεφιασμένος. Λέει κάπου ο Κάφκα «Κι όσο για σένα Πλατεία της Παλιάς Πόλης ποτέ δεν υπήρξες αληθινή».
Η Πλατεία της Παλις Πόλης απο το Αστρονομικό ρολόι


Μουσειο του Κομμουνισμού (Δίπλα στο Καζίνο) Τίτλος έκθεσης: ‘Κομμουνισμός: Το Όνειρο, η Πραγματικότητα και ο Εφιάλτης»...
Υγ. ευχαριστω τη citronella που μου ποδειξε να σνυσω τα temp.files

Saturday, October 6, 2007

praga


praga oktobrios 2007, xorevontas me ton frank ghery. To legomeno "fancing building" stis oxthes tou moldava.

Friday, September 28, 2007

Συνέντευξη στα "(δε)κατα"

Ευτυχία Παναγιώτου: "Εντευκτήριο" / Δεκέμβριος 2006 και «Σκότωσε τα αγαπημένα σου»: ανέκδοτα σπαράγματα από την Αμερικάνικη Φούγκα. Τι σημασία έχουν για έναν αναγνώστη και τι για ένα συγγραφέα;
Α.Σ.: Αυτά τα «ανέκδοτα σπαράγματα» όπως πολύ εύστοχα λέτε, είναι κομμάτια που αγαπούσα, τα οποία όταν τα πρωτοδιάβασα, μου άρεσαν πολύ και τα άφησα στη θέση τους. Όμως σε κάποια επόμενη ανάγνωση – διόρθωση κατάλαβα πως δεν είχαν κανένα λόγο ύπαρξης. Επαναλάμβαναν (έστω και με έναν τρόπο που μου άρεσε πολύ) πράγματα που είχαν ήδη ειπωθεί και καθυστερούσαν το ρυθμό της αφήγησης. Πολλές φορές εκείνο που αγαπάς περισσότερο είναι εκείνο που αποπροσανατολίζει, αναχαιτίζει, παρεκκλίνει. Μια λύση υπάρχει: η «θυσία». «Σκότωσε τα αγαπημένα σου», μια μέθοδος που προσπαθώ να ακολουθώ. Αν και ακούγεται ως ένα είδος αυτοτιμωρίας, συνήθως αποβαίνει υπέρ του συνολικού αποτελέσματος. Ενώ για έναν συγγραφέα η «θυσία» αυτή έχει μεγάλη σημασία, ο αναγνώστης ωστόσο δεν θα την αντιληφθεί ποτέ. Δεν θα μάθει ποτε ότι πίσω από την σελίδα που διαβάζει μπορεί να υπάρχουν πέντε ή δέκα.
Μέσα από την άρνηση φωτίζεται καλύτερα η κατάφαση; «Σκοτώνεις» κάτι μέσα σου για να το αναβιώσεις καλύτερο από τις στάχτες;
Δεν ξερώ αν μέσα από τις στάχτες η φράση – παράγραφος- σελίδα- κεφαλαίο αναβιώνει, ή αναγεννάται ως φοίνικας. Όπως και να ’χει, η θυσία αυτή αναζωογονεί. Το κλάδεμα ενισχύει την ανθοφορία, το ξεχορτάριασμα καθαρίζει τον αγρό. Εκτός όμως από «αποσπάσματα» ο συγγραφεας οφείλει να σκοτώνει κάτι ίσως πολύ πιο σημαντικό. Τις ευκολίες του, τις μανιέρες του, τα άμεσα αντανακλαστικά του, αλλά ποτέ τις εμμονές του. Αυτές, κατά τη γνώμη μου, οφείλει κάθε φορά να τις φωτίζει αλλιώς.
Κάτι μήπως σαν το στίχο του Τομ Γουέιτς: «The things we can’t remember tell the things we can’t forget»… Πόσο χαρακτηρίζει τους ήρωες των μυθιστορημάτων σας αυτό το παιχνίδι λήθης/μνήμης;
Εδώ θα κάνω μια παρέκβαση. Αυτός ο στίχος με οδηγεί συνειρμικά σε μια αγαπημένη παρομοίωση ως προς την παρουσία ή μη του συγγραφέα στο κείμενο (το περίφημο "αχνοφέγγισμα" του δημιουργού). Κάθε βιβλίο είναι ένα "ανάποδο στριπτίζ": αρχίζεις με σένα, κι υστέρα φοράς τόσους μανδύες (ενδύματα) στον ήρωα σου, ώστε κάποια στιγμή έχεις ξεχάσει και το ίδιο σου το σώμα, το οποίο, ωστόσο, για τον προσεκτικό αναγνώστη, "αχνοφέγγει" κάτω από τα "φύλλα του κρεμμυδιού". Το ίδιο, σε ένα άλλο επίπεδο, ισχύει και για τους ήρωες σε κάποια βιβλία μου. Οι απανωτοί μανδύες τους έχουν φέρει σε μια κατάσταση αμνήμονος, ωστόσο είναι ακριβώς αυτά τα επάλληλα επίπεδα που φωτίζουν καθαρότερα εκείνο που ο εκάστοτε ηρωας προσπαθεί να ξεχάσει. Το πώς και γιατί προσπαθείς να απωθήσεις κάτι δείχνει ακριβώς και την αξία που αυτό το κάτι έχει για σένα.
Οι ήρωές σας αναζητούν συχνά την ταυτότητά τους. Τι φτιάχνει μια «ταυτότητα»; Πρόκειται μήπως για μια ψευδαίσθηση, ίσα που να εκπληρώνει την ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου για κάποιο σημείο αναφοράς;
Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να ορίσει τον εαυτό του μέσα από ένα πλέγμα ιδιοτήτων δεν καταλήγει σε μια ταυτότητα, αλλά σε μια συρραφή χαρακτηριστικών. Η λέξη δεν μου αρέσει. Μου φαίνεται πως η ταυτότητα είναι η κλοπή του εαυτού. Ας την βάλουμε λοιπόν σε εισαγωγικά για να αναληφθεί σε ένα πιο ουσιαστικό επίπεδο. Το μαγικό λοιπόν με την «ταυτότητα» υπό αυτή την έννοια, είναι, ότι δεν συνιστά το σύνολο όσων είμαστε, δεν είναι ένας κατάλογος ιδιοτήτων, αλλα κάτι πολύ πιο βαθύ, σχεδόν άρρητο. Εξ άλλου οι εξωτερικές επιρροές που μας καθορίζουν δεν είναι σταθερές αξίες, όλα διυλίζονται μέσα από την εσωτερική τους εγγραφή. Όπως λέει η Αν Σέξτον : Δεν έχει σημασία ποιος ήταν ο πατέρας μου, εκείνο που έχει σημασία είναι ποιος θυμάμαι εγώ ότι ήταν».
Το «Σκότωσε τα αγαπημένα σου» ως σύλληψη μοιάζει με τις αμοντάριστες σκηνές μιας ταινίας, που βλέπουμε τελευταίως στα dvd… Πώς βλέπετε τη σχέση λογοτεχνίας-κινηματογράφου στο μέλλον;
Ίσως λοιπόν κάποτε στα βιβλία θα προσθέτουμε στο τελος τις «κομμένες» σκηνές… Λογοτεχνία και σινεμά είναι πολύ κοντά και πολύ μακριά. Η διαφορά είναι ότι το ένα είδος διηγείται μια ιστορίες με λέξεις και το άλλο με εικόνες. Κάποιες φορές μια εικόνα είναι όντως χίλιες λέξεις, όμως, κάποιες άλλες, χίλιες εικόνες δεν μπορούν να φτιάξουν μια λέξη.
Υπάρχουν και οι αποδομιστικές θεωρίες που αρνούνται την ύπαρξη ενός, αυθεντικού εαυτού, πράγμα που θυμίζει λίγο έναν εαυτό-φούγκα…
Είμαι πολύ επιφυλακτικός με τους «ισμους». Πιστεύω ότι ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσουμε το ποιοι είμαστε πραγματικά είναι να ανακαλέσουμε εκείνη την ειδική ψυχολογική και διανοητική κατάσταση στην οποία νιώσαμε περισσότερο ενεργοί, ζωντανοί κι αληθινοί. Τότε που ακούσαμε μια εσωτερική φωνή να λέει « Αυτός είμαι πραγματικά».
Προτιμάτε την αρχιτεκτονική της πλοκής από την βιωματική γραφή;
Ένα βιβλίο δεν είναι μονό πλοκή. Ούτε είναι μόνο συγγραφικό παραλήρημα. Η αληθινή συγγραφή είναι η διόρθωση του αρχικού "παραληρήματος" και όχι το "παραλήρημα" καθαυτό. Χρειάζεται και Άλγεβρα και Φωτιά. Και νους, στρατηγική, δομή, και έμπνευση, αυθορμησία, πάθος. Να ξέρεις που θα το πας, αλλά όχι απόλυτα. Να αφήνεσαι να σε εκπλήσσει το ίδιο το κείμενο, να μην είναι η αφήγηση πάντα «σίγουρη» για τον εαυτό της.
Η λογοτεχνία πότε γίνεται καταστροφική και πότε ευεργετική;
Η συγγραφή είναι ένα είδος εμφύλιας σύρραξης στον οργανισμό του δημιουργού. Υπάρχουν στιγμές δοξαστικές και στιγμές πόνου. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση είναι αναγκαία για να πυροδοτηθεί η ουσία.
Πόσο «βρόμικη» θα αντέχατε να γίνει;
Δεν υπάρχει βρόμικη λογοτεχνία. Αν εννοείτε σκληρή, τότε οφείλει να γίνει σκληρή όσο της επιβάλλει το θέμα της.
Για ποιο κοινωνικό όραμα θα μπορούσε στις μέρες μας να παλέψει η λογοτεχνία;
Για όσα πάλευε πάντα. Για να εξερευνά μέσα από ιστορίες την φύση του ανθρώπου. Η λογοτεχνία δεν είναι εργαλείο κοινωνικών αγώνων. Έχει χρησιμοποιηθεί ως φορέας οραμάτων, αλλά μόνον εκ των υστέρων. Κανείς σημαντικός συγγραφέας δεν ξεκινάει με προγραμματικές δηλώσεις.
Λογοτέχνες που άφησαν μέσα σας τα ίχνη τους.
Αμέτρητοι. Δεν είμαι εμμονικός φαν ενός συγγραφέα. Άλλη μια μικρή παρέκβαση τώρα. Εκείνο που έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο στο να γίνω συγγραφέας ήταν μια «αντιδικία με την πραγματικότητα» που ένιωθα από μικρός. Ο κόσμος, όπως τον ζούσα, δεν μου έφτανε. Ένιωθα την ανάγκη να «επινοήσω» έναν άλλον, εναλλακτικό, όπου ένιωθα πολύ καλύτερα. Ο πραγματικός κόσμος μου ήταν παράξενος, ανοίκειος, ήθελα να τον αντικαταστήσω με κάποιον που κατασκεύαζα στη φαντασία μου. Στην αρχή νόμιζα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Όταν, πολύ αργότερα, κατάλαβα ότι η λύση δεν είναι το διαρκές ονειροπόλημα, αλλά το χιμαιρικό εγχείρημα της γραφής, κατάλαβα ότι, δόξα τω θεώ, υπήρχε τρόπος επιβίωσης…
Παρεμβατικοί επιμελητές. Είστε υπέρ ή κατά;
Απολύτως υπέρ! Το τρίτο μάτι είναι ευλογία για έναν συγγραφέα. Όταν μάλιστα είναι και εκπαιδευμένο, και επεμβαίνει, ακόμα καλυτέρα. Ο Φίλιπ Ροθ, όταν πρόσφατα πέθανε η επί δεκαετίες επιμελήτρια του, δήλωσε αν θυμάμαι καλά, κάτι σαν: «Τώρα αρχίζουν τα προβλήματα…»
Αγαπημένο τραγούδι, αγαπημένο ποίημα, αγαπημένη ταινία, αγαπημένο βιβλίο.
Τραγούδι: «The Weeping Song” του Νικ Κέιβ, ποίημα (συλλογή): «Μια εποχή στην Κόλαση» του Αρθούρου Ρεμπό, ταινία: «Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (στην πραγματικότητα είναι του Μάρλον Μπράντο), βιβλίο: (με τη γενικότερη έννοια» ο «Άμλετ» του Σέξπιρ.

Thursday, September 27, 2007

Βουδαπέστη

Μικρό φωτογραφικό οδοιπορικό από πρόσφατη επίσκεψη
(εχει πάει κανεις;)
















Tuesday, September 18, 2007

Θαλασσοπούλι

15 Οκτωβρίου 2002 , γύρω στις 5.30 το απόγευμα. Kαθόμουν μπροστά στον υπολογιστή μου και έγραφα. Δεν ήταν μια στιγμή πρωτογενούς δημιουργίας, αλλά η κοπιαστική εκείνη ώρα της εκ των υστέρων επεξεργασίας. Ήθελα να τονίσω κάποια στοιχεία του χαρακτήρα του Στέφανου στο σημείο όπου αμφιταλαντεύεται λίγο πριν την κρίσιμη σκηνή όπου θα πάρει την απόφαση να μπει στην περιπέτεια. Μπορεί ο λόγος για τον οποίο ο Στέφανος έμπαινε σ’ αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι να ήταν σαφής - για πρώτη φορά ήταν αληθινά ερωτευμένος - αλλά το αίσθημα όφειλε να ενσταλλαχθεί σταδιακά στον αφηγηματικό ιστό, ο έρωτάς του έπρεπε να ποτίζει ολοένα και περισσότερο τις σελίδες, ώστε όταν θα έπαιρνε την σημαντική απόφαση, ο αναγνώστης να είναι απόλυτα πεισμένος για τη σημασία και την ένταση του κινήτρου. Έκοβα, έραβα, έπλεκα σχεδόν, ώσπου κάποια στιγμή θεώρησα ότι ο εσωτερικός μονόλογος του μπροστά στον καθρέφτη - ένα εγκεφαλικό stream of concioussness με τον ήρωα να αναλύει τα υπέρ και τα κατά της επικείμενης δράσης του - ήταν επιτέλους ικανοποιητικός και το apparent defeat, η μικρή οπισθοχώρηση, ο αρχικός του φόβος μπροστά στην πρόκληση, αποδιδόταν ακριβώς όπως τον είχα σχεδιάσει. Διάβασα ξανά τις τελευταίες σελίδες μπρος πίσω, κάνοντας διαρκή page up - page down, και τέλος πέρασα και τον ορθογράφο. Ξαναδιάβασα το απόσπασμα ολόκληρο. Μ’ άρεσε.
Ο υπολογιστής όμως, όσο βοηθητικό εργαλείο κι αν είναι, έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα. Η άψογη εμφάνιση του κειμένου στην οθόνη, με την στοίχιση των παραγράφων, την κατάλληλη γραμματοσειρά και την τέλεια διάταξη της ηλεκτρονικής σελίδας δίνουν στον συγγραφέα του την απατηλή εντύπωση του τελειωμένου. Έτσι, οι επαναλήψεις χάνονται ανάμεσα στις κατακόρυφες στήλες, οι χασμωδίες απορροφώνται στην άψογη εμφάνιση, οι ατεχνίες καμουφλάρονται πίσω από τις διαδοχικές επικολλήσεις και αντιγραφές. Με τον καιρό είχα ανακαλύψει μια απλή όσο και αποτελεσματική μέθοδο να ελέγχω για το πόσο η φαινομενική καθαρότητα της σελίδας αντανακλούσε και το περιεχόμενο. Η λύση ήταν απλή, στοιχειώδης θα ’λεγα: εκτύπωση. Εντολή print και οι σελίδες ήταν εκεί, θερμές ακόμη από την ακτινοβολία του λέιζερ, έτοιμες να διαβαστούν προσεκτικά και να διορθωθούν με τον τρόπο που θα επεξεργαζόταν κανείς ένα χειρόγραφο.
Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν. Ωστόσο, με το που πάτησα print, το πορτοκαλί φωτάκι του εκτυπωτή άρχιζε να αναβοσβήνει προειδοποιώντας με ότι το χαρτί είχε τελειώσει. Άνοιξα το συρτάρι που φυλούσα το πακέτο με τα Α4, δεν υπήρχε σελίδα. Ευτυχώς ήταν Τρίτη και τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Σηκώθηκα, φόρεσα τα παπούτσια μου και βγήκα έξω.
Κατέβηκα την κατηφόρα, πέρασα τον φούρνο με την ξύλινη διακόσμηση, πάντα γεμάτο κόσμο, έστριψα δεξιά, χαιρετήθηκα με την ηλικιωμένη κυρία που μένει δίπλα μου - έσερνε το καροτσάκι από τη λαϊκή - περπάτησα λίγα ακόμη μέτρα και μπήκα στο φωτοτυπείο. Ο ιδιοκτήτης, ένας ξερακιανός άντρας μ’ έναν εξαιρετικά μακρύ λαιμό, εξυπηρετούσε μία κοπέλα από την Βακαλό που έβγαζε έγχρωμες φωτοτυπίες κάποιας εργασίας. Σε λίγο έβγαινα στην Ασκληπιού με το καθιερωμένο πεντακοσάρι πακέτο υπό μάλης. Η απόσταση ως το σπίτι ήταν τρία τεσσάρα διεκπαιρεωτικά λεπτά, ένας σχεδόν κενός χρόνος. Ασυναίσθητα έκανα μια μικρή προβολή στο μέλλον. Έβλεπα ήδη σε πρώτο χρόνο τον εαυτό μου να εφοδιάζει τον εκτυπωτή με την χάρτινη τροφή του και σε δεύτερο, στον καναπέ, να διαβάζει τον εσωτερικό μονόλογο του Στέφανου με το στυλό στο χέρι, όταν, ξαφνικά, την είδα.
Δεν αποτελούσε κάποια εξαίρεση στο οπτικό κάδρο ενός τυπικού απογεύματος στη γειτονιά. Ήταν απλά και φυσικά ενταγμένη στην καθημερινή σκηνή. Δεν υπήρχε τίποτα το ιδιαίτερο πάνω της, δεν την ξεχώρισα καν ως φυσιογνωμία. Ήταν μια σχετικά λεπτή, συνηθισμένη κοπέλα. Ό,τι συνέβη, έγινε σε δέκατα, εκατοστά του δευτερολέπτου. Στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου, γύρω στα είκοσι μέτρα μπροστά μου. Η εκ των υστερών περιγραφή δεν μπορεί να αποδώσει το πως απορροφήθηκε αυτό που είδα, το πως η εικόνα της εισέδυσε μέσα μου και αντικαταστάθηκε αυτόματα, ή μάλλον παρέπεμψε αστραπιαία σε μια άλλη. Η κοπέλα είχε μισοσκύψει προς τον δρόμο και με το χέρι της έκανε μία κίνηση. Η όλη σκηνή παρέπεμπε στην χιλιοειδωμένη εικόνα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να καλέσει ένα ταξί. Ωστόσο, το δεξί της χέρι, έτσι όπως ήταν τεντωμένο, αποσπασμένο από το υπόλοιπο κορμό, δεν ήταν στη συνηθισμένη στάση έκτασης, ή έστω δεν σχημάτιζε την χειρονομία εκείνη του επείγοντος, όταν ο καρπός ανεβοκατεβαίνει για να τραβήξει την προσοχή του ταξιτζή. Η γυναίκα έκανε μία εντελώς διαφορετική ενέργεια. Το μπράτσο ήταν σταθερό, ο καρπός έσπαγε με μια ασυνήθιστη χάρι και το χέρι εκτελούσε μία σχεδόν χορευτική, κυματοειδή κίνηση, με την παλάμη και τα δάχτυλα να κολυμπούν, να χαϊδεύουν τον αέρα, σαν... Αν συνέχιζα την παρομοίωση δεν θα μπορούσα να αποδώσω ότι ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Γιατί δεν επρόκειτο για παρομοίωση, ούτε για παραπομπή. Ήταν αντικατάσταση, μεταφορά. Βλέποντας τη γυναίκα εκείνη να κάνει αυτή την αναπάντεχη, θεατρική σχεδόν, κίνηση στην άκρη του δρόμου, στο απειροελάχιστο εκείνο διάστημα που χρειάζεται η εικόνα για να συλληφθεί και να αναλυθεί στον εγκέφαλο, είχα ήδη δει ένα θαλασσοπούλι που μόλις έχει σηκωθεί από τη θάλασσα και προσπαθούσε να πετάξει προς τους ουρανούς. Δεν ήταν σαν θαλασσοπούλι, ήταν θαλασσοπούλι. Σε πείσμα της προφανούς αναντιστοιχίας της με την πραγματικότητα η εικόνα απλώθηκε εντελώς φυσιολογικά μέσα μου. Παρέμεινε για ένα φευγαλέο μερίδιο χρόνου κι ύστερα πέταξε προς τον κάδο ανακυκλώσεων του συνειδητού ανοιγοκλείνοντας με τη σειρά της τα φανταστικά φτερά της.
Η επόμενη ενέργεια ήταν διανοητική. Ήταν σκέψη. Αναλυτικότατη και ακραία ορθολογική. Από την θέση που ήμουν, λίγο πλάγια και στο εσωτερικό μέρος του πεζοδρομίου δεν μπορούσα να διακρίνω τα αυτοκίνητα που έρχονταν από πίσω. Η όλη στάση της κοπέλας, αν εξαιρέσουμε το παράδοξο της κίνησης, έμοιαζε ανθρώπου που θέλει να σταματήσει ένα ταξί. Ήταν δυνατόν όμως να επιλέγει αυτόν τον τρόπο; Είναι δυνατόν κάθε φορά που σταματούσε ένα ταξί να εκτελούσε αυτή τη μίνι - χορογραφία; Κάτι άλλο θα έπρεπε να συμβαίνει. Το θετικό κομμάτι του εγκέφαλου παρέδωσε αστραπιαία το συμπέρασμα. Η κοπέλα απευθύνεται σε κάποιον γνωστό της. Η χειρονομία είναι οικεία, επειδή ακριβώς απευθύνεται σ’ εκείνον. Το επόμενο χρονικό κλάσμα επιβεβαίωσε τις σκέψεις μου. Ένα μπλε Φίατ σταμάτησε μπροστά της, η κοπέλα μπήκε μέσα κι αμέσως αγκάλιασε τον οδηγό. Εκείνος πάτησε γκάζι και περνώντας μπροστά μου μου έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα. Από την στιγμή που την πρωτοπρόσεξα δεν θα είχα προχωρήσει περισσότερο από τρία μέτρα.
Συνέχισα να βαδίζω σχεδόν μηχανικά, ώσπου αρχίζοντας ν’ ανεβαίνω την ανηφόρα, ξαφνικά κάτι άστραψε μέσα μου. Κάτι από καιρό θαμμένο, μια παιδική ανάμνηση, μια αίσθηση διχασμού ανάμεσα σε δυο βιβλιοθήκες, ανάμεσα σε δυο κόσμους, ανάμεσα στο οργανωμένο σχέδιο και τη μουτζούρα στο χαρτί, ανάμεσα στη δομή και την έμπνευση, στο χάος και την επιμέλειά του, ανάμεσα στη διάρκεια και τη στιγμή. Προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω την αλληλουχία των σκέψεων μου από τη στιγμή που την είδα. Οι συνειρμοί ήταν διαδοχικοί. Πρώτα ο αντικειμενικός κόσμος, ύστερα αμέσως το θαλασσοπούλι, η λογική που το σβήνει - όχι, αυτό μπροστά μου είναι μια γυναίκα, μια γυναίκα που προσπαθεί να σταματήσει ένα όχημα, όχι δεν μπορεί να κάνει αυτή την κίνηση κάθε φορά που θέλει να σταματήσει ένα ταξί, άρα η ιδιαιτερότητα της προκαλείται από την οικειότητα του φορέα στον οποίο απευθύνεται, δεν μπορεί λοιπόν να είναι ένας άγνωστος, ένας ταξιτζής, είναι κάποιος γνωστός της.
Η ποίηση σε ένα δέκατο του δευτερολέπτου είχε αντικατασταθεί από την ορθολογική ανάλυση. Ίσως αυτό να εξηγεί το γεγονός ότι στο σχολείο η μαγεία που μου εξασκούσαν οι γεωμετρικοί τόποι και το περιοδικό σύστημα ήταν καθαρά ποιητικής καταγωγής. Ίσως για αυτό, όταν ξαναγύρισα, στο σπίτι διαβάζοντας το εκτυπωμένο κείμενο, τράβηξα μια κάθετη γραμμή σε κάθε μια απ’ τις σελίδες και το ξανάρχισα από την πρώτη λέξη. Τα πλήκτρα έτρεχαν μόνα τους.

Ο Στέφανος κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη και το μόνο που είδε ήταν ένα χορό αιμοσφαιρίων, κόκκινες ελλειπτικές τροχιές σχεδιασμένες θα λεγες με ένα χρώμα παχύρρευστο, να στάζουν ως κάτω στο νεροχύτη και να μεταφέρουν το γονιδίωμα του μαζί με μ’ εκείνο το παράξενο πλάσμα υδρογόνο δυο οξυγόνο στα άδυτα του δικτύου ύδρευσης.

Δούλεψα πυρετωδώς για τρεις ώρες κι όταν τέλειωσα, ένα θαλασσοπούλι κουνώντας τα μακριά φτερά με αργές ημιτονοειδείς κινήσεις, ήρθε να προσγειωθεί απαλά στον νεροχύτη του ήρωά μου.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια, κι ύστερα χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον σαν δυο παλιοί φίλοι.

Friday, September 7, 2007

Tηλεμαχ(ε)ια


Έξι πολιτικοί σφιγμένοι σ’ έναν στενό κορσέ που απαγόρευε κάθε διάλογο, αποδοθήκαν σε βαρετούς και αμήχανους μετωπικούς μονολόγους. Οι δυο βασικοί αντίπαλοι, υπό το οιδιπόδειο βάρος των κληρονομημένων ονομάτων αναζητούσανν μάταια την λάμψη από πατέρα και θείο, σε αυτα τα κακοσκηνοθετημένα Τηλεμάχεια.
Ο Καραμανλής αγχωμένος, λακωνικός και λιγότερο εξωστρεφής, ο Παπανδρέου στοχοπροσηλωμένα αντιπολιτευτικός και στον πρώτο ενικό, καλυτερος ωστόσο απο το 2004. Οι υπόλοιποι: η Παπαρήγα γοητευτικά ουτοπική, ο Καρατζαφέρης στον λαϊκίστικο κόσμο του, ο Παπαθεμελής παρωχημένος και πληκτικός.
Μόνο ο Αλαβάνος ξεχώρισε, με σταθερές ευρωπαϊκές αριστερές θέσεις, άμεσος, ευρηματικότατος και με προτάσεις.

Όταν όμως δεν υπάρχει αλληλεπίδραση, σύγκρουση, κλιμάκωση, «πολυπρισματικοί χαρακτήρες», μοιραία η «αφήγηση» μπατάρει. Η τυπολατρική, άκαμπτη, αποστειρωμένη διαδικασία εξέθετε τις «ραφές» της δομής της, την έκανε προβλέψιμη, όπως και να το δει κανείς, ακόμα και ως τηλεοπτικό προϊόν…

ΥΓ. Η λέξη "πολιτισμός" δεν αναφέρθηκε ουτε μια φορά...

Thursday, September 6, 2007

Nικος Νικολαιδης


Δυο δεκαετίες και κατι έχουν περασει από τη μερα που βγηκα, μαγεμενος απο μια ελληνική ταινία. Λεγοταν "Γλυκια συμμορία" κι ηταν του Νίκου Νικολαίδη που έφυγε χτες.


Ο μοναχικός καβαλλάρης του ελληνικου σινεμά, ήταν από τους λίγους που ηξεραν να φτιαχνουν ταινίες στην Ελλάδα. Εμμονικός φυσικά, όπως κάθε αληθινος καλλιτέχνης. Και φυσικά μόνο ο "Οργισμένος Βαλκάνιος" φτάνει για θυμόμαστε έναν ολοκληρωμένο συγγραφέα.

Saturday, September 1, 2007

Κριτική Λογοτεχνιας και βιβλιοφιλα μπλογκ

Ένα ενδιαφερον ποστ (Ευχαριστω τον καθηγητή Βασιλη Λαμπρόπουλο από το Πανεπιστημιο του Μίσιγκαν που μου το επισήμανε) που μιλα για την κριτικη λογοτεχνιας και το δίκτυο, εγειροντας σημαντικα ζητηματα, που μπρουν να ανοιξουν ενδιαφερουσες συζητησεις. To κομμάτι που μιλά για τα βιβλιοφιλα μπλογκ ειναι, κατα τη γνώμη μου, εξαιρετικά αυστηρό απέναντί τους.

ΥΓ. Είμαι αναγκασμενος να το ποσταρω στα αγγλικα.

Morris Dickstein on the Critical Landscape Today

OVER THE PAST FEW MONTHS, the erosion of space for book reviews directed at general readers has reached critical proportions[...] This suggests that the publication of book reviews for a general audience is in dire straits, largely because newspapers and magazines themselves are under terrific pressure - from the Internet, where much of the advertising has migrated; from corporate owners, whose shareholders expect a better return on investment; and from editors who feel that books have become a specialized taste and book reviews are a marginal form of journalism, little more than free publicity for publishers. They have no such compunction about reviewing movies, since this pays the bills. Adam Shatz, the literary editor of The Nation, writes to me that “we live in an age where people who used to pay attention to book reviews pay more attention to movie reviews. Books are still read and enjoyed, but the pleasure is had at the expense of analysis and criticism, as if the latter somehow robbed us of the fun instead of adding to it. And doubtless there are commercial considerations as well, with Hollywood buying more ad space.” It’s no surprise that money talks, but could it also be that the action has simply moved on?Literary journalism has always been the bastard child of serious criticism and ‘real’ journalism, the hard stuff, you know, about serial killers and five-alarm fires along with local politicians and U. S. Senators. Book review editors often have difficulty convincing their bosses that the news about books is in the books themselves, not in mega-buck contracts, bestseller chitchat, and profiles of famous authors.

Truly conscientious reviewers are not exactly a beloved breed: authors sensitive to criticism detest them, publishers would love to coopt them, and academics rarely respect those who write for a wider public, not for other scholars. Yet book reviewing is where talented young critics often get their start. It encourages them to be generalists, keeping in touch with contemporary writing. It forces them to write quickly and clearly and to put flesh on their arguments, eschewing the abstract jargon of many professionals. And it contributes to a cultural conversation otherwise dominated by hot TV shows, blockbuster movies, and media-manufactured celebrities.

Without such reviews, we’re left with high profile pseudo-events produced by expensive hype and shrewd marketing.Reviews are even more vital to the assimilation of literary works, which can’t depend on topical interest to attract readers. A handful of literary titles do well because their authors are known quantities, as familiar to their admirers as famous actors. But intelligent reviews - and the word-of-mouth that followed - helped build their renown in the first place. With the decline of book reviewing, who will take the measure of the next generations? The term “standards” may seem old-fashioned in our anti-elitist culture. But critical standards are essential not to impose hierarchy but to celebrate genuine craft, imagination, and human interest, or to show where they fall short, even in the work of talented writers. Useful reviewing comes in many guises: rapturous accounts of thrilling new discoveries, interpretive discussions of complex literary careers, and killer reviews targeting inflated reputations. All can serve a worthwhile purpose.We shouldn’t deceive ourselves into thinking that most reviews do this well. Reviewing, like any form of writing, is a demanding craft. Too many reviews consist of banal plot summaries laced with unsupported judgments or opinions.

Stung by uncomprehending reviews, Henry James described literary journalism in 1891 as “a periodicity of platitude and irrelevance,” adding that “it had nothing in common with the art of criticism.” Yet James himself had written a mountain of periodical reviews, and they form an amazing part of his legacy. Even obtuse reviews help build a conversation around the important new publications. Skeptical editors have a point - they do constitute free publicity - but for books that are more literary than commercial - for midlist fiction, for example, or for poetry - this is the only publicity they’re likely to get, since publishers will scarcely advertise them.Luckily, at the higher end of the cultural spectrum, serious book reviewing is somehow holding its own. [...]

LITERARY BLOGS

Some observers, I’m sure, would look to online blogs as a substitute for printed reviews. They might argue that the Internet, though it has undermined many publications, offers a more accessible venue to prospective writers and Web-surfing readers. As far as I can see, a strong case can be made only for online magazines like Slate and Salon or highly selective portals like Arts & Letters Daily, which most resemble the print journals and literary miscellanies on which they’re modeled. These are edited sites, much like print publications but quite unlike the river of complaint, prejudice, and enthusiasm that makes the Internet so egalitarian. Since everyone has political opinions, political blogs have thrived where literary blogs have faltered. The real site of literary comment on the Web is not the blogs - apart from our own blog, The Valve, and the personal blogs of prolific scholars like Michael Bérubé - but the intriguing customer reviews on Amazon, which differ little from the customer reviews of travel destinations, computer software, and home appliances. It’s nice that the Internet is a talk-back medium, with articles dragging long tails: a buzz of reader reactions, however fatuous. But book reviews, to be of any value, demand a trained sensibility and real critical expertise; they need to furnish more than rough-hewn consumer guidance and the colorful peeves of the man in the street.

Though it is built on reading and writing, the Internet is seen as the enemy of literature, digging the grave of the printed book. But just as the computer lent new fluency to the act of writing, the Internet has revolutionized literary research, allowing instant access to vast bodies of information that would have required arduous labor only yesterday. It has amplified the reach of print publications by becoming a prime carrier of the printed word, creating a simultaneous worldwide audience for publications great and small, local and national. But the economic crisis afflicting newspapers and magazines, which has battered literary journalism, shows how the Internet is eating away at it own foundations, the printed sources of so much of its real content. The blog will not make up the difference, at least in its unedited form as a spontaneous effusion, a personal diary in shorthand. As Adam Kirsch has written: “Bitesized commentary, which is all the blog form allows, is next to useless when it comes to talking about books. Literary criticism is only worth having if it at least strives to be literary in its own right, with a scope, complexity, and authority that no blogger I know even wants to achieve."

Monday, August 27, 2007

ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑΧΤΗ

"Καλοκαίρι κι τα καταχνιά".
Από τον Τένεσι Ουίλιαμς
οι τίτλοι τέλους για ένα καλοκαίρι
που θα μας μείνει αιώνια
σφηνωμένο στη μνήμη…

Όμορφα χωριά, ασσύμετρα καίγονται… Η χώρα που ως άλλος Κρόνος τρώει τα παιδιά της, μέχρι και τον Κρόνιο λόφο έκαψε… Σε «Ασσύμετρη απειλή» οφείλονται οι φωτιές, λέει η κυβέρνηση δανειζόμενη την αμερικάνικη ονοματοποιία. Όταν δεν μπορούμε να αρθρώσουμε τη φρίκη, όταν δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε, το ρίχνουμε στη σημειολογία του φόβου… Η απενοχοποίηση στις μέρες μας δανείζεται από τον Ντεριντά… Η επικοινωνιακή διαχείριση του καλοκαιρινού Ολοκαυτώματος είναι μια γελοία μίμηση της υπερατλαντικής ρητορικής που όταν δεν μπορεί να καλύψει την ανεπάρκεια της, ή τα εγκληματικά της σχέδια καταφεύγει στην φρασεοπλαστική ομπρέλα συνδυάζοντας λέξεις που δεν συνδυάζονται και παράγοντας ένα υβρίδιο που όζει μετάθεση, στρουθοκαμηλισμό και τρόμο.
Καταφέραμε λοιπόν μετά το έπος των Ολυμπιακών Αγώνων, να διασώσουμε και πέντε δεντράκια στην Ολυμπία, ενώ την ίδια στιγμή δεκάδες ψυχές έχουν χαθεί για πάντα, κόποι ζωής έχουν εξαφανιστεί και ο τόπος έχει ντυθεί στα μαύρα. Η ασσύμετρη χώρα φυσικό είναι να απειλείται και ασσυμέτρως, να διοικείται ασσυμέτρα, να ζει ασσύμετρα. Κάποια στιγμή θα τελειώσει κι αυτή η τραγωδία και τότε θα πρέπει σοβαρά να σκεφτούμε τι ζητάμε από αυτή τη χώρα, τι ζούμε σ’ αυτή τη χώρα, τι είναι αυτή η χώρα. Φαίνεται πως για έναν τόπο που ζει στο «περίπου», που νομοθετεί στο «περίπου» που εξελίσσεται στο «περίπου», αρκεί μια «ασσύμετρη απειλή» για να λοξέψει δια πάντως τη πλαστή συμμετρία του. Πίσω από αυτό το ξεσκέπασμα βέβαια έχουν μείνει πυρπολυμένα σώματα, πυρπολυμένες ψυχές, πυρπολημένες οικογένειες, πυρπολημένη φύση, πυρπολημένα σπίτια, πυρπολημένες περιουσίες.
Φωτιές υπήρχαν πάντοτε. Και καταστροφικές, και άγριες. Και εμπρησμοί υπήρχαν και νεκρούς θρηνήσαμε. Καύσωνας, μελτέμι και πράσινο παράγουν ένα ζοφερό άθροισμα που μπορεί να οδηγήσει σε ανάφλεξη. Υπήρχε λοιπόν πάντοτε ο παράγων αντίξοες συνθήκες, ο παράγων ανεξέλεγκτη δύναμη της φύσης. Υποδαυλιζόμενοι στην κυριολεξία από τον παράγοντα απατεωνιά, κερδοσκοπία. Όμως ακόμα και αυτό το ολέθριο «σύστημα» είχε κάποια αρχιτεκτονική, κάποια κίνητρα, κάποια εξήγηση. Το πρόσφατο Ολοκαύτωμα άλλαξε εντελώς τα δεδομένα. Δεν νομίζω να υπάρχει τέτοιου τύπου «ανεξήγητη» καταστροφή σε καμία χώρα του κόσμου. Από το τσουνάμι μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου τα καταστρεπτικά γεγονότα έχουν έναν άξονα, μια εξήγηση, ένα κίνητρο, μια (τραγική) δομή. Στην περίπτωση της τελευταίας τραγωδίας με τις φωτιές, η «αφήγηση» είναι επιστημονικής φαντασίας, δεν υπάρχει ικανή μυθοπλασία για να τη στηρίξει. Κι ο πιο ευφάνταστος λογοτέχνης θα έπρεπε να καταθέσει λογικοφανές σενάριο για να στηρίξει την φικσιον του. Εδώ λοιπόν τι έγινε; Ποιος φταίει; Μια δράκα αποφασισμένων εμπρηστών, μνησίκακοι μετανάστες, η 17 Νοέμβρη της Πυράς, οι Τούρκοι, οι Σέρβοι, οι Σκοπιανοί, η CIA, το ΚΑΠΣΕ (Κίνημα Αυτόνομων Πυρομανών στην Ελλάδα);
Η Ελλάδα που ξέραμε θα υπάρχει πια μόνο σε φωτογραφίες. Η Πελοπόννησος ανάμνηση παλιά, η Εύβοια στάχτη… Το συλλογικό υποσυνείδητο γέμισε από πρωτόγνωρες εικόνες που θα μείνουν σφηνωμένες για πάντα στον ψυχισμό μας. Κι ελπίζουμε, αν μη τι άλλο, να μας κάνουν περισσότερο απαιτητικούς, περισσότερο πολίτες, περισσότερο συνειδητοποιημένους.
Οι υπεύθυνοι αλλά και οι Έλληνες πολίτες παρακολουθούν αυτό το φλεγόμενο σίριαλ από την τηλεόραση μέσα σ’ ένα αλαλούμ αλληλοκατηγοριών. Μια χώρα αλαλούμ καίγεται μέσα σε μια βαλκανική τρέλα. Μια χώρα που από το διαμάντι της Μεσογείου πάει να μετατραπεί σε ένα «απέραντο κλιματιζόμενο φρενοκομείο».
Για να δούμε, θα δοθούν όλα τα κονδύλια για την εκλογική εκστρατεία στους πυροπαθείς; Έστω κι ένα φυλλάδιο υποψηφίου πλέον είναι όνειδος για τον πολιτικό που θα το πληρώσει. Η σατανική σύμπτωση των εκλογών της 16ης Σεπτεμβρίου είναι μια καλή ευκαιρία να δούμε τη τσίπα μας έμεινε. Η Ιωάννα Καρυστιάνη μίλησε για κυβέρνηση Εθνική ενότητας. Ίσως δεν έχει άδικο. Όμως επιτέλους πρέπει να καταλάβουμε πως η μονή λύση στον 21αιώνα για τον άνθρωπο, και ειδικά για όσους έχουν το ιδιόρρυθμο ελληνικό DNA στον οργανισμό τους είναι μια Κοινωνία των Πολιτών. Κι εδώ δε μιλάω για ονοματοποιία, εδώ μιλάω γι αυτό που σημαίνει επακριβώς η φράση. Μια κοινή, συλλογική δράση όσων μένουν στον ίδιο τόπο, για τον ίδιο τους τον τόπο. Γιατί από την Κοινωνία των πολιτικών είδαμε.

Ελλάδα, Αύγουστος 2007



O τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού
τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός.
Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.
Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν.

Γ. Σεφέρης, "Μυθιστόρημα"

Wednesday, August 15, 2007

Edinburgh + festival


Καμπύλα βοτσαλωτά δρομάκια και κρυφές γωνιές που μοιάζουν να έχουν αποδράσει από κάποιο σύγγραμμα noir-gothic. Βρίσκομαι στην καρδιά του Εδιμβούργου, στο Royal Mile, έναν πεζόδρόμο μήκους ενός μιλίου που συνδέει τα δύο σημεία αναφοράς: το υπέροχο Μεσαιωνικό Κάστρο που αγκαλιάζει ολόκληρη την πόλη και το παραμυθένιο Παλάτι του Hollyrood, το εξοχικό της Βασιλικής Οικογένειας της Αγγλίας. Α, ναι, το Εδιμβούργο είναι ένας τόπος που ‘όζει’ λογοτεχνία. Ο Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, βάσισε τον κεντρικό χαρακτήρα του περίφημου «Δρ. Τζέκιλ, κύριος Χάιντ», σ’ ένα τοπικό δολοφόνο. Έναν ήρωα με διχασμένη προσωπικότητα, μετωνυμία μιας πόλης όπου το ρομαντικό χάος της παλιάς γοτθικής συνοικίας αντιπαρατίθεται στην νεοκλασική αίγλη της Νέας Πόλης και τα σικάτα μαγαζιά του κέντρου στην underground κουλτούρα του Trainspotting.

Το Κάστρο του Εδιμβούργου απλώνεται σαν βεντάλια από πάνω μου. Ανεβαίνω. Mιλάμε για ένα υπέροχο γοτθικό συγκρότημα, χτισμένο στην κορυφή ενός ηφαιστειογενούς λόφου. Στην είσοδό του διεξάγεται κάθε χρόνο το Military Tattoo, μια στρατιωτική παρέλαση που αποτελεί την μεγάλη ατραξιόν του Διεθνούς Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Σε ειδικό δωμάτιο του κάστρου έχω την τιμή να απολαύσω τα εμβλήματα του σκoτσέζικου θρόνου - την κορώνα, το σκήπτρο και το σπαθί της πόλης. Αυτό που με ξεκουφαίνει λίγο αργότερα είναι το ηχητικό σήμα κατατεθέν του Εδιμβούργου: το One O’ clock Gun, ένα κανόνι που πυροδοτείται από το κάστρο καθημερινά εκτός Κυριακής ακριβώς στις 13.00 από το 1861!
Και πάλι στο Royal Mile - η High Kirk of St Giles, είναι ο μεγαλύτερος καθεδρικός ναός της Σκοτίας με το περίφημο παρεκκλήσι Τhistle Chapel. Στην είσοδο του ναού βλέπω στο δάπεδο μια καρδιά από βότσαλα - η Heart of Midlothian, εμπνευσμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ουώλτερ Σκοτ. Κατεβαίνοντας τον πεζόδρομο μέσα από αναρίθμητα μαγαζάκια που πουλάνε ουίσκι, το διάσημο σκοτσέζικο ύφασμα tartan, πίπιζες και γκάιντες, καταλήγω στο Palace of Holyrood , την παλαιότερη βασιλική κατοικία η οποία ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται από το σόι της Ελίζαμπεθ.
Το ευρύτερο τοπίο έχει κι αυτό τις παραξενιές του. Το Εδιμβούργο είναι μια πόλη παραθαλάσσια και ταυτόχρονα έχει περισσότερους λόφους κι απ’ τη Ρώμη! Μία βόλτα στα σοκάκια αρκεί να με βυθίσει σ’ ένα αναπάντεχο χωροταξικό μοντάζ. Στρίβω από μια άνευ ενδιαφέροντος γωνία και μ’ ένα αστραπιαίο jump cut μένω με το στόμα ανοιχτό στη μαγευτική θέα της θάλασσας. Φτάνω αμέριμνος στη κεντρική αρτηρία, την George Street, κι ο ποταμός Forth μαζί με τους λόφους του File εμφανίζονται ξαφνικά σε σινεμασκόπ γενικό πλάνο...
Είναι βέβαια και το φως...Το φως του Εδιμβούργου είναι διαυγές, θα το χαρακτήριζα -τηρουμένων φυσικά των αναλογιών- ως το βόρειο αδελφάκι του αττικού. Κι αυτό σε μια πόλη που πριν 100 χρόνια έφερε το υποτιμητικό παρατσούκλι Auld Reekie (Παλιοκαπνισμένη) εξαιτίας του ανθυγιεινού πέπλου από αναθυμιάσεις κάρβουνου και άνθρακα από τις καμινάδες. Σήμερα, τα πράγματα είναι τούμπα: το κέντρο του Εδιμβούργου αποτελεί Τοποθεσία Παγκόσμιας Κληρονομιάς, via ΟΥΝΕΣΚΟ.

Γραμμή στο δεύτερο σημαντικότερο λόφο της πόλης: το Calton Hill απ’ όπου μένω ενεός στη πανοραμική θέα της πόλης έτσι όπως απλώνεται ως κάτω στην θάλασσα. Στην βορινή πλευρά δεσπόζει το Nelson Monument, που χτίστηκε το 1807 προς τιμήν της νίκης του Λόρδου στην ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, ενώ στο κέντρο του λόφου υπάρχει η κιτς - ατραξιόν της πόλης: το National Monument, ένας ημιτελής ναός με 12 κολώνες που φιλοδοξούσε να γίνει μια ‘φωτοτυπία’ του Παρθενώνα. Θου κύριε... Το παρατσούκλι του Εδιμβούργου: ‘Αθήνα του Βορρά’ δεν είναι τυχαίο... Ευτυχώς για όλους μας έχει τελειώσει μόνον η δυτική πλευρά του ναού!
Κατεβαίνω στη βάση του λόφου στην περίφημη Princess street - τον κεντρικό εμπορικό δρόμο της πόλης. Σημείο αναφοράς της αποτελεί το πολυώροφο υπερκατάστημα Waverley Shopping Centre. Πιο κάτω, το Scott Monument, ένας γοτθικός πυλώνας από μάρμαρο της Καράρα ύψους 55μ., αφιερωμένος στον μεγάλο συγγραφέα. Δεν έχω δει υψηλότερο μνημείο στο κόσμο προς τιμήν ενός ανθρώπου των γραμμάτων!

Ώρα για την άλλη πλευρά του Ιανού. Η Νέα Πόλη του Εδιμβούργου είναι χτισμένη με αυστηρή ορθογώνια λογική, μια γεωμετρική αυστηρότητα που σπάει η καλαισθησία των κτισμάτων. Τρέντι μπαρακια και ντιζαινάτο shopping με ακολουθούν κατά μήκος της George Street, ενός δρόμου με έντονο γεωργιανό χαρακτήρα που ενώνει την κατάφυτη Charlotte Square, την ομορφότερη πλατεία της πόλης, με την St Andrew Square.




Εδώ η ο τόπος που διεξάγεται το Book Festival. μερος του Ετήσιου Διεθνούς φεστιβάλ, το μεγαλύτερο φεστιβάλ τέχνης του κόσμου, με περίπου ένα εκατομμύριο επισκέπτες . Για περισσότερο από ένα μήνα η πόλη γεμίζει κινηματογραφικές πρεμιέρες, παραστάσεις πάσης φύσεως (θέατρο, όπερα, χορός, τζαζ, και κλασσική μουσική, stand up comedy), αλλά και δημόσια απαγγελία ποιημάτων, χάπενινγκ και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας. Ένα πραγματικό overdose τέχνης!

Κι εδω την Πέμπτη 17 Αυγουστου παρουσιαζω την αγγλικη έκδοση του Μπαρ Φλωμπερ σε μια εκδήλωση μαζί με τον Javier Cercas τον εξαιρετικο Ισπανό συγγραφεα των "Στρατιωτες της Σαλαμίνας" και "Η Ταχυτητα του Φωτος". Οσοι τυχαίνει αν είστε στην πολη εκεινο το διαστημα ιδου το λινκ:

Friday, August 10, 2007

'Ομοια Τρίγωνα

Στην Λούλα Αναγνωστάκη

Είχα περπατήσει χρόνια
σε μονοπάτια υδάτινα, χέρσους τόπους και σπηλιές κάθε λογής
ως του αιώνα την τελευταία μέρα
όταν έφτασα στo τόπο εκείνο
κι είδα στη σειρά τα τρία παγωμένα πουλιά
την αγριόπαπια, την κουκουβάγια και το γλάρο
καθένα να φυλάει την παγωμένη ανάσα μου
στου αίματος του την πιο μύχια σφαιρίνη
και από πίσω τους άνοιγαν τα βουνά
και χυνόταν το νερό τους στη θάλασσα
καινούργιο πάντα σαν το χρόνο

Μπροστά, που κοίταζα, ήταν ένα παγόβουνο
που έλαμπε καταύγαστο
στο ερμητικό του τρίγωνο

Ξάφνου, μεταξύ λέξης και σιωπής
με μια βουή φοβερή
ανασηκώθηκε ο όγκος ο υποθαλάσσιος
τεράστιος όπως ήταν σε σχέση με τον έξω
και γύρισαν ανάστροφα οι ραφές της ύπαρξης
με το σουλούπι της ψυχής
να αποσφραγίζεται δαιμόνιο
τα λέπια του να σπαρταρούν από την ποτισμένη αλμύρα
και να γλιστρούν από τον ορθό τώρα πυθμένα
μυστικά χιλιοσφράγιστα
από το αίμα των προγόνων ως το μικρό το
ανεξήγητο πετάρισμα στα βλέφαρα

Τότε, πρόσεξα στη βάση
τη βρωμισμένη απ’ το πλαγκτόν κι από το χρόνο
εγκιβωτισμένο στον πάγο
ένα μικρό όγκο κόκκινο που μου’ μοιαζε
δεν τόλμησα ούτε να σκεφτώ τι ήταν
μόνο πραγματικότητα έβλεπα
Γεωμετρία
όμοια τρίγωνα
το ένα τ’ ουρανού και τ’ άλλο του θανάτου.

Tuesday, July 31, 2007

Antonioni, Bergman


Όταν, χτες, άκουσα την είδηση του θανάτου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο νους μου ασυναίσθητα πήγε αμέσως στον Μικελάντζελο Αντονιόνι, τον τελευταίο. "Αυτος τουλάχιστον ζει" είπα, κι ας είναι τυφλός και άνω των 90. Την επόμενη μέρα το πρωι μάθαινα και τον θάνατο του Ιταλού σκηνοθέτη.


Σαν να αποφάσισαν να φυγουν μαζί πανσέληνο τελος Ιουλίου, του πιο τρομερού μήνα του χρόνου. Μαζί, είναι η μισή ιστορία του σινεμά.

Αν μπορει να μου επιτραπεί μία προσωπική καταθεση. Στους δυο αυτους ανθρώπους οφείλω το πως αρχισα να "βλέπω" τα πράγματα γυρω μου. Οδοδεικτες, ο ένας του μυχιου και ο άλλος της (καλώς εννοουμενης) επιφάνειας. Η 30η Ιουλίου 2007 είναι μέρα οροσημο για το τελος μιας εποχής.

Η "Σιωπή" και το "Μπλοου Απ", η "Εβδομη Σφραγίδα" και το "Επάγγελμα Ρεπόρτερ", το "Φάνι και Αλέξανδρος" και η "Περιπέτεια", ειναι εργαλεια αναφοράς στη ζωη. Ακομα και οι αποτυχίες τους, το "Αυγό του Φιδιου" και το "Ζαμπρισκι Ποιντ" ειναι μεγαλειώδεις.

Τον Αυγουστο θα τα ξαναδω όλα. Αν και φτωχότερος.

Thursday, July 19, 2007

How soon is now? Smiths


Γράφει η μεγάλη Βρετανίδα συγγραφέας Τζορτζ Έλιοτ στο αριστούργημά της «Μίντλμαρτς»: «Να ’σαι ο γιος ενός έμπορου στο Μίντλμαρτς και κληρονόμος τίποτα του ιδιαίτερου».
Τραγουδούν οι Σμιθς στο εκπληκτικό «How soon is now»: «Είμαι ο γιος, και κληρονόμος, μιας αιδημοσύνης που ναι εγκληματικά χυδαία. Είμαι ο γιος, και κληρονόμος, τίποτα του ιδιαιτέρου». Οι τέχνες, οι εποχές δεν έχουν σύνορα.
Το κεντρικό πρόσωπο του τραγουδιού των Σμιθς είναι ένας ντροπαλός νέος, που δεν μιλάει, δεν μπορεί να εκφέρει εκείνο που νιώθει, δεν ανοίγεται, δεν ρισκάρει, δεν πράττει και μοιραία δεν μπορεί να βρει την αγάπη, μια αγάπη που χρειάζεται ο καθένας μας, η οποία όμως δεν του χαρίζεται, ούτε θα του ’ρθει εξ ουρανού εφ όσον δεν «ανοίξει» τον εαυτό του, δεν εκχωρήσει κάτι, δεν προκαλέσει.
Ο νεαρός είναι κληρονόμος ενός στίγματος, ενός «χυδαίου, εγκληματικού» στίγματος, κληρονόμος της ντροπής, και εν τέλει κληρονόμος του τίποτα. Υπάρχει ένα κλαμπ, όπου δυνητικά μπορεί να γνωρίσει κάποιον άνθρωπο, να μιλήσει, να επικοινωνήσει, ωστόσο πάει εκεί μόνος του, στέκι σε μια γωνία μόνος του, πίνει το ποτό του μόνος του, φεύγει μόνος του, γυρίζει σπίτι μόνος του και κλαίει και θέλει να πεθάνει.
Θέλει να πεθάνει επειδή θέλει τη ζωή και τη θέλει τώρα. Αλλά, «όταν θέλεις κάτι να συμβεί ‘τώρα’, τι ακριβώς εννοείς;», ρωτούν οι Σμιθς. Όσο δεν πράττεις, τα τώρα και τα τώρα αθροίζονται, χάνουν την εντατική τους αξία κι η ζωή κυλάει μες απ’ τα δάχτυλα σα νερό.
Όταν ακούω αυτό το τραγούδι των Σμιθς εκείνο που σκέφτομαι είναι ο ζωτικός χρόνος, η μύχια εμπειρία της διάρκειας και της στιγμής. Το «τώρα», αυτή η αυτόματη διαδοχή στιγμών δεν είναι παρά μια τεχνητή ρήξη σε μια φυσική συνέχεια. Ανίκανη να ακολουθήσει την ζωτική κίνηση, η διάνοια κινητοποιεί τον χρόνο μέσα σε έναν μονίμως πλαστό παρόν.
Αντίθετα, η πράξη είναι μια στιγμιαία απόφαση που φέρει όλο το φορτίο της πρωταρχικότητας. Σε μια γάτα την ώρα που καραδοκεί, βλέπουμε την στιγμή της εφόρμησης να εγγράφεται στο πραγματικό, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε και την επερχομένη τροχιά του άλματος. Πριν από την περίπλοκη διαδικασία της εφόρμησης όμως, υπάρχει η καίρια στιγμή της απόφασης. Η απόφαση, η πράξη είναι που δημιουργεί ένα «τώρα» ενεργό, ένα τώρα που ορίζει τον δικό του χρόνο. Για τον ντροπαλό ήρωα του τραγουδιού των Σμιθς, το στάδιο αυτό είναι ματαιωμένο, διαρκώς εν αναβολή. Η αδυναμία του να κάνει την κάθετη τομή, τον πνίγει στην αέναη ροή των στιγμών. Βυθίζεται στη διάρκεια. Για εκείνον, ποτέ δεν είναι νωρίς, ποτέ δεν είναι αργά.
Πόσο νωρίς, πώς αργά όμως είναι το οποιοδήποτε τώρα; Δεν υπάρχει απάντηση σ’ αυτή την αινιγματική παγίδα που μας στήνει ο χρόνος. Το παρόν δεν «περνάει». Απλά εγκαταλείπουμε μια στιγμή για να βρούμε μιαν άλλη. Ο πραγματικός χρόνος υπάρχει μόνο χάρη στην στιγμή - βρίσκεται ολόκληρος μέσα στον ενεστώτα, μέσα στην πράξη, μέσα στο παρόν.
Ίσως σε κάποιο άλλο τραγούδι ο ήρωας των Σμιθς θα μπορούσε να κάνει την υπέρβαση. Να επέμβει στον δεδομένο, τον κοινόχρηστο χρόνο, δημιουργώντας τη δική του εξίσωση, τις δικές του παραμέτρους. Να αποσυνδέσει τη διάρκεια από κάθε μετρήσιμη έννοια, να αρπάξει το χρόνο από τα κέρατα και να τον τιθασεύει.
Οι Μόρισει - Μάρει ωστόσο, παγώνοντας το χρόνο σε αυτή την αδιέξοδη συνθήκη, μας έδωσαν ένα ατόφιο αριστούργημα, ένα τραγούδι που από την πρώτη του συγχορδία μας ταξιδεύει σε ένα αέναα ματαιωμένο παρόν. «Πόσο νωρίς είναι το τώρα;» - ένας στίχος που γεφυρώνει την Φυσική με την Λογοτεχνία, την Άλγεβρα με τη Φωτιά.

Πρόκειται να δημοσιευτεί στο επόμενο τεύχος του περιοδικού ΟΖΟΝ

Sunday, July 15, 2007

Πού χτυπάει η καρδιά της θάλασσας;

Πού χτυπάει η καρδιά της θάλασσας
πού τελειώνει το σώμα τ’ ουρανού;

Εκεί που ένα βράδυ
μ’ ένα φεγγάρι ανάστροφο
όπως το μαύρο πουλί
συλλάβιζε αστερισμούς κι αβύσσους
κι ένα αμήν ολοστρόγγυλο
πρόβαλλε στο δέλτα του φωτός
είδα με τα μάτια του μικρού μου κόσμου
μια στιγμή αήττητη πελώρια
όπως αρχαία πέτρα

Τόσο δική μου
τόσο εντός μου
που πια δεν μου ανήκε

Monday, July 9, 2007

Mad Song (II)

Κρυφακούω στον εαυτό μου
όλους τους ήχους· μικρούς και μεγάλους
και νιώθω κάτι να πνέει από τις παγωμένες γειτονιές του θανάτου

Είναι ένας αέρας που όταν φυσά με επισκέπτεται
ο πρίγκιπας των σκιών και των φαντασμάτων
ο ομορφότερος των αγγέλων διάβολος
μίλια μετά το τέλος του κόσμου
τόσο μακριά που χάνεται στο κοφτερό γρασίδι των τάφων
πιο μακριά κι από τις μνήμες ενός φονιά
πιο μακριά κι από την πιο φριχτή, την πιο αρχαία απελπισία
πιο μακριά κι απ’ το λευκό, το πάλλευκο χιόνι της αυγής

Σκύβει χορευτικά και με γλυκό χαμόγελο
με παίρνει απο το χέρι και μου λέει
Ιδού, εσύ, σημαδεμένος

Monday, July 2, 2007

"Ιβάνωφ" στο Φεστιβαλ Αθηνών

Στη σκηνή δεν υπάρχουν σαμοβάρια, σερβίτσια τσαγιού, έπιπλα. Όλα άδεια – ώστε να γεμίσουν με νόημα. Ο σκηνοθέτης Ντίμιτερ Γκότσεφ δεν αντέχει τους νατουραλιστικούς χώρους. Ένα σύννεφο καπνού – εκπληκτικό στη λιτότητά του σκηνικό που δρα σαν χαρακτήρας - καλύπτει και αποκαλύπτει τα σώματα των ηθοποιών που ερμηνεύουν την τραγική ομάδα των ανυπεράσπιστων μοναχικών ανθρώπων. Τα πρόσωπα εκφράζουν τα άγχη και τους φόβους τους χωρίς κανένα ορατό σημείο αναφοράς, παρά μόνο μέσα από τη γυμνωμένη τους ψυχή.

Μια εντελώς αντιρεαλιστική εκδοχή του αριστουργήματος του Τσέχοφ "Ιβάνωφ" είχα την ευκαιρία να δω στο Φεστιβάλ Αθηνών από την Φόλκσμπινε. Ο νευρασθενικός Ιβάνωφ του Σάμουελ Φίντζι, ντυμένος μ’ ένα απλό τι-σερτ, σέρνει βαριεστημένα τα πόδια του στη σκηνή και χάνει τις παντόφλες του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί μάταια να συμβιβαστεί με την κατάθλιψη του. Καθώς η γυναίκα του Άννα Πέτροβα πεθαίνει σταδιακά από φυματίωση και η νεαρή Σάσα τον φλερτάρει, ο Ιβάνωφ είναι πλέον αλλού, «δεν μετέχει πια στον κόσμο». Στο τέλος δεν αντέχει καν να αυτοκτονήσει και αντ' αυτού ζωγραφίζει με αεροζόλ μια ανθρώπινη φιγούρα που στρέφει ένα πιστόλι στο κεφάλι της.

Χιούμορ και τραγωδία σε λεπτή ισορροπία. Ο Γκότζεφ αφήνει την τελευταία λέξη στον φιλόδοξο Μπόρκιν και στην απολογία του περί καπιταλισμού. Μια γκροτέσκα κωμωδία για μια κοινωνία που οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στο τέλμα.

Ως γνωστόν στην τέχνη όλα είναι στο «πώς», και το «πώς» αυτής της παράστασης σε αφήνει άφωνο, συγκινημένο, πλήρη.

δημοσιευτηκε στο Έθνος 22.7.07

Thursday, June 28, 2007

Εθνική Βιβλιοθήκη

Υπογράφηκε πρόσφατα (με μια πολύ χάι τηλεδιάσκεψη) το Μνημόνιο Συνεργασίας του Ελληνικού Δημοσίου και του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Σταύρος Σ. Νιάρχος» για την υλοποίηση των έργων μεταστέγασης της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, καθώς και της δημιουργίας Πολιτιστικού και Εκπαιδευτικού Πάρκου.

Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος είναι ίσως η πιο αχρησιμοποίητη εθνική βιβλιοθήκη της Ευρώπης. Πόσοι από μας αποφασίζουμε να περάσουμε ένα πρωινό στην Πανεπιστημίου ψάχνοντας, διαβάζοντας, μελετώντας, αλλά και σερφαροντας ηλεκτρονικά στα αρχεία της; Οι περισσότεροι ασκούνται να διασχίζουν τον μικρό κήπο στο πίσω της μέρος, με τις νεραντζιές, τις φοινικιές, και το μεγάλο πεύκο, ενώ κατευθύνονται στη στάση των λεωφορείων της Ακαδημίας….

Επιτέλους λοιπόν βρέθηκε ένας νέος χώρος, (και ένα νέο λειτουργικό κτήριο), που αφ ενός θα ανακουφίσει το φορτωμένο κέντρο και αφ ετέρου ευελπιστούμε πως θα γίνει πόλος έλξης. Μια κυψέλη γνώσης, μια ανάσα πολιτισμού, μια όαση πρασίνου συνολικής αξίας… 300 εκ. δολαρίων.

Κάθε αναπτυγμένη χώρα έχει ως σημείο κατατεθέν την Εθνική της Βιβλιοθήκη. Η National Library στο κέντρο του Λονδίνου, είναι πλέον η πολιτιστική πυξίδα μιας χώρας με παράδοση στη λογοτεχνία και τις επιστήμες. Είναι δε διαρκώς γεμάτη με νέους ανθρώπους – ένα μελίσσι πολιτισμού και γνώσης.

Παρόλο που τα στατιστικά μας κατατάσσουν ως ένα λαό που μάλλον αδιαφορεί για το βιβλίο, κι οι υπεύθυνοι έχουν αφήσει στη μοίρα του τον Οργανισμό Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών, ίσως σε κάποια χρόνια η βόλτα στο Φαληρικό Δέλτα να συνδυάζει μελέτη και θάλασσα… Ισως λέμε, γιατι ο έλληνες δυσκολα κλεινεται σε 4 τοιχους, ειδικα αν εξω ειναι χαρα θεου...

Δημοσιευτηκε στο "Εθνος" 17.6.07

Tuesday, June 19, 2007

"Το Μεγάλο Ελληνικό Μυθιστόρημα"

Με αφορμή αυτό το άρθρο του Guardian, όπου γίνεται λόγος για το "Μεγάλο Βρετανικό Μυθιστόρημα", κατ αναλογία του "Great American Novel", τι θα λέγατε να ανοίγαμε μια συζήτηση για τα του οικου μας;

Υπάρχει το 'Μεγαλο Ελληνικό Μυθιστόρημα"; Αν ναι, ποιο είναι και ποια είναι τα στοιχεια που το οριζουν ως τετοιο; Αν οχι, προς τα που θα επρεπε ένα κείμενο μυθοπλασίας να κινηθεί ώστε να "αιχμαλωτίσει", να συλλάβει την πεμπτουσία της ελληνικότητας;

(Η δευτερη ερωτηση φυσικά αφορα στο σημερα)

feedback

Ο φιλος Μάκης Καραγιαννης με αφορμη αυτο το ποστ εγραψε ενα πολυ ενδιεφρον κειμενο που συνοδευεται απο μια σιερα εξαιρετικων ονλαιν αρθρων εδω
Αναλογα πολυ ενδιαφεροντα ποστ από την Ροδιά εδω
και ο Γιώργος Γλυκοφρύδης εδω.

Monday, June 11, 2007

Το «επαναστατικό» ως θέαμα


Άναψαν οι συζητήσεις στα μπλογκ με αφορμή τα πρόσφατο απαράδεκτο κρούσμα λογοκρισίας στην art athina. Για το ζήτημα έχουν γραφεί πολλά. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει σήμερα είναι ένα σχόλιο που διάβασα κάπου στο δίκτυο αναφορικά με το θέμα:

«Όσο οι άνθρωποι καταναλώνουν τα αγαθά και τις εικόνες του θεάματος, γίνονται και οι ίδιοι μέλη του, κάνοντας δύσκολη την οποία αντίδραση εναντίον του. Ακόμα και η πιο ριζοσπαστική κίνηση αφομοιώνεται μέσα στο θέαμα και μετατρέπεται σε ‘αγαθό’, παραλλάσσοντας το ανατρεπτικό της νόημα. Το ‘επαναστατικό’ μας πωλείται πίσω σαν μια εικόνα που μας εφησυχάζει»

Αυτή η τελευταία φράση είναι «όλα τα λεφτά». Περιγράφει στην εντέλεια το αδιέξοδο της «ανατρεπτικής» τέχνης του σήμερα. Το Χόλιγουντ με το που οσμίζεται κάποιο σούπερ αντάρτικο ταλέντο του δανέζικου πχ σινεμά το τσιμπάει και το αφομοιώνει στου κόλπους του ουσιαστικά ευνουχίζοντας το. Όμως εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο «δραστικό». Δίχως να αλλάξει η μορφή του, το ανατρεπτικό απομονώνεται, θεοποιείται δι' ολίγον μέχρι να γίνει αρκούντως γνωστό, για να εγκιβωτιστεί τάχιστα στην αγορά, (των εικαστικών, της μόδας, της τηλεόρασης), ακυρωμένο και ακίνδυνο, μια και πλέον έχει «εκπέσει» σε κοινό θέαμα, έχει «περάσει από τα οικεία κανάλια», άρα είναι «δικό» μας, ενταγμένο, έστω και εκκεντρικά, στον ασφαλή μας κόσμο.

Κάποτε οι ευρωκομουνιστές του Μπερλινγκουέρ έλεγαν «χτυπάμε το σύστημα μέσα από το σύστημα». Σήμερα τα πράγματα έχουν αντιστραφεί. Το σύστημα είναι που «χτυπάει την πρωτοπορία μέσα από την πρωτοπορία». Η καθεστηκυία τάξη αποδεικνύεται πολύ διαβασμένη. Ακόμα και τη στρατηγική της αντίστασης υιοθετεί…
δημοσιευτηκε στο "Εθνος", 11.6.07

Wednesday, June 6, 2007

Που είναι η ποίηση;

Σ’ ένα προσφατο ποστ της "Βιβλιθήκης" της "Ε", ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου , με αφορμή τον φετινό εορτασμό Σολωμού και Εγγονόπουλου, αναρωτιόταν, τι ρόλο άραγε παίζει η ποίηση σήμερα στη ζωή μας.
Ελάχιστο δυστυχώς. Στις μέρες μας η ποίηση είναι εξορισμένη, είναι σχεδόν πια η ορντίναντσα της λογοτεχνίας. Στα βιβλιοπωλεία οι συλλογές είναι συνωστισμένες στα πίσω ράφια. Στα ένθετα των εφημερίδων, δυο τρεις αράδες. Στην Ελλάδα ζούμε την εποχή της πεζογραφίας, παρόλο που είμαστε ένα έθνος ποιητών, με δύο Νόμπελ και εθνικό συγγραφέα έναν ποιητή. Κάποτε σκεφτόμουν πως σ’ αυτήν την ταχύτατη, «zipped» εποχή που διάγουμε, το «συμπυκνωμένο» που ενέχει η ποίηση θα μπορούσε να παίξει έναν ανανεωμένο, σύγχρονο ρόλο. Το ζήτημα «χρόνος» όμως είναι μπούμερανγκ. Δεν επικοινωνείς με τον στίχο έτσι «οπτικά» και «βιντεοκλιπάτα». Το ποίημα θέλει χρόνο παίδεμα, δόσιμο, αφιέρωση.

Σε μια ζωή καταιγιστικού μοντάζ, οπού πλέον βλέπουμε ανθρώπους να στήνουν καριέρες (ακόμα και ‘περσόνες’) ως πρότζεκτ, μια «συμπυκνωμένη μεταφυσική», η τέχνη που προσεγγίζει το άρρητο, δεν φαίνεται να έχει τύχη. Ό,τι ταράζει την «αφηγηματική ασφάλεια» του κοινού και το βγάζει από τον «ψηφιακό Αριστοτέλη» που έχει χωνέψει στον DNA του μέσα από ταινίες, σίριαλ, βιβλία, δύσκολα προχωρά. Ποίηση φυσικά γράφεται, υπάρχουν και νέα ταλέντα, αλλά όπως λέει και ο Βύρων Λεοντάρης:
«Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης / ποιητής μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρξει / μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω».

Όμως επειδή «η έδρα της ευφυΐας είναι η καρδιά», (γεια σου Ι.Μ.) πάντα ελπίζουμε.