Saturday, December 19, 2009

Σκότωσε ό,τι αγαπάς: Κριτικη του Ευριπίδη Γαραντούδη απο τα ΝΕΑ

Εσωτερικός κόσμος, σκοτεινός

Γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης
ΝΕΑ 19.12.09

ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ
Ο ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΘΗΚΕ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΕΝΑ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΤΗ ΡΕΥΣΤΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ- ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ


Στο καινούργιο του μεταιχμιακό μυθιστόρημα ο Αλέξης Σταμάτης πραγματεύεται τη σχέση της πραγματικής ζωής με την τέχνη, την αναζήτηση της ταυτότητας του συνειδησιακά πολυδιασπασμένου υποκειμένου στον σύγχρονο κόσμο, την ανατομία της μεταπολίτευσης Με τις εναλλασσόμενες όψεις της πολυσύνθετης συγγραφικής ταυτότητάς του (ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός), ο Αλέξης Σταμάτης, εδώ και σχεδόν μία εικοσαετία (εμφανίστηκε ως συγγραφέας το 1992), έχει κερδίσει το ενδιαφέρον τόσο του αναγνωστικού κοινού όσο και της κριτικής. Το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά του, Σκότωσε ό,τι αγαπάς, χωρίς να αποκλίνει από τη βασική γραμμή των προηγούμενων πεζογραφημάτων του (τη γραμμή της αναζήτησης ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, σε στιγμές κρίσης, μέσα σε μια χαοτική πραγματικότητα), πιθανόν να λειτουργεί ως σημείο μετάβασης σε μια άλλη φάση του έργου του.

Τον μεταιχμιακό χαρακτήρα του μυθιστορήματος ίσως υποδεικνύουν τα αυτοαναφορικά στοιχεία που υποβάλλονται στην ιστορία του. Ο Άρης Μανιάτης, πενηντάχρονος καταξιωμένος σκηνοθέτης, διανύει περίοδο κρίσης που σημαδεύεται από την αίσθηση της καλλιτεχνικής του κάμψης και της καθολικής προσωπικής του αποτυχίας (χωρισμένος, μόνος, χωρίς πραγματικούς φίλους, χωρίς ουσιαστική σχέση με την εικοσιτετράχρονη κόρη του). Κατόρθωσε, ωστόσο, να ολοκληρώσει επιτυχώς το καθαρά αυτοβιογραφικό σενάριο της προγραμματιζόμενης όγδοης ταινίας του, αυτής που ο ίδιος ελπίζει ότι θα σηματοδοτήσει τη νέα καλλιτεχνική αρχή και θα επιφέρει την προσωπική του λύτρωση. Επιστρέφοντας στο σπίτι του, στο τέλος της βραδιάς που διάβασε το σενάριό του στους συντελεστές της ταινίας, πέφτει θύμα τροχαίου σε ερημικό ορεινό δρόμο. Καταφεύγει για βοήθεια σε ένα απομονωμένο αρχοντικό, όπου κατοικούν μια πανέμορφη τριαντάχρονη γυναίκα, η Δάφνη, και ένας ηλικιωμένος τυφλός γιατρός. Η σχεδόν μία εβδομάδα που ο Μανιάτης θα φιλοξενηθεί εκεί θα αποδειχθεί καταλυτική για τον ίδιο και το σενάριό του. Ερωτεύεται τη Δάφνη, κυρίως όμως αναπτύσσει έναν ιδιότυπο δεσμό με τον γιατρό και εντέλει αποδέχεται τη σκληρή αλήθεια που εκείν ος τού φανερώνει: είναι ένας απελπισμένος που στο σενάριό του συγκαλύπτει την αλήθεια που θέλησε να αποκαλύψει.

Η αλήθεια
Ο σκηνοθέτης, με τη μεσολάβηση του γιατρού, καταδύεται στην απωθημένη μνήμη του, υπερνικά τις φοβίες του, αναζητά τις βαθύτερες αιτίες του παλαιότερου πολυετούς αλκοολισμού του, διερευνά τις ρίζες της αποτυχίας όλων των προσωπικών σχέσεών του. Αρχίζει λοιπόν να ξαναγράφει το σενάριό του, αποκαλύπτοντας αυτή τη φορά την αλήθεια. Στο βαθιά κρυμμένο κέντρο αυτής της αποκάλυψης βρίσκεται το μεγαλύτερο τραύμα της ζωής του Μανιάτη: στις 16 Νοεμβρίου 1980, στην τότε τραγική διαδήλωση πριν από την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, εγκατέλειψε τον καλύτερό φίλο του που δολοφονήθηκε άγρια από άνδρες των ΜΑΤ.

Για το τέλος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας κράτησε τη μεγαλύτερη ανατροπή: ο Μανιάτης υπέστη ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο τη βραδιά που επρόκειτο να διαβάσει το σενάριο στους συντελεστές της ταινίας του, χειρουργήθηκε και παρέμεινε επί μία εβδομάδα σε καταστολή. Όλη λοιπόν η ιστορία διαδραματίστηκε στον εσωτερικό του σκοτεινό κόσμο, μπροστά στο κατώφλι του θανάτου. Όταν ο σκηνοθέτης επανέρχεται στον πραγματικό κόσμο, αναγνωρίζει τη Δάφνη και τον γιατρό του αρχοντικού - καταφυγίου στα πρόσωπα μιας νοσοκόμας της Εντατικής και του χειρουργού του. Σύμφωνα με το κατα ληκτικό σημείωμα του Μανιάτη, τα σενάρια είναι πλέον δύο: το αρχικό και αυτό που διαβάσαμε, το σενάριο - μυθιστόρημα, γραμμένο μέσα σε ενάμιση μήνα, αμέσως μετά την περιπέτεια στο νοσοκομείο.

Εξελισσόμενη πλοκή
Το Σκότωσε ό,τι αγαπάς διαθέτει αδιαμφισβήτητες αρετές, όπως η πυκνή και απροσδόκητα εξελισσόμενη πλοκή, που διατηρεί αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη μέχρι το ανατρεπτικό τέλος της ιστορίας, η οικονομία στην αφήγηση και η ενδιαφέρουσα πολύτροπη υφολογική σύνθεση από ευφάνταστους διάλογους, πολλές σχολιαστικές παρεκβάσεις του αφηγητή, τις εγκιβωτισμένες επιστολές του γιατρού, τις επίσης εγκιβωτισμένες και ολοένα ποιητικότερες απαντήσεις του Μανιάτη στον γιατρό.

Επίσης, η ευρεία αναφορά σε κινηματογραφικούς όρους, στη σχετική θεωρία και σε ταινίες υποστηρίζει ένα αφήγημα με μεικτό ειδολογικό χαρακτήρα ανάμεσα στο μυθιστόρημα και το σενάριο. Η ενσωμάτωση, επίσης, πολλών ακόμη, ως επί το πλείστον φανερών, αναφορών σε ποικίλης φύσης άλλα κείμενα (αρχής γενομένης ήδη από τον τίτλο, μετάφραση του Κill your darlings, υπόδειξης του Faulkner προς τους συγγραφείς) υφαίνει το δίχτυ ενός πυκνού, στοχαστικού αφηγήματος που κεντρώνεται γύρω από θέματα όπως η σχέση της πραγματικής ζωής με την τέχνη, η αναζήτηση της ταυτότητας του συνειδησιακά πολυδιασπασμένου υποκειμένου στον σύγχρονο κόσμο, η ανατομία της ελληνικής μεταπολίτευσης.

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ
Σ τις αρετές του μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη κρύβεται και η πηγή των αδυναμιών του. Αυτές εστιάζονται στην εντύπωσή μου ότι ο Σταμάτης δεν απέφυγε τον σκόπελο ενός υπερφιλόδοξου μυθιστορήματος, με πιο ορατά σημεία του σκοπέλου τα ευφυή αλλά και εξεζητημένα τεχνάσματα, όπως η λύση του τέλους. Επίσης, ολόκληρη η αφήγηση γίνεται από τη σκοπιά του αυτοδιηγητικού και ομοδιηγητικού αφηγητή- βασικού χαρακτήρα, του Άρη Μανιάτη, με την εξαίρεση των εγκιβωτισμένων επιστολών του γιατρού, που όμως και αυτές αποδεικνύονται εν τέλει γεννήματα του εσωτερικού κόσμου του αφηγητή. Έτσι, όμως, όλα τα άλλα πρόσωπα υποβαθμίζονται σε φιγούρες ενός διακοσμητικού θιάσου, στο κέντρο του οποίου απομένει ολομόναχος ο απόλυτος πρωταγωνιστής, ο πολυδιασπασμένος μεσήλικας καλλιτέχνης. Αυτός ο μοναδικός «ολοκληρωμένος» χαρακτήρας διαγράφει στο βιβλίο μια δραματική πορεία λύτρωσης- αποκάλυψης των κρυμμένων τραυμάτων του, χωρίς όμως αυτή η λύτρωση να επέρχεται. Έχω, εν τέλει, την αίσθηση ότι όπως και ο μοναδικός χαρακτήρας του έτσι και το ίδιο το μυθιστόρημα εξελίσσεται σπειροειδώς, συστρέφεται συνέχεια στον εαυτό του, αναζητώντας τα κλειδιά της «αλήθειας» του στην ενδοχώρα του

Monday, December 14, 2009

Συνέντευξη στον Αγγελιοφόρο της Θεσσαλονίκης

Ο πεζογράφος Αλέξης Σταμάτης επιστρέφει με ένα καινούργιο μυθιστόρημα. Με ήρωα έναν 50χρονο κινηματογραφιστή και μια δράση περισσότερο εσωτερική ο συγγραφέας δίνει ένα βιβλίο στο οποίο η λογοτεχνία συναντά το σινεμά

της Εύης Καρκίτη

- Πως ερμηνεύετε τη φράση του Φόκνερ «σκότωσε ότι αγαπάς»; Τι έχει να κερδίσει από αυτό ο συγγραφέας;
Όπως λέω και στο βιβλίο, «σκότωσε ό,τι αγαπάς», σημαίνει ότι πρέπει να ξεφορτώνεσαι εκείνα τα στοιχεία, τις φράσεις, τις σκηνές του σεναρίου, που, όσο και να τα αγαπάς, όσο κι αν αυτοτελώς σου αρέσουν, δεν προσθέτουν κάτι στο όλον, αλλά αντιθέτως το αδυνατίζουν, του διασπούν την συνοχή. Πρέπει να το παλεύεις το κείμενο, να μην του χαρίζεσαι, να μην το αφήνεις να συνεπαίρνει, να σε κολακεύει. Ακόμα και κάτι παλιό γίνεται νέο άμα αφαιρέσεις όσα το περιτριγυρίζουν. Διαρκής, επίπονη αφαίρεση. Μόνο το εξαντλητικό είναι το αληθινά ενδιαφέρον. «Killyourdarlings», είναι η μια από τις πιο σοφές συμβουλές στην λογοτεχνία. Όσο για το πώς γίνεται, εκεί είναι που θέλει μια συγγραφική ωριμότητα και εποπτεία του υλικού. Όταν το ακολουθεί, ο συγγραφέας κερδίζει σε επίπεδο στόχευσης, πετάει από πάνω του τα ψιμύθια, τα περιττά.

- Πως σας προέκυψε ο Άρης Μανιάτης; Γιατί η προσωπική και καλλιτεχνική του κρίση κίνησε το συγγραφικό σας ενδιαφέρον;

Όπως όλοι οι χαρακτήρες στα βιβλία μου, ο Άρης Μανιάτης δεν «προέκυψε». «Εξέβαλλε», μ’ έναν δικό του τρόπο, όταν πρωτοσυνέλαβα την ιδέα ενός καλλιτέχνη σε κρίση. Αλλά και πάλι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό που αμφισβητεί τον εαυτό του. Ο Μανιάτης πιστεύει ότι με το νέο του έργο έχει ξεπεράσει την πρόσφατη κρίση του. Όμως αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Κι αυτό ακριβώς το στοιχείο, ενός καλλιτέχνη που νιώθει ότι έχει περάσει στην «άλλη όχθη» ύστερα από μια κρίση, αλλά ουσιαστικά κρύβεται πίσω από αυτό το «νέο προφίλ» ώστε να καλύψει με άλλο τρόπο εκείνα που διατηρεί θαμμένα, μου ήταν εξαιρετικά γοητευτικό.

- Όπως και σε παλαιότερα μυθιστορήματα σας έτσι και στο «Σκότωσε ότι αγαπάς» είναι διάχυτη μια αίσθηση μυστηρίου. Γιατί αυτή η επιλογή;

Έχω την αίσθηση, ότι, ειδικά σε αυτό το βιβλίο, όλα αυτά τα στοιχεία, όσο κι αν με μια έννοια είναι παρόντα, δεν αναλαμβάνουν τόσο σημαντικό ρόλο. Το παιχνίδι αυτή τη φορά παίζεται αλλού, στο επίπεδο της αφήγησης και των εσωτερικών ανατροπών. Ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές αυτού του έργου είναι η ίδια η έννοια της αφήγησης. Εξ ου και η πρόθεση μου ήταν να είναι πιο παιγνιώδες, πιο ειρωνικό και πιο αμφίσημο από τα άλλα μου βιβλία. Πρόκειται για ένα συγγραφικό ρίσκο, αλλα αλλοίμονο στο δημιουργό που εφησυχάζει.

- Διαφοροποιείστε από άλλα βιβλία σας δίνοντας έμφαση σε μια δράση περισσότερο εσωτερική. Σύμπτωση ή έχετε περάσει σε καινούργια συγγραφική φάση;

Καμία σύμπτωση. Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας, ένιωσα ότι -τουλάχιστον ως προς το ζήτημα της αφήγησης-, έχω κλείσει έναν συγγραφικό κύκλο, και πως πλέον η εξωτερική σκηνογραφία και η εντατική πλοκή δεν μου είναι και τόσο αναγκαία. Η «κάμερα» πλέον εστιάζει στα πρόσωπα, στον εσωτερικό τους κόσμο και στις μεταξύ τους σχέσεις. Ταυτόχρονα τίποτα δεν είναι δεδομένο, η αφήγηση δεν είναι τόσο «σίγουρη για τον εαυτό της», η σκηνή δεν αφορά πάντοτε «σ’ εκείνο που αφορά η σκηνή». Το παιχνίδι πλέον παίζεται στην ίδια την αφήγηση, η οποία δεν έχει την «ασφάλεια» και την «μαθηματική δομή» άλλων έργων. Ηχρήσητηςειρωνείαςείναιεπίσηςσημαντική. Το σπουδαίο που επιτυγχάνεται μέσω της ειρωνείας, είναι το ότι διαχωρίζει τα πράγματα, ότι είναι σε θέση να «ίπταται» από πάνω τους, έτσι ώστε να διακρίνουμε τα ραγίσματα, την υπόδυση, την προσποίηση και τα μαγικά αλλά και ενίοτε τρομακτικά παιχνίδια που παίζει η ανθρωπινή φύση.

- Στα άρθρα και στις δημόσιες εμφανίσεις σας υπερασπίζεστε πάντα τις δυνατότητες του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος. Θα μπορούσατε ίσως συνοπτικά να αναφέρετε και σε ποια σημεία αυτό πάσχει;

Δεν έχω την αίσθηση ότι πάσχει κάπου. Το νέο ελληνικό μυθιστόρημα ανοίγεται, πειραματίζεται, ρισκάρει. Όταν κάποιος ρισκάρει, πάντα θα υπάρχουν αποτυχίες. Το θέμα είναι να αποτυγχάνεις κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο. Η γενιά αυτή εκφράζει μια «απείθεια» ως προς κάποιες νόρμες, θεματολογικές, υφολογικές και άλλες. Όμως το θέμα είναι η υγιής αυτή αντανακλαστική «απείθεια» των νέων ελλήνων συγγραφέων να βρει την αυθεντικότητά της. Να συνδέσει δηλαδή τις οικουμενικές συνθήκες που γέννησαν τη χειραφέτησή της, με τον τόπο στον όποιο αναπτύχθηκε. Ως Έλληνες είμαστε Βαλκάνιοι, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης. Αυτήν τη διπλή καταγωγή θα πρέπει να την επενδύουμε θετικά. Δεν πρέπει να την απομονώνουμε ούτε να τη συμπιέζουμε. Πρέπει να την εμπεριέχουμε.

Tuesday, December 8, 2009

Αρχιτεκτονική και Λογοτεχνία

Συζήτηση με την αρχιτέκτονα Ειρήνη Μαυροειδή (Aθήνα, 2006)
απομαγνητοφώνηση, προφορικός λόγος

Ε. Μ.: Τι ρόλο πιστεύεις ότι παίζει ο τόπος, που επιλέγεις την κάθε φόρα για το μυθιστόρημά σου, στην εξέλιξη της αφήγησης;
Α. Σ.: Kαταρχήν, πρέπει να πούμε ότι είμαι αρχιτέκτονας. Έχω σπουδάσει αρχιτεκτονική, άρα η ματιά μου - πέρα απ’ αυτά που είπα στη διάλεξη που έχουν να κάνουν με τη δομή του βιβλίου- έχει να κάνει πολύ και με τον χώρο. Επίσης, έχω ταξιδέψει πολύ και μπορώ να συγκρίνω μερικά κτίρια, τόπους και πόλεις μεταξύ τους. Σε πρώτη ανάγνωσηθα έλεγε κανείς πως ο χώρος κάθε φορά είναι το σκηνικό . Αυτό, όμως, που είναι ενδιαφέρον σε πολλά βιβλία, είναι όταν ο συγγρφέας δεν αφήνει απλώς τον τόπο να παιζει το ρόλο του φόντου για την ιστορία του, αλλά τον εντάσσει στην πλοκή. Κάποτε ήμουν υπεύθυνος σε έναν εκδοτικό οίκο για ξένη λογοτεχνία (Μεταίχμιο) για μία σειρά που λεγόταν o Άτλας της Λογοτεχνίας. Το βασικό κριτήριο επιλογής των βιβλίων ήταν ο τόπος-πόλη-χώρος να μην είναι απλά το σκηνικό, να είναι σχεδόν σαν ένας χαρακτήρας, να παίζει δηλαδή σημαντικό ρόλο στην πλοκή. Παράδειγμα, φερ’ ειπείν, ένα βιβλίο που είχαμε εκδώσει ήταν το England England του Julian Barns. Ένα “μεταμοντέρνο” βιβλίο, όπου ο κεντρικός χαρακτήρας ήταν η Αγγλία. Στα δικά μου βιβλία προσπάθησα ο χώρος (τόπος-πόλη-δωμάτιο-κτίριο) να είναι ζωντανός. Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχουν πολλές παγίδες. Στο βιβλίο μου Μπαρ Φλωμπέρ, το οποίο εκτυλίσσεται σε τρεις βασικές Ευρωπαϊκές πόλεις, ο ήρωας περιπλανιέται στις πόλεις αυτές και μάλιστα επισκέπτεται σημαντικούς τόπους κλειδιά της κάθε μιας (δηλαδή αν ήταν στην Αθήνα, θα πήγαινε στην Ακρόπολη ή στον Εθνικό κήπο). Στην Βαρκελώνη, φερ’ ειπείν, πάει στα κτίρια και στο πάρκο του Gaudi. Εδώ ο κίνδυνος θα ήταν, όλο αυτό να εξέπιπτε σε ταξιδιωτική λογοτεχνία. Οι τόποι όμως στο συγκεκριμένο βιβλίο παίζουν ενεργό ρόλο στην πλοκή. Στήνονται σκηνές εκεί. Ο τόπος δεν περιγράφεται μόνο από τα συστατικά του, αλλά μέσα απ’ την ατμόσφαιρα που βγάζει και πολλές φορές μέσα από μια λεπτομέρεια. Στο πάρκο Guell του Gaudi, θυμάμαι ότι περιέγραφα κάποια διακοσμητικά που έχει βάλει στα παγκάκια(ψηφιδωτά)… ή στο κτίριο της Pedrera έλεγα μόνο μια φράση ουσιαστικά για την όψη, το ότι είναι ποιητική ( για το κυματοειδές που εγώ το βλέπω και ποιητικό) και είχα και μια σκηνή στην ταράτσα. Επίσης ένα άλλο παράδειγμα που μπορώ να σου πω είναι για ένα άλλο βιβλίο μου το Σαν τον Κλέφτη Μες στην Νύχτα, το οποίο έχει και μεταφυσικό χαρακτήρα. Εκτυλίσσεται σε μία φανταστική χώρα και σε μία φανταστική πόλη. Η χώρα λέγεται Σπιρίτια και η πόλη Έλεφσμαρκ. Θέλοντας να στήσω μία πόλη-χώρα στο Βορρά, υπερβόρεια ας πούμε, γιατί έτσι ήθελα για την πλοκή, πήρα ως παράδειγμα την Νορβηγία και το Όσλο. Σ΄αυτό το βιβλίο περιγράφονται μέχρι και γωνίες δρόμων του Όσλο, έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα, οι οποίες όμως με την κατάλληλη επεξεργασία παίρνουν ένα μεταφυσικό χαρακτήρα. Δηλαδή βασιζόμενος στην πραγματικότητα, το Όσλο, την μετονομάζω στην μεταφυσική Έλεφσμαρκ, απ’ όπου μπορεί να βγει και ένα ξωτικό. Σαν να περπατάει ένα φάντασμα στην γωνία Δημοκρίτου και Βουκουρεστίου. Ο λογοτέχνης έχει μία τρομακτική ελευθερία στο πώς να παίζει με το πραγματικό και το φανταστικό. Κάποιος Νορβηγός που θα διάβαζε αυτό το βιβλίο θα αναγνώριζε την πόλη του και την χώρα του. Μπορεί και να μην του άρεσε γι’ αυτό το λόγο.
Ε. Μ.: Αυτό το κάνουν και στον κινηματογράφο.
Α. Σ.: Φυσικά. Στον κινηματογράφο τις ταινίες εποχής, που παλιά τις γυρνούσαν στο Λονδίνο -τις βικτοριανές ταινίες- πλέον, λόγω οικονομικών συνθηκών, τις γυρίζουν στην Πράγα. Αυτό συμβαίνει γιατί η Πράγα προσφέρει όλο το γοτθικό-βικτοριανό στοιχείο. Οπότε, γίνεται ένα παιχνίδι με τη φαντασία και την πραγματικότητα. Έχουμε σαν σημείο αναφοράς το πραγματικό, την πόλη, τα κτίρια κτλ. και μπορούμε να κυκλοφορούμε. Αλλά το βασικό σ’ αυτή την ερώτηση είναι ότι κατά την γνώμη μου ο λογοτέχνης δεν θα πρέπει να γίνεται ταξιδιωτικός ανταποκριτής και να αναλώνεται σε τουριστικές περιγραφές. Επίσης υπάρχει μία βασική αρχή στην καλή λογοτεχνία, αυτό που λέμε στα αγγλικά show not tell. Δηλαδή δεν λέμε, δείχνουμε. Που σημαίνει πως μέσα απ’ τον χαρακτήρα θα δούμε το κτίριο. Ο χαρακτήρας θα ζήσει το κτίριο ή την πόλη. Είναι ο χρήστης. Υπάρχει και η κακή λογοτεχνία που θα κάνει στην αρχή μια εισαγωγή, είναι σαν να τα βάζεις παραθετικά, κομμάτια κομμάτια. Άσε που και η καλή ταξιδιωτική λογοτεχνία προσομοιάζει την λογοτεχνική. Δηλαδή και η κακή ταξιδιωτική λογοτεχνία το ίδιο κάνει, σου περιγράφει. Η περιγραφή πια δεν είναι απαραίτητη για κάποιον που πρόκειται να πάει ένα ταξίδι. Θα πάει να το δει. Το θέμα είναι αν θα του περάσεις την ατμόσφαιρα. Όλα είναι θέμα ατμόσφαιρας. Αυτό είναι και το σωστό γιατί και ο χρήστης ενός κτιρίου πόλης τί εισπράττει… την ατμόσφαιρα.
Ε. Μ.: Όταν ξεκίνησα την εργασία μου, δεν είχα καμία επαφή με την σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία. Είχα στο μυαλό μου τον Καραγάτση, ο οποίος παρόλο που έχει στα βιβλία του εκτεταμένες περιγραφές τοπίων, ποτέ δεν με κούρασαν. Πάντα μου δινόταν η αίσθηση ότι οι χαρακτήρες του συνδιαλέγονταν με το τοπίο γύρω τους.
Α. Σ.: Ακριβώς αυτό ήταν. Και να σου πω ένα σύγχρονο παράδειγμα- ένα βιβλίο το οποίο, κατά τη γνώμη μου, ήταν απ’ τα καλύτερα, ίσως το καλύτερο, της προπέρσινης χρονιάς- είναι το βιβλίο του Ελευθερίου, Ο καιρός των χρυσανθέμων. Αναφέρεται στη Σύρο των αρχών του 20ου αιώνα, και μέσα από την πλοκή μεταφέρεται ο αναγνώστης στη Σύρο του τότε.. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι πολύ της μόδας τα ιστορικά μυθιστορήματα, τα οποία αναπλάθουν διάφορες εποχές και αυτό το κάνουν και με τα κτίρια. Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, τα περισσότερα είναι αποτυχημένα, ενώ ο Ελευθερίου είναι εξαίρεση φαεινή. Και εφόσον, εγώ πιστεύω, αυτά που είπα στη διάλεξη ότι η κατασκευή του μυθιστορήματος προσομοιάζει με αυτή του κτιρίου, εδώ πλέον μιλάμε για ένα παλίμψηστο. Δηλαδή το ένα χωνεμένο μέσα στο άλλο. Έτσι όπως μοιάζει η κατασκευή του βιβλίου στην κατασκευή του κτιρίου, έτσι και το κτίριο στο βιβλίο είναι η μικρή ρώσικη κούκλα μέσα στη μεγάλη.
Ε. Μ.: Έχω παρατηρήσει ότι οι σύγχρονοι συγγραφείς αποφεύγουν ή δεν χρησιμοποιούν καθόλου περιγραφές για τους χώρους στους οποίους κινούνται οι ήρωές τους. Αυτό μου δίνει την αίσθηση ότι ο χώρος παίζει τον ρόλο του backround της ιστορίας και τον κυριότερο τον έχει ο ανθρώπινος παράγοντας. Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι το κάνουν αυτό;
Α. Σ.: Δεν υπάρχει συνταγή σ’ αυτό. Μπορείς να περιγράψεις μέχρι και τη γωνία ενός περβαζιού και αυτό να είναι πολύ σημαντικό γιατί όλα αυτά πλέον εξαρτώνται και απ’ τη ματιά του αφηγητή – το τι πρόσωπο θα χρησιμοποιήσει. Υπάρχει μία κατηγοριοποίηση της αφηγηματικής φωνής. Για παράδειγμα, το τρίτο πρόσωπο, όπου ο συγγραφέας είναι αυτό που λέμε ο παντεπόπτης αφηγητής, ο θεός, ο οποίος μπορεί να λέει τις απόψεις τις δικές του και όχι του ήρωά του. Υπάρχει και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, από το point of vue του ήρωα, ο οποίος όταν μπει σε ένα δωμάτιο, δε θα το σκανάρει αρχιτεκτονικά, θα πει τι νιώθει. Τώρα που είμαι σ’ αυτό το μπαρ, ας πούμε, εισπράττω μια αίσθηση γενικώς.
Ε. Μ.: Αυτό μου φαίνεται και πιο ρεαλιστικό.
Α. Σ.: Ο χώρος είναι δοχείο ζωής, όπως λέγαμε παλιά στην αρχιτεκτονική. Ως δοχείο ζωής, φέρει ενέργεια. Η ενέργεια υπάρχει σε βαθμίδες κατακερματισμού. Εμένα με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό, να μπορούσα να έχω ταυτόχρονα από τη βίδα μέχρι την συνολική αίσθηση. Όλη τη γκάμα. Ο μακρόκοσμος και ο μικρόκοσμος. Αν δεις φωτογραφίες του σύμπαντος -10^23 από εδώ- μοιάζουν πολύ με τις φωτογραφίες στο εσωτερικό ενός πυρήνα 10^-20. Μακρόκοσμος και μικρόκοσμος είναι σε συνεχή συνδιαλλαγή. Από τον κόκκο της άμμου του μπετόν μέχρι την ατμόσφαιρα του κτιρίου όλου και της πόλης. Είναι διαδοχικά στρώματα, οπότε δεν υπάρχει συνταγή εκεί. Η λογοτεχνία είναι ο τρόπος, το πώς.
Ε. Μ.: Τώρα μου έρχεται στο μυαλό ένα κείμενο του Ζ. Κοτιώνη, στο οποίο μιλούσε για την ενέργεια που δίνει στο κτίριο ακόμα και ο άνθρωπος που το κτίζει.
Α. Σ.: Αυτό το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον ως σκέψη. Όμως ποια είναι η ενέργεια που έχει βάλει ο Μπάμπης Βωβός στα κτίριά του;
Ε. Μ.: Νομίζω ότι αυτό φαίνεται.
Α. Σ.: Ναι, βέβαια. Μπορείς να δεις μπαίνοντας σε ένα κτίριο του Βωβού -εγώ μπορώ να φανταστώ σαν συγγραφέας- το meeting που θα έκανε εκεί με τους διάφορους τύπους, τους κουστουμαρισμένους, με τα τιμολόγια που θα έκλεισαν, και όλα αυτά με μία έννοια υπάρχουν στην επιδερμίδα του κτιρίου. Βγαίνει και το κοστούμι του εργολάβου, αν το σκεφτείς.
Ε. Μ.: Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ορισμένοι χώροι κρύβουν αφηγήσεις, δηλαδή έχουν δυνατότητες αφηγηματικότητας. Εσύ στο ξεκίνημα για τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος, έχεις παρατηρήσει ποτέ, αν αυτό που σε ενέπνευσε ουσιαστικά ήταν κάποιο τοπίο;
Α. Σ.: Πάλι με παράδειγμα θα σου απαντήσω. Το τελευταίο βιβλίο μου, Μητέρα Στάχτη, άρχισε από μία λέξη, τη λέξη αυτοανάφλεξη, η οποία ορίζει ένα "παραφυσικό" φαινόμενο όπου οι άνθρωποι αναφλέγονται χωρίς αιτία. Ταυτόχρονα η λέξη με οδήγησε στο μετωνυμικό της ισοδύναμο που είναι η ψυχική ανάφλεξη ενός ανθρώπου. Άρα –σου λέω τις συνεπαγωγές- η τρίτη συνεπαγωγή με οδήγησε στο ότι το κεντρικό θέμα μου ήταν η φωτιά. Στην τέταρτη συνεπαγωγή ρωτάω τον εαυτό μου που θες να στήσεις το βιβλίο σου και αποφασίζω για κάποιους λόγους στην Ελλάδα και η άμεση επιλογή ήταν στη Σαντορίνη. Λόγω του ηφαιστείου κτλ. Πηγαίνοντας ταξίδι στη Σαντορίνη για να κάνω, αυτό που λένε στον κινηματογράφο, ντεκουπάζ βίωσα όλη αυτή την ατμόσφαιρα με την ενέργεια που έβγαζε το ηφαίστειο, την Καλντέρα, τις ηφαιστειογενής πέτρες, τις παραλίες με τα ηφαιστειογενή πετρώματα και απ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ξεπήδησε μια οικογένεια. Η οικογένεια αναδύθηκε μέσα από το τοπίο και τις στάχτες. Και μάλιστα στη Σαντορίνη υπάρχει ένα στοιχείο ακόμα πιο ενδιαφέρον. Είναι αυτή η πόλη που έπεσε το στέγαστρο –τώρα πρόσφατα- η οποία είναι ένας οικισμός από το 1600 π. Χ. που και πάλι παίζει ρόλο στην πλοκή. Οπότε εκεί τοπίο, πλοκή και ιστορία συνεργάστηκαν και το ένα επέλεξε και οδήγησε στο άλλο. Οπότε η αφήγηση της νήσου οδήγησε και την αφήγηση της ιστορίας. Η νήσος, αυτή η συγκεκριμένη, φέρει ιστορίες και ιστορίες. Πίσω από κάθε πέτρα κρύβονται ένα σωρό πράγματα. Στο βιβλίο που γράφω τώρα έχω βάλει μια πολύ μικρή σκηνή που ο ήρωας βλέπει ένα δοκάρι σπασμένο με βρύα και λειχήνες και μέσα από αυτό σκέφτεται ότι κάποτε αυτό ήταν ένα φέρον στοιχείο ενός σπιτιού, το οποίο σπίτι το κατοικούσαν άνθρωποι με μια ιστορία κ.ο.κ Και όλα αυτά από μία εικόνα. Σκέφτεται και αναπολεί. Ο λογοτέχνης είναι αυτό, από ένα σπασμένο ποτήρι μπορεί να στήσει μια ολόκληρη ιστορία, από ένα δωμάτιο κατεστραμμένο μια άλλη. Είναι λίγο αρχαιολόγος. Αρχαιολογία είναι αυτό.
Ε. Μ.: Εγώ πιστεύω ότι και ο αρχιτέκτονας μπορεί να εμπνευστεί από κάτι τέτοιο. Από τις ιστορίες που κρύβονται πίσω απ’ το κάθε πράγμα, για να δημιουργήσει κάτι καινούριο ή να εξελίξει κάτι ήδη υπάρχον. Για παράδειγμα, μου έχουν πει ότι στην Ικαρία κοντά σε μια παραλία υπάρχουν κάτι μεγάλα βράχια, στα οποία έχουν φτιάξει (ίσως κάτοικοι) κάτι σαν στέγαστρα –πρόχειρες κατασκευές- εκμεταλλευόμενοι την φυσική τους κλίση και την προστασία που μπορούν να προσφέρουν αυτά απ’ τις καιρικές συνθήκες. Αυτό αποτελεί ένα αρχιτεκτόνημα το οποίο κρύβει μια ιστορία.
Α. Σ.: Τώρα μιλάς για την ανώνυμη αρχιτεκτονική, η οποία προκύπτει μέσα από την ανάγκη. Εκεί κι αν δημιουργείται ιστορία. Γιατί ότι βγαίνει μέσα απ’ την ανάγκη και την απλή ανάγκη του ανθρώπου, εξελίσσει την ανάγκη και δημιουργεί την αφήγηση του χώρου. Αλλά αυτό συμβαίνει και στην πόλη νομίζω. Ακόμη και με τις αλλαγές στις χρήσεις. Ένας ζωντανός οργανισμός είναι. Μικρόκοσμος. Δοχείο.
Ε. Μ.: Απλά πιστεύω ότι στην πόλη αυτό είναι πιο δυσδιάκριτο.
Α. Σ.: Στην πόλη είναι πιο κάθετες οι τομές. Δηλαδή αυτό που παίρνει η σταδιακή αφήγηση από ένα χωριό, στην πόλη θα είναι βίντεο κλιπ. Μπορεί να κατεδαφίσουμε ένα κτίριο και να κάνουμε ένα άλλο στη θέση του, πιο σύγχρονο. Αυτό είναι μια βίαιη επέμβαση στην ιστορία, ενώ αυτό που λες είναι μία σταδιακή ομαλή εξέλιξη. Όλα είναι ιστορία, δρόμος, αφήγηση.
Ε. Μ.: Υπάρχουν μέρη στην σύγχρονη Ελλάδα που σε εμπνέουν, κι αν ναι, ποια είναι αυτά και για ποιο λόγο σε εμπνέουν;
Α. Σ.: Πάρα πολλά. Με εμπνέουν από τις πόλεις μέχρι τα χωριά. Έχω εμπνευστεί από τη Σαντορίνη μέχρι το Πήλιο, όπου έχω ένα εξοχικό και το έχω ζήσει. Την Αρκαδία που έγραψα το τέλος του Μπαρ Φλωμπέρ. Μπορώ να σου πω ότι τώρα, επειδή θέλω να γράψω κάτι τελείως για το τώρα, για το σήμερα και για την Αθήνα, είμαι ακριβώς σε ένα τέτοιο ψάξιμο. Ζούμε αυτή τη μεταιχμιακή φάση, όπου η Αθήνα τώρα είναι σε μία εξέλιξη και πάει να γίνει μια πολιπολιτισμική μητρόπολη με το δικό της τρόπο. Για ‘μένα η Αθήνα είναι μια φοβερά ενδιαφέρουσα πόλη. Έχει τρομαχτικό ενδιαφέρον. Δεν υπάρχει άλλη τέτοια! Ίσως το Βερολίνο, ας πούμε. Είναι ένα παλίμψηστο. Φέρει σε στρώσεις, διαδοχικά την ιστορία της περιοχής. Το θέμα, όμως, είναι πώς όλο αυτό το συνδέεις με την κοινωνική πραγματικότητα. Ζώντας σε ένα μεταίχμιο που είμαστε τώρα και με έλλειψη ενός μύθου –δεν υπάρχει μύθος, αυτό ισχύει και για την αρχιτεκτονική, παλιά είχαμε μύθους και μπορούσαμε να δομήσουμε σε σχέση με τους μύθους, τώρα δεν υπάρχει ελληνικός μύθος-, καλείσαι να το περιγράψεις. Αυτό είναι τρομαχτικά δύσκολο. Γιατί δεν έχεις συγκεκριμένο εχθρό. Όπως παλιά σε πολιτικό επίπεδο υπήρχαν οι εχθροί και έλεγες ο κακός ιμπεριαλισμός, ο κακός Παπαδόπουλος ή ο κακός Χίτλερ. Τώρα ο «εχθρός» είναι παντού - εξαερωμένος. Τον φέρουμε εντός μας και δεν μπορούμε να τον βάλουμε μπροστά και να τον περιγράψουμε. Είναι πολύ πιο δύσκολο αυτό. Και στην κοινωνική διάσταση του μυθιστορήματος αλλά και στο χωροταξικό του πλαίσιο. Γιατί τι θα διαλέξεις; Μπορείς να μου πεις για τους μετανάστες, πάλι το πας εκεί. Το θέμα είναι να μπορέσεις να μιλήσεις, να το βάλεις σε ένα συνολικό πράγμα και να μπορέσεις να βάλεις και την Αθήνα σαν χαρακτήρα μέσα στο μυθιστόρημα. Δεν είναι καθόλου εύκολο.
Ε. Μ.: Έχω διάφορες παρατηρήσεις πάνω σ’ αυτά που μου είπες και σε σχέση με τις συζητήσεις που είχα και με τον Θανάση Χειμωνά και με τον Γιάννη Ξανθούλη. Καταρχήν είσαι ο πρώτος που μου αναφέρει ότι και τα χωριά στην επαρχία σε ενδιαφέρουν.
Α. Σ.: Ο Ξανθούλης είναι από επαρχία και έχει ασχοληθεί στα έργα του με τον κόσμο της. Ίσως επειδή εγώ είμαι παιδί της πόλης να με ιντριγκάρει ακόμα περισσότερο. Ο Ξανθούλης που το έχει ζήσει πολύ περισσότερο στο πετσί του ίσως δεν τον απασχολεί πολυ πλέον. Και θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του ότι η Αθήνα, αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Κι εγώ ταξιδεύω, αλλά δεν έχω ζήσει για πολύ σε χωριό, μόνο στο Πήλιο.
Ε. Μ.: Στα ταξίδια σου τον εαυτό σου τον θεωρείς έναν απλό τουρίστα;
Α. Σ.: Καθόλου. Περισσότερο ταξιδιώτη που προσπαθεί να δεχτεί ερεθίσματα από το περιβάλλον που επισκέπτεται. Δηλαδή για να καταλάβεις, στο τελευταίο βιβλίο που σου έλεγα πριν, το οποίο εκτυλίσσεται εξ’ ολοκλήρου στην Αμερική, έχει σκηνές από ένα μικρό χωριό –την πατρίδα του Mark Twain- που λέγεται Hannibal, ένα χωριό δέκα χιλιάδων κατοίκων, μέχρι τη Νέα Υόρκη. Αυτό το χωριό παίζει καίριο ρόλο και έρχεται σε άμεση αντιπαράθεση με τη Νέα Υόρκη. Όπου, φυσικά, εκεί είχα την αίσθηση ότι όλα έχουν σταματήσει στο 19ο αιώνα. Τα σπίτια είναι σαν σκηνικό ταινίας εποχής. Και μετά ξαφνικά γίνεται η εκτίναξη στη Νέα Υόρκη. Εμείς εδώ ίσως δεν έχουμε τόσες διακυμάνσεις μεταξύ των μεγαλουπόλεων και των χωριών, αλλά και πάλι, τηρουμένων των αναλογιών και εδώ ισχύουν τα ίδια.
Ε. Μ.: Όταν θες να παρουσιάσεις μια κατάσταση σε μία πόλη, ίσως τελικά πρέπει να τη δεις στο σύνολό της, σε σχέση με το τι συμβαίνει στην επαρχία ολόκληρης της χώρας, όπου ανήκει. Ίσως το ενδιαφέρον βρίσκεται σ’ αυτό το κοντράστ μεταξύ πόλης και επαρχίας σε μια χώρα.
Α. Σ.: Ειδικά με τη μη αυθεντική επαρχία, έτσι όπως είναι σήμερα. Γιατί είναι διαβρωμένη απ’ την τεχνολογία, από εικόνες, από τηλεόραση, από πληροφορία γενικότερα. Όμως, τα πράγματα εξελίσσονται με τις αντιφάσεις τους. Όταν ο Βόλος, για παράδειγμα, εμπεριέχει τη μίμηση της Αθήνας και τον παλιό Βόλο σε γωνίες, όπως και η Αθήνα φέρει τη μίμηση της μεγαλούπολης αλλά και την παλιά Αθήνα σε κάποιες γωνίες –αυτό το φοβερό, που γυρνάς απ’ τη μία γωνία και βλέπεις το γυάλινο κτίριο κι απ’ την άλλη την παράγκα-, αυτό τείνει να εκλείπει στο εξωτερικό. Εμείς το ‘χουμε και είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον αφηγηματικά γιατί μπορείς να έχεις και το flashback και το τώρα την ίδια στιγμή. Έτσι βέβαια δημιουργείται ένα πολεοδομικό αλαλούμ. Aλλά το πολεοδομικό αυτό αλαλούμ είναι τίμιο, γιατί αυτό είναι! Δεν μπορούμε να μακιγιάρουμε τα κτίρια και να τα κάνουμε cinecitta για να θυμίζουν, ή να μην θυμίζουν. Κάποια στιγμή όλο αυτό θα βρει την ενότητά του. Λένε - και συμφωνώ απόλυτα- ότι ένα έργο τέχνης δεν τελειώνει ποτέ. Aπλά κάνεις μία κάθετη τομή και το δίνεις στον επόμενο. Έτσι και η πόλη δεν τελειώνει ποτέ. Είναι διαρκώς work in progress, έργο εν εξελίξει. Υπάρχει φοβερή αλληλεπίδραση μεταξύ του αφηγημένου χώρου και του χώρου του αφηγούμενου. Για ‘μένα όλα συνδέονται. Τίποτα δεν είναι στατικό και κάθε ενέργεια έρχεται και κολλάει στην άλλη και προχωράνε.
Ε. Μ.: Η άλλη παρατήρηση που ήθελα να σου πω είναι ότι στα περισσότερα βιβλία που διαβάζω, βρίσκω πολύ συχνά τα flashback. Αυτό σε σύγχρονα μυθιστορήματα. Κι ενώ περιμένω να διαβάσω σε ένα βιβλίο ένα μυθιστόρημα που να αναφέρεται στο τώρα, για να γνωρίσω τον τόπο μου, να τον δω από μια άλλη οπτική γωνία..
Α. Σ.: Αυτό περιμένεις;
Ε. Μ.: Γενικά όταν διαβάζω ένα βιβλίο δεν περιμένω τίποτα. Ίσως λόγω της εργασίας μου περίμενα κάτι τέτοιο..
Α. Σ.: Ωραία. Και σου πετάει ένα flashback..
Ε. Μ.: Ναι, και με πάει σε περιγραφές της Αθήνας ή της επαρχίας από τριάντα μέχρι δέκα χρόνια πίσω. Γι’ αυτό μου έκανε εντύπωση που θέλεις να γράψεις ένα μυθιστόρημα για το τώρα. Αναρωτιέμαι πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να περιγράψεις μία κατάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη, που δεν είναι πεπερασμένη;
Α. Σ.: Πάρα πολύ. Πολύ πιο δύσκολο απ’ το πριν. Τώρα θα μιλήσω τελείως λογοτεχνικά γιατί, τουλάχιστον για εμένα, η λογοτεχνία είναι ένας άλλος τρόπος να δεις. Να σου πω πως έγινα πεζογράφος γιατί νομίζω ότι κολλάει απόλυτα μ’ αυτό. Ήμουνα στο Λονδίνο και καθόμουν σε μία pub και έπινα μια μπύρα και ξαφνικά κοιτάζω το τυχαίο κάδρο απέναντί μου, το οποίο περιείχε δέντρα, αυτοκίνητα, ένα ζευγάρι με ένα σκυλί… τίποτα … ό,τι περιέχει αυτό (και μου δείχνει το δρόμο έξω απ’ το παράθυρο)… και λέω μέσα μου, τελικά όλα είναι εδώ. Τα πάντα! Και άρχισα να τεστάρω το κάδρο σε σχέση με οτιδήποτε μου ερχόταν στο μυαλό αυτόματα. Αυτόματη γραφή. Υπάρχει θάνατος; Υπάρχει ζωή; Υπάρχει μίσος; Όλα ήταν στο τυχαίο κάδρο το οποίο θα μπορούσε να είναι και λίγο πιο ‘κει. Άρα ο συγγραφέας για ‘μένα -τουλάχιστον εγώ έτσι δουλεύω- είναι πραγματικά ένας αρχαιολόγος και ένας ανασκαφέας μιας πραγματικότητας και επιμελητής ενός χάους. Και επιμελητής της τυχαίας εικόνας. Απ’ αυτό εξορύσσει τα κρυμμένα υλικά και θαύματα. Γι’ αυτό μοιάζει τόσο πολύ με την αρχιτεκτονική. Υπάρχει μία επεξεργασία τεχνική. Γιατί άμα αρχίσεις να γράφεις αυτό που αισθάνθηκα εγώ εκείνη τη στιγμή, είναι ένας μονόλογος εσωτερικός ο οποίος παλιά μπορεί να είχε ενδιαφέρον, τώρα είναι τελείως passe. Αυτή τη μαγιά την παίρνεις και τη ζυμώνεις, την πλάθεις. Είναι ένας άλλος τρόπος να βλέπεις. Αυτό που ο άλλος προσπερνάει ως δεδομένο.. είναι σαν τον έρωτα για να σου δώσω να καταλάβεις, που βλέπεις τον άλλο σαν δεδομένο. Ε, δεν είναι δεδομένος. Ξαφνικά μπορεί να δεις κάτι άλλο τελείως διαφορετικό, πίσω απ’ αυτό που έχεις συνηθίσει. Κι αυτό, νομίζω, είναι το ταλέντο, που το αναγνωρίζει κανείς όταν είναι μικρός. Εγώ μικρός νόμιζα ότι είχα πρόβλημα μ’ αυτό το στοιχείο.
Ε. Μ.: Τι θεωρείς εσύ σύγχρονο ελληνικό δημόσιο χώρο;
Α. Σ.: Αν δεχτούμε ότι δημόσιος χώρος, σε αντιδιαστολή με τον ιδιωτικό, είναι ο χώρος εκτός του διαμερίσματός σου, είναι τα πάντα. Να σου πω τι είναι κατά τη γνώμη μου; Είναι αυτό που λέμε στα αγγλικά the commons, τα κοινά. Ο δημόσιος χώρος για ‘μένα είναι από τον ουρανό μέχρι το internet. Αυτό που αναπνέουμε, όταν επικοινωνούμε, αυτό που πίνουμε, αυτό που βλέπουμε ..ό,τι έχει να κάνει με τις αισθήσεις μας. Αυτό θεωρώ δημόσιο χώρο. Το οποίο πρέπει να προστατεύουμε, όπως πρέπει να προστατεύουμε το internet απ’ τους κακόβουλους εισβολείς, έτσι πρέπει να προστατεύουμε οικολογικά τη γη. Ιδιωτικός χώρος είναι εκεί που κλείνει η πόρτα. Και γι’ αυτό φυλάσσεται τόσο πολύ. Εκεί μπορεί κάποιος να σκέφτεται μία άλλη διπλωματική για το ποια είναι η ανάγκη του τόσο περίκλειστου. Είναι η συνέχεια της σπηλιάς. Αλλά ο Αθηναϊκός δημόσιος χώρος είναι ένα πολύ αντιφατικό πράγμα, το οποίο περιέχει θαύματα και τρομερές συγκρούσεις.
Ε. Μ.: Ο περισσότερος κόσμος, πιστεύω, αν τους έκανα την ερώτηση αυτή για τον δημόσιο χώρο, θα τον τοποθετούσαν αυτόματα στον αστικό χώρο, στην πόλη, στην Αθήνα. Εγώ θεωρώ ότι δημόσιος χώρος υπάρχει παντού.
Α. Σ.: Εγώ δημόσιο χώρο θεωρώ και τον ανθρώπινο. Το να έχεις μια συζήτηση σε ένα καφενείο είναι δημόσιος χώρος, κατά μία έννοια. Μια δημόσια αφήγηση. Επειδή έχουμε ανάγκη κατακερματισμού και ορισμών έχει περάσει στο λόγο μια καθαρά αυστηρή ταξινόμηση της κάθε έννοιας. Ενώ έχει πολύ ενδιαφέρον αν το δεις σε ένα δεύτερο επίπεδο στο σύνολό της. Δηλαδή όταν είσαι σε ένα ταξίδι, δεν είναι δημόσιος χώρος; Ό,τι κοινά ανθρώπινο μοιράζεσαι είναι δημόσιος χώρος. Μέχρι που μπορεί να το καταργήσουμε κι αυτό για το σπίτι που λέμε, γιατί όταν κάνεις ένα πάρτι τι είναι; Δηλαδή η σχέση ιδιωτικού και δημόσιου χώρου είναι ένας τεχνητός ορισμός.
Ε. Μ.: Ποιες είναι οι διαφορές και ποια τα κοινά μιας αφήγησης που εκτυλίσσεται στην πόλη και ποια στο χωριό (κλίμακα χώρου);Και τα χαρακτηριστικά του χώρου αυτού, δηλαδή αν πρόκειται για βουνό, νησί κτλ., με ποιο τρόπο θα επηρεάσουν τους ήρωές σου;
Α. Σ.: Το τυπικό είναι ότι σε μια πόλη, με όλες αυτές τις δυνατότητες που προσφέρει, έχεις τη δυνατότητα μιας πολύ πιο ανοιχτής αφήγησης. Ενώ στο χωριό, μοιραία λόγω κοινωνικών συνθηκών, θα στην κάνει πιο κλειστή. Από ‘κει και πέρα, βέβαια, κατά τη γνώμη μου μπορεί να είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα μία αφήγηση που εκτυλίσσεται στην τραπεζαρία ενός σπιτιού σε ένα χωριό από ένα αφήγημα όπου ο ήρωας πηγαινοέρχεται σε όλες τις χώρες του κόσμου. Δηλαδή πάλι είναι στο πώς, τίποτα δεν περιορίζει τη λογοτεχνία. Υπάρχει αυτό το περίφημο διήγημα του Κάφκα με την κατσαρίδα, που όλο είναι μέσα σε ένα δωμάτιο και λέει τα πάντα! Εμένα επειδή μου αρέσουν πάρα πολύ οι περιορισμοί στη λογοτεχνία και στην τέχνη γενικότερα, θα μου ήταν πολύ ερεθιστικό να εγκλωβίσω έναν ήρωα σε έναν πεπερασμένο χώρο, κοινωνικά και χωροταξικά, να τον απομονώσω, να έχει «τοίχους» γύρω του και να δημιουργήσω μια πλοκή εκεί μέσα. Έτσι είσαι αναγκασμένος να βρεις λύσεις πολύ πιο δύσκολες.
Ε. Μ.: Ποιος ελληνικός δημόσιος χώρος σου κινεί το ενδιαφέρον; Πιστεύεις ότι έχει δυνατότητες αφήγησης;
Α. Σ.: Όλοι, δεν μπορώ να το περιορίσω κάπου. Εκείνος ο οποίος στην εκάστοτε ιδέα μου θα με ιντριγκάρει, θα κολλάει. Πάντως σε όλα τα βιβλία μου έχω βάλει δημόσιους χώρους.
Ε. Μ.: Ήθελα να σε ρωτήσω και κάτι άλλο. Κάπου είδα και σε περιέγραφαν ως συγγραφέα-flaneur του αστικού τοπίου και των προσωπικών διαδρομών.
Α. Σ.: Αυτό είναι απ’ το την εποχή του Μπαρ Φλωμπέρ.
Ε. Μ.: Εσύ θεωρείς τον εαυτό σου ένα συγγραφέα-flaneur και πώς θα μπορούσε να είναι ένας τέτοιος συγγραφέας;
Α. Σ.: Το Μπαρ Φλωμπέρ ήταν όντως στον τύπο του flaneur, διότι το έγραψα κάνοντας ταυτόχρονα και τα ταξίδια και λύνοντας προβλήματα πλοκής μέσα από την ίδια τη ζωή μου, χωρίς να είμαι εγώ ο ήρωας. Μπορώ να σου μιλάω ώρες γι’ αυτό. Απίστευτα πράγματα συνέβησαν κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών και οδήγησαν σ’ αυτό το βιβλίο. Επειδή, όμως, δε μου αρέσουν τα στερεότυπα στην τέχνη και λόγω του Μπαρ Φλωμπέρ αμέσως με κατέταξαν στους κοσμοπολίτες συγγραφείς, στο επόμενο βιβλίο μου αποφάσισα ότι ο ήρωάς μου δε θα πάει μακρύτερα απ’ την Πεντέλη. Αλλά για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, ήμουν ένας οδοιπόρος-περιπλανητής, ο οποίος κοίταζε με τα μάτια ανοιχτά και εισέπραττε σα σφουγγάρι και ταυτόχρονα υπήρχαν οδόσημα στην πορεία και στάσεις, τα οποία δημιουργούσαν την όλη πλοκή. Η οποία, φυσικά στην περίπτωση του Μπαρ Φλωμπέρ, ήταν τρεις μεγάλες, εμβληματικές, Ευρωπαϊκές πόλεις, ιστορικές με φοβερή αρχιτεκτονική. Βαρκελώνη, Φλωρεντία διαφορετική κ.ο.κ. Βέβαια το βιβλίο τελειώνει στην Αρκαδία σε ένα χωριό. Και να σου πω και κάτι που μου ήρθε από το Μπαρ Φλωμπέρ; Κάποια στιγμή εκεί στην Αρκαδία, είχα βρει ένα γκρεμισμένο πύργο, όπου έγραψα μια σκηνή την οποία έβγαλα μετά, και για να τη γράψω τη σκηνή αυτή -όπου ο ήρωας θα έβρισκε μια φωτογραφία που θα τον παρέπεμπε στον άλλο που ήθελε να βρει- έκανα κανονική αρχιτεκτονική αποτύπωση του ερειπίου. Το σχεδίασα εν πάση λεπτομερεία, έγραψα που θα έβρισκε τη φωτογραφία, κάτω από ποια πέτρα. Αυτό δεν ξέρω γιατί το έκανα, δεν ξέρω γιατί ήθελα να είμαι τόσο ακριβής. Αλλά μου δημιουργήθηκε η ανάγκη.
Ε. Μ.: Πιστεύεις ότι, στη σύγχρονη εποχή, περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ιστορίες που εκτυλίσσονται στον δημόσιο χώρο ή στον ιδιωτικό;
Α. Σ.: Δεν υπάρχει, νομίζω, μυθιστόρημα που να μην έχει εξίσου σημαντικές σκηνές και σε δημόσιο και σε ιδιωτικό χώρο. Δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός. Και το μυαλό τι είναι; Δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος; Δεν φέρει όλη τη σχέση με το δημόσιο; Οι μνήμες ενός ανθρώπου, οι αναμνήσεις του, ναι μεν είναι ιδιωτικές, αλλά είναι συνδυασμένες με εξοχή, με παιδικά βιώματα, με σχέσεις με τους άλλους. Εφόσον έχουν σχέση με τους άλλους και οι άλλοι είναι δημόσιος χώρος, αυτόματα ανοίγει το πράγμα.
Ε. Μ.: Με ποια κριτήρια επιλέγεις την κάθε φορά κάποιον συγκεκριμένο δημόσιο χώρο;
Α. Σ.: Αυτό λειτουργεί κι από τις δυο πλευρές. Είτε με κριτήρια να εξυπηρετούν μία προαποφασισμένη ιστορία, όπως στη Σαντορίνη. Στη Σαντορίνη ο ίδιος ο χώρος με οδηγεί, δημιουργείται μια αμφίδρομη σχέση. Επιλέγω τον χώρο, ορίζω μια συνθήκη ‘πάνω’ του και ο χώρος, όταν έχω την εμπειρία του, μου δίνει πίσω άλλα πράγματα. Αυτό γίνεται και με τους χαρακτήρες. Μπορεί να χτίσεις ένα χαρακτήρα, πολύ καλά, να έχεις αποφασίσει να κάνει ορισμένα πράγματα και ξαφνικά ο χαρακτήρας να αρνηθεί να τα κάνει. Έτσι και ο χώρος μπορεί να αρνηθεί να φιλοξενήσει αυτά που έχεις σκεφτεί και να πει όχι εδώ δεν θα γίνει δολοφονία, π.χ. θα γίνει γάμος. Και να αλλάξουν όλα. Όλα αλλάζουν στην πορεία. Άμα πας να χωρέσεις μια πλοκή σε μια προαποφασισμένη δομή, δε θα σου βγει. Είναι εν εξελίξει. Κακοί λογοτέχνες είναι αυτοί οι οποίοι πάνε να καπελώσουν με την προαποφασισμένη πλοκή το βιβλίο. Και αρνείται ο χαρακτήρας να τα κάνει, τον βάζει να τα κάνει και μετά δε γίνεται πιστευτός. Πάει να τους βγει η πασιέντζα. Κλέβουν για να τους βγει. Η πασιέντζα ‘όμως είναι περιπέτεια.
Ε. Μ.: Θεωρείς τον χώρο αμετάβλητο ή σαν κάτι που μεταβάλλεται παράλληλα με την αφήγηση;
Α. Σ.: Μεταβάλλεται διαρκώς και κάθε δευτερόλεπτο. Είναι σαν το νερό. Ο χώρος διαρκώς ρέει. Ρέει από συστολοδιαστολές των υλικών. Αυτό που έχει ενδιαφέρον με το χώρο είναι ότι δεν είναι στατικός. Φιλοσοφικά, είμαστε σε μία μπάλα η οποία γυρίζει σαν τρελή γύρω από ένα άλλο πράγμα κτλ. και όλα είναι ένα illusion. Τα πράγματα αλλάζουν κι ας μην είναι ορατή πάντα η μεταβολή που υφίστανται.
Ε. Μ.: Αυτή τη ροή εσύ πιστεύεις ότι μπορείς να τη μεταφέρεις στα μυθιστορήματά σου;
Α. Σ.: Αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον με το συγγραφέα, μπορεί να επιταχύνει το χρόνο και να τον επιβραδύνει. Αυτό το δεύτερο βιβλίο, το μεταφυσικό που σου έλεγα, εκτυλίσσεται όλο –είναι 450 σελίδες- μέσα σε εφτά λεπτά πραγματικού χρόνου. Ταυτόχρονα μπορείς να κάνεις ένα άλμα εποχών. Έχεις αυτή τη φοβερή δυνατότητα, να κάνεις ό,τι θέλεις με το χρόνο.
Ε. Μ.: Στο έργο σου, συνήθως, εμπεριέχονται αυτοβιογραφικά στοιχεία; Οι αφηγήσεις πηγάζουν κυρίως από προσωπικά βιώματα στον τόπο που περιγράφεις;
Α. Σ.: Εγώ έκανα το εξής, το πρώτο βιβλίο που έγραψα -με όλα τα αβαντάζ και τα προβλήματα του πρώτου βιβλίου- ήταν καθαρά αυτοβιογραφικό. Και με αυτό αισθάνομαι ότι τελείωσα με την παθολογία του συγγραφέα που μιλάει για τον εαυτό του. Όταν τέλειωσα το δεύτερο βιβλίο, το Μπαρ Φλωμπέρ, μία φίλη μου μου είπε ότι είμαι εγώ στο βιβλίο. Εγώ δεν ήμουν όμως ο κεντρικός ήρωας, το ήξερα. Και της το είπε. Όχι, μου λέει δεν είσαι εσύ, εσύ είσια ‘ολόκληρο του βιβλίο’. Δεν γλιτώνεις, ακόμα και οι πόλεις εσύ είσαι. Γιατί είναι το μάτι το συγγραφικό. Δεν μπορείς να μην υπάρχουν ψήγματα του συγγραφέα πίσω από κάτι, έστω και σε πρώτο επίπεδο άσχετο από σένα. Πάλι στο Μπαρ Φλωμπέρ, έχω καταλάβει ότι υπήρχαν ζητήματα δικά μου τα οποία σε πρώτη φάση εκείνη τη στιγμή δε σκεφτόμουν να τα γράψω και εκ των υστέρων διολίσθησαν μέσα στην πλοκή. Ακόμα και όταν γράφω ως γυναίκα σε πρώτο πρόσωπο γυναίκα ή, όπως στο τελευταίο μου, μιλάω για έναν φριχτό πατέρα που κάνει τέρατα και σημεία. Το πράγμα δεν προκύπτει μόνο του. Είσαι όλα και ταυτόχρονα βρίσκεσαι σε συνεχή διάλογο μ’ αυτούς τους ανθρώπους, τους ήρωες, οι οποίοι γίνονται δικοί σου. Πολλές φορές σου υπαγορεύουν κιόλας. Η μαγική στιγμή στη συγγραφή είναι όταν δε σκέφτεσαι, σαν να γράφει μόνο του το χέρι και αισθάνεσαι ότι κάποιος στα υπαγορεύει.
Ε. Μ.: Τι σημασία έχει η σχέση του συγγραφέα με το χώρο που διαδραματίζεται η ιστορία του; Πόση σημασία έχει αν ο συγγραφέας έχει απλώς επισκεφτεί αυτόν τον χώρο, αν τον έχει βιώσει πραγματικά, αν δεν έχει πάει ποτέ εκεί;(αληθινή, φανταστική, αλλοιωμένη απόδοση του χώρου;)
Α. Σ.: Είναι ένα φοβερό στοίχημα να γράψεις για κάπου που δεν έχεις πάει ποτέ.
Ε. Μ.: Όταν περιγράφεις ένα χώρο στο μυθιστόρημά σου, προσπαθείς να τον παρουσιάσεις σαν κάτι καινούριο ή σαν κάτι γνωστό, οικείο;
Α. Σ.: Ανάλογα τι είναι αυτός ο χώρος. Πάλι θα πρέπει να εξυπηρετεί την πλοκή. Προσπαθώ να τον ζωντανέψω. Αν είναι ένας πασίγνωστος χώρος προσπαθώ να του βγάλω τις κρυφές του πτυχές. Όταν περιέγραψα τα κτίρια του Gaudi, δεν το έκανα όπως θα το έκανε το Architectural Guide. Βέβαια στην αρχή έχω σβήσει πολύ για να ξεφύγω απ’ αυτό. Έχει φοβερή δουλειά γιατί είσαι εμβολιασμένος μ’ε τον τρόπο που έχεις μάθει να γράφεις ως αρχιτέκτονας. Μου πήρε αρκετό χρόνο να ξεφύγω απ’ τον αρχιτεκτονικό τρόπο γραφής. Όταν γράφαμε στην αρχιτεκτονική διάφορα κείμενα, δε μου άρεσε καθόλου το πώς μας έβαζαν να περιγράφουμε τα κτίρια. Τα περιγράφαμε με ένα λεξιλόγιο στεγνό, τελείως επιστημονικό. Έβγαινε ένα κείμενο ψεύτικο. Πρέπει να υπάρχει αλληλοδιείσδυση λόγου ακόμα και στις επιστήμες. Μόνο σε κάποιες επιστήμες είσαι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να μιλήσεις εντελώς και μόνον κυριολεκτικά. Στην Ιατρική πχ.
Ε. Μ.: Είναι αυτός ο διπλός ρόλος της αρχιτεκτονικής ως τέχνη και ως επιστήμη.
Α. Σ.: Έχει μέσα της και άλγεβρα και φωτιά. Αυτό είναι το καταπληκτικό με την αρχιτεκτονική. Εμπεριέχει ένα τρομακτικά ευρύ πεδίο.
Ε. Μ.: Όσον αφορά την ερώτησή μου για το γνωστό και οικείο, αυτό που θέλω να σε ρωτήσω είναι όταν περιγράφεις ένα μέρος γνωστό σε ορισμένους, προσπαθείς να τους το παρουσιάσεις σαν κάτι καινούριο;
Α. Σ.: Μπορείς να φτιάξεις έναν ήρωα ο οποίος έρχεται στην Αθήνα και δεν έχει δει ποτέ του την πλατεία Ομονοίας. Το τι βλέπει αυτός ο άνθρωπος, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Θα μπορούσε να είναι σαν να περιγράφει ένα σεληνιακό τοπίο. Επειδή στο μυθιστόρημα μπορείς να υποδυθείς όποιον θες, έχεις τη δυνατότητα να ερμηνεύσεις ένα χώρο μέσα από όλες τις πιθανές παραμέτρους. Έχεις δύο ανθρώπους. Ο ένας δεν έχει έρθει ποτέ στην πλατεία Ομονοίας και ο άλλος δουλεύει στο περίπτερο. Ούτε ο ένας θα είναι αντικειμενικός, ούτε ο άλλος. Γι’ αυτό ο κάθε χώρος δεν είναι ένας, είναι εκατομμύρια χιλιάδες. Είναι ένας χώρος προς ερμηνεία. Ούτε καν το σχέδιό του και η φωτογραφία του δεν είναι μία. Γι’ αυτό ρέει ο δημόσιος χώρος. Δεν υπάρχει καμία ‘αντικειμενική’ ερμηνεία. Υπάρχει μόνο η στατιστική του απεικόνιση και μυριάδες προσωπικές αναγνώσεις.
Ε. Μ.: Σου αρέσει να προσφέρεις στον αναγνώστη σου μία άλλη οπτική γωνία κάποιων χώρων που μπορεί να βιώνει καθημερινά και να τους θεωρεί δεδομένους;
Α. Σ.: Πάντα το κάνω. Αν πάρουμε ως ήρωα ένα μεσαίο κάτοικο της πόλης, ο οποίος έχει την εικόνα αυτή που έχεις κι εσύ κι εγώ της πλατείας Ομονοίας και μιλάει γι αυτήν. Η τάση μου θα είναι να την παρουσιάσω λοξά. Εστιάζοντας σε κάτι το οποίο δεν είναι το προφανές. Είτε μέσα απ’ την ενέργεια που βγάζει, είτε από μια λεπτομέρεια η οποία δεν είναι προφανής.
Ε. Μ.: Μου έχει συμβεί αυτό με βιβλία που έχω διαβάσει.
Α. Σ.: Κι εμένα μου έχει συμβεί. Έχω ξαναπάει σε μέρη για να δω κάτι που διάβασα. Αυτό γίνεται σε όλη την τέχνη. Έχω ξαναδεί ταινίες για να προσέξω κάποιες λεπτομέρειες που κάποιος μου είπε και εγώ δεν τις είχα προσέξει. Παντού γίνεται αυτό, με εξαίρεση ίσως το θέατρο – μια τέχνη θνησιγενή.
Ε. Μ.: Εγώ πιστεύω ότι και τις πόλεις στο εξωτερικό που έχω επισκεφτεί, πριν πάω ήμουν ήδη επηρεασμένη για την εικόνα και την ατμόσφαιρά τους από ταινίες ή από βιβλία. Και πάντα τις έβρισκα όλες πολύ ενδιαφέρουσες γιατί..
Α. Σ.: Με τον κάθε συνειρμό, άνοιγε ένα νέο τοπίο ψυχικό μέσα σου.
Ε. Μ.: Είναι σαν να έχω αποκτήσει, από πριν πάω, μία σχέση μ’ αυτά τα μέρη, μέσα από τα βιβλία και τις ταινίες.
Α. Σ.: Θα σου πω δύο παραδείγματα μ’ αυτό που μου λες. Πριν πάω το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό, η αγαπημένη μου πόλη ήταν το Λονδίνο. Από ταινίες που είχα δει. Αισθανόμουν αφάνταστη οικειότητα και όταν πήγα, ήταν η επιβεβαίωση αυτού που ένιωθα. Ήμουν σαν στο σπίτι μου. Αισθανόμουν ότι το γνώριζα αυτό το μέρος. Όχι μόνο απ’ τις εικόνες αλλά και απ’ τα βιβλία του Dickens που ήταν γραμμένα πριν από διακόσια χρόνια. Το δεύτερο παράδειγμα είναι με στην Pedrera του Gaudi –την οποία την είχα σπουδάσει στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, είχα δει την κάτοψη και φωτογραφίες κτλ. Ο λόγος που με έκανε να πάω εκεί ήταν μία ταινία του Antonioni, το Επάγγελμα Ρεπόρτερ, για μία σκηνή που παιζόταν στην ταράτσα. Αν έχεις δει την Πεδρέρα, δες την ταινία και ξαναπήγαινε. Θα δεις κάτι άλλο. Είναι η ανάγνωση της ταράτσας μέσα απ’ το μύθο της ταινίας.
Ε. Μ.: Τώρα που λέμε για τον Gaudi, πάλι μου έρχεται στο μυαλό ένα κείμενο του Ζ. Κοτιώνη, στο οποίο δεν τον παραδέχεται ως αρχιτέκτονα αλλά τον θεωρεί το μεγαλύτερο μυθιστοριογράφο του περασμένου αιώνα.
Α. Σ.: Κι εγώ δεν είπα ότι είναι σαν τον Μπόρχες; Ο άνθρωπος αφηγείται μέσα απ’ τα κτίριά του. Υπάρχει και μια χωροταξική ποίηση με όλους αυτούς τους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί. Ο Βίκτωρ Ουγκό έλεγε ότι καθεδρικοί ναοί ήταν τα βιβλία της εποχής. Γιατί είχαν εγγεγραμμένα πάνω τους τα ίχνη του χρόνου μέσα από αφηγήσεις - ήταν σαν ένα παλίμψηστο. Έμπαιναν τοιχογραφίες πάνω στις τοιχογραφίες, επιγραφές πάνω στις επιγραφές και ο καθεδρικός ναός ήταν σαν ένα βιβλίο που ξετύλιγε την ιστορία της εποχής. Από ένα σημείο και μετά ήρθε το μυθιστόρημα και η αφήγηση έφυγε απ’ τον καθεδρικό ναό και πήγε στις σελίδες του. Ο κόσμος είναι ένα ατελείωτο βιβλίο και τα βιβλία είναι ένας κόσμος.
Ε. Μ.: Ποια διαφορά παρατηρείς στον ελληνικό δημόσιο χώρο από παλιότερα;
Α. Σ.: Πολεοδομικά μιλώντας, δεν υπάρχουν τα στεγανά που υπήρχαν παλαιότερα. Υπάρχει μία, πολύ μικρή βέβαια, αλληλοδιείσδυση –που είναι και ο στόχος όπως λέγαμε τότε. Βέβαια δεν έχουμε φτάσει στα επίπεδα άλλων πόλεων. Τουλάχιστον στην Αθήνα, εγώ είμαι πολύ υπέρ να είναι μία περιπέτεια ο δημόσιος χώρος. Για παράδειγμα, έχεις δύο ώρες στην διάθεσή σου για να πας ένα περίπατο. Ξεκινάς από ένα πάρκο και μπορείς να καταλήξεις στην αυλή ενός σπιτιού. Αν γινόταν, θα ήταν μια περιπέτεια. Περιπετειώδεις πόλεις. Μπορείς να δημιουργήσεις μία περιπέτεια διαδρομών μέσα στην πόλη. Παλιά ήταν κουτάκια, αυτή είναι η εξέλιξη.
Ε. Μ.: Με ποιο τρόπο πιστεύεις ότι αντανακλάται αυτή μέσα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;
Α. Σ.: Το τελευταίο παράδειγμα που έχω είναι το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, που έχει στήσει ένα τύπο ο οποίος μαζεύει φρούτα απ’ τα δέντρα και περιπλανιέται στην Αθήνα του σήμερα, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος ο συγγραφέας τον σχολιάζει ως ήρωα. Δημιουργεί ένα μεικτό είδος, ένα δικό του μόρφωμα. Δεν είναι ούτε μυθιστόρημα, ούτε διήγημα. Είναι μια περιπλάνηση στο τοπίο της πόλης, και η ταυτόχρονη περιπλάνηση στα άδυτα ενός συγγραφικού νου. Αυτό είναι ένα πείραμα τρομαχτικά ενδιαφέρον και μάλιστα από ένα συγγραφέα, ο οποίος σε άλλα μας είχε συνηθίσει. Να ένα παράδειγμα, όπου βλέπεις ότι οι συγγραφείς ανοίγονται στον τρόπο προσέγγισης της πόλης και οδηγούνται στο να μιλούν για τα του ‘οίκου’ τους.
Ε. Μ.: Ένα συμπέρασμα πάντως που έχω βγάλει, γενικά, είναι ότι οι τέχνες έχουν κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και διαφορές. Σε κάθε περίπτωση όμως, έχουν πράγματα να προσφέρουν η μια στην άλλη.
Α. Σ.: Ακόμα και η επιστήμη προσφέρει στην Τέχνη. Ακόμα και μια εξίσωση έχει ενδιαφέρον ποιητικά.

Tuesday, November 24, 2009

Συνέντευξη στο Dromologa.tv

Αλέξης Σταμάτης: Συνεντευξη στην Παυλίνα Φελβοτομά για την διαδυκτική εκοπομπή Dromologa.tv

Συνέντευξη Μέρος Α

Συνέντευξη Μέρος Β

Sunday, November 15, 2009

Σκότωσε ό,τι αγαπάς: Συνέντευξη στον Φιλελεύθερο της Κύπρου

Μέσα από την κρίση φωτίζεται η αλήθεια
Της Έλενας Πάρπα

Ο Έλληνας συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης μιλά για το καινούργιο του μυθιστόρημα «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» Της Έλενας Πάρπα Τεν έτυχε ποτέ να συναντηθούμε από κοντά. Τον «γνώρισα» μόνο μέσα απ’ τα μυθιστορήματά του πρώτα απ’ το «Μπαρ Φλωμπέρ», έπειτα απ’ το «Αμερικανική Φούγκα»- αλλά και μέσα απ’ την καθημερινή (σχεδόν) ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων όταν συνεργαζόμασταν για το Υστερόγραφο. Μου είχε κάνει εντύπωση η ταχύτητά του στο γράψιμο, η ετοιμότητά του να πλάσει μια ιστορία από το τίποτα. «Απλά έχω καταφέρει να έχω χρόνο για γράψιμο», μου λέει όταν τον ρωτώ σχετικά. Ρίχνοντας όμως μια ματιά στο τι έχει κάνει τα τελευταία δυο χρόνια -ένα παιδικό μυθιστόρημα, τρεις θεατρικούς μονόλογους, ένα σενάριοαντιλαμβάνεται κάποιος ότι αυτό που υποκινεί τα πράγματα στην περίπτωσή του είναι κάτι περισσότερο από «χρόνος για γράψιμο». Κι ότι τελικά αυτό που τον κάνει να επιστρέφει καθημερινά μπροστά στον υπολογιστή, στο ίδιο γραφείο με θέα ένα μπαλκόνι που μέσα απ’ τα χρόνια έγινε, όπως λέει, πιο όμορφο, ίσως να έχει σχέση μ’ αυτό που σημειώνει ο ήρωάς του στο καινούργιο του μυθιστόρημα, «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» (εκδόσεις Καστανιώτη): με την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να διηγείται ιστορίες. «Κάθε μέρα στα παιδικά δωμάτια ακούγονται -παραλλαγμένες ή μη- οι ίδιες αρχέτυπες ιστορίες, οι ίδιοι πρωταρχικοί μύθοι και θρύλοι», γράφει ο συγγραφέας. «Στα μπαρ και στα καφέ άνθρωποι αφηγούνται περιστατικά για οικείους και ξένους, ταξιτζήδες λένε ανέκδοτα σε πελάτες, μπαμπάδες κομπάζουν σε γιους, παππούδες ανακαλούν, έφηβοι κατασκευάζουν, στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο παίζονται αμέτρητες κωμωδίες και δράματα, στο Ίντερνετ χρήστες απ’ όλο τον κόσμο ανταλλάσσουν πάσης φύσεως πληροφορίες, αναγνώστες διαβάζουν εκατομμύρια μυθιστορήματα, νουβέλες, αφηγήματα, ο κόσμος ολόκληρος είναι μια ατελεύτητη μηχανή αναπαραγωγής ιστοριών που αρδεύουν από την ίδια δεξαμενή: την ανθρώπινη φύση και τις εμπειρίες της».

Διαβάζοντας το καινούργιο του βιβλίο υπογράμμισα κι άλλα σημεία. Όπως τι σημαίνει ακριβώς να σκοτώνει κάποιος ό,τι αγαπά όχι μόνο στη ζωή, αλλά και στο γράψιμο. Η συζήτησή μας όμως είχε άλλη αφετηρία. Ξεκίνησε από ένα ερώτημα, αριστοτελικό, το οποίο ο ίδιος θέτει σε κάποια στιγμή στον ήρωά του: Πώς πρέπει ο άνθρωπος να ζει τη ζωή του;
Εσείς βρήκατε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;
Ο Αριστοτέλης έθεσε ένα ερώτημα, δεν πρότεινε μιαν απάντηση. Μιλάμε για μια αναζήτηση. Κι αυτό το ψάξιμο είναι που κάνει τη ζωή άξια να βιωθεί. Εάν με ρωτήσει κάποιος γιατί ήρθα σε αυτόν τον κόσμο θα απαντήσω «για να καταλάβω». Και φυσικά ξέρω ότι αυτό είναι κάτι το όποιο δεν θα συμβεί ποτέ.
Είναι εφικτό πιστεύετε να «ξαναγράψει» κάποιος την αφήγηση της ζωής του;
Η αφήγηση της ζωής μας δεν είναι ποτέ μια. Αλλάζει, ανάλογα με την περίοδο που διανύουμε, ανάλογα με την ψυχική μας κατάσταση. Ουσιαστικά αυτό ακριβώς επαναλαμβάνουμε: «ξαναγράφουμε την αφήγηση της ζωής μας». Όπως και η ίδια η «Ιστορία» με γιώτα κεφαλαίο, έτσι και η ιστορία του κάθε ανθρώπου δεν είναι μονοδιάστατη.
Αλλά επιδέχεται πολλών ερμηνειών; Ακριβώς έτσι. Επανερμηνεύεται, επαναδιαπραγματεύεται, αναδιατυπώνεται. Ωστόσο υπάρχουν μερικά πράγματα στον πυρήνα αυτής της εν εξελίξει και διαρκώς μεταβαλλόμενης ιστορίας, πράγματα στον πυρήνα του εαυτού μας που είναι σταθερά.
Και γιατί παραμένουν αμετακίνητα;
Επειδή προέρχονται από ένα απώτατο παρελθόν, από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής μας (άρα είναι ασυνείδητα), είτε επειδή είναι τόσο σκληρά, τόσο επίπονα, όποτε έχουν απωθηθεί. Αυτά τα «θαμμένα» είναι και τα πιο δύσκολα να ανασυρθούν -πόσο μάλλον να «ειπωθούν»και γι’ αυτό συνήθως ντύνουμε την αφήγησή μας με παραπλανητικά πέπλα, τα οποία εάν είμαστε τυχεροί και ειλικρινείς κάποια στιγμή τα απεκδυόμαστε.
Με ποιο τρόπο;
Υπάρχει η περίπτωση ανθρώπων, που ας πούμε «καρμικά», ήταν «ταγμένοι» θες από τις συνθήκες, θες από τη μοίρα, να ζήσουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο, και, μέσα από την προσωπική τους δύναμη, βρήκαν το κουράγιο να αλλάξουν, στρέφοντας την «αφήγηση της ζωής τους» προς μιαν άλλη κατεύθυνση. Από μια άποψη είμαστε όλοι συγγραφείς της προσωπικής μας αφήγησης. Εν δυνάμει, τουλάχιστον.
Το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» πώς γεννήθηκε σαν ιστορία;
Γεννήθηκε σχεδόν αυτόματα, μέσα σε ένα βράδυ. Από μια χαοτική εικόνα ξεπήδησε ο ήρωας και ύστερα τα δυο πλάσματα με τα οποία συνδέεται μέσα στο βιβλίο, ο γιατρός και η Δάφνη. Στη συνέχεια φυσικά πήρα κάποιες αποφάσεις.
Σαν ποιες;
Κάποιες από τις σημαντικές ήταν το συγκεκριμένο βιβλίο να γραφεί σε πρώτο πρόσωπο και να είναι πολύ πιο μικρό σε έκταση από οποιοδήποτε άλλο έχω γράψει. Μικρό, αλλά και ταυτόχρονα «συμπιεσμένο» σε όλα τα επίπεδα (ψυχολογικό, δραματικό, μυθολογικό, μελοδραματικό κ.λπ.). Ένα βιβλίο επίσης στο οποίο η πλοκή να είναι άλλης έντασης από τα προηγούμενα. Δεν θέλω να επεκταθώ, γιατί το μυθιστόρημα περιέχει σημαντικές ανατροπές που δεν θα ήθελα να προδώσω. Εκ των υστέρων πιστεύω ότι το βιβλίο θα χρειαστεί και μια «δεύτερη ανάγνωση» από πλευράς του αποδέκτη. Ο στόχος ήταν να υπάρχουν επάλληλα επίπεδα, να υπάρχουν εγκιβωτισμοί, να είναι κάτι σαν ρωσική κούκλα. Είναι μια στροφή ίσως αυτό το βιβλίο για μένα, πήρα αρκετά ρίσκα, ελπίζω να βγήκαν…
Κάποια στιγμή γράφετε πως ο κόσμος ολόκληρος είναι μια ατελεύτητη μηχανή παραγωγής ιστοριών. Από πού προκύπτει άραγε αυτή η ανάγκη μας να λέμε και ν’ ακούμε ιστορίες;
Νομίζω ότι η ανάγκη αυτή είναι αρχέγονη. Από τον άνθρωπο των σπηλαίων. Και είναι μια ανάγκη πέραν του επιπέδου μόρφωσης, κοινωνικών τάξεων κ.λπ. Από τα παραμύθια στα παιδιά, το καφενείο και το ταξί μέχρι τον Τζόις, ο πυρήνας είναι ο ίδιος. Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να δει τα πάθη του αναπαριστώμενα από άλλους, ενίοτε να ταυτιστεί, ενίοτε να μεταθέσει και μέσα από αυτή τη διαδικασία να ανακουφιστεί. Η αφήγηση είναι ένας απίστευτος μηχανισμός αναδιπλασιασμού, στοχασμού και κάθαρσης.
Τι είναι αυτό που σας κάνει να βάζετε τους ήρωές σας πάντα σε μια κατάσταση κρίσης, αντιμέτωπους με τον εαυτό τους, τις επιλογές και τη ζωή τους;
Μα εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια κατάσταση σύγκρουσης. Εκεί τεστάρεται ο χαρακτήρας, μέσα από εμπόδια και προβλήματα αναδύεται η αλήθεια του. Ο άνθρωπος σε κατάσταση κρίσης είναι πολύ πιο κοντά στην αληθινή του φύση. Τότε ξεπηδούν οι αλήθειες του και εκεί είναι περισσότερο ο εαυτός του με τα καλά και τα κακά του. Τι νόημα θα είχε να διηγηθείς μια ιστορία δύο ανθρώπων που γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν κι έζησαν καλά μες στην ευτυχία και την ηρεμία (αν υπάρχει κάτι τέτοιο βέβαια…) Η κρίση φωτίζει την αλήθεια. Πρόσφατα είχε μια δυσκολία στη ζωή μου που κράτησε 18 ώρες. Μέσα από αυτήν αναδύθηκαν ζητήματα που υπέβοσκαν επί χρόνια.
Απ’ όλες τις ιστορίες και τους χαρακτήρες που έχετε κατά καιρούς στο μυαλό σας πώς ξεχωρίζετε αυτή που αξίζει να γίνει βιβλίο;
Ειλικρινά μιλώντας, σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή στο κεφάλι μου κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες, εκείνη που θα «πάθει πλοκή», εκείνη που θα καταλήξει σε βιβλίο προωθείται από μόνη της, διαγκωνίζοντας τις άλλες και περνώντας μπροστά. Εκείνη «ξέρει». Εκείνη «εκβάλλει» και επιβάλλεται.
Σας έχει τύχει να κάτσετε ώρες πάνω από μια σελίδα; Παιδευτήκατε, εξαντληθήκατε ποτέ από το γράψιμο;
Φυσικά. Πολύ συχνά παιδεύομαι και αρκετές φορές εξαντλούμαι, όπως μου συνέβη πρόσφατα. Εκείνο που ευτυχώς δεν έχω πάθει ποτέ κι ελπίζω να μη μου συμβεί είναι «το σύνδρομο της λευκής σελίδας». Το δύσκολο στη λογοτεχνία δεν είναι να γράψεις, αλλά να γράψεις εκείνο που επιθυμείς. Ακούγεται απλό, δεν είναι; Είναι όμως αφάνταστα επίπονο. Πιστέψτε με εδώ είναι όλο το ζουμί. Να βγει η πρόθεση του συγγραφέα.
Νιώσατε ποτέ ευάλωτος ως προς αυτή την πρόθεση;
Ευάλωτος νιώθω ως προς όλα τα πράγματα. Είναι μια λέξη που μου αρέσει άλλωστε. Χωρίς να είμαι ειδικός, εικάζω ότι ετυμολογικά προέρχεται από το «ευ» και «άλως». Δηλαδή το «καλό φωτοστέφανο». Μαγική λέξη. Όπως μαγική είναι η δυνατότητα να επιτρέπεις στον εαυτό σου να επηρεάζεται από τα ερεθίσματα. Στη ζωή λοιπόν, κάτι τέτοιο μου συμβαίνει, ίσως και υπερβολικά. Και ίσως στη συγγραφή βρίσκει την απόλυτη τιμή της.
Και πώς ανακτά κάποιος την εμπιστοσύνη του απέναντι σ’ αυτό που κάνει;
Δεν ξέρω, δεν έχω λύσεις, ο κάθε άνθρωπος είναι και διαφορετικός. Μόνο για τον εαυτό μου μπορώ να μιλήσω. Όταν την έχανα την ξανάβρισκα -αν την ξανάβρισκα- εξωθώντας την κατάσταση στο όριο. Δεν το συνιστώ ωστόσο καθόλου. Don’t trythisathome, που λένε.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι το γράψιμο είναι εγωιστική ενασχόληση.
Όχι δεν νομίζω. Ίσα ισα είναι μια πολύ επίπονη και εξαιρετικά μοναχική διαδικασία. Γράφεις μόνος σου, ο αναγνώστης σε διαβάζει μόνος του. Δεν υπάρχει άμεσα «ανταλλαγή», ωστόσο αυτό δεν έχει να κάνει με εγωισμό, έχει να κάνει με τη φύση της συγγραφικής εργασίας. Παράγεις νόημα, ιστορία, συναίσθημα χωρίς να έχεις κάποιον «άμεσο συμπαίκτη», έναν άλλο ηθοποιό ας πούμε, ή έναν άλλο μουσικό. Είσαι ο άνθρωπος ορχήστρα, σκηνοθετείς, παίζεις, κάνεις τα σκηνικά, τους φωτισμούς, το μοντάζ… Αβοήθητος και μόνος, αλλά όχι εγωιστής, γιατί εκείνο που κάνεις είναι εντέλει μια πράξη που οδηγεί σε μια βαθύτατη επικοινωνία.
Τι σημαίνει «σκοτώνω ό,τι αγαπώ» στη συγγραφή ενός βιβλίου;
Σημαίνει ότι πρέπει να ξεφορτώνεσαι εκείνα τα στοιχεία, τις φράσεις, τις σκηνές του σεναρίου, που, όσο και να τα αγαπάς, όσο κι αν αυτοτελώς σου αρέσουν, δεν προσθέτουν κάτι στο όλον, αλλά αντιθέτως το αδυνατίζουν, του διασπούν τη συνοχή. Πρέπει να το παλεύεις το κείμενο, να μην του χαρίζεσαι, να μην το αφήνεις να συνεπαίρνει, να σε κολακεύει.
Ακόμα και κάτι παλιό γίνεται νέο άμα αφαιρέσεις όσα το περιτριγυρίζουν. Διαρκής, επίπονη αφαίρεση. Μόνο το εξαντλητικό είναι το αληθινά ενδιαφέρον. «Κillyour darlings», είναι η πιο σοφή συμβουλή των επαγγελματιών γραφιάδων όλου του κόσμου. Όσο για το πώς γίνεται, εκεί είναι που θέλει μια συγγραφική ωριμότητα και εποπτεία του υλικού. Αν ξανάγραφα πχ το «Μπαρ Φλωμπέρ» σήμερα, θα έκοβα καμιά δεκαριά σελίδες τουλάχιστον.
Στη ζωή σας έχει τύχει να «σκοτώσετε» αυτό που αγαπάτε;
Ευτυχώς όχι. Στη ζωή φροντίζω για ακριβώς το αντίθετο.
Πώς μπορεί να «ξεφορτωθεί» κάποιος τα περιττά και να φτάσει στα εντελώς απαραίτητα;
Στη συγγραφή σας το εξήγησα. Στη ζωή επίσης ισχύει αυτό. Μεγαλώνοντας κάποιος «πετάει» από πάνω του πράγματα: ψεύτικες ανάγκες, περιφερειακές, τυπικές συναναστροφές, υποχρεώσεις-βαρίδια, άχρηστες πληροφορίες. Μια ζαριά την έχουμε και πιστεύω ότι οφείλουμε να την προστατεύουμε, να την καλλιεργούμε και να την εξαντλούμε.
Με την καλή έννοια του όρου φαντάζομαι.
Πάντα! Μόνο τον άνθρωπό σου να εξερευνήσεις ουσιαστικά θες μια ζωή, κι άλλη μια να μεγαλώσεις το παιδί σου. Αν είσαι και καλλιτέχνης από πάνω, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Από μια ηλικία και μετά δεν υπάρχει καιρός για σπατάλη. Εξ άλλου είμαστε οι επιλογές μας. Ξεφόρτωμα λοιπόν. Και αυτό δεν γίνεται μέσα από συσσώρευση, αλλά μέσα από ξεδιάλεγμα. Η ουσιαστική λιτότητα είναι ο μέγας πλούτος.

«Το βιβλίο δεν θα πεθάνει ποτέ»

Σε τι διαφέρει η ζωή των βιβλίων από την κανονική ζωή που ζούμε;
Αν εννοείτε τη ζωή μέσα στα βιβλία, είναι η ίδια με την έξω, απλά φωτισμένη αλλιώς. Αλλά, κάποιες φορές, είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Ο καλλιτέχνης βλέπει τη ζωή αλλιώς, με άλλο βλέμμα.
Εξακολουθείτε να διαβάζετε όπως παλιά;
Φυσικά και ναι. Τα βιβλία είναι ένας κόσμος μέσα στον οποίο ζω καθημερινά. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι η ανάγνωση, ως συνήθεια, περνάει κρίση. Σπάνια βλέπω ανθρώπους να διαβάζουν πια. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα πρόβλημα με το θέμα, ακόμα δεν έχουμε αποκτήσει την αναγνωστική συνείδηση που υπάρχει σε άλλες χώρες. Αλλά όπως είπα, νομίζω ότι τα πράγματα θα εξελιχτούν προς το καλύτερο. Αρκεί και η νέα γενιά να μην ξεφύγει με την αναμασημένη μαζική αφήγηση. Νομίζω ότι έχει την ευφυΐα να το κάνει.
Πιστεύετε, δηλαδή, ότι θα συνεχίσουν να έχουν θέση τα βιβλία στη ζωή μας;
Φυσικά, και όσο εξελίσσεται η κοινωνία στους ρυθμούς που έχει, θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη αξία. Είμαι πολύ αισιόδοξος όσον αφόρα το βιβλίο. Δεν θα πεθάνει ποτέ.
Έχετε καταλήξει σε τι μας βοηθάει η λογοτεχνία;
Στο να βλέπουμε τα μέσα μας πιο αληθινά. Η λογοτεχνία προσθέτει στην πραγματικότητα, δεν την αντιγράφει, τη σμιλεύει προς την κατεύθυνση του στόχου της. Δεν είναι μια «απόδραση» από τη ζωή, είναι μια απόδραση προς τη ζωή. Είναι η δύναμη που κάνει τα οικεία πράγματα καινούργια και τα καινούργια πράγματα οικεία. Όπως λέει και ο Έζρα Πάουντ η λογοτεχνία είναι γλώσσα που έχει φορτιστεί στο μέγιστο βαθμό με νόημα.

«Δεν γράφω βιβλία σχεδιασμένα ν’ αρέσουν»

Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα συγγραφέα να γίνει γνωστός σε περισσότερο κόσμο, σε μεγαλύτερο κοινό;
Στη σύγχρονη εποχή πολλά. Και αρκετά από αυτά δυστυχώς δεν έχουν να κάνουν με την ουσία. Από τη στιγμή που το βιβλίο αντιμετωπίζεται ως προϊόν θα εμφιλοχωρήσουν μοιραία και οι νόμοι της αγοράς. Υπάρχουν πολλοί γνωστοί συγγραφείς που δεν έχουν τίποτα να πουν. Αλλά δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος πραγματικά μεγάλος συγγραφέας που θα μείνει άγνωστος.
Σκέφτεστε καθόλου τον αναγνώστη όταν γράφετε;
Για να είμαι ειλικρινής όχι. Δεν μπορώ να γράψω ποτέ κάτι «έτσι ώστε». Δεν μπορώ να γράψω ένα βιβλίο «σχεδιασμένο» για να αρέσει. Όταν τελειώσει όμως, το βιβλίο ανήκει εξ ολοκλήρου σχεδόν στον αναγνώστη, να το κάνει ό,τι θέλει, να το ξαναγράψει στο μυαλό του, να το φωτίσει κατά το δοκούν.
Σας απασχολεί καθόλου το «μέλλον» των βιβλίων σας;
Το βιβλίο όταν φύγει από τον συγγραφέα ζει τη δική του ζωή. Ό,τι και να κάνω εγώ δεν μπορώ να την επηρεάσω. Κινούνται ελευθέρα. Και αυτό είναι μαγικό. Πρόκειται για μια βαθύτατη επικοινωνία συγγραφέα-αναγνώστη η οποία διεξάγεται κατά μόνας μέσα από ένα μαγικό συμφωνημένο κώδικα: το βιβλίο.

«Σκότωσε ό,τι αγαπάς»

Ο Αλέξης Σταμάτης επιλέγει ένα επεισόδιο απ’ το βιβλίο του με αρκετή, όπως λέει, δόση αυτοαναφορικότητας:

«Ήμουν στο Λονδίνο, αρχές ογδόντα. Σε μια παμπ, έξω στα τραπεζάκια την ώρα που έδυε ο ήλιος, μόνος, με μια μπίρα στο χέρι. Όχι πιωμένος, η άγρια κάθοδος δεν είχε ακόμα αρχίσει. Κοίταζα μπροστά μου. Θα ’λεγε κάνεις ένα τυχαίο κάδρο. Ένα κάδρο που αποτελούταν από διάσπαρτες ψηφίδες της καθημερινότητας. Ένα δρόμο, ένα πεζοδρόμιο, μερικά δέντρα, κάποια παρκαρισμένα αυτοκίνητα, ένα δυο σπίτια, έναν τηλεφωνικό θάλαμο, ένα κουλουριασμένο σκυλί, κάποιους περαστικούς, μια λιμνούλα ύδατος. Και ξαφνικά, μια επιφάνεια. Από τις στιγμές εκείνες στη ζωή που κάτι κρυφό, εσώκλειστο, λανθάνον, γίνεται πασίδηλο, ολοφάνερο, κατάφωρο. Μια βαθιά συνειδητοποίηση. Όλα είναι εδώ, είπα. Όλα, ερωτήσεις απαντήσεις, ιδέες, έννοιες, αισθήματα, συναισθήματα βρίσκονται εδώ, εγκιβωτισμένα σ’ αυτή την τυχαία εικόνα, σ’ αυτό το τυχαίο, καθημερινό πλάνο, σ’ αυτή τη συνηθισμένη μερίδα ζωής. Αρκεί να την κοιτάξεις με άλλα μάτια.
Ήταν μια ολιστική σύλληψη, από τις στιγμές που νιώθεις πως το σύνολο είναι μεγαλύτερο από τα συστατικά του. Για μια στιγμή τραντάχτηκα. Στην κυριολεξία, κάτι μέσα μου μετακινήθηκε, βίαια. Ύστερα προσπάθησα να εκλογικεύσω αυτό το συναίσθημα. Να το ελέγξω σε σχέση με την πραγματικότητα. Ένα αυθόρμητο πείραμα. Σκεφτόμουν έννοιες και τις αντιπαρέβαλλα με την εικόνα που έβλεπα μπροστά μου. Πένθος. Υπήρχε πένθος σ’ αυτή την εικόνα; Φυσικά, απαντούσα μέσα μου αναγνωρίζοντας το πένθος σε μια μικρή ψηφίδα της ψηφίδας. Όχι μόνον υπήρχε, αλλά βρισκόταν εκεί μπροστά μου, σε όλη του την ένταση, πεντακάθαρο.
Υπήρχε ιστορία, πολιτική, νοσταλγία, πόνος, ματαιοδοξία, ζηλοφθονία, αγάπη; Ναι διότι, σε αυτό το σημείο μπροστά μου συνέβαινε εκείνο… στο άλλο εκείνο… Συνέχισα την αντιπαραβολή. Ένα πλήθος εννοιών εισέδυαν στο τυχαίο κάδρο κι έβρισκαν τη θέση τους σχεδόν αμέσως. Οτιδήποτε μπορούσα να σκεφτώ ενσαρκωνόταν μέσα στον καθημερινό αυτό καμβά. Η αποκωδικοποίηση γινόταν αυτόματα. Λες και η ψυχή του κάθε αντικείμενου, της κάθε κατάστασης, ερχόταν και κούμπωνε αυτόματα με την εκάστοτε ερώτηση.
Εκείνη τη μέρα είπα πως αυτό, αυτή μου τη δυνατότητα κάτι έπρεπε να την κάνω. Και την επόμενη μέρα εγκατέλειψα τα οικονομικά.

Της Έλενας Πάρπα

"Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009
Σελίδα: 44

Ρίτσα Μασούρα: Για την παρουσιαση του "Σκότωσε ό,τι αγαπάς"


Της Pιτσας Mασουρα απο την Καθημερινή 15.11.09

Βρείτε τον χρόνο και ξεχυθείτε στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Πάρτε στα χέρια σας τους καταλόγους με τις παρουσιάσεις βιβλίων. Δείτε τα χάπενινγκ που συνήθως τα συνοδεύουν. Πάρτε δυο τρεις καλούς σας φίλους και αφεθείτε στο επιτηδευμένο πλασάρισμα του νέου βιβλίου, απολαύστε τον τρόπο που οι εκδοτικοί οίκοι επιλέγουν να φέρουν σε μια πρώτη, εν θερμώ, επαφή συγγραφέα και αναγνωστικό κοινό. Κι αν το κάνετε, είτε με ανάλαφρη διάθεση είτε στη λογική, «ας πάμε, βρε αδελφέ, θα ’χει και καφεδάκι», είτε με μια κάποια υπευθυνότητα, σκεφθείτε πώς θα ’ταν να καταφεύγατε εξαρχής στην ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου, χωρίς να ’χετε την τύχη ή τη χαρά να δείτε από κοντά τον συγγραφέα και τους ομοτράπεζούς του, αλλά και να αγγίξετε με τα χέρια το βιβλίο. Το βιβλίο που με τον καιρό αποκτά διττή μορφή: γίνεται μέρος της μοναχικότητας του ατόμου, αλλά και κομμάτι της κοινωνικότητάς του.

Βρίσκομαι συχνά σε τέτοιες παρουσιάσεις. Το βράδυ της Δευτέρας πέρασα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ηταν εκεί ο διαδικτυακός φίλος Αλέξης Σταμάτης που παρουσίαζε το τελευταίο βιβλίο του, «Σκότωσε ό,τι αγαπάς». Στο μικρό, αμφιθεατρικής λογικής, χώρο παρουσίασης των βιβλίων του εκδοτικού οίκου αναμείχθηκα με το πολυποίκιλο κοινό (νέοι και μεγαλύτεροι στην ηλικία, «γιάπηδες» και «αντιεξουσιαστές» μαζί, άνθρωποι όλων των πολιτικών αποχρώσεων, αν κρίνω από τις μετέπειτα μικροσυζητήσεις...) που σε συνθήκες απόλυτης σιγής παρακολουθούσε τους καλεσμένους ομιλητές να τοποθετούνται, να στριμώχνουν τον συγγραφέα, να αναμειγνύουν τσιτάτα του Ζίζεκ ή του Φώκνερ, να ξεγυμνώνουν τον δημιουργό, με την ελπίδα όχι της αποκάλυψης, αλλά της επιείκειας του ίδιου και του κοινού. Κι εκεί στο πάνελ δεν ήταν άνθρωποι φτασμένοι, γκριζομάλληδες, με ρυτίδες και παλιομοδίτικο στυλ. Ηταν νέοι, πολύ νέοι, οι οποίοι διέθεταν γνώσεις –νομίζω ότι έκρυβαν γνώσεις– κι άφησαν στον κόσμο την αίσθηση ότι το βιβλίο ή η λογοτεχνία δεν είναι υπόθεση των μεγάλων, είναι υπόθεση όλων μας. Κι όταν αναφερόμαστε στο βιβλίο, εννοούμε το τυπωμένο βιβλίο.

Τη δουλειά του Αλέξη Σταμάτη θα επιχειρήσω μια άλλη φορά να προσεγγίσω, παρ’ ότι το βιβλίο αποκτά επικαιρότητα γιατί τελειώνει με εικόνες από έναν πολυτεχνειακό Νοέμβρη (Κυριακή, 16 Nοεμβρίου 1980, κυβέρνηση Ν.Δ., ο πατέρας του Μιχάλη υφυπουργός, η μεγάλη αντινατοϊκή πορεία, η απόφαση να πάμε ώς την αμερικανική πρεσβεία, η απαγόρευση της κυβέρνησης, τα ΜΑΤ παρατεταγμένα έξω από τη Βουλή... άγριο ξύλο, δακρυγόνα, τα κλομπ στα χέρια, η οδός Ρώμα, σαν σκηνή από ταινία...). Να διευκρινίσω, βεβαίως, ότι αντικείμενο του δεν είναι το Πολυτεχνείο, αλλά η ανίχνευση του τρόπου που φτερουγίζει μια ψυχή κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Ομως, η παρουσίαση της καινούργιας δουλειάς του συγγραφέα έγινε ευκαιρία επιστροφής στον Ουμπέρτο Εκο (φωτ.) και στην άποψή του για το βιβλίο, τη ζωή και τον θάνατό του – αν υποθέσουμε ότι θα υπάρξει θάνατος. Αυτές τις μέρες, ο Εκο βρίσκεται στο Λούβρο και παρουσιάζει πρόγραμμα, με εξήντα τρεις αναγνώσεις, τρία κονσέρτα, μια έκθεση, οκτώ ντοκιμαντέρ, 300 ταινίες μικρού μήκους και, φυσικά, αλλεπάλληλες live συζητήσεις για το μέλλον του έντυπου βιβλίου.

Σε συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό «Εξπρές» μαζί με τον πρόεδρο της εθνικής βιβλιοθήκης της Γαλλίας, Μπρούνο Ρασίντ, ο Εκο διατείνεται ότι το τυπωμένο βιβλίο έχει μπροστά τους πολλές και όμορφες στιγμές. «Είναι ένα εργαλείο που μπορείς να διαβάσεις και σε περίπτωση μπλακ άουτ, στη βάση ενός δένδρου, μέσα στη μπανιέρα ή κάνοντας έρωτα, χωρίς να χρειάζεσαι τον ηλεκτρισμό», λέει ο Εκο, ο οποίος παραδέχεται ότι σε είκοσι χρόνια οι νέες γενιές θα είναι πλήρως προσκολλημένες στην οθόνη του υπολογιστή (ήδη είναι), αλλά εκείνος δεν θα ζει, οπότε δεν τον πολυνοιάζει! Ο Εκο δεν κρύβεται πίσω από την πολυπραγμοσύνη του. Αποδέχεται την εξέλιξη και μαζί τα οφέλη. Δεν παλεύει με το google. Μαζί του είναι, το χρησιμοποιεί. Δεν έχει κανένα πρόβλημα με τα πνευματικά δικαιώματα και μάλιστα λέει ότι είναι όπως Κάστρο, υπέρ της ελεύθερης διακίνησης ιδεών! Ομως, στη «Σιωπή των Βιβλίων» ο Τζορτζ Στάινερ γράφει: Μπορούμε ήδη να οδηγηθούμε σε κάποια διαπίστωση από την παράδοξη εντύπωση εξωτισμού που προξενεί η σιωπηλή πράξη της ανάγνωσης και την κατάπληξη κάποιου να μείνει μέρες και νύχτες κλεισμένος για να γράψει. Ο,τι πιο αδιανόητο σήμερα είναι το θέαμα ενός αγοριού που τρέχει να βρει καταφύγιο στη σκιά ενός υπόστεγου με το βιβλίο του...

Friday, November 13, 2009

Στέφανος Δάνδολος: "Σκότωσε ό,τι αγαπάς" του Αλέξη Σταμάτη: Το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε ώριμη ηλικία


Συνήθως όταν ένας μυθιστοριογράφος αισθάνεται την ανάγκη να διερευνήσει το είδωλο του δημιουργού στον καθρέφτη της Τέχνης, επιλέγει ως ήρωά του έναν συγγραφέα.

Είναι η πλέον προσφιλής επιλογή, όχι μόνο επειδή, ως αυτό-αναφορικό εύρημα, του παρέχει την δυνατότητα να σκάψει απλώς μεθοδικά, αλλά ακόμα περισσότερο, επειδή του δίνει την ευκαιρία να πλάσει ένα alter ego που, εάν πετύχει στη κατασκευή, μπορεί να πάει το σκάψιμο πολύ-πολύ βαθιά. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Αλέξης Σταμάτης κατάφερε το δεύτερο, απορρίπτοντας την προοπτική της δημιουργίας ενός δικού του προσωπικού Νέιθαν Ζούκερμαν και επιλέγοντας ως ήρωα, όχι κάποιον φανταστικό συγγραφέα αλλά έναν σκηνοθέτη του σινεμά, έναν ghost writer του σκοταδιού. Ο Άρης Μανιάτης γίνεται εδώ το alter ego του Σταμάτη μέσα από μια παραπομπή άκρως συμβολική: καλή η λογοτεχνία, ωραία τα βιβλία, αλλά σε τελευταία ανάλυση μόνο ο κινηματογράφος, ως παράθεση εικόνων, μπορεί να λειτουργήσει αλληγορικά με την ίδια την ζωή. Και κάπως έτσι ξεκινάει η κατάδυση στο «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» [Εκδόσεις Καστανιώτη]. Σαν αργό, νωχελικό βύθισμα σε μια οθόνη των θαυμάτων, μέσα από την οποία ο ήρωας όχι μόνο προσπαθεί να διακρίνει το πραγματικό πρόσωπό του, αυτό που έχασε στο αντίκρισμα της εμπορικής επιτυχίας, αλλά σταδιακά επιχειρεί να ξαναγράψει και την απόκρυφη ιστορία του ειδώλου του στον καθρέφτη της Τέχνης.
Το story είναι απλό. Μεσήλικας σκηνοθέτης σε κρίση προσωπικής και καλλιτεχνικής ταυτότητας πέφτει θύμα τροχαίου σε μιαν ορεινή ερημιά και, έχοντας το τελευταίο του σενάριο μαζί [το οποίο έχει μόλις αναγνώσει σε μια παρέα στενών φίλων] βρίσκει καταφύγιο σε ένα απόμερο, γοτθικού τύπου, αρχοντικό, στο οποίο κατοικούν μια παράξενη κοπέλα και ένας ερημίτης γιατρός. Η σύμπλευσή του με αυτούς τους ανθρώπους θα σταθεί μοιραία: στην αρχή τα ερωτηματικά είναι πολλά και το εκατέρωθεν πλησίασμα μοιάζει μάλλον επιφυλακτικό. Στην πορεία, όμως, ο σκηνοθέτης θα αντιληφθεί ότι η «παρεμβολή» των δύο αυτών πλασμάτων είναι η τελευταία του ευκαιρία να συμβιβαστεί με την «βαθιά» αλήθεια μέσα του, την ίδια εκείνη αλήθεια που υποτίθεται ότι πραγματεύεται στο τελευταίο του αυτοβιογραφικό σενάριο. Το κείμενο ξαναγράφεται από την αρχή, χωρίς στρογγυλεύσεις, και η μνήμη παίρνει το πάνω χέρι, δίχως φόβο, δίχως άλλες υπεκφυγές. Και η μεγάλη ανατροπή στο φινάλε, την οποία φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε, σφραγίζει τον κύκλο της αλληγορίας, προκειμένου να ανοίξει τον κύκλο του διαλόγου. Πού αρχίζει και πού τελειώνει ο καλλιτέχνης μέσα στην ψυχή του δημιουργού; Η ζωή επηρεάζει την δημιουργία ή η δημιουργία την ζωή; Πόσο αληθινός είσαι όταν λειτουργείς αυτοβιογραφικά σε ένα έργο τέχνης; Και άλλα πολλά.
Στο «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» ο Αλέξης Σταμάτης επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από τα προηγούμενα βιβλία του, υιοθετώντας μια γραφή ελλειπτική και εσωτερική, που δεν θυμίζει σε τίποτα τον Σταμάτη της ακατάπαυστης πλοκής και των αλλεπάλληλων ευρημάτων. Το αποτέλεσμα είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα αυτογνωσίας, που μέσα από την ειλικρίνειά του καταφέρνει να μιλήσει καίρια για την τραγική σημασία του να είναι κανείς αυθεντικός καλλιτέχνης σήμερα

Tuesday, November 10, 2009

Λευτέρης Καλοσπύρος: Σκότωσε ό,τι αγαπάς


Λευτέρης Καλοσπύρος
Σκότωσε ό,τι αγαπάς

Όπως φάνηκε κι από την ανάλυση του Κυριάκου, το μυθιστόρημα του Αλέξη πραγματεύεται μια σειρά ζητημάτων και έτσι είναι αναπόφευκτα είναι ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνείες. Θα ήθελα να σταθώ περισσότερο σε δυο συγκεκριμένες διαστάσεις του κειμένου που μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση: την αυτοαναφορική και την πειραματική-εγκεφαλική. Αντιλαμβάνομαι πως οι συγκεκριμένοι όροι είναι παρεξηγημένοι στην εγχώρια λογοτεχνία, καθώς παραπέμπουν συνήθως στα φορμαλιστικά έργα της αμερικάνικης και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 (Μπαρθ, Μπαρθέλμι, Ρομπ-Γκριγιέ), έργα στα οποία η ακραία αυτοαναφορικότητα στηλιτεύεται από τους επικριτές ως κακοχωνεμένος υπαρξισμός, και η «εγκεφαλικότητα» με την προσπάθεια των συγγραφέων να υποστηρίξουν και δικαιώσουν μέσα από τα λογοτεχνικά τους έργα κάποια συγκεκριμένη φιλοσοφική ιδέα ή θεωρία της εποχής.

Το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» αποφεύγει επιτυχώς τους παραπάνω σκοπέλους, μολονότι είναι έκδηλο το αυτοαναφορικό στοιχείο και το έργο στο σύνολό του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εγκεφαλικό. Κατ αρχήν, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον Αλέξη Σταμάτη και τον τυπικό μεταμοντέρνο συγγραφέα. Οι ήρωες σε αυτά τα μεταμοντέρνα μυθιστορήματα εμπλέκονται σε δαιδαλώδεις αναζητήσεις και παιγνιώδεις περιπέτειες μόνο και μόνο για να ανακαλύψουν στο τέλος πως η αλήθεια και η πλάνη είναι οι αντίθετες όψεις του ίδιου, συνήθως κάλπικου, νομίσματος. Στα έργα του Αλέξη, η αναζήτηση της αλήθειας, η πορεία προς την αυτογνωσία, προς τον απωθημένο εαυτό που μόνο κάτω από έντονες δραματικές συνθήκες μπορεί να ανακαλυφθεί, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να υποβιβαστεί σε ένα απλό θεωρητικό παιχνίδι. Τα μεταμοντέρνα τεχνάσματα ενορχηστρώνουν την πλοκή, εντείνουν τις δραματικές κορυφώσεις, αλλά δεν αλλοιώνουν στον σκληρό πυρήνα του μύθου.

Ο Άρης Μανιάτης, ένας κινηματογραφιστής που δεν βιώνει απλά την κρίση της μέσης ηλικίας, αλλά ουσιαστικά η τελευταία δεκαετία της ζωής του είναι μια διαρκής κρίση μέσης ηλικίας, εμπλέκεται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, βρίσκει καταφύγιο σε ένα σπίτι με παράλογη μυστηριακή ατμόσφαιρα, έρχεται σε επαφή με δυο πρόσωπα, το γιατρό και τη Δάφνη, που τον υποχρεώνουν να ξαναγράψει το αυτοβιογραφικό σενάριο που τον ταλαιπωρεί χρόνια, αναγκάζεται να επανεξετάσει τις επιλογές που τον έφεραν στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα. Από τη στιγμή που συμβαίνει το ατύχημα και μετά όμως, ο Άρης Μανιάτης δεν είναι ο μόνος που σχεδιάζει μεθοδικά τις δολοφονίες των αγαπημένων του ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης ακολουθεί μια παράλληλη πορεία που εφάπτεται με εκείνη του ήρωά του. Την ίδια στιγμή που ο ¨Αρης Μανιάτης είναι υποχρεωμένος να σκοτώσει όλα αυτά που αγαπάει και έχει συμπεριλάβει στο σενάριό του, ο Αλέξης Σταμάτης μεθοδεύει το τελικό ξεκαθάρισμα με τις επιρροές που τον καθόρισαν σαν καλλιτέχνη και τις αγαπημένες συγγραφικές τακτικές του, τουλάχιστον ως σήμερα: την ποιητική διάθεση στα πρώτα έργα του, την περιπέτεια και το σκληρό ρεαλισμό των ύστερων έργων, ίσως ακόμη και τους τύπους ηρώων που πρωταγωνίστησαν στα κείμενά του. Ο Άρης Μανιάτης δεν είναι το τυπικό alter ego του συγγραφέα, ο πρόθυμος εντολοδόχος ή το βολικό φερέφωνο των ιδεών του, αλλά μια αυθύπαρκτη, έστω στα όρια της μυθοπλαστικής σύμβασης, οντότητα. Ο κινηματογραφιστής και ο συγγραφέας είναι πολύ απασχολημένοι με τις προσωπικές εμμονές τους για να αναμειχθούν ο ένας στις υποθέσεις του άλλου.


Αυτό που μοιάζει να είναι το πιο αυτοαναφορικό έργο του δεν είναι κατ ανάγκη και το πιο προσωπικό. Ας δούμε λίγο τι συμβαίνει στη βιογραφία και ειδικότερα στην αυτοβιογραφία. Ο Ντισραέλι είχε πει κάποτε πως «Η Βιογραφία είναι η Ζωή δίχως τη θεωρία». Φυσικά, η ανάγκη για αισθητική τελειότητα στην διατύπωση μιας αποστροφής, δεν επιτρέπει την πλήρη ανάπτυξη της αλήθειας που αυτή κρύβει. Θα προσέθετα λοιπόν πως η «Η βιογραφία θα έπρεπε να είναι η ζωή χωρίς τη θεωρία», έχοντας αμφιβολίες αν αυτό μπορεί να είναι εφικτό. Ειδικότερα όταν κάποιος ξεκινάει να γράψει την αυτοβιογραφία του, στην ουσία είναι αδύνατο να καθαρίσει τη ζωή του από τις θεωρητικές προσμείξεις. Η αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου είναι η επανεξέταση της προσωπικής του ζωής ο άνθρωπος προσπαθεί πρώτιστα να κατανοήσει πως κατέληξε να είναι αυτός που είναι και πριν γράψει την ιστορία της ζωής του, είναι υποχρεωμένος να επανεξετάσει, σε θεωρητικό πλαίσιο τις επιλογές που ΔΕΝ έκανε, τις κατευθύνσεις που δεν ακολούθησε όταν χρειάστηκε να πάρει τις οριακές αποφάσεις στη ζωή του. Όσο αφηγείται την ιστορία του, και προκειμένου να καταλάβει καλύτερα ποιος είναι, είναι αναγκασμένος να βάλει τον εαυτό του στη θέση του ατόμου που θα μπορούσε να είναι σήμερα. Σε ένα έργο με έκδηλο το αυτοαναφορικό στοιχείο, ο συγγραφέας λειτουργεί περίπου όπως ο αυτοβιογραφούμενος, με τη διαφορά πως όσο εξελίσσεται ο μύθος, η αρχική συγγραφική περσόνα διαιρείται σε πολυάριθμα επιμέρους είδωλα χωρίς να είναι πλέον αναγνωρίσιμη η αληθινή περσόνα του συγγραφέα, χωρις άλλωστε και να υπάρχει η ανάγκη γι’ αυτό. Όσο πιο πολύ προσπαθούσα να εντοπίσω αναλογίες ανάμεσα στον Άρη Μανιάτη και τον Αλέξη Σταμάτη, τόσο περισσότερο ένιωθα να απομακρύνεται ο ένας από τον άλλο και όσο ξεδιπλωνόταν η πλοκή, τόσο λιγότερο με ενδιέφερε. Και όπως φαίνεται από την ανατροπή στο τέλος, ο μύθος είναι αυτός που έχει τελική μεγαλύτερη αξία, σημασία από κάθε τι.


Το παραπάνω κείμενο αποτελει την εισήγηση του κριτικού λογοτεχνίας Λευτέρη Καλοσπύρου κατα την παρουσιαση του βιβλιου ΣΚΟΤΩΣΕ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΑΣ του Αλέξη Σταμάτη, στο "104" των εκδόσεων Καστανιώτη , την Δευτερα, 9 Νοεμβρίου.

Κυριάκος Πιερρακάκης: Σκότωσε ό,τι αγαπάς


Κυριακος Πιερρακάκης
Σκότωσε ό,τι αγαπάς

Χαίρομαι πολύ που έχω απόψε την ευκαιρία να μιλήσω για το έργο του Αλέξη Σταμάτη και συγκεκριμένα για το καινούργιο του μυθιστόρημα «Σκότωσε ότι αγαπάς».
Η ειρωνεία της παρουσίασης μυθιστορημάτων κρύβεται στο χάσμα ανάμεσα σε παρουσιαστή και κοινό. Κατά κανόνα, αυτός που παρουσιάζει το βιβλίο το έχει διαβάσει (αν και υπάρχουν και εξαιρέσεις....), και γνωρίζει καλά την πλοκή, την υπόθεση. Στις περισσότερες περιπτώσεις το κοινό δεν έχει διαβάσει το βιβλίο. Έτσι, ο παρουσιαστής βρίσκεται στην περίεργη θέση να πρέπει να μιλήσει για το βιβλίο χωρίς να «μιλήσει» για το βιβλίο. Να δώσει το άρωμα του βιβλίου, χωρίς να προδώσει τα συστατικά του.
Κάτι το οποίο με συναρπάζει στο σύνολο του έργου του Αλέξη είναι η συνειρμική του δυνατότητα. Χτίζει μια εικόνα πάνω στο επίπεδο συνειρμών με σκηνές από ταινίες, στίχους από τραγούδια, χρώματα και υλικά από πίνακες – δομώντας ένα μωσαϊκό το οποίο ο αναγνώστης εισπράττει σαν να το συνέλαβε ο ίδιος. Κάτι το επίσης προφανές είναι ότι ο Αλέξης διαβάζει πολύ – ψυχολογία, φιλοσοφία, λογοτεχνία. Ειδικά τα δυο πρώτα είναι προφανή στο σκότωσε ότι αγαπάς.
Ο πρωταγωνιστής λέγεται Άρης Μανιάτης, κινηματογραφιστής. Βρίσκεται σε κρίση ταυτότητας, η οποία έρχεται στην επιφάνεια με αφορμή τη βραδιά των πεντηκοστών γενεθλίων του, την οποία περνά μαζί με φίλους κάπου στην επαρχία. Εκεί, τους παρουσιάζει το τελευταίο του – αυτοβιογραφικό – σενάριο, το οποίο έχει ακριβώς τον ίδιο τίτλο «Σκότωσε ότι αγαπάς». Ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της επιστροφής αφήνει τον Άρη Μανιάτη χωρίς αυτοκίνητο και ο δρόμος τον φέρνει σε ένα απομονωμένο παλιό αρχοντικό. Εκεί θα συναντήσει δυο πρόσωπα. Μια κοπέλα και έναν ηλικιωμένο γιατρό. Η επαφή με αυτά τα πρόσωπα φέρνει πίσω εικόνες και σκέψεις τις οποίες ο πρωταγωνιστής είχε προσπαθήσει προ πολλού να αφήσει πίσω του, να «σκοτώσει».
Αλέξη συγκράτησα το γεγονός ότι στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου αναφέρεις ότι ο πρωταγωνιστής διαβάζει Βιτγκενστάιν, Καντ, Ζίζεκ. Θα σταθώ στον τελευταίο. Ο Σλάβοι Ζίζεκ είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλοσόφους/ψυχολόγους, από τη σχολή του Ζακ Λακάν. Η σκέψη του Ζίζεκ είναι διάχυτη στο έργο του Αλέξη – ξεκινώντας από τον ίδιο τον τίτλο: «Σκότωσε ότι αγαπάς» - τη διάσημη φράση «Kill your darlings» του Faulkner. Το νόημα της φράση σε πρώτο επίπεδο αφορά την αφαίρεση – δηλαδή αφαιρείς από το κείμενο όλα τα περιττά - ότι δεν υπηρετεί τη δομή και το σκοπό του.
Κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα ως προς αυτό είναι το λογοτεχνικό εύρημα του Αλέξη να συμπεριλάβει τις φράσεις που ο πρωταγωνιστής σταδιακά αφαιρεί/σβήνει από το αυτοβιογραφικό σενάριο – με μια μαύρη γραμμή. Η προτροπή «σκότωσε ότι αγαπάς» δρα σε δυο παράλληλες διαστάσεις για τον πρωταγωνιστή: το αυτοβιογραφικό σενάριο που γράφει, και η πραγματικότητα της ζωής του. Είναι όμως μια προτροπή την οποία, σε αρχικό στάδιο, ο πρωταγωνιστής φαίνεται να έχει υιοθετήσει πολύ κυριολεκτικά. Γράφει ο Αλέξης Σταμάτης:
«Ίσως τελικά από μια σελίδα μείνει μια φράση, μια εικόνα, ένα πλάνο, έτσι, ως ανάμνηση αλλά και ως μεδούλι της θυσιασμένης σύνθεσης. Όμως εδώ, στο ριράιτινγκ, κανένα έλεος, δεν είχε μείνει τίποτα. Η όποια λυρική, μελοδραματική, επική μου χρυσαλίδα είχε πνιγεί στο ίδιο της το αίμα.
Μα τελικά αυτό δεν έκανα στη ζωή μου; Kill your darlings. Φίλα το όπλο, δάγκωσε τις σφαίρες. Ήμουν καλός σε αυτή τη θυσία. Το κρεβάτι του Προκρούστη ήταν ανηλεές.»
Ό Άρης Μανιάτης φαίνεται να έχει θυσιάσει τη ζωή, με σκοπό την εξυπηρέτηση της δομής. Η δομή όμως αυτή, γίνεται μετέπειτα η ίδια του η πραγματικότητα, ωσάν η προτροπή του Faulkner να γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία για τον πρωταγωνιστή.
Είναι όμως σωστή η ανάγνωση του πρωταγωνιστή στη φράση του Faulkner; Ότι, δηλαδή, η εξυπηρέτηση της δομής πρέπει να γίνει με κάθε κόστος – ακόμα και αν θυσιάσεις την πραγματικότητα;
Εδώ είναι χρήσιμο να επιστρέψουμε στο Ζίζεκ. Ο Ζίζεκ ισχυρίζεται ότι ένας λειτουργικός τρόπος κατηγοριοποίησης της αντίληψης είναι ο εξής:
1) Υπάρχουν πράγματα τα οποία γνωρίζουμε ότι τα γνωρίζουμε
2) Πράγματα τα οποία γνωρίζουμε ότι δεν τα γνωρίζουμε.
3) Πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουμε ότι δεν τα γνωρίζουμε.
4) Συμμετρικά, υπάρχει όμως και μια τελευταία, μακράν πιο ενδιαφέρουσα κατηγορία – σίγουρα για την ψυχολογία, αλλά και για τη λογοτεχνία. Αυτά τα οποία δεν γνωρίζουμε ότι τα γνωρίζουμε.
Με την τέταρτη αυτή κατηγορία επιλέγει να καταπιαστεί ο Αλέξης. Ο πρωταγωνιστής Άρης Μανιάτης έχει επιλέξει να τοποθετήσει ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος του – ένα μεγάλο μέρος της πραγματικότητάς του κάτω από ένα νοητό χαλί, πάνω στο οποίο έχει στήσει μια άλλη, μια επίπλαστη πραγματικότητα. Το πνεύμα του Ζίζεκ – το οποίο υπηρετεί η πλοκή που στήνει ο Αλέξης Σταμάτης, καλεί τον πρωταγωνιστή, μέσα από καταλυτικά γεγονότα, αλλαγές, μεταβολές, να τραβήξει αυτό το νοητό χαλί, να δει τον εαυτό του γυμνό στην καθρέφτη, να αποδομήσει αυτή την επίπλαστη πραγματικότητα.
Το «σκότωσε ότι αγαπάς» μπορεί πράγματι να εξυπηρετεί τη δομή, ιδιαίτερα όταν είναι δύσκολο σε ένα υποκείμενο να κάνει επιλογές ανάμεσα σε πολλά ενδεχόμενα. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πολύ πιο πραγματική ανάγνωση. Ότι το «σκότωσε ότι αγαπάς» οφείλει πρωτίστως να εξυπηρετεί την ίδια τη ζωή – ότι όσο και αν αγαπάς, όσο και αν σε βολεύουν οι επίπλαστες πραγματικότητες, οφείλεις να τις αποδομήσεις, να αφαιρέσεις πρώτα αυτές – και στη θέση τους να αναδυθείς εσύ, όπως πραγματικά είσαι.
Αυτή αισθάνθηκα πως είναι η προτροπή του συγγραφέα τόσο προς τον πρωταγωνιστή όσο και προς τον αναγνώστη.

Το παραπάνω κείμενο αποτελει την εισήγηση του πολιτικου επιστημονα Κυριακου Πιερρακάκη κατα την παρουσιαση του βιβλιου ΣΚΟΤΩΣΕ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΑΣ του Αλέξη Σταμάτη, στο "104" των εκδόσεων Καστανιώτη , την Δευτερα, 9 Νοεμβρίου.

Tuesday, October 13, 2009

Σαγκάη: Στην αιχμή του μέλλοντος


Κοιτάζοντας ψηλά τη θέα από στο εσωτερικό Patio του ξενοδοχείου Grand Hyatt το οποίο βρίσκεται μεταξύ 53ου και 87ου ορόφου στον περίφημο πύργο Τσιν Μάο, πίνοντας το τσάι μου σε ένα χώρο στον οποίο βλέπουν και οι 33 όροφοι του ψηλότερου ξενοδοχείου στον κόσμο, νομίζω πως βρίσκομαι σε μια σκηνή από το «Σταρ Ουόρς». Λίγο αργότερα, μπροστά στο «Διαμάντι της Ανατολής», τον θρυλικό «Πύργο Οριένταλ» σήμα κατατεθέν της πόλης με τις «ντίσκο» μπάλες του που προσφέρουν ένα καλειδοσκοπικό πανόραμα της πόλης, αντικρίζω μια από τις πιο υπέροχα κιτς κατασκευές του πλανήτη. Την αίσθηση επενδύει αγγλική ποπ των 80’ς η οποία, για έναν παράξενο λόγο, ακούγεται σ ‘ ολόκληρο τον εξωτερικό χώρο. Ορδές Κινεζών πηγαινοέρχονται υπό της ήχους των Echo and the Bunnymen και των Duran Duran. Το βράδυ από τη βεράντα του «Bar Rouge» χαζεύω σε όλη του την φουτουριστική έκταση το πανόραμα του Πουτόνγκ, της «γειτονιάς των ουρανοξυστών», η οποία ανεγέρθηκε μόλις σε 15 χρόνια σε ένα χώρο που παλιά ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένος. Η «πτήση» του ανθρώπου, μέσα από την κατασκευή, την ανάπτυξη, τη φιλοδοξία σε όλο της το εμβληματικό μεγαλείο. Ωστόσο, στην άκρη της βεράντας, η σημαία της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Κίνας μου θυμίζει ότι βρίσκομαι σε ένα κομμουνιστικό κράτος…
Αυτό το ιλιγγιώδους ταχύτητας πέρασμα της κινεζική κοινωνίας στον κόσμο της αγοράς είναι πραγματικά κάτι το μοναδικό. Η εξήγηση δεν είναι απλή. Ίσως να έχει να κάνει με τον ίδιο τον χαρακτήρα του Κινέζου ο οποίος δεν «πενθεί» για τα τραύματα του παρελθόντος. Δεν τα επουλώνει. Το «σύστημά» του είναι πολύ πιο απλό. Τα απωθεί και δεν μιλάει πλέον γι’ αυτά. Εκείνο που τον ενδιαφέρει πια, είναι το «πάμε παρακάτω», το τώρα, το μέλλον. Ενώ άλλες χώρες κάνουν δεκαετίες να ξεπεράσουν τα δεινά και τις καταστροφές που έζησαν, η Κίνα φαίνεται ότι δεν χρειάζεται συλλογική ψυχανάλυση. Κάνει cut και συνεχίζει. Ένα πραγματικά εξαιρετικά πρωτότυπο φαινόμενο μαζικής απώθησης, που επιτρέπει στους ανθρώπους να αλλάξουν ζωή σχεδόν εν μια νυκτί.
Η Σαγκάη είναι μια πόλη στην κόψη του μέλλοντος, δεν αντιγράφει, απορροφά, οικειοποιείται, δημιουργεί τους δικούς της νομούς. Μια πόλη που σαν την Αμερική των αρχών του 20 αιώνα, προσελκύει μαζικά τους γειτονικούς ασιατικούς πληθυσμούς, αλλά και διψασμένους για ζεστό χρήμα ξένους, υποσχόμενη γρήγορο πλουτισμό και πλούσια ζωή. Ένα ασιατικό Ελντοράντο. Η προκυμαία του Μπαντ, κάποτε το καμάρι της Ανατολικής Ασίας τα χρόνια της αποικιοκρατίας, είναι και πάλι στα πάνω της, προσελκύοντας την crème de la crème της πόλης. Όλοι πλέον θέλουν ένα κομμάτι από την πίτα της Σαγκάης. Και η πόλη είναι έτοιμη να το προσφέρει. Φόβος να εξαντληθεί το «γλυκό» δεν υπάρχει. Η Σαγκάη ολοένα και διογκώνεται ολοένα και απλώνει με δορυφορικούς οικισμούς μεγαλεπήβολου σχεδιασμού.


Όσο για την πολιτιστική της ταυτότητα, δεν έχω να πω πολλά. Αν το Πεκίνο διατηρεί ακόμα αρκετά στοιχεία από την παλιά και αρχαία παράδοση, εδώ μιλάμε για μια φιλόδοξη μεγαλούπολη δυτικών προδιαγραφών σε διαρκή εγρήγορση. Πλέον εδώ βρίσκεται η πόλη «που «ποτέ δεν κοιμάται». Κάποιος Ασιάτης Σινάτρα θα την έχει κάνει σίγουρα τραγούδι. Κάποιοι πιστεύουν πως όσο ο κόσμος τεχνοδομείται, τόσο πνευματώνεται. Σε αυτό η Σαγκάη επιφυλάσσεται αν μας απαντήσει στο μέλλον.
Όσο για τις εμπειρίες μου από την εκδήλωση της Εταιρίας Συγγραφέων της Σαγκάη στην οποία έλαβα μέρος -η οποία έγινε στο υπέροχο, αποικιακού ρυθμού, κτίριο της-, ήταν μόνο θετικές.
Το κοινό συμμετείχε ενεργά, μιλήσαμε για την ελληνική λογοτεχνία, δέχτηκα ερωτήσεις για τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Καβάφη και με συγκίνηση ένιωσα πως μας ενώνουν οι δυο παλαιότεροι μεγάλοι πολιτισμοί του κόσμου. Γιατί όταν ένας Κινέζος ποιητής σου διαβάζει Σαπφώ στη γλωσσά του, νιώθεις ότι οι θραυσματικοί στίχοι της μεγάλης ποιήτριας από της Λέσβο είναι ιδεογράμματα χαραγμένα στις τεκτονικές πλάκες που μας ενώνουν όλους…

亚历克斯 ・ 斯坦麦提斯
Αλέξης Σταμάτης, στα κινέζικα

Πεκίνο


To Πεκίνο δεν χρωστάει τίποτα ιδιαίτερο στη φυσική του θέση. Δεν είναι λιμάνι ούτε έχει κάποιο φημισμένο ποτάμι να το διασχίζει. Βέβαια το νερό είναι σημαντικό στοιχειό στην πολύ όπως και το πράσινο (τις τρεις μέρες που έμεινα εδώ έβλεπα παντού ανθρώπους να φυτεύουν λουλούδια).
Η βιτρίνα του Πεκίνου είναι τα κτίρια του, παλιά και νέα, από την Απαγορευμένη πόλη μέχρι τους οξύρυγχους ουρανοξύστες. Εντυπωσιάζει επίσης η ιπποδάμεια ρυμοτομία του, η γεωμαντεία στις χαράξεις και η κοσμική του συμμετρία, η οποία αντανακλάται ακόμα και στον χαρακτήρα των κατοίκων του. Η πόλη ωστόσο δεν ανοικοδομείται με βάση τον βαρύ συμβολισμό της Κινεζικής παράδοσης, αλλά μέσα από τις σπίθες του δυτικού μεταμοντερνισμού.
Φυσικά το Πεκίνο είναι και η τέχνη του -από τα αριστουργήματα του παρελθόντος μέχρι το υπερσύγχρονο παρόν. Κι ενώ οι Κινέζοι εικαστικοί είναι ήδη από τους πιο «χοτ» και ακριβοπληρωμένους καλλιτέχνες του κόσμου, η χώρα φαίνεται πως κάνει δυναμικό άνοιγμα και στο βιβλίο. Και η Ελλάδα είναι εδώ.


Η 16η έκθεση Βιβλίου του Πεκίνου διεξήχθη στο Διεθνές Κέντρο Εκθέσεων της Κίνας, με την Ισπανία ως τιμώμενη χώρα. Η παρουσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου ήταν αξιοσημείωτη, με ένα κομψό περίπτερο στο οποίο δέσποζε ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου, δημιουργώντας μεικτά συναισθήματα στο απέναντι περίπτερο του Ιράν –που στολιζόταν από δυο παραδοσιακά ριχτάρια και μια μικρή σημαιούλα.
Οι Κινέζοι φαίνεται να ενδιαφέρονται αρκετά για την λογοτεχνία μας, από τους αρχαίους συγγραφείς ως τους νομπελίστες ποιητές μας, αλλά και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο -το «Γονίδιο της Αμφιβολίας» του οποίου έχει ήδη κυκλοφορήσει στα κινεζικά από τον εκδοτικό οίκο «Νιού Σταρ»-, όπως και τον Τεύκρο Μιχαηλίδη -τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» του έχουν αγοραστεί από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.
Μην ξεχνάμε πως του χρόνου η Διεθνής Έκθεση του Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη είναι αφιερωμένη στον ασιατικό γίγαντα ο οποίος, παρόλα τα εσωτερικά του προβλήματα, αρχίζει πλέον μια νέα -αλλού τύπου φυσικά-, πολιτιστική «ανάσταση».
Τα παραπάνω γράφτηκαν υστέρα από ένα γεύμα στα τοπικά Μακ Ντόναλντς οπού σερβιρίστηκα Big Mac, πατάτες και Κόκα Κόλα Ζίρο υπό τους ήχους του «Its now or never» του Έλβις Πρίσλει. Φαίνεται πως στο σύγχρονο Πεκίνο, όσο και αν γιορτάζει ευφρόσυνα με παρελάσεις και ύμνους την 1η Οκτωβρίου του 1949, τη μέρα που ο Μάο –ο «μεγάλος τιμονιέρης»-, ίδρυσε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, its only now.

Σαγκάη: Η αλληγορία της αγοράς


Eντυπώσεις από Σαγκάη. Σοσιακαπιταλισμός, υγρασία, ιλιγγιώδης ανάπτυξη. Ο 21ος αιώνας ναι μεν θα ανήκει στην Κίνα, αλλά μέχρι να συμβεί αυτό θα έχουν (και έχουν) συντελεστεί μερικές από τις πιο υπόγειες, αθόρυβες και εντυπωσιακές εξελίξεις στο κοινωνικό σώμα ενός έθνους. Η Κίνα είναι ένα σώμα που θεραπεύεται από το τραυματικό παρελθόν με ομοιοπαθητική. Ο ίδιος ο οργανισμός αυτοιάται, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα και όλα τα παράπλευρα συμπτώματα ενός μεταμοντερνισμού που εκτελείται με εκθετική ταχύτητα πάνω σε μια tabula rasa.

Η κεντρική εκδήλωση αυτού της ασύλληπτου, καινοφανούς πειράματος διεξάγεται στην Σαγκάη, η οποία μόλις πριν από 25 χρόνια ήταν ένα γκρίζο βιομηχανικό λιμάνι και σήμερα έχει μετατραπεί σε έναν κολοσσό 17 εκατομμυρίων κατοίκων με 4.000 ουρανοξύστες και βιντεοοθόνες που καλύπτουν ολόκληρα κτίρια. Το μεγαλείο των ετών του 30 συνυπάρχει με τα νέα φουτουριστικά κτίρια, το ποδήλατο με τις εκθέσεις Μπέντλει. Η Σαγκάη ενσαρκώνει το πιο συναρπαστικό πεδίο πειραματισμού του πλανήτη, ένα αχανές οικόπεδο όπου οι δυνάμεις της αγοράς επιδίδονται στο απόλυτο κρας τεστ του μέλλοντος.

Έτσι όπως το αποικιακό παρελθόν του Bund αντικρίζει το διαστημικό ορίζοντα του Pudong, η ιστορία μοιάζει με ένα ζωντανό power point. Είναι σαν σε ένα μουλτιπλεξ να παίζονται το ένα μετά το άλλο έργα του Έριχ φον Στρόχαιμ και του Τζέιμς Κάμερον. Μια πόλη - υπερθέαμα, που ετοιμάζεται να μαγέψει τον πλανήτη με την παγκόσμια Έκθεση του 2010. Μια ασιατική Νέα Υόρκη που ανυψώθηκε από τα αποκαΐδια του αυστηρού κομμουνισμού για να εξελιχθεί σε έναν τόπο - αλληγορία της Αγοράς που εκτινάσσεται κατακόρυφα αθροίζοντας διαρκώς ορόφους στην αχόρταγη ανθρώπινη ανάγκη για το επίκαιρο.

Sunday, October 11, 2009

Χέρτα Μίλερ: Το φετινό Νόμπελ

Απόσπασμα από εργο της Χέρτα Μίλερ, που πήρε φέτος το Νόμπελ Λογοτεχνιας.
Δεν ειχα διαβασει τιποτα δικό της, διαβασα το σκεπτικό της επιτροπής και το πρώτο κείμενο της που βρηκα δεν με εξεπληξε. Ισως πλεον η επιτροπή των Νομπελ θα πρέπει να προσγειωθεί στη λογοτεχνία του 21ου αιώνα.


Around the war memorial are roses. They form a thicket. So overgrown that they suffocate the grass. Their blooms are white, rolled tight like paper. They rustle. Dawn is breaking. Soon it will be day.

Every morning, as he cycles alone along the road to the mill, Windisch counts the day. In front of the war memorial he counts the years. By the first poplar tree beyond it, where he always hits the same pot hole, he counts the days. And in the evening, when Windisch locks up the mill, he counts the years and the days once again.

He can see the small white roses, the war memorial and the poplar tree from far away. And when it is foggy, the white of the roses and the white of the stone is close in front of him as he rises. Windisch rides on. Windisch's face is damp, and he rides till he's there. Twice the thorns on the rose thicket were bare and the weeds underneath were rusty. Twice the poplar was so bare that its wood almost split. Twice there was snow on the paths.

Windisch counts two years by the war memorial and two hundred and twenty-one days in the pot hole by the poplar.

Every day when Windisch is jolted by the pot hole, he thinks, "The end is here." Since Windisch made the decision to emigrate, he sees the end everywhere in the village. And time standing still for those who want to stay. And Windisch sees that the night watchman will stay beyond the end.

And after Windisch has counted two hundred and twenty-one days and the pot hole has jolted him, he gets off for the first time. He leans the bicycle against the poplar tree. His steps are loud. Wild pigeons flutter out of the churchyard. They are as grey as the light. Only the noise makes them different.

© Herta Muller, Martin Chalmers. Reproduced with the kind permission of Serpent's Tail.

Wednesday, September 30, 2009

Σύγχρονο Ελληνικό μυθιστόρημα

Η σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία διαθέτει έντονη ποικιλία όσον αφόρα την θεματική διαπραγμάτευση, το στιλ και την κατεύθυνση . Το χαρακτηριστικό της νέας γενιάς των δημιουργών είναι η έντονη αντίσταση της στην κατηγοριοποίηση. Ταυτόχρονα οι νέοι έλληνες συγγραφείς έχουν αρχίσει και ανοίγουν ένα παράθυρο στον κόσμο.
Η γενιά αυτή υπήρξε ίσως εξ πρώτη που έσπασε τα εθνικά σύνορα και παρήγαγε έργα που είναι τοποθετημένα μερικώς η ολικώς έξω από την Ελλάδα. Έχοντας μεγαλώσει σε ένα κλίμα παγκοσμιοποίησης με την έκρηξη των μίντια , της τεχνολογίας και του Ίντερνετ, η νεα αυτή λογοτεχνική γενιά ένιωσε την ανάγκη να εξερευνήσει την ταυτότητα στης όχι μόνον εντος των εθνικών συνόρων αλλά και έξω από αυτά. Ο δημιουργός πλέον δεν συνομιλεί αποκλειστικά με την τοπική του παράδοση (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την αγνοεί η την προσπερνά). Ανοίγεται, γίνεται «πολίτης του κόσμου» (η ουσιαστική έννοια του παρεξηγημένου όρου «κοσμοπολίτης»). Και αυτό δημιουργεί ορισμένα προβλήματα.

Μια μερίδα της ελληνικής κριτικής λογοτεχνίας παρατήρησε πρόσφατα πως οι νέοι έλληνες συγγραφείς που εμφανίστηκαν στη λογοτεχνία μετά το 1980, εμφανίζονται συνειδητά αποσυνδεμένοι από την παράδοσή της και τις εμπειρίες των προηγούμενων γενεών. Πιστεύει ότι η χειραφέτησή τους αυτή είναι ακόμα πολύ πρόσφατη για να κάνει την ιστορική μνήμη θετική αξία αλλά και να αποτρέψει τις υπερβολές μιας ελευθερίας που βιώνεται κυρίως σαν άρνηση κάθε μορφής επικαθορισμού. Θεωρεί ότι υπάρχει ένα «κενό πραγματικότητας» στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία και ένα έλλειμμα βάρους και βάθους στις εμπειρίες που κατατίθενται σ' αυτήν.
Χωρίς να διαφωνώ σ’ αυτήν τη γενική σκιαγράφηση, πιστεύω πως εκείνο που έχει σημασία είναι ο λόγος που οδήγησε την νεότερη γενιά των ελλήνων συγγραφέων στο να «προσπεράσουν» την παράδοση, αλλά και στη εγγενή άρνηση της συγκεκριμένης γενιάς να «κατηγοριοποιηθεί»
Κάποτε, ένας σπουδαίο έλληνας σκηνοθέτης είπε πως οι παλαιότεροι ήταν «πρίγκιπες των μισών πραγμάτων, ενώ σήμερα τα νέα παιδιά είναι «πριγκιπόπουλα πολύ μικρότερων κλασμάτων». Η νέα γενιά συγγραφέων, σε γενικές γραμμές όσοι γεννήθηκαν από το 1960 και εντεύθεν, έζησε εξ αντανακλάσεως τα τελευταία σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Τη δεκαετία του 80, οι νεότατοι εκπρόσωποί της εμφανίστηκαν για πρώτη φορά με έναν νεανικό, άμεσο λόγο μιλώντας για τα πράγματα της γενιάς τους. Οι συγγραφείς αυτοί εξέφραζαν την κόπωση από το βαρύ ιστορικό φορτίο που κληρονόμησαν.
Η ακόμα νεότερη γενιά όμως, είχε το προνόμιο(;) να «ανδρωθεί» μέσα από την τεχνολογική επανάσταση, το άνοιγμα των επικοινωνιών και την παγκοσμιοποίηση. Οι συγγραφείς της ταξίδεψαν, έζησαν στο εξωτερικό, διάβασαν ξένη λογοτεχνία πριν ίσως διαβάσουν και ελληνική, πρωτοέγραψαν σε υπολογιστή, πλοηγήθηκαν από πολύ μικροί στο δίκτυο. Συγγραφείς μιας γενιάς που, αντίθετα με την προηγούμενη δεν είχε «ορατό εχθρό» (αν και βέβαια ο «εχθρός» είναι πλέον πανταχού παρόν, αόρατος και, το χειρότερο, ενίοτε γοητευτικός), βρέθηκαν απότομα σ’ ένα νέο γενναίο κόσμο όπου οι «ισμοί» έδιναν τη θέση τους στα τρία w.
Ό συγγραφέας είναι ένα πλάσμα που διψάει για έμπνευση. Όταν ξαφνικά ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στο γραφείο του, ή όταν έχει τη δυνατότητα o ίδιος να τον συναντήσει, δεν υπάρχει περίπτωση να αγνοήσει την πρόκληση. Πιστεύω πως η όποια απομάκρυνση των νέων συγγραφέων από την «παράδοση» δεν οφείλεται σε μια ανάγκη πατροκτονίας ή απαξίας του παρελθόντος. Ήταν ίσως, το φυσικό αποτέλεσμα μιας απότομης μεγέθυνσης. Από την αλάνα στο συμπαντικό γήπεδο η απόσταση είναι μεγάλη, κι ίσως σε κάνει μερικές φορές να ξεχνάς ότι το παιχνίδι έχει πάντοτε τους ίδιους κανόνες.
Δίκιο έχει η κριτική όταν λέει ότι οι ιστορικές συνθήκες βοήθησαν τη νέα γενιά ώστε να κάνει αναίμακτα μια κάθετη τομή. Κάθε ουσιαστική ρήξη προϋποθέτει κι ένα αιμάτινο αντίτιμο. Δεν ξεχνάμε βέβαια ότι ζούμε σε μια χώρα, όπου η νοσταλγία για τα παλιά είναι σχεδόν γονιδιακή. Ο καημός του Έλληνα είναι να μιλάει για το παρελθόν του. Σε μια εποχή όπου οι δυτικές κοινωνίες (ειδικά οι προτεσταντικές) ζητούμενο είναι η αυτοπραγμάτωση, η ελληνική, που βασίζεται σε συνεκτικές «μαζικές» δομές - οικογένεια, κόμματα, παρέες, ορθοδοξία - είναι φυσικό να αντιδρά σε μια απότομη, ατομοκεντρική «πτήση προς το άγνωστο». Μια «πτήση» που φυσικά ενέχει και όλα τα προβλήματα που αναφύονται όταν ξαφνικά αποκτάς δωρεάν εισιτήριο σε χώρους που άλλοτε φάνταζαν τόσο μακρινοί.
Ταυτόχρονα οι αλλαγές αυτές συνέπεσαν με την εμπορευματοποίηση του βιβλίου και την πρωτόγνωρη πίεση της αγοράς, που δεν άφησε φυσικά ανεπηρέαστο το χώρο. Η ελληνική λογοτεχνία κάνει τα πρώτα της βήματα ως μια περιφερειακή ευρωπαϊκή λογοτεχνία με τις ποικίλες φυσικά ιδιαιτερότητες της. Η κατά τη γνώμη μου υγιής αυτή αντανακλαστική «απείθεια» των νέων ελλήνων συγγραφέων πρέπει πλέον να βρει την αυθεντικότητά της. Να συνδέσει δηλαδή τις οικουμενικές συνθήκες που γέννησαν τη χειραφέτησή της με τον τόπο στον όποιο αναπτύχθηκε.
Ως Έλληνες είμαστε Βαλκάνιοι, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης. Αυτήν τη διπλή καταγωγή θα πρέπει να την επενδύουμε θετικά. Δεν πρέπει να την απομονώνουμε ούτε να τη συμπιέζουμε. Πρέπει να την εμπεριέχουμε. Πρέπει να περιέχουμε την καταγωγή μας χωρίς αυτή να μας χαρακτηρίζει. Να' μαστε πολίτες του κόσμου έχοντας ενσωματώσει κάθε μας καταγωγή, κάθε μας προέλευση. Προσωπικά, ως συγγραφέας το ταξίδι μου ανανεώνει την εικονοποιία, μου γυμνάζει το βλέμμα, με θέλγει. Ο Καζαντζάκης έλεγε πολύ εύστοχα: "Το ταξίδι είναι η δέκατη Μούσα…"

Είναι αρκετός καιρός που έπειτα από μια μεγάλη περίοδο εσωστρέφειας το ελληνικό μυθιστόρημα φαίνεται να απλώνει τα φτερά του σε αυτό που θα αποκαλούσαμε παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Στο επίκεντρο αυτής της νέας (σ)τάσης δεν είναι πια (και μόνο) ο ιστορικός περίγυρος, ο Ελληνισμός της διασποράς ή ο πρόσφατος Εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε την ναζιστική κατοχή. H «χαμένη άνοιξη» μεταναστεύει από τα στέκια της καθ' ημών Ανατολής και ξεδιπλώνεται σε μια νέα ευρύτερη γεωγραφία, προσδοκώντας να αναγορεύσει το τοπικό σε οικουμενικό, αλλα και να εξερευνήσει το οικουμενικό μέσα από τη δική της (τοπική) μάτια.