Friday, January 27, 2012

Σκότωσε ό,τι αγαπάς:συνεντευξη στην ATHENS VOICE

Σκότωσε ό,τι αγαπάς

Συνεντευξη στον Δημήτρη Μαστρογιαννίτη

To «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» ξεκίνησε ως μυθιστόρημα με ήρωα τον πενηντάρη Άρη Μανιάτη, κινηματογραφιστή. Ο ήρωας αυτός «απαίτησε» να βγει από τις σελίδες, να ζωντανέψει επί σκηνής. Τον συναντήσαμε μαζί με έναν άλλο Άρη, τον Άρη τον Τρουπάκη, το σκηνοθέτη του έργου, μαζί με τον οποίο κάναμε τη διασκευή. Ο Άρης μεταμορφώθηκε. Έγινε ο 33χρονος Άρης Μανιάτης, με εντελώς άλλες ιδιότητες, άλλο βιογραφικό. Μαζί του παρέσυρε και την παιδική του φίλη Κατερίνα. Ή μπορεί να τον παρέσυρε κι εκείνη. Οι δυο τους έχουν σοβαρές εκκρεμότητες από το παρελθόν, από 14 χρόνια πριν, όταν έκαναν παρέα με τον Μιχάλη. Ο Μιχάλης δεν υπάρχει στο έργο, δεν εμφανίζεται επί σκηνής, αλλά είναι πανταχού παρών. Έχει σφραγίσει τις ζωές και των δυο τους. Ταυτόχρονα υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη που πρέπει να λυθεί, όπως λύνονται τα πράγματα στο θέατρο. Εδώ, μπροστά στα μάτια μας.
Τι σημαίνει να ξανασυναντιέσαι με κάποιον που έχεις να δεις επί 14 χρόνια; Κάποιον που τον έχεις αφήσει σχεδόν παιδί, σε μια άγρια συγκυρία που σφράγισε ολόκληρη τη χώρα το 1980; Έχεις μπροστά σου έναν ενήλικα αλλά εσύ βλέπεις το παιδί. Και με το «παιδί» αυτό πρέπει άλλους λογαριασμούς να τους κλείσεις κι άλλους να τους ανοίξεις. Λογαριασμούς που καίνε. Όταν «πέσει η αυλαία» τίποτα δεν θα θυμίζει το μυθιστόρημα. Στο θέατρο οι ήρωες ζουν για ένα βράδυ κι ύστερα «πεθαίνουν» ως το επόμενο. Όταν πέσει η αυλαία Άρης και Κατερίνα θα ακολουθήσουν ο καθένας την πορεία του. Ποια θα είναι αυτή; Πάντως δεν θα ξαναγυρίσουν στο μυθιστόρημα. Γιατί για μιάμιση ώρα υπήρξαν μπροστά μας με σάρκα και οστά, ζωντανοί και όμορφοι. Ενσαρκωμένοι.
Info Σκην.: Άρης Τρουπάκης. Παίζουν: Αντώνης Καρυστινός, Δανάη Παπουτσή. Β’ Σκηνή. Από 1/2.

Monday, January 9, 2012

Στο μπαλκονι της Ευρωπης

του Αλέξη Σταμάτη

Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνω. «Ο κύριος Τ.Μ;». «Ο ίδιος». «Έχω κάτι για σας». «Τι;». «Έναν φάκελo». «Από ποιον;». Μια κυρία μου τηλεφώνησε πριν από τρεις μήνες και μου είπε να σας τον παραδώσω σήμερα, 19 Δεκεμβρίου». «Μα τι μου λέτε τώρα;». Είμαι έτοιμος να το κλείσω.

«Μου είπε να σας το παραδώσω στην οδό Σατωβριάνδου 3, στο ξενοδοχείο Ευρώπη στις 19 Δεκεμβρίου». Πάει να μου πέσει το ακουστικό από τα χέρια. Σε μια ώρα είμαι εκεί. Δεν έχει καμιά σημασία που η περιοχή έχει αλλάξει. Πάει καιρός που δεν μου κάνουν εντύπωση αυτά. Φλούδες είναι που ξεκολλάνε και πέφτουν. Φύλλα που αλλάζουν. Τα ντουβάρια είναι πάντα ντουβάρια. Οι δρόμοι δρόμοι. Κι ο χρόνος χρόνος. Σημασία έχει τι γίνεται μέσα. Τι έχει γίνει μέσα. Η νοσταλγία δεν έχει να κάνει με το «τι φάγαμε τότε», ούτε με «το τι γεύση είχε». Αυτά είναι για τις ρομαντικές εποχές. Τότε που ο κόσμος είχε την πολυτέλεια να θυμάται με όλες τις αισθήσεις. Η ανάκληση αφορά στα ίδια τα γεγονότα κι όχι στα ίχνη τους. Δεν με αφορά ούτε το ξενοδοχείο Ευρώπη, ούτε το Μινιόν, ούτε το Ελληνικόν που ήταν δίπλα. Το Μινιόν κάηκε, το Ελληνικόν δεν είναι το ίδιο. Κανένα «Ελληνικόν» δεν είναι πια το ίδιο. Η νοσταλγία δεν έχει να κάνει με το σκηνικό. Έχει να κάνει με την απώλεια. Το θάνατο, τον έρωτα, ό,τι έφυγε, ό,τι χάθηκε. Έχω περάσει πολλές φορές απ’ έξω, ξέρω. Αλλά να μου δίνει κάποιος ραντεβού 19 Δεκεμβρίου; Εκεί; Μετά από 28 χρόνια; Εκεί, μετά από 52 χρόνια;

Η ημερομηνία της ζωής μου, ο τόπος της ζωής μου. Η ημερομηνία κρυφή – την ξέρουμε μόνο εγώ κι εκείνη, ο τόπος εκεί, να θυμίζει πως υπήρξα πάντοτε ένα ανθρώπινο ον, που βγήκε από μια μήτρα για να μπει σε μια άλλη.

Είμαι απ’ έξω από το Ευρώπη, στις πέντε το απόγευμα, όπως κανονίσαμε. Μες στο σούρουπο νιώθω κάτι εξαιρετικά άγριο, σα να περιμένω να γεννηθώ ή να περιμένω να πεθάνω ή κάτι λιγότερο οριστικό, αλλά πολύ πιο τρομερό κι από τα δυο. Από ένα περίπτερο αγοράζω ένα κουτί Ντεντίν Άις. Χώνω τρεις στο στόμα. Τόσες φορές μ’ έχει φέρει ο δρόμος μου από ‘δω. Ο δρόμος, τα μαγαζιά, η αύρα της περιοχής έχουν αλλάξει. «Δραματικά», όπως λένε. Τόσο απ’ το ’56, όσο κι απ’ το ‘80. Ο τόπος όμως είναι ένα στίγμα στο χρόνο. Άρα πάντοτε τρομακτικός. Άρα πάντοτε ίδιος.

Στις πέντε και πέντε βλέπω μια κοπέλα γύρω στα δεκαοκτώ να πλησιάζει. Το πρόσωπό της είναι χλωμό. Όχι χλωμό. Λευκό. Υπάρχει ένα είδος απαλότητας που το κάνει ένα πρόσωπο απτό, χωρίς καν χρειάζεται να το αγγίξεις. Εκείνο το λευκό και απτό ενός φτερού που το βλέπεις να αιωρείται στον άνεμο καθώς περπατάς σε μια παραλία, και που πέφτοντας, αγγίζει το δέρμα σου σα να σε χαϊδεύει ολόκληρο. Η κοπέλα έχει ένα τέτοιο πρόσωπο.

Μου δίνει ένα φάκελο. Πάω να της μιλήσω, είναι φανερό ότι δεν θέλει να έχουμε οποιαδήποτε άλλη επαφή. Πριν προλάβω να πω κάτι, έχει πάρει την λευκότητά της και έχει εξαφανιστεί. Περίεργος, τον ανοίγω. Περιέχει καμιά σαρανταριά χειρόγραφες σελίδες, γραμμένες σε μιλιμετρέ χαρτί. Διαβάζω την πρώτη. Εκκένωση. Είναι γράμμα της. Γράμμα της του ‘87. Αφού χωρίσαμε. Μόλις στην πρώτη παράγραφο λέει «Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη βραδιά. Τη βραδιά του εμπρησμού του Μινιόν. Την πρώτη μας βραδιά που περάσαμε εκεί απέναντι, στο ξενοδοχείο Ευρώπη, στον τρίτο όροφο. Εσύ με πήγες. Θυμάμαι την επιμονή σου να πάμε εκεί και να κλείσουμε εκείνο το συγκεκριμένο δωμάτιο. Ποτέ δε μου εξήγησες».

Σταματάω. Δεν μπορώ να διαβάσω άλλο. Αν υπάρχει διάλειμμα στα ανθρώπινα, το θέλω τώρα. Η πόρτα του ξενοδοχείου ανοίγει και περνάει ένας τύπος. Μοιάζει να βιάζεται. Με ύφος σα να ντρέπεται. Κοιτάζω μέσα φευγαλέα. Μια γυναίκα ισιώνει το φόρεμα της. Στο πρόσωπο έχει την κάψα αυτή του δοσίματος. Παράνομο ή όχι, ένα είναι το δόσιμο. Και καίει. Θα φύγει κι αυτή σε λίγο. Ο άστεγος έρωτας έχει βρει τη στέγη του.

Δεν είναι ιδέα. Είναι ανάγκη. Μπαίνω. Οι σκάλες από την είσοδο ως το γραφείο της ρεσεψιόν. Ανατριχιάζω. Να ‘τον ο πούστης ο νόστος, γέρος ελέφαντας. Στη ρεσεψιόν, ένας ναυαγισμένος. Ζητώ το δεξί δωμάτιο στον τρίτο όροφο. Είναι άδειο, ευτυχώς. Πόσο; Δυο ώρες; Όλο το βράδυ. Διακόσια τότε. Εντάξει.

Μπαίνω στο ασανσέρ. Δεν είναι το ίδιο, αλλά με το που βρίσκομαι στο θάλαμο είναι σα να ‘μαι στο σιδερένιο του ‘50 με τις βαριές τροχαλίες που ανεβοκατεβαίνουν. Εκείνος που ανέβαινα πιτσιρίκι, να επισκεφτώ τη μάνα μου που ‘κανε θεραπεία για την κακιά αρρώστια.

Μπαίνω στο δωμάτιο. Η νοσταλγία, όπως διαρροή γκαζιού. Θυμάμαι τη θεία μου στο προσκεφάλι της, να την ταΐζει. Κι εμένα με κοντά παντελονάκια να βγαίνω στο μπαλκόνι, να παρακολουθώ την κίνηση, ενώ η μάνα μου κοιμάται. Ο Δάντης θα ’πρεπε να είχε προσθέσει κι έναν ακόμα κύκλο στην Κόλαση. Τον κύκλο των νοσταλγών. Όλοι οι καταραμένοι κι οι καταδικασμένοι θα υπέφεραν στην αιωνιότητα από τον ίδιο νόστο. Σφίγγω τα δόντια. Έχω να το κάνω χρόνια. Κρύος ιδρώτας. Πάλι τα συμπτώματα. Όχι δεν είναι για το προφανές. Μπορεί να υπάρχουν συμπτώματα στέρησης και σε κάποιον που είναι εξαρτημένος μόνο από τον εαυτό του.

«Ήταν απίστευτο εκείνο το τράνταγμα στις τρεις το πρωί. Ήσουν μέσα μου και για μια στιγμή ένιωσα πως πεθαίνω. Βγήκαμε στο μπαλκόνι και είδαμε το κτίριο στις φλόγες. Καλά τους κάνουν, είπες. Μα τόσοι άνθρωποι θα χάσουν τη δουλειά τους, εγώ. Μετά μπήκαμε μέσα και συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα με τις φλόγες να μας φωτίζουν και τις εκρήξεις να σκεπάζουν τις φωνές μας».

Φυσικά και το θυμάμαι. Φλεγόμενη Βάτος. Κι οι φλόγες για επτά χρόνια συνέχεια, ο έρωτας, ο μεγαλύτερος έρωτας. Συνεχίζω με τα επόμενα. Γράφει κάθε χρόνο στις 19 Δεκεμβρίου από το 1988. Μια σύνοψη της εκάστοτε χρονιάς κυρίως, με συνεχείς αναφορές στη σχέση μας. Δε με κατηγορεί πολύ, είναι πολύ ήπια σχετικά. Σχετικά με το πώς φέρθηκα. Μόνο στο 2002, που χωρίζει κι εκείνη από τον άντρα της, και μένει μόνη μ’ ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, με αποκαλεί απατεώνα. «Με έπαιξες και κέρδισες, αν είχες καταλάβει, θα έβλεπες πως μ’ έπαιξες και με έχασες».

Υστέρα τα γράμματα γίνονται πολύ πιο σκοτεινά, είναι άσχημα, μιλάει για φτώχια, για δύσκολη ζωή και στο προτελευταίο για κάποια αρρώστια. Δεν κατονομάζει. Στο τελευταίο, με ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2008, γράφει: «Δεν θα προλάβω το επόμενο. Θα κανονίσω να στα στείλουν όλα. Να ξέρεις. Μόνο εσένα αγάπησα». Να μου τα στείλουν. Το κοριτσάκι; Αυτή ήταν η λευκή κόρη; Ίσως. Μόνο εμένα αγάπησε. Κι εγώ; Κι εγώ.

Ξαφνικά τη βλέπω. Όχι με τα «μάτια της ψυχής μου» καιταλοιπά. Μιλάμε, την βλέπω κανονικά εμπρός μου, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, όπως τότε. Είναι εκεί. Ερωτική. Νέα. Ποθητή. Δεν διαρκεί πολύ. Ξάφνου, γίνεται η μάνα μου. Κανονικά πάλι. Σαν να ‘ναι εκεί. Άρρωστη, ετοιμοθάνατη. Αχ, μάνα, λέει κάτι μέσα μου. Τα στίγματα στις παλάμες. Η γωνία του στόματος της. Σπασμοί. Αχ, μάνα. Κάτι σαλεύει μες στο δωμάτιο. Και ξαφνικά με πιάνει μια απελπισία. Συγνώμη, λέω για κάτι που δεν ξέρω, κάτι που είναι όμως ανελέητο. Κι η μάνα μου αλλάζει μορφή, γίνεται οποιαδήποτε γριά ετοιμοθάνατη, οποιαδήποτε μάνα και μπαίνει με μια θύελλα κραυγών στο κεφάλι μου. Ξαφνικά ο νους μου γεμίζει μητέρες. Ένας κατακλυσμός από μάνες. Απορροφώμαι από τη μητρότητα, όπως άλλος από τον χρόνο, τον έρωτα ή το φόβο.

Να αναπνεύσω. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Η κίνηση. Απέναντι ,ένα μαγαζί με κινέζικα είδη στο ίδιο ημιυπόγειο που πριν από τόσα χρόνια υπήρχε ένα κατάστημα κατασκευής βαλιτσών. Πλησιάζω την άκρη, κρατιέμαι από το κιγκλίδωμα. Ελαφρά ζαλάδα. Όχι, δεν πέφτω. Το μεγάλο «Ε, και» της ψυχής κυλάει στις αρτηρίες. Από κάτω περνάει ένας Κινέζος φορτωμένος εμπορεύματα, αλλά θα μπορούσε και η ετερότητα αυτοπροσώπως. Βγάζω την τσίχλα και την κολλάω στο κάτω μέρος του οριζόντιου σίδερου και για μια στιγμή τις νιώθω και τις δυο τους, εκείνη και τη μάνα μου, από πίσω μου να σφίγγουν την ίδια σκανδάλη και να με πυροβολούν.


Sunday, January 1, 2012

Η Καρδιά του Σκότους - μια τρίπρακτη αφήγηση για την Αγορά

Από τον Αλέξη Σταμάτη για το Press Project

Πράξη πρώτη,
Η Αγορά διηγείται την ιστορία της σ’ ένα πλοίο, το «Αιγαίο». Περιγράφει το πως ανέλαβε την αποστολή στις Βρυξέλλες και ύστερα πως ταξίδεψε στους Εξωτερικούς και Εσωτερικούς Σταθμούς στη Μεγάλη Χώρα.
Στον Πρώτο Σταθμό βλέπει τους κατοίκους που δουλεύουν και δυσφορεί αρχικά για τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας τους. Εδώ για πρώτη φορά ακούει το όνομα της «Ελλάδας» και το ενδιαφέρον της εξάπτεται καθώς μαθαίνει νέα για αυτό το ξεχωριστό στέλεχος. Όταν φτάνει στον Κεντρικό Σταθμό, ανακαλύπτει πως το ατμόπλοιο που πρόκειται να την μεταφέρει στα ενδότερα της Μεγάλης Χώρας έχει υποστεί ζημιές και χρειάζεται τρεις μήνες για να επισκευαστεί. Εδώ, συναντά τον Μάνατζερ, τον Κατασκευαστή, και τον θείο του Μάνατζερ – τον επικεφαλής της «Εξερευνητικής Αποστολής Ελντοράντο».
Πράξη Δεύτερη
Η Αγορά μαθαίνει περισσότερα για την Ελλάδα κρυφακούγοντας τον Μάνατζερ και το θείο του. Μαθαίνει πως εκείνοι – όπως και ο Κατασκευαστής – τρέφουν ελπίδες για προαγωγή και η παραγωγή αγαθών από πλευράς της «Ελλάδας» απειλεί τη φιλοδοξία τους. Η Αγορά γοητεύεται ακόμα πιο πολύ από την Ελλάδα. Το ταξίδι της από τον Κεντρικό Σταθμό προς το εσωτερικό της Μεγάλης Χώρας είναι εφιαλτικό. Όταν εκείνη και το πλήρωμά της φτάνουν κοντά στον Εσωτερικό Σταθμό, κάποιοι ντόπιοι τους επιτίθενται ανεξήγητα. Επιβιώνουν με μονο μια απώλεια, αλλα οι σύντροφοι της Αγοράς έχουν τρομοκρατηθεί. Παρόλα αυτά, η Αγορά είναι αποφασισμένη να προχωρήσει. Ανακαλύπτουν μια μικρή καλύβα όπου η Αγορά βρίσκει ένα ημερολόγιο της Ελλάδας, κάτι που την ανακουφίζει. Όταν φτάνουν στον Εσωτερικό Σταθμό η Αγορά συναντά έναν περίεργο τύπο, σαν Αρλεκίνο, που όπως φαίνεται γνωρίζει καλά την Ελλάδα.
Πράξη Τρίτη
Η Αγορά πιάνει φιλίες με τον τύπο, ο όποιος του λέει τα πάντα για την Ελλάδα. Η Ελλάδα συμμάχησε με τους κατοίκους του εσωτερικού της Μεγάλης Χώρας και τους χρησιμοποιεί για να επιτίθεται σε άλλα μέρη της Χώρας και να κλέβει αγαθά. Οι ντόπιοι αντιμετωπίζουν την Ελλάδα σαν θεότητα και την προσκυνούν. Η Αγορά μαθαίνει πως η Ελλάδα τους διέταξε να επιτεθούν στο πλοίο της επειδή δεν θέλει να την απομακρύνουν από τη Μεγάλη Χώρα μαζί με τα πλούσια αγαθά της. Σε αυτό το σημείο, βλέπουμε για πρώτη φορά την ίδια την Ελλάδα – είναι άρρωστη και οι ντόπιοι την μεταφέρουν σε φορείο. Η Αγορά έχει μια προσωπική επαφή με την Ελλάδα και κανονίζει να την πάρει μαζί πίσω στην πατρίδα της. Αργά την ίδια νύχτα, η Αγορά ξυπνά και ανακαλύπτει πως η Ελλάδα έχει εξαφανιστεί. Την ανακαλύπτει να σέρνεται στα δάση και αποφασίζει να τη φέρει πίσω. Το επόμενο πρωί οι ντόπιοι δημιουργούν μεγάλη φασαρία καθώς η Ελλάδα σύρεται στο ατμόπλοιο. Στο ταξίδι της επιστροφής η Ελλάδα πεθαίνει φρικτά μέσα σε παραλήρημα. Πίσω στην πατρίδα, η Αγορά αποξενώνεται από το πλήρωμα της και νιώθει ανίκανη να ξαναγυρίσει σε μια φυσιολογική ζωη. Έτσι βάζει σκοπό να επιστρέψει τα γράμματα της Ελλάδας στον Αρραβωνιαστικό της που του έχει δώσει η ίδια. Η επαφή της με τον Αρραβωνιαστικό αποδεικνύει πως οι πάντες θαυμάζουν την Ελλάδα παρόλα τα ανοσιουργήματά της. Ο Αρραβωνιαστικός της Ελλάδας πιστεύει ότι τα τελευταία της λόγια ήταν το όνομα του, ενώ στην πραγματικότητα εκείνα ηταν πολύ πιο σκοτεινά «Η φρίκη, η φρίκη!». Η Αγορά, πεισμένη ότι έκανε το καθήκον της, ξεπερνά την κρίση συνείδησης και ετοιμάζεται για την επόμενή της αποστολή.

* η ιστορία του Αλέξη Σταμάτη βασίζεται στην Καρδιά του Σκότους, νουβέλα του συγγραφέα Τζόζεφ Κόνραντ για τον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατική λογική των Ευρωπαίων, που επηρέασε τον Φ. Φ. Κόπολα στην ταινία του, Αποκάλυψη Τώρα.

Friday, December 30, 2011

Η φυγή προς τα έξω. Συναίσθημα, ρεαλισμός και ενοχή

Αλέξης Σταμάτης

Η φυγή προς τα έξω. Συναίσθημα, ρεαλισμός και ενοχή

Για το «Ημερολόγιο 2012» των εκπαιδευτήριων Δούκα

Ο άνθρωπος είναι οι ιδιότητές του. Και μια από τις πιο σημαντικές είναι η επαγγελματική. Η άγρια οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα μας την τελευταία διετία, έχει σίγουρα επηρεάσει καθοριστικά κάθε επαγγελματία και έχει δημιουργήσει σημαντικά ερωτήματα – διλλήματα για τους νέους ανθρώπους που ετοιμάζονται να μπουν στον επαγγελματικό στίβο.

Πιστεύω πως το πρωταρχικό στοιχείο που πρέπει να εξετάσει ένας νέος πριν αρχίσει ακαδημαϊκή ή επαγγελματική του σταδιοδρομία στην Ελλάδα ή το εξωτερικό είναι το ποια είναι η αληθινή του κλίση. Να συνειδητοποιήσει τα πραγματικά του ενδιαφέροντα και να προσπαθήσει να μην επηρεαστεί από το πιο είναι πλέον προσοδοφόρο. Να αναζητήσει εκείνο που αγαπάει πραγματικά και αν μπορεί να πειραματιστεί πάνω σ’ αυτό. Στην περίπτωση που δεν καταφέρει ακριβώς αυτό που θέλει, να προσπαθήσει να βρει κάτι παρεμφερές, το οποίο να έχει την δυνατότητα να είναι επαρκώς ευέλικτο όποτε να έχει την ευκαιρία στην πορεία για αλλαγές και προσαρμογές.

Στην επιλογή του αυτή είναι αντιμέτωπος με δυο δομές: Την δομή των προτιμήσεων και την δομή των ευκαιριών. Φυσικά δεν παραγνωρίζω την ανάγκη κάθε ανθρώπου να θέλει να ακολουθήσει σπουδές που να οδηγήσουν σε ένα επάγγελμα το οποίο να του παρέχει ευκαιρίες για μια όσο το δυνατόν καλύτερο ζωή με δεδομένη μάλιστα και την κρίση που ζούμε. Εδώ, ωστόσο, ισχύει το εξής: λεφτά δεν υπάρχουν αλλά λεφτά γεννιούνται. Το μείζον θέμα είναι αυτή σου η μερίμνα για την επιβίωση να συνδυάζεται με κάτι που αγαπάς, γιατί είναι εξαιρετικά πιθανό η συγκεκριμένη επιλογή να σε ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωη σου. Συχνά η ανάγκη για ασφάλεια μας οδηγεί σε συμβιβασμούς. Κι όσο νωρίτερα γίνουν αυτοί, τόσο πιο δύσκολα απεμπλέκεσαι, όταν έρχεται η ώρα του «ψυχικού»» λογαριασμού. Η ασφάλεια μας δεν πρέπει να είναι το απολυτό μάντρα και ασφαλώς δεν είναι το διαβατήριο για την ευτυχία, κάτι που αποδείχτηκε περίτρανα την τελευταία διετία. Σε έναν ρευστό κόσμο οφείλεις δυο φορές να ρισκάρεις.

Επιτρέψτε μου να γίνω λίγο προσωπικός. Στα 36 μου άλλαξα ριζικά (και με μεγάλο ρίσκο) επαγγελματικό προσανατολισμό και δεν το μετάνιωσα στιγμή, μια και ακολούθησα, έστω και αργά, εκείνο που αγαπούσα πιο πολύ στη ζωη μου. Η κρίση μεγεθύνει την κρισιμότητα της όποιας επιλογής, ωστόσο, εκείνος που θα ζυγιάσει τα πράγματα όχι μόνο με τη λογική της αγοράς αλλα και με τη λογική της καρδιάς, όσο κι αν αυτό απαιτεί ισχυρές δόσεις ρίσκου, θα είναι και εκείνος που πιστεύω ότι θα ζήσει μια αν όχι πιο πλούσια, αλλα σίγουρα πιο γεμάτη ζωη.

Τα στοιχεία που επηρεάζουν την απόφαση ενός επαγγελματία να εγκαταλείψει την πατρίδα του είναι σε στενή συνάρτηση με το ποιο είναι το αντικείμενο του. Εννοείται πως ένας εξειδικευμένος αστροφυσικός δεν έχει ιδιαίτερους λόγους να παραμείνει στη χώρα. Επίσης, ο κάθε επαγγελματίας, με δεδομένη την ύφεση, εάν η πατρίδα του δεν του δίνει ευκαιρίες θα τις αναζητήσει αλλού. Αν έχει ευέλικτα προσόντα και καποια ανοιχτή πόρτα έξω, είναι λογικό, εδικά αν υπάρχει και συγκεκριμένη πρόταση να σκεφτεί να φύγει. Όμως το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων Ελλήνων φεύγουν, καποια στιγμή θέλουν να γυρίσουν πίσω. Η επένδυση στη γνώση καποια στιγμή εξελίσσεται σε επένδυση στη ψυχή.

Οι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν κάποιον στην απόφασή του να φύγει είναι δυο ειδών: ο ρεαλιστικός και ο συναισθηματικός. Ο ρεαλιστικός είναι ο αυτονόητος. Δεν μπορώ να βρω εδώ εκείνο που θέλω και είμαι αναγκασμένος να φύγω έξω. Υπάρχει βέβαια και η πάγια ανάγκη ενός ανθρώπου να ταξιδέψει, να επηρεαστεί από άλλες κουλτούρες, να αναζητήσει τον εαυτό του μέσα από τον «άλλον». Επίσης το γενικότερο κλίμα μέσα στην κρίση δημιουργεί μια ατμόσφαιρα κατάθλιψης και έλλειψης ελπίδας, γεγονός που συμβάλλει στην απόφαση φυγής, όσο και αν προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να παλέψουμε «εντός έδρας» μέσα από το ίδιο το πρόβλημα. Όποιος πασχίσει μέσα στην κρίση, στο μέλλον θα είναι διπλά νικητής.

Για να επιστρέψουμε στο δίλλημα και τις παραμέτρους που το επηρεάζουν, εκείνο που μοιάζει να παίζει ισχυρό ρόλο στη λήψη μιας τέτοιας απόφασης (φεύγω ή μένω), είναι το συναίσθημα. Οι συναισθηματικοί φακοί επαφής που θα φοράει ο υποψήφιος να φύγει όταν δεχτεί την όποια πρόταση ή βρει την ευκαιρία. Οι συνεκτικοί δεσμοί που είναι αναπτυγμένοι στην ελληνική κοινωνία ( κυρίως οι οικογενειακοί) παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο. Η πλειοψηφία των Ελλήνων που μπορούν να εργαστούν έξω θέτουν ένα νοητό πήχη- ερώτημα: πχ: 80.000 και εργασία στη Βοστώνη ή μια σαφώς πιο υποβαθμισμένη ζωή με 20-25.000 στην Ελλάδα; Πρόκειται για έναν δισδιάστατο πήχη χρήματος- ιδιότητας . Η μια διάσταση περιλαμβάνει τις απολαβές και το βιοτικό επίπεδο και η άλλη την Ελλάδα και όσους παράγοντες (ουσιαστικούς, συναισθηματικά υγιείς αλλά και ψυχαναγκαστικούς, εξαρτητικούς ) δένουν τον άνθρωπο με τον τόπο του.

Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν πως η ιστορία του μεταναστευτικού ρεύματος επαναλαμβάνεται σήμερα με νέα μορφή και νέα δεδομένα. Πιστεύω πως δεν είναι καθόλου έτσι. Εκείνη την εποχή η Ελλάδα ήταν σε ακραία κατάρρευση. Την περίοδο που ζούμε δεν έχουμε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ταινιών του Ξανθόπουλου, των τραγουδιών του Καζαντζίδη και του «Άχου, Άχου στο σταθμό του Μονάχου». Υπάρχει επίσης και μια διαφορά κοινωνιολογικής διάστασης. Το μεταναστευτικό ρεύμα της περιόδου εκείνης αφορούσε στην κατώτερη τάξη, ανθρώπους που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Σήμερα αφορά κυρίως τους γόνους της ελληνικής μεσοαστικής τάξης, οι οποίοι λογω ύφεσης και ανόδου ποσοστού ανεργίας κατευθύνονται στο εξωτερικό αυξάνοντας βραχυπρόθεσμα την τάση φυγής.

Όσο για το αν ο Έλληνας είναι ένας «πολίτης του κόσμου» που εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται χωρίς ενοχή ή αναστολές, πιστεύω ότι αυτός ο τύπος συμπατριώτη μας αποτελεί μια μικρή μειοψηφία. Στη ερώτηση αν η απόφαση του να φύγει κανείς είναι απότοκο μιας αληθινής ανάγκης για εξερεύνηση οριζόντων, απόκτηση εμπειριών και δημιουργίας ευκαιριών ή συγκυριακός εξαναγκασμός και αντίδραση μπροστά σε ένα αδιέξοδο, τείνω να πιστεύω ότι για την μεγάλη πλειοψηφία, η ζυγαριά κλείνει προς τη δεύτερη απάντηση.

Ο Έλληνας είναι βαθιά ενοχικός. Έχει εξαιρετικά στενή σχέση (σε βαθμό εξάρτησης) με την οικογένεια του και η ένταση αυτών των σχέσεων δρα ως τροχοπέδη. Ακόμα και όσοι έφυγαν και έστησαν επιτυχημένες καριέρες στο εξωτερικό κατάφεραν να πάρουν μαζί τους και τις οικογένειές τους. Ο Έλληνας δεν είναι Γερμανός με νοοτροπία «Φέτος στην Σαγκάη, του χρόνου στην Μπραζίλια». Ψυχολογικά η Ελλάδα τον κυνήγα παντού με την μορφή μιας μάνας. Και κάθε μάνα έχει τα καλά της και τα κακά της. Σε αγαπά αλλά και σε καταπιέζει. Ίσως λοιπόν είναι και θέμα ομφάλιου λώρου.

Saturday, December 24, 2011

Ο ΜΟΙΚΑΝΟΣ

Ε, είναι μεγάλη ιστορία το πώς έμπλεξα. Που λες, έκλεινα τα μάτια κι έτρεχα στο μέσα δωμάτιο. Κουκουλωνόμουν με τη κουβέρτα κι έπνιγα το πρόσωπό μου με το μαξιλάρι για να μην ακούω τις φωνές της. Δεν τα κατάφερνα. Οι κραυγές της μάνας μου τρυπούσαν τους τοίχους κι έφταναν στ’ αυτιά μου. Δυο φορές τη βδομάδα, τουλάχιστον. Ερχόταν μεθυσμένος, σέρνοντας τα πόδια, άνοιγε την πόρτα κι άρχιζε να βρίζει. Εκείνη μου ’λεγε, «Πήγαινε μέσα», εγώ όμως στην αρχή έμενα κι όταν την πλησίαζε, έτσι ψηλός, βουνό σκέτο, με τα μάτια κόκκινα, ε, δεν μπορούσα. Φοβόμουν κι έτρεχα στο δωμάτιό μου. Αργότερα, έφευγα αμέσως. Χρόνια αυτό, πολλά.

Παρέα δεν έκανα με τα παιδιά, μ’ είχανε για παλαβό. Δε με πείραζαν όμως. Έτσι ψηλός και γεροδεμένος που μου ’να, με φοβόντουσαν. Ο «σιωπηλός Απάτσι» με λέγανε. Είχα και μακρύ ίσιο μαλλί κι έκανα κάπως σαν Ινδιάνος. Ήταν αυτή η γαμημένη κατάσταση στο σπίτι. Μ’ είχε χτυπήσει άσχημα, μ’ είχε κάνει λύκο μόνο. Εκείνον, το φοβόμουνα, ούτε να τον πλησιάσω. Μέσα στο δωμάτιο, με τα μαξιλάρι στ’ αυτιά.

Μέχρι που γινα δεκατέσσερα. Στάθηκα μπροστά της και του ’πα, «Αν την ξαναχτυπήσεις θα σε σκοτώσω». Μου ’ρίξε μια ανάστροφη, τόσο δυνατή που ’φτασα στον απέναντι τοίχο. Τα ’δα όλα. Ύστερα έπεσε πάνω της κι άρχισε να τη χτυπάει. Δε ξέρω πως έγινε, δε θυμάμαι, όλα κοκκίνισαν. Έφυγα εντελώς λέμε. Φαίνεται πως πήρα ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα και του το κάρφωσα στα πλευρά. Έξι μήνες έμεινε στο νοσοκομείο.

Εμένα κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, πέσανε πάνω μου. Μου ’λεγαν πράγματα που δεν καταλάβαινα, εγώ που το μόνο που ήθελα ήταν να μην ξαναζήσουμε έτσι. Το αναμορφωτήριο στη τρίχα το γλίτωσα, είχε ένα δικηγόρο γνωστό ένας θείος. Φύγαμε, μείναμε με τη μάνα μου κάτω Γκυζη. Εκείνος, όταν συνήλθε την ξανάψαξε, αυτή ούτε να τ’ ακούσει. Μια μέρα τη περίμενε έξω από τη δουλειά και τη σακάτεψε στο ξύλο μέρα μεσημέρι. Έφαγε πέντε χρόνια ο αλήτης αλλά η μάνα μου τέλειωσε. Όχι η ζωή της, η ψύχη της. Σπασμένη. Την κλείσανε στη Σωτηρία, στο ψυχιατρικό. Αυτόν ακόμα μέσα τον έχουνε. Μαχαίρωσε ένα συγκρατούμενο, άλλα πέντε. Ούτε να τον δω ξανά στη ζωή μου.

Έμπλεξα που λες με κάτι παρέες από τα Εξάρχεια. Μιλάγαμε για τη κατάσταση την κολοκοινωνία. Ήταν παιδιά σαν κι εμένα , ο καθένας τους είχε φάει κι από ένα χοντρό πακέτο. Και τα ’χανε με το σύστημα, με την κατάσταση. Κάθισα και σκέφτηκα κι εγώ κι είπα τι εχει κάνει το σύστημα για μενα; Τίποτα. Σκατά στο σπίτι σκατά στη ζωή. Τουλάχιστον εδώ είμαι μαζί με άλλους που χουνε τραβήξει τα ιδία. Διάβασα και κάτι βιβλία, εγώ που ποτέ μου δεν είχα ανοίξει βιβλίο. Μια μέρα μου πάνε να ρθω μαζί στη διαδήλωση. Εγώ όταν είδα την πρώτη μολότοφ έφυγα. Μου τη πέσανε οι φίλοι, κότα μ’ ανέβαζαν κότα με κατεβάζανε. «Δυο μέτρα άντρας», μου ’λεγε ο Ντίνος, ο αρχηγός, «και κανείς σαν κοριτσάκι. Φτου σου ρε χεσμένε». Τα πήρα που λες στο φιλότιμο κι είπα, θα τους δείξω εγώ. Έχει κανείς τους κάνει τον τσαμπουκά που ’κανα στο γέρο μου; Εκεί σας θέλω μάγκες, στο αίμα σου, όχι στο αίμα των άλλων. Και την επόμενη φορά βγήκα πρώτος από τη γραμμή. Απέναντι ήταν στημένοι οι μπάτσοι κι ένας ειδικά έβγαινε από τη γραμμή και μας τα ’χωνε. Θωρηκτό ο μάγκας κι άστραφτε το μάτι του. Λέω μέσα μου, τούτος φίλε είναι ο πατέρας σου. Αυτό ήταν. Τα δα όλα! Πάνω στο ντου που έγινε έπεσα πανω του και του ’δωσα της χρονιάς του! Τι ασπίδες ο μάγκας, τι γκλομπ… Τελατίνι τον έκανα που λες.

Μ’ άλλο μάτι οι τύποι μετά. Κονόμησα και παρατσούκλι. Πάει το «σιωπηλός Ινδιάνος» της πιτσιρικαρίας, τώρα έγινα ο «Μοικανός» με τ’ όνομα (ξέχασα να σου πω πως είχα ξυρίσει το κεφάλι κι είχα αφήσει μια ψηλή τούφα κάθετα – σκέτη αφασία).

Μετά απ’ τη φάση, κόλλησα με τα χίλια. Μπήκα δυναμικά, έσπαγα και τζάμια σε τράπεζες κι αυτοκίνητο με λοστό βάρεσα και ΑΤΜ έσπασα. Μας γάμησαν αυτοί, θα τους γαμήσουμε κι εμείς. Αστική δημοκρατία και πράσινα άλογα – να κονομάει ο καθένας εις βάρος μας. Τι να πιστέψεις φίλε, ποιον; Άμα δε τους φας, θα σε φάνε. Επτά χρονιά η ίδια δουλειά. Και φωτογραφία στις εφημερίδες έχω με μαντήλι, φαίνονται όμως τα μάτια μου κι ας τη λεζάντα να λέει ο γνωστός-άγνωστος. Κορνίζα την έχω κάνει.

Τώρα φίλε; Τώρα το χω κόψει. Μεγάλωσα πια. Τριανταρίζω. Είναι και το Ελενάκι. Ο πατέρας της εχει μια μικρή βιοτεχνία και μ εχει βάλει συνεταίρο. Όχι ότι μπήκα στο σύστημα. Χεσμένους τους έχω όλους. Απλά πρέπει να ζήσω κάπως. Να μην κάνω τις μαλακίες που μου κάνανε. Κρατάω την απόσταση, με καταλαβαίνεις; Να τα χω μετανιώσει; Όχι, με τίποτα. Δεν ήμουνα κι ο Κουφοντίνας άλλωστε, έτσι; Έγκλημα δεν έκανα. Αντέδρασα. Τώρα; Του χρόνου λέμε να βάλουμε μπρος και για μωρό. Το «Απατσάκι»…

Τι θα του πω αν μάθω ότι δεκάξι του τα σπάει; Τι λες φιλάρα, τότε θαναι 2025 και θα ζούμε στη Σελήνη…

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ

«Η κάθε στιγμή είναι μια μελωδία που πρέπει να ξαναρχίσει »

Στεφάν Μαλλαρμέ

Το είπε υπέροχα ο Σεφέρης, ότι αφήνουμε τη ζωή να κυλάει σαν νερό από τα δάχτυλα. Όλα ρευστά και εκκρεμή, όλα αιωρούνται άπιαστα και αποσπασματικά. Κομμάτια και θρύψαλα. Ε, για όλα φταίει ο χρονος. Αυτή η ασσύληπτη, τεχνητή, τερατώδης έννοια.

Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι εκείνο που χρειάζεται είναι απλά να στοχεύουμε στο «ζωτικό χρόνο», εκείνο το θαυμαστό απόσταγμα, τη μύχια εμπειρία της διάρκειας και της στιγμής. Το «τώρα» όμως, τι είναι; Μια αυτόματη διαδοχή στιγμών μια τεχνητή ρήξη σε μια φυσική συνέχεια. Ανίκανη να ακολουθήσει την ζωτική κίνηση, η διάνοια κινητοποιεί τον χρόνο μέσα σε έναν μονίμως πλαστό παρόν. Ποιος αντιλαμβάνεται το «τώρα» της στιγμής ενώ ταυτόχρονα το βιώνει; «Τώρα» δεν είναι και η στιγμή οκνηρίας, «τώρα» και η οριακή ένταση; Πιο «τώρα» είναι πιο αληθινό; Υπάρχει αληθινό «τώρα»; Άλλωστε «τώρα» που γράφω αυτή τη φράση, η ιδία μου η κίνηση εχει ήδη γινει παρελθόν.

Προσπαθώντας να δώσουμε ένα νόημα σε αυτόν τον καθημερινό κατακερματισμό, προσδοκούμε στην διάρκεια τον πλούτο της ζωής. Την διάρκεια που θα μας φέρει το μέλλον την ισορροπία , πιθανόν και την ευτυχία. Για να υπάρξει όμως η διάρκεια πρέπει να προϋπάρξει η δοξαστική εκείνη στιγμή που θα πυροδοτήσει, θα πυρπολήσει την ύπαρξη. Όταν όμως έρχεται, είμαστε έτοιμοι να εκχωρήσουμε τον εαυτό μας; Δύσκολο, μια και για να αδράξεις τη στιγμή πρέπει να είσαι εναργής, ανοιχτός. Πρέπει η δεκτικότητα να γίνει το σπίτι σου, η φυσική σου κατάσταση. Κάτι καθόλου εύκολο, ειδικά με τον τρόπο που ζούμε στις δυτικές παγκοσμιοποιημένες μας κοινωνίες….

Έχω ένα φίλο που εχει ζήσει χρόνια στο Καμερούν αλλα και στην Ευρώπη. Θυμάμαι πως μου λεγε πως η έννοια του χρόνου στην Αφρική είναι εντελώς διαφορετική από αυτή της Δύσης. Για έναν Δυτικό, ο χρόνος πηγαίνει ευθύγραμμα προς τα μπρος, κάθε γεγονός αποτελεί ένα συστατικό, ένα κομμάτι που πρέπει να το χρησιμοποιήσεις, ειδάλλως περνάει, εξαφανίζεται. Στην Αφρική ωστόσο, ο χρόνος κυλά προς τα πίσω. Έρχεται από το μέλλον και κατευθύνεται καταπάνω σου. Ο χρόνος δεν υπάρχει, «δημιουργείται», δεν περνά, απλά σε περιμένει. Η ζωή για έναν Αφρικανό, είναι ένα σύνολο γεγονότων. Αντί για ώρες και λεπτά, οι άνθρωποι εκεί βασίζονται σε συναισθηματικά σημάδια, το πότε γεννήθηκες, πότε παντρεύτηκες, πότε υπήρχε πόλεμος.

«Και το πιο σημαντικό: η ίδια σου η δραστηριότητα καθορίζει την ποσότητα του χρόνου που περνά. Αν δουλεύεις γρήγορα, χρησιμοποιείς περισσότερο χρόνο, αν ξεκουράζεσαι τον συντηρείς. Όσο για το μέλλον εδώ δεν υπάρχει. Πρέπει πρώτα να φτιαχτεί», μου χε πει ο φίλος.

Τελικά μου φαίνεται πως σ’ αυτή την αινιγματική παγίδα που μας στήνει ο χρόνος απάντηση δεν υφίσταται. Το μέλλον δεν υπάρχει λένε στην Αφρική, το παρόν δεν «περνάει» λέω εγώ από τη μικρή μου εμπειρία. Ποιος άλλωστε βρέθηκε ποτέ αγκυλωμένος σε ένα διαρκές παρόν; Απλά εγκαταλείπουμε μια στιγμή για να βρούμε μιαν άλλη. Ο πραγματικός χρόνος υπάρχει μόνο χάρη στην στιγμή - βρίσκεται ολόκληρος μέσα στον ενεστώτα, μέσα στην πράξη. Κι ανάλογα με την ποιότητα, με την ένταση, με τη θερμοκρασία της πράξης βιώνεται και ανάλογα.

Η πράξη, εδώ είναι όλη η υπόθεση. Για να καταλήξουμε όμως σε κάποια δράση, υπάρχει μια στιγμιαία απόφαση που φέρει όλο το φορτίο της πρωταρχικότητας. Εκεί ο χρόνος από τη μια διαστέλλεται κι από την άλλη κινητοποιείται. Ένα παράδειγμα από τη φύση. Σε μια γάτα την ώρα που καραδοκεί, βλέπουμε την στιγμή της εφόρμησης να εγγράφεται στο πραγματικό, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε και την επερχομένη τροχιά του άλματος. Πριν από την περίπλοκη διαδικασία της εφόρμησης όμως, υπάρχει η καίρια στιγμή της απόφασης. Η απόφαση, η πράξη είναι που δημιουργεί ένα «τώρα» ενεργό, ένα τώρα που ορίζει τον δικό του χρόνο.

Ο χρονος είναι βασικό συστατικό στη δουλειά ενός συγγραφέα. Μπορεί να τον μεγεθύνει , να τον επιβραδύνει, να τον σταματήσει ακόμα και να τον εξαφανίσει. Είναι κι αυτό ένα από τα αγαθά του μετιέ. Ωστόσο στην πραγματική ζωή τα πράγματα είναι αλλιώς. Κάποιες φορές νιώθω τον χρόνο σαν μια «πλατφόρμα». Υπάρχει είναι εκεί, και παίρνει τις διαφορετικές του μορφές ανάλογα με τη χρήση που του επιφυλάσσουμε. Εξ ου και όλα εχουν να κάνουν με την πράξη. Υπάρχουν στιγμές αδρανείας, οκνηρίας όπου η «πλατφόρμα» αυτή δεν κινείται με τίποτα. Κι από την άλλη υπάρχουν στιγμές έντασης, αγωνίας, πάθους, όπου ταλαντεύεται σε τρελές συχνότητες.

Ο χρονος εντέλει, είναι μάλλον ό,τι τον φτιάχνουμε εμείς. Είτε στην Αφρική είτε στην Ευρώπη… Μια ατελής, απλουστευμένη μέθοδος για να οργανώνουμε τις πράξεις και τις ενέργειες της μικρής αυτής αφήγησης που είναι η παρουσία μας σε αυτόν τον πλανήτη.