Tuesday, August 31, 2010
Το ψυχολογικό πέρασμα από το «νιώθω» στο «πράττω»
Του Αλεξη Σταματη για την Καθημερινη (28.8)
Τι νιώθει ο ήρωας; Η πιο κοινότοπη, η πιο μπανάλ και εντέλει η πιο άχρηστη ερώτηση που κάνει ο θεατής-αναγνώστης. Ομως, ας μην ξεγελιόμαστε. Την κάνει συχνά και ο συγγραφέας-δημιουργός, όταν παρασύρεται σε «ψυχολογικές προσεγγίσεις», χτίζοντας ένα χαρακτήρα. Μια ερώτηση ολωσδιόλου περιττή. Ως θεατή, τι με νοιάζει η ψυχολογία όταν «βλέπω» την πράξη; «Show not tell» -«δείχνε, μην εξηγείς»- είναι μια παλιά, καλή συμβουλή για κάθε πεζογράφο, κάθε θεατρικό συγγραφέα. Δραματοποίησε, δείξε, κάνε πράξη εκείνο που συμβαίνει. Αυτό έχει σημασία. Η Πράξη. H μεταβολή της τύχης ενός μέσου ήρωα, ενός ηθικά ομοίου μας. Η πράξη: το όχημα που οδηγεί τον μύθο, που εξελίσσει την ιστορία, που δημιουργεί μια νέα συνθήκη.
Η «ψυχολογία» έχει καταστρέψει παραστάσεις, σκηνοθεσίες, βιβλία, ακόμη και ζωές. Κάτι ήξεραν η αρχαίοι: Πράξη. Οταν τίθεται το δίλημμα, όταν παρεμβαίνει το εμπόδιο, πράττεις. Με δυο λόγια: στα δύσκολα ή ωριμάζεις ή χάνεσαι.
Ερχονται στιγμές, έρχονται περίοδοι στη ζωή όπου αυτή η δραματουργική συμβουλή είναι θησαυρός. Φερ’ ειπείν σε εποχές κρίσης, όταν η τύχη σχεδόν όλων μας μεταβάλλεται.
Στιγμές όπου η πρώτη αντίδραση, βασισμένη στο παλιό μοντέλο, είναι να κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να στροβιλίζεσαι ανάμεσα σε ευμετάβλητα «νιώθω» και νεφελώδη «αισθάνομαι», παραδέρνοντας ανάμεσα στην αυτολύπηση και τον αυτιστικό θρήνο. Και να που εκείνη την ωραία ημέρα ο καθρέφτης δεν παράγει απαντήσεις, δεν παρηγορεί, δεν ταΐζει φαντασιώσεις.
Οι τελευταίοι μήνες εκφράζουν ανάγλυφα αυτό το πέρασμα από το «νιώθω» στο «πράττω». Από μια «ψευδοευαισθησία», απότοκο μιας περιόδου τεχνητής ευμάρειας όπου ακόμα και οι ελάχιστες μετακινήσεις του θυμικού αποτελούσαν θέμα, σε μια πιο μασίφ, σε πιο ηρωική αν θέλετε στάση ζωής, όπου κάθε άτομο, κάθε οικογένεια, κάθε κοινότητα, ακόμη και κάθε κυβέρνηση, είναι αναγκασμένη να στύψει το μυαλό της, να δράσει ώστε να βρει τρόπους να ξεπεράσει τη θεόρατη κοτρώνα που, διόλου τυχαία, έπεσε στον δρόμο της.
Υστερα από μια χρόνια καθίζηση στη μελοδραματική επικράτεια του «άκου πώς αισθάνομαι» και των εξεζητημένων επιταγών του τύπου να «περνάμε καλά», μεταφερθήκαμε σχεδόν ακαριαία σε μια πολύ πιο συνεκτική συλλογική αφήγηση. Μια σκληρή αφήγηση γεμάτη συγκρούσεις, εμπόδια -πολύ πιο καθαρή μέσα στην τραγικότητά της- η οποία απαιτεί δράση, πράξη, λιγότερο ή περισσότερο επώδυνη για τον καθένα.
Wednesday, August 4, 2010
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΟΙ ΡΩΣΙΚΕΣ ΚΟΥΚΛΕΣ
Αργότερα έπιασα τον ευατό μου να σκέφτεται τό εξής: «Υπάρχουν στη σημερινή εποχή κείμενα, θεατρικά έργα, μουσικές που έχουν παραμείνει η οφείλουν να παραμείνουν στο επίπεδο του αβεβήλωτου (του μη πειραγμένου όπως θα λεγε και κάποιος της νεότερης γενιάς)»
Νομίζω πως απάντηση είναι «Όλα και τίποτα». Κι αυτό γιατί σε όποια πειραματική επαναδιαπραγμάτευση οποιαδήποτε κείμενου, μουσικής ή έργου, εκείνο που υπάρχει σαν το κουκούτσι με στον καρπό -ακόμα και διαστρεβλωμένο-, είναι η πνοή του δημιουργού.
Φυσικά, μέσα στο κουκούτσι αυτό υπάρχει κι ένα άλλο κουκούτσι, εκείνο του προγόνου του κοκ, κι έτσι η ίχνη μοιάζει σαν το σύμπαν. Μια ατελείωτη σειρά από ρώσικες κούκλες, από πλανητικά συστήματα, από σύμπαντα μεσα σε σύμπαντα που ακόμη δεν ξέρουμε που βρίσκεται η αρχή τους (βέβαια στην τέχνη των ανθρώπων κάποιος θα ζωγράφισε το πρώτο βίσωνα –αλλά ποιος «σκέφτηκε να τον ζωγραφίσει»;)
Όπως δεν ξέρουμε και που βρίσκεται το τέλος. Το τέλος της τέχνης, αν συμβεί, θα έρθει με το τέλος της ανθρωπότητας. Μέχρι τότε, η ιστορία της θα είναι μια συνεχής υπόθεση επανεγγραφών, «βεβηλώσεων» και αναδιατυπώσεων.
Μόνο που, πλειοψηφικά, σε κάθε περίοδο, η πιο πρόσφατη «καταξιωμένη» διατύπωση θα θεωρείται πάντοτε ως η πλέον αυθεντική. Κι αυτό είναι εντέλει απόλυτα εξηγήσιμο και ανθρώπινο. Παραδεχόμαστε ότι αναγνωρίζουμε με την εμπειρία μας, ή με την ιστορική μας γνώση.
Απομένει λοιπόν σε κάποιους «παραβατικούς» καλλιτέχνες να σκέφτονται για την επόμενη ρωσική κούκλα που θα καλύψει την τρέχουσα. Μέχρι να νιώσουν κι εκείνοι το βάρος της επόμενης που έρχεται.


Sunday, August 1, 2010
Πολιτισμός: ανάγκη για ευέλικτες λύσεις
Φυσικά κάτι τέτοιο δεν λύνει το συνολικό πρόβλημα για ομάδες που είτε φυτοζωούν, είτε βρίσκουν πρόχειρες εκ των ενόντων λύσεις για τις πρόβες και τις παραστάσεις τους. Θα μπορούσε λοιπόν το μέτρο αυτό να επεκταθεί και στον ιδιωτικό τομέα. Στην Αθήνα υπάρχει ένας ικανός αριθμός ιδιωτικών θεάτρων τα οποία φυσικά δεν λειτουργούν ολόκληρη τη σαιζόν. Στα νεκρά αυτά διαστήματα θα μπορούσαν οι υπεύθυνοι να παραχωρούν τους χώρους αυτούς στις άστεγες ομάδες είτε για πρόβες είτε για παραστάσεις (με την ταυτόχρονη ανάληψη των λειτουργικών εξόδων από τους ίδιους τους φιλοξενούμενους), δίνοντας έτσι το παράδειγμα μιας συλλογικότητας στην πράξη. Επιπρόσθετα θα μπορούσε αυτή η κίνηση να μετρά ως ένα επιπλέον μπόνους για την επιχορήγηση των ίδιων των θεάτρων μέσα από τη νέα διαδικασία του Μητρώου Πολιτιστικών Φορέων.
Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς οι άνθρωποι της τέχνης οφείλουν να γίνουν πιο γενναιόδωροι, πιο ανοιχτοί και να επενδύσουν στο μόνο κεφαλαίο που μας απόμεινε. Το μέλλον και τους νέους.
Sunday, March 8, 2009
Pics at an X-hibition (a talking canvas) Κειμενο στο πρόγραμμα της εκθεσης small detail - BIG DEAL? ΓΚΑΛΕΡΙ ΠΟΤΝΙΑ ΘΗΡΩΝ
συναίδον διαίδον, και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα.
Όλα είναι αλληλένδετα : τα σύνολα και τα μη-σύνολα,
τα συγκλίνοντα και τα αποκλίνοντα,
Όλα συντίθενται σε ένα και από το ένα προέρχονται όλα
Ηράκλειτος
Οι πίνακες στάζουν θάλασσα, μια θάλασσα κολλώδη σαν έλος κι είναι μια τρικυμία μέσα. Καμπύλες πινελιές σε λιγνό πανί ορίζουν το μέτρο της κίνησης της ύλης
σ’ αυτό το ανάγλυφο το κοφτερό ρευστό που θροίζει η ηχώ μιας ανεμοζάλης. Νιώθω μια ριπή οριστικού αποχαιρετισμού και πλησιάζω γιατί.
Γιατί υπάρχει μια εξαγριωμένη ουσία εκεί κάτω, μια μάζα ουρανού κατακρημνισμένου, αλοιφή στις τραυματισμένες κηλίδες, στα ματωμένα κύματα
που σημειώνει -με μια παράξενη γλύκα είναι η αλήθεια-, την αιφνίδια κατάρρευση μιας τάξης, μ’ ένα γοργό διασκελισμό που επαναλαμβάνει γνωστά πράγματα μ’ αλλιώτικους τρόπους.
Κι υπάρχει ακόμα μια μουσική πρόσφατου Δεκεμβρίου, κουτσή μελωδία του σπουδαίου, εκείνου που δεν μπορούμε να μιλήσουμε -δεν μιλιέται το σπουδαίο-,
όμως κινείται άφωνα και διορατικά -το κεφαλάκι του σπρώχνει την αιωνιότητα.
Περνώντας ο χρόνος μεγεθύνεται κι αυξάνει η συνάφεια του ξύλου με το υγρό,
του περιβλήματος με το έργο. Της δομής που σε πετάει διαρκώς απ’ έξω.
Η κόρη τώρα σε ευθεία, ο θαλασσινός ορίζοντας, θέλω να δω, να δω τον κόσμο με την γλώσσα, τον καλώ κι εκείνος εμφανίζεται-να ’τον στην άκρη εκεί, στο κύμα. Έρχεται ο κόσμος κι είναι ολόκληρος μια ζέβρα. Μια ζέβρα κοντά στη θάλασσα. Σκύβει να πιει κι ανοίγει το νερό στα δυο. Παγώνει η ενεργεία ακαριαία. Η μνήμη παίρνει το αντικείμενο κόσμος, το αντικείμενο ζέβρα και το προβάλλει. Διαρκής διακινδύνευση. Η τέχνη που παλεύει να είναι κόσμος.
Είναι η αρχή ενός πολέμου, ή μάλλον η συνέχεια ενός διαρκούς πολέμου
απλού στη στρατηγική, μια διάφανη μάσκα στρατηγού που ποζάρει
και μετακινείται από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, κι η ζέβρα είναι το πρόσωπο
του ασύλληπτου, η κλαγγή του λογικού στον απεικονισμένο ωκεανό. Το θρόισμα της ιεραρχίας πάνω στο σχήμα.
Θέλω να νιώσω αυτή τη δύναμη, αυτήν την προϊστορική βουή. Διστακτικά πλησιάζω, κάτι μου σφίγγει την σκέψη, την στρίβει και την εξαντλεί, εκείνη τρομαγμένη με αναταράξεις παντού εξακοντίζεται εντός μου, χτυπά στα τοιχώματα διαλύεται κι ανασυντίθεται διαρκώς, χύνεται στις ζεστές κερήθρες των αρτηριών, ανασαίνει βαριά με μια ανάσα κίτρινη και με πόνους αφόρητους ξαπλώνει ανάσκελα.
Γεννά η σκέψη κι εκβάλλει στο έργο σαν χαρακτήρας, σάρκινος πολλαπλός και ελλιπής, μ’ ένα χέρι μικρότερο κι ένα κάτι μικρότερο -από τι; Ο χαρακτήρας σηκώνεται στα δυο πόδια πρώτη φορά κι αρθρώνει. Ήχους, Φθόγγους, Λέξεις. Κι είναι αυτές οι λέξεις: Διαφθορά, Σύγκρουση, Αντικείμενο, Ταύτιση, Ποιότητα, Κενό.
Πιο κοντά. Τα χείλη ακουμπούν σχεδόν το μουσαμά, σ’ ένα μαβί δευτερόλεπτο
η μνήμη της ατέλειας. Το χέρι ανασηκώνεται σαν άρτιο - σαν τότε που ζωγράφιζε
κινείται με τη μνήμη του άρτιου και δείχνει δεξιά. Κάτω από ένα οξύ βράχο η καρδιά τρομαγμένη μ’ αιφνιδιασμό υποχωρεί, μια γυναίκα με ποδιά υπηρέτριας την ραμφίζει - γεννά η καρδιά ακριβώς αυτήν την γυναίκα-, και καίγεται η φωνή της ακαριαία στον ωκεανό.
Στα τυφλά προχωρώ σε μια ανεξαρτησία - μοίρα της γέννησης και του αφανισμού-,
η κραυγή της αρχής και η κραυγή του τέλους, όπως εκφέρει το γεννημένο πράγμα πρωτανασαίνοντας, έγκλειστο σε δεξαμενή που ολημερίς αναγεννά το δηλητήριο. Ξαφνικά μια απεικονισμένη μορφή μ’ ένα ποτιστήρι και δίπλα μια άλλη γυναίκα όμορφη με τσιγάρο κι απλωμένα πόδια, νωχελική. Ανοιχτό παράθυρο ένας νεκρός προσφέρει καυσόξυλα στο θάνατο, σ ένα μαγαζάκι του τρόμου.
Κι ιδού ο βράχος που λυγίζει και σπάει στη μέση του ποιήματος, στη μέση του πίνακα. Γέννα πεθαμένη χωρίζει στα δύο το νόημα στα βότσαλα από κάτω, σπάει η πέτρα σε χαραμάδα κι η χαραμάδα κινείται - προχωράει ως την ακρογιαλιά-, ταξιδεύει τα λίγα μέτρα σαν άφιξη. Στα μάτια της μια τρομερή οδύνη, καρφιού που χάνεται σε οριστικό ξύλο, άντρα που χάνεται σε θηλυκή ανάγκη, παρωδίας που σοβαρεύει ολέθρια.
Το μάθημα δε τέλειωσε, δε μάθαμε τι αγαπάει η νύχτα, ούτε η μέρα φάνηκε, το καράβι αργεί ακόμα, όμως το λαθραίο νεογέννητο που μεταφέρει δεν έχει άλλο δρόμο, ολόκληρη η θάλασσα τείνει στη στεριά με τις βλεφαρίδες τις κυματιστές να γέρνουν. Το παιδί ακτινοβολεί, ο χρονος μεγεθύνεται, μεγαλώνει και χάνεται το φωτοστέφανο.
Ναι, η σκέψη γεννά, μιλαει και το πλάσμα επιπλέει σε ξύλινο σωσίβιο αφηρημένου χτίστη ως το τέλος της στεριάς ως το τέλος της θάλασσας ως το τέλος του πίνακα -στο κυκλικό δεν υπάρχει τέλος-, και παρασύρει κύματα μπογιάς ως την ακτή
κι εκεί υπάρχει.
Υπάρχει μια οργάνωση όπως κράτος κατασκευή, επιμελημένη φύση, ένα χαρτονόμισμα μιας μυθικής πατρίδας, μια ερημιά δομημένη με λάσπη. Κι εκεί ορίζεται η κατοχή μιας εξουσίας από αίμα αραιωμένο με φρούτα παρθένα και φυλλώματα κράτους αγεωγράφητου που χάθηκε. Κι ορίζεται η κατοχή του ρυθμού του ωκεανού η κατοχή ως δικαίωμα, το δικαίωμα ως λήθη, η λήθη ως θήραμα.
Και μέσα στο θήραμα υπάρχει ένας άντρας, υπάρχει μια γυναίκα κι ένα γλυπτό σκυλί που ακολουθεί. Οι πόρτες είναι κλειστές διπλαμπαρωμένες
κι άνθρωποι όπου υπάρχουν καθισμένοι σε καναπέδες που ναι φτιαγμένοι από βαλίτσες, επισκέπτες που απλώνουν την άνεση και δεν ακούγεται τίποτα. Τίποτα δεν μπορεί να ακουστεί έξω από τον πίνακα, ούτε κι ο πίνακας ο ίδιος.
Νύχτωσε ολόκληρο το μήνα, μ΄ έναν ελιγμό έστριψε το πλοίο στην προοπτική
κι άνοιξαν οι βαριές κουρτίνες. Στην πλατεία κάποιος έβηξε, ο θεατής κουράστηκε, η θάλασσα δεν ήταν ο ρόλος, ήταν το έργο το ίδιο κι η μουσική, ένα τραγούδι όμορφο με ομορφιά που σώζει, υποτάσσοντας, κυριεύοντας και εμβαθύνοντας
κι όλα τα φώτα πάνω στον θεατή και στον πίνακα κι όλα τα βλέμματα γυάλινα και μαγικά να λάμπουν. Σώθηκε ο νους και παλιννόστησε, ο έργο άτμισε από αλήθεια
από αληθινό συμφέρον της ζωής και τοκίστηκε η αξία του στην Τράπεζα της Προσοχής.
Λίγο χαμηλότερα, η τελευταία λέξη, η χαμένη νότα, ο άλλος, εσύ και το φως σου
το θηρίο που αστράφτει στα μάτια μου όπως κοιτούν τα δικά σου μάτια
κι αυτή η τρομερή παγωνιά τόση ώρα μπροστά στον καθρέφτη σου
να κοιτάζομαι.
Thursday, September 11, 2008
Το γέλιο της Τζοκόντα: Ελληνικές ιστορίες εικαστικής τρέλας
Σκεφτείτε τον ίδιο ζωγράφο να έχει δηλώσει πριν ακόμα τα εγκαίνια ότι με τα συγκεκριμένα του έργα, εκτός των άλλων πολλών θεμάτων που θίγει, θέλει να αναφερθεί σε τρεις εμβληματικούς δημιουργούς: τον Ντα Βίντσι, τον Πικάσο και τον Λούσιαν Φρόιντ (κάτι που και να μην το είχε κάνει, πάλι το ίδιο θα ήταν)
Σκεφτείτε μετα τα εγκαίνια, στις συνεντεύξεις του να το τονίζει με κάθε ευκαιρία. Σκεφτείτε να έχει βάλει τίτλο της έκθεσης του «Ξενοδοχείο Λας Μενίνας» (για όποιον δε καταλαβαίνει ότι επιδιώκει μεταξύ των άλλων να συνομιλήσει και με άλλα έργα)
Σκεφτείτε να έχει βάλει μότο στον κατάλογο της έκθεσης μια λεπτομέρεια του πασίγνωστου εικαστικού σχολίου του Μαρσέλ Ντισάν στην Τζοκόντα του Ντα Βίντσι.
Σκεφτείτε η ίδια η σύζυγος του Μαρσέλ Ντισάν να βρίσκει την αναφορά του ζωγράφου μας στον άντρα της εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Σκεφτείτε οι δια-εικαστικές αναφορές που κάνει σε έργα των Πικάσο και Ντα Βίντσι να είναι «και για όσους δεν κατάλαβαν»: Να παρουσιάζει πχ. κάποιες κοπέλες που να παραπέμπουν στις δεσποινίδες τη Αβινιόν πάνω σε μοτοσικλέτα, ή να φιλοτεχνεί την Τζοκόντα προφίλ αντί αν φας, κλπ κλπ.
Σκεφτείτε οι φιλότεχνοι να σχολίαζαν επί όλους αυτούς του μήνες ανοιχτά τις επιρροές και την συνομιλία του ζωγράφου με τους διάσημους ομότεχνούς του.
Σκεφτείτε σε ένα πίνακα στην άκρη δεξιά να έχει τοποθετήσει μια μικρή φιγούρα 0,047% του πίνακα (το ποσοστό του 41 στο 86.000) που να αναπαράγει ένα βάζο σε πίνακα του Λούσιαν Φρόιντ ο οποίος με τη σειρά του με το βάζο αυτό σχολιάζει ένα βάζο του Φράνσις Μπέικον.
Σκεφτείτε ο ίδιος ο ζωγράφος σε ξεναγήσεις στο έργο του, να επισημαίνει σε έναν πίνακα του μια λεπτομέρεια - αναφορά στον Ντα Βίντσι - που κανένας κριτικός δεν είχε προσδιορίσει και να το δηλώνει δημόσια με την προτροπή ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Σκεφτείτε η κριτική όλους αυτούς τους μήνες να είναι σε συντριπτικό ποσοστό εγκωμιαστική, αναγνωρίζοντας τις αναφορές του και μάλιστα θεωρώντας τις από τα καλυτέρα στοιχεία του έργου του, απολύτως αφομοιωμένες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες.
CUT. Ο χρόνος κυλά, το καλοκαίρι έρχεται η σαιζόν τελειώνει.
Ξαφνικά όμως, σκεφτείτε κάποιον άλλο, λίγο νεαρότερο ζωγράφο που γράφει και κριτική τέχνης (με πρόσφατη έκθεση κι αυτός...) ο οποίος όλο αυτό τον καιρό δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με τον εν λόγω συνάδελφο του, μετα και τις τελευταίες κριτικές να βγαίνει σε ένα περιοδικό τέχνης και τον κατηγορεί (στα σοβαρά) ότι «οικειοποιείται τον Πικάσο, τον Ντα Βίντσι, τον Λούσιαν Φρόιντ» αλλά και τον.. Μαρσέλ Ντισάν, κατηγορωντας τον οτι μπορει να εβαλε τη Τζοκοντα στο μοτο αλλα οχι και στο οπισθόφυλλο (!) του καταλογου και «ανακαλύπτοντας» το βάζο!!!!
Σκεφτείτε ο δεύτερος αυτός ζωγράφος αντι σαν πραγματικός καλλιτεχνης να κάτσει ναστρωθει στη δουλεια να κανει καλύτερους πίνακες, να δημιουργεί άκοπα ντόρο γύρω από το όνομα του, για λόγους φυσικά που δεν άπτονται του όποιου ταλέντου του.
Ουδέν σχόλιον παρά:
Σκεφτείτε αυτό να συνέβαινε σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου πλην της Ελλάδος.
Θα είχε γελάσει και η Μόνα Λίζα.
Αλλά επειδή Ελλάδα είμαστε, σκεφτείτε μετα από αυτήν την «κουτουλιά στο αυτονόητο» και άλλοι γηγενείς κριτικοί τέχνης να ασχοληθούν μετα από πέντε μήνες κι αυτοί πρώτη φορά με το βιβλίο και να ανακαλύψουν όψιμα το «έγκλημα» του πρώτου ζωγράφου...
Monday, May 26, 2008
ΚΚΕ και Χατζιδάκις
ΚΚΕ ΚΑΙ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Θα το πιστεύατε ποτέ ότι το ΚΚΕ θέλοντας να γιορτάσει τα 90 χρόνια της ιστορίας του, θα επέλεγε μια συναυλία αφιερωμένη σε έναν δηλωμένα δεξιό δημιουργό όπως τον Μάνο Χατζιδάκι και μάλιστα στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς; (6-8 Σεπτεμβρίου). Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα ευχάριστα με την διπλή αυτή απόφαση. Αφ ενός για την επιλογή ενός αρχαιολογικού χώρου για τις εκδηλώσεις και αφ ετέρου για εκείνη του μεγάλου Μάνου ως τιμώμενου καλλιτέχνη.
Είναι γνωστό βεβαία ότι ο Χατζιδάκις ενώ θεωρητικά υποστήριζε την δεξιά και ήταν στενός φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στην πράξη η πολιτεία του ήταν πιο αριστερή από πολλούς «αριστερούς». Ποτέ δεν διστάσει να εναντιωθεί στην εξουσία και υπήρξε από τις προοδευτικότερες και πλέον ανεξάρτητες φωνές της εποχής του. Εξ άλλου είχε πει κάποτε πως «Εμένα δε μ αρέσουν ούτε οι Σιβηρίες, ούτε τα δολάρια». Για την δε Αλέκα Παπαρήγα λέγεται ότι έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση.
Μπράβο λοιπόν στον Περισσό που αποφάσισε να «ανοίξει το πεδίο» και να προχωρήσει με διορατικότητα σε αυτήν την πολλαπλά συμβολική κίνηση, αντί να οδηγηθεί σε αναμενόμενες, χιλιοδοκιμασμένες επιλογές που λίγο πολύ όλοι φανταζόμαστε... Ελπίζουμε δε η διάθεση του αυτή να έχει και συνέχεια. Την χρειάζεται την εξωστρέφεια, ειδικά το κόμμα της παραδοσιακής αριστεράς…
Ενδιαφέρον θα χει πλέον ο χώρος και το αφιέρωμα που θα επιλέξει η ηγεσία του Κόμματος το2018, για την επέτειο των 100 του χρόνων...
δημοσιευτηκε στο Εθνος 26.5.08
Monday, May 5, 2008
ΙΤΑΛΙΑ: ΛΙΓΟΤΕΡΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ!
Μια από της πρώτες του ενέργειες λοιπόν είναι να υποβαθμίσει (η και να σταματήσει τελείως) το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Ρώμης, το οποίο θεωρεί ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά έναν κόκκινο χαλί για τις ξένες ταινίες. Στα πλαίσια αυτά θα αντικαταστήσει τον σημερινό πρόεδρο του Φεστιβάλ Τζοφρέντο Μπετίνι με τον βετεράνο σκηνοθέτη Πασκουάλε Σκουιτιέρι, ο οποίος δήλωσε ότι θεωρεί άχρηστο ένα Φεστιβάλ Κινηματογράφου στην αιώνια πόλη.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η πρώτη φορά που η Ρώμη διαθέτει έναν ακροδεξιό (η δεξιό) δήμαρχο. Είναι γνωστό ότι ο Αλεμάνο είναι κατά της μετανάστευσης. Αλλά με το να φτάνει στο σημείο να θεωρεί και τις ξένες ταινίες που διαγωνίζονται σε ένα διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου ως απειλή για την «ιταλικότητα», προσδίδει στην ξενοφοβία μια νέα, έως και κωμική διάσταση. Αυτός δεν θα επέτρεπε ποτέ στην Σοφία Λόρεν να παίξει σε αμερικάνικη ταινία…
Monday, June 11, 2007
Το «επαναστατικό» ως θέαμα

«Όσο οι άνθρωποι καταναλώνουν τα αγαθά και τις εικόνες του θεάματος, γίνονται και οι ίδιοι μέλη του, κάνοντας δύσκολη την οποία αντίδραση εναντίον του. Ακόμα και η πιο ριζοσπαστική κίνηση αφομοιώνεται μέσα στο θέαμα και μετατρέπεται σε ‘αγαθό’, παραλλάσσοντας το ανατρεπτικό της νόημα. Το ‘επαναστατικό’ μας πωλείται πίσω σαν μια εικόνα που μας εφησυχάζει»
Αυτή η τελευταία φράση είναι «όλα τα λεφτά». Περιγράφει στην εντέλεια το αδιέξοδο της «ανατρεπτικής» τέχνης του σήμερα. Το Χόλιγουντ με το που οσμίζεται κάποιο σούπερ αντάρτικο ταλέντο του δανέζικου πχ σινεμά το τσιμπάει και το αφομοιώνει στου κόλπους του ουσιαστικά ευνουχίζοντας το. Όμως εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο «δραστικό». Δίχως να αλλάξει η μορφή του, το ανατρεπτικό απομονώνεται, θεοποιείται δι' ολίγον μέχρι να γίνει αρκούντως γνωστό, για να εγκιβωτιστεί τάχιστα στην αγορά, (των εικαστικών, της μόδας, της τηλεόρασης), ακυρωμένο και ακίνδυνο, μια και πλέον έχει «εκπέσει» σε κοινό θέαμα, έχει «περάσει από τα οικεία κανάλια», άρα είναι «δικό» μας, ενταγμένο, έστω και εκκεντρικά, στον ασφαλή μας κόσμο.
Κάποτε οι ευρωκομουνιστές του Μπερλινγκουέρ έλεγαν «χτυπάμε το σύστημα μέσα από το σύστημα». Σήμερα τα πράγματα έχουν αντιστραφεί. Το σύστημα είναι που «χτυπάει την πρωτοπορία μέσα από την πρωτοπορία». Η καθεστηκυία τάξη αποδεικνύεται πολύ διαβασμένη. Ακόμα και τη στρατηγική της αντίστασης υιοθετεί…
Sunday, June 3, 2007
Ζε τ' εμ : η ανάποδη οντισιόν + ΛΑΟΣ vs art
ΔΕΝ είναι αυτή η περίπτωση του «Ζε τ’ εμ». Εδώ μιλάμε για ένα οργανωμένο προϊόν κακογουστιάς και εκμετάλλευσης αφελών – κατά τα άλλα συμπαθέστατων ανθρώπων -, οι οποίοι στρατολογουνται με «ανάποδη οντισιον». Μια παραγωγή που έχει σχεδιαστεί και οργανωθεί επί τούτου σε κάποια γραφεία, από επαγγελματίες με γνώση μάνατζμεντ και μετρήσεων κοινού. Ο στόχος της παραγωγής είναι το προιόν να «καμώνεται το καλτ» ώστε να είναι επικερδές. Αυτό είναι ακριβώς εκείνο που το κάνει επικίνδυνο. Στη ραφή του κοστουμιού του Κατέλη και στην ενορχήστρωση του «Βας Βας» εμφιλοχωρεί πάμφωτη η πρόθεση των δημιουργών του για εκμετάλλευση, κερδοφορία και τηλεθέαση.
Παρατήρηση: Οι μεν παραγωγοί προχωρούν με την χρυσοφόρα ιδέα τους, το κοινό όμως γιατί συμπλέει; Αν ισχύει εκείνο που έλεγαν οι (αυθεντικά καλτ) Sex Pistols “This is want you want, this is what you get”, τότε για εκείνο που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι ποιοι είμαστε εμείς που συντονιζόμαστε στη συγκριμένη συχνότητα. Τι είναι αυτό που κάνει τον κόσμο να «ψυχαγωγείται» μπροστά στην καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας; Και μην πείτε πως το βλέπουν μονό ανήλικοι, γιατί δεν είναι αυτή η περίπτωση.
απαντηση σε σχετικό άρθρο του Ελεύθερου Τύπου
Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά...

Μολις πληροφορήθηκα από το μπλογκ του Νικου Ξυδάκη ότι χτες το απογευμα άνδρες της Αστυνομίας κατέφθασαν στους χώρους της Hellexpo, όπου παρουσιάζεται η γνωστή έκθεση των γκαλερί Art Athina. Oι αστυνομικοί, κατόπιν καταγγελίας πολιτευτή του ΛΑΟΣ, κατέσχεσαν βίντεο έργο της καλλιτέχνιδος Εύης Στεφανή (η οποια καταζητείται!) και συνέλαβαν τον διευθυντή της Art Athina Μιχάλη Αργυρού, κατηγορούμενο για παράβαση του νόμου περί ασέμνων και προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους. Η επέμβαση της Αστυνομίας έγινε διότι, σύμφωνα με την καταγγελία και σύμφωνα με την αυτοψία και την κρίση των αστυνομικών, στο έργο παρουσιαζόταν πράξη αυνανισμού με φόντο τη γαλανόλευκη. Ηδη μαθαινω πως σε ενδειξη διαμαρτυρίας η art athina μεταφέρεται σε άλλο χωρο και γινεται κινηση να συνυπογραψουν το έργο καλλιτεχνες από όλους τους χωρους. Πιστευω να δεχτουν οσοι περισσότεροι γινεται. Oι υπογραφές ΕΔΩ.
το επίμαχο βιντεο εδώ (www.fantomas.gr)
Saturday, March 10, 2007
Νατάσσα Πουλαντζά
Αφήνω λοιπόν να μιλήσει αντι για μένα η κριτικός τέχνης Πέγκυ Κουνενάκη ένα απόσπασμα από το σχετικό κείμενο της οποίας ακολουθεί παρακάτω.
Η Πουλαντζά ξεκίνησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών να κάνει ανθρωποκεντρική, εξπρεσιονιστική ζωγραφική. Στους πίνακες της ο άνθρωπος παίζει με τη σκιά του, κι είναι φανερό ότι το κέντρο βάρους της ματιάς της μετατοπίζεται πάνω στη σκιά. H σχέση της με τη φιγούρα διακόπτεται με το τέλος των σπουδών της στην Αθήνα. Στη Γερμανία, τη δεύτερη πατρίδα της (έστω κι αν γεννήθηκε εκεί), συνεχίζει τις σπουδές της και φυσικά επεκτείνει τους προβληματισμούς της. Το ενδιαφέρον της μετατοπίζεται στα τοπία, κυρίως τα άδεια τοπία. Ακολουθεί μια περίοδος που ζωγραφίζει θάλασσες και αγρούς, έργα που εκτέθηκαν το 1996 στην Ακαδημία του Μόναχου, και στο Kulturmodell, στο Πάσαου της Γερμανίας. Ο άνθρωπος τώρα πια εξαφανίζεται, κι ο χώρος των αγρών και των θαλασσών αντιμετωπίζεται από τη ζωγράφο αρκετά αφαιρετικά, ιδιαίτερα φορμαλιστικά. Μετά από πολλούς πειραματισμούς, κάποιο από τα φυτά του αγρού προσωποποιείται, αποκτά οντότητα, και μεταφέρεται στον καμβά με ελεύθερη γραφή, χειρονομιακή, εξπρεσιονιστική. Μια νέα ενότητα γεννιέται: τα «Άγρια λουλούδια». Τα πρώτα λουλούδια εμφανίζονται εντελώς σχηματικά στο τελάρο της. Γρήγορα αποκτούν χαρακτήρα και προσωπικότητα, καθώς η ζωγράφος δίνει έμφαση κυρίως στο χρώμα τους. Εκείνη θεωρεί ότι η συγκεκριμένη επιλογή έγινε τυχαία, αφού, την ίδια εποχή κάθε αντικείμενο στο χώρο ή το περιβάλλον θα μπορούσε να το προσωποποιήσει εικαστικά.
Φαίνεται, όμως, ότι η επιλογή της δεν ήταν τυχαία. Γιατί, εκείνη την εποχή το βλέμμα της ήταν στραμμένο στη δουλειά του φωτογράφου Robert Mapplethorpe (1946-1989), και πιο συγκεκριμένα σ’ ό, τι εκείνος έκανε στις δεκαετίες ’70 και ’80. Η συνθετική δουλειά του την εμπνέει, της δίνει το έναυσμα για μια δική της νέα εικαστική ενότητα. Στην αρχή χρησιμοποιεί ως μοντέλα τρία έργα του, για να συνεχίσει, αυτόνομα πια, να στήνει τα δικά της μοντέλα. Φωτογραφίζει φρέσκα λουλούδια, παρακολουθεί σχεδόν καθημερινά τα βιολογικά τους όρια, τα αφήνει να «εξελιχθούν». Επιλέγει δροσερά τριαντάφυλλα, ζέρμπερες, κρίνους, τουλίπες, χαμομήλια, κα. Λουλούδια συνηθισμένα, καθημερινά, οικεία. Με διάθεση παιχνιδιού, συχνά με αρκετό χιούμορ κι άλλοτε με μια δόση μελαγχολίας, ζωγραφίζει πορτρέτα λουλουδιών που δεν απέχουν πολύ από ανθρώπινα. Αρέσκεται να μεταφέρει ανθρώπινες συμπεριφορές και διαθέσεις, να σκηνοθετεί ατμόσφαιρες, προβάλλει χαρακτηριολογικά στοιχεία ανθρώπινων τύπων, ακόμη και δικά της, χρησιμοποιεί το απαραίτητο καμουφλάζ για να εντείνει το μυστήριο. Δεν θάταν υπερβολή να πει κανείς, πως τα έργα της, εκτός όλων των άλλων, είναι μια βαθιά μελέτη κι ένα ζωγραφικό σχόλιο πάνω στην τέχνη του πορτρέτου, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα μέσα του 19ου και τον 20ο αιώνα.
ο σύνολο της δουλειάς που προκύπτει χωρίζεται σε δύο ενότητες, αλληλένδετες μεταξύ τους.
Ενότητες που λειτουργούν συμπληρωματικά και αντιθετικά. Υπάρχουν έργα πάνω σε χειροποίητα χαρτιά χαλκογραφίας, με υδατοδιαλυτά μελάνια (ακουαρέλες), τα οποία έχουν δουλευτεί σχεδόν εικονογραφικά. Τα έντονα χρώματά τους θυμίζουν φωτορεαλισμό, χωρίς τελικά να εντάσσονται σ’ αυτόν. Το μαύρο χρώμα όπου χρησιμοποιείται είναι αποτέλεσμα δυνατών χρωματικών μίξεων. Το λευκό είναι εκείνο του χαρτιού. Το έργο δίνει πια την αίσθηση μιας «στημένης» φωτογραφίας διαβατηρίου, μ’ άλλα λόγια της επιτρέπει να καταγράψει μια στιγμή ακινησίας, ένα στιγμιαίο πάγωμα του χρόνου. Στη συγκεκριμένη ενότητα θάλεγε κανείς ότι χρησιμοποιεί τη μπρεχτική αποστασιοποίηση, για να αποφύγει κάθε συναισθηματική ανάμιξη τόσο της ίδιας όσο και του θεατή, τον οποίο προκαλεί να καταφύγει στην κριτική του ικανότητα για να δει πέρα από τα επιφαινόμενα. Αν επικαλούμαι έναν καθαρά θεατρικό όρο, είναι γιατί συνολικά η δουλειά της εκπέμπει μια θεατρικότητα, όντας ένα παιχνίδι ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, στο πραγματικό και το φανταστικό, στο ωραίο και το κιτς, στο κραυγαλέο της ποπ – άρτ και την εσωτερικότητα του εξπρεσιονισμού, στη στιγμή και την αιωνιότητα
