Wednesday, September 30, 2009

Σύγχρονο Ελληνικό μυθιστόρημα

Η σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία διαθέτει έντονη ποικιλία όσον αφόρα την θεματική διαπραγμάτευση, το στιλ και την κατεύθυνση . Το χαρακτηριστικό της νέας γενιάς των δημιουργών είναι η έντονη αντίσταση της στην κατηγοριοποίηση. Ταυτόχρονα οι νέοι έλληνες συγγραφείς έχουν αρχίσει και ανοίγουν ένα παράθυρο στον κόσμο.
Η γενιά αυτή υπήρξε ίσως εξ πρώτη που έσπασε τα εθνικά σύνορα και παρήγαγε έργα που είναι τοποθετημένα μερικώς η ολικώς έξω από την Ελλάδα. Έχοντας μεγαλώσει σε ένα κλίμα παγκοσμιοποίησης με την έκρηξη των μίντια , της τεχνολογίας και του Ίντερνετ, η νεα αυτή λογοτεχνική γενιά ένιωσε την ανάγκη να εξερευνήσει την ταυτότητα στης όχι μόνον εντος των εθνικών συνόρων αλλά και έξω από αυτά. Ο δημιουργός πλέον δεν συνομιλεί αποκλειστικά με την τοπική του παράδοση (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την αγνοεί η την προσπερνά). Ανοίγεται, γίνεται «πολίτης του κόσμου» (η ουσιαστική έννοια του παρεξηγημένου όρου «κοσμοπολίτης»). Και αυτό δημιουργεί ορισμένα προβλήματα.

Μια μερίδα της ελληνικής κριτικής λογοτεχνίας παρατήρησε πρόσφατα πως οι νέοι έλληνες συγγραφείς που εμφανίστηκαν στη λογοτεχνία μετά το 1980, εμφανίζονται συνειδητά αποσυνδεμένοι από την παράδοσή της και τις εμπειρίες των προηγούμενων γενεών. Πιστεύει ότι η χειραφέτησή τους αυτή είναι ακόμα πολύ πρόσφατη για να κάνει την ιστορική μνήμη θετική αξία αλλά και να αποτρέψει τις υπερβολές μιας ελευθερίας που βιώνεται κυρίως σαν άρνηση κάθε μορφής επικαθορισμού. Θεωρεί ότι υπάρχει ένα «κενό πραγματικότητας» στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία και ένα έλλειμμα βάρους και βάθους στις εμπειρίες που κατατίθενται σ' αυτήν.
Χωρίς να διαφωνώ σ’ αυτήν τη γενική σκιαγράφηση, πιστεύω πως εκείνο που έχει σημασία είναι ο λόγος που οδήγησε την νεότερη γενιά των ελλήνων συγγραφέων στο να «προσπεράσουν» την παράδοση, αλλά και στη εγγενή άρνηση της συγκεκριμένης γενιάς να «κατηγοριοποιηθεί»
Κάποτε, ένας σπουδαίο έλληνας σκηνοθέτης είπε πως οι παλαιότεροι ήταν «πρίγκιπες των μισών πραγμάτων, ενώ σήμερα τα νέα παιδιά είναι «πριγκιπόπουλα πολύ μικρότερων κλασμάτων». Η νέα γενιά συγγραφέων, σε γενικές γραμμές όσοι γεννήθηκαν από το 1960 και εντεύθεν, έζησε εξ αντανακλάσεως τα τελευταία σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Τη δεκαετία του 80, οι νεότατοι εκπρόσωποί της εμφανίστηκαν για πρώτη φορά με έναν νεανικό, άμεσο λόγο μιλώντας για τα πράγματα της γενιάς τους. Οι συγγραφείς αυτοί εξέφραζαν την κόπωση από το βαρύ ιστορικό φορτίο που κληρονόμησαν.
Η ακόμα νεότερη γενιά όμως, είχε το προνόμιο(;) να «ανδρωθεί» μέσα από την τεχνολογική επανάσταση, το άνοιγμα των επικοινωνιών και την παγκοσμιοποίηση. Οι συγγραφείς της ταξίδεψαν, έζησαν στο εξωτερικό, διάβασαν ξένη λογοτεχνία πριν ίσως διαβάσουν και ελληνική, πρωτοέγραψαν σε υπολογιστή, πλοηγήθηκαν από πολύ μικροί στο δίκτυο. Συγγραφείς μιας γενιάς που, αντίθετα με την προηγούμενη δεν είχε «ορατό εχθρό» (αν και βέβαια ο «εχθρός» είναι πλέον πανταχού παρόν, αόρατος και, το χειρότερο, ενίοτε γοητευτικός), βρέθηκαν απότομα σ’ ένα νέο γενναίο κόσμο όπου οι «ισμοί» έδιναν τη θέση τους στα τρία w.
Ό συγγραφέας είναι ένα πλάσμα που διψάει για έμπνευση. Όταν ξαφνικά ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στο γραφείο του, ή όταν έχει τη δυνατότητα o ίδιος να τον συναντήσει, δεν υπάρχει περίπτωση να αγνοήσει την πρόκληση. Πιστεύω πως η όποια απομάκρυνση των νέων συγγραφέων από την «παράδοση» δεν οφείλεται σε μια ανάγκη πατροκτονίας ή απαξίας του παρελθόντος. Ήταν ίσως, το φυσικό αποτέλεσμα μιας απότομης μεγέθυνσης. Από την αλάνα στο συμπαντικό γήπεδο η απόσταση είναι μεγάλη, κι ίσως σε κάνει μερικές φορές να ξεχνάς ότι το παιχνίδι έχει πάντοτε τους ίδιους κανόνες.
Δίκιο έχει η κριτική όταν λέει ότι οι ιστορικές συνθήκες βοήθησαν τη νέα γενιά ώστε να κάνει αναίμακτα μια κάθετη τομή. Κάθε ουσιαστική ρήξη προϋποθέτει κι ένα αιμάτινο αντίτιμο. Δεν ξεχνάμε βέβαια ότι ζούμε σε μια χώρα, όπου η νοσταλγία για τα παλιά είναι σχεδόν γονιδιακή. Ο καημός του Έλληνα είναι να μιλάει για το παρελθόν του. Σε μια εποχή όπου οι δυτικές κοινωνίες (ειδικά οι προτεσταντικές) ζητούμενο είναι η αυτοπραγμάτωση, η ελληνική, που βασίζεται σε συνεκτικές «μαζικές» δομές - οικογένεια, κόμματα, παρέες, ορθοδοξία - είναι φυσικό να αντιδρά σε μια απότομη, ατομοκεντρική «πτήση προς το άγνωστο». Μια «πτήση» που φυσικά ενέχει και όλα τα προβλήματα που αναφύονται όταν ξαφνικά αποκτάς δωρεάν εισιτήριο σε χώρους που άλλοτε φάνταζαν τόσο μακρινοί.
Ταυτόχρονα οι αλλαγές αυτές συνέπεσαν με την εμπορευματοποίηση του βιβλίου και την πρωτόγνωρη πίεση της αγοράς, που δεν άφησε φυσικά ανεπηρέαστο το χώρο. Η ελληνική λογοτεχνία κάνει τα πρώτα της βήματα ως μια περιφερειακή ευρωπαϊκή λογοτεχνία με τις ποικίλες φυσικά ιδιαιτερότητες της. Η κατά τη γνώμη μου υγιής αυτή αντανακλαστική «απείθεια» των νέων ελλήνων συγγραφέων πρέπει πλέον να βρει την αυθεντικότητά της. Να συνδέσει δηλαδή τις οικουμενικές συνθήκες που γέννησαν τη χειραφέτησή της με τον τόπο στον όποιο αναπτύχθηκε.
Ως Έλληνες είμαστε Βαλκάνιοι, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης. Αυτήν τη διπλή καταγωγή θα πρέπει να την επενδύουμε θετικά. Δεν πρέπει να την απομονώνουμε ούτε να τη συμπιέζουμε. Πρέπει να την εμπεριέχουμε. Πρέπει να περιέχουμε την καταγωγή μας χωρίς αυτή να μας χαρακτηρίζει. Να' μαστε πολίτες του κόσμου έχοντας ενσωματώσει κάθε μας καταγωγή, κάθε μας προέλευση. Προσωπικά, ως συγγραφέας το ταξίδι μου ανανεώνει την εικονοποιία, μου γυμνάζει το βλέμμα, με θέλγει. Ο Καζαντζάκης έλεγε πολύ εύστοχα: "Το ταξίδι είναι η δέκατη Μούσα…"

Είναι αρκετός καιρός που έπειτα από μια μεγάλη περίοδο εσωστρέφειας το ελληνικό μυθιστόρημα φαίνεται να απλώνει τα φτερά του σε αυτό που θα αποκαλούσαμε παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Στο επίκεντρο αυτής της νέας (σ)τάσης δεν είναι πια (και μόνο) ο ιστορικός περίγυρος, ο Ελληνισμός της διασποράς ή ο πρόσφατος Εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε την ναζιστική κατοχή. H «χαμένη άνοιξη» μεταναστεύει από τα στέκια της καθ' ημών Ανατολής και ξεδιπλώνεται σε μια νέα ευρύτερη γεωγραφία, προσδοκώντας να αναγορεύσει το τοπικό σε οικουμενικό, αλλα και να εξερευνήσει το οικουμενικό μέσα από τη δική της (τοπική) μάτια.

4 comments:

mairi alexopoulou said...

Φοβάμαι πως οι σύγχρονοι έλληνες μυθιστοριογράφοι όχι δεν επέλεξαν να προσπεράσουν την λογοτεχνική τους παράδοση, αλλά -οι πιο πολλοί-γράφουν σαν να μην υπήρξε ποτέ η παράδοση αυτή. Πώς να κάνεις την πτήση χωρίς βάση;

"Παράδοση" δεν σημαίνει μονάχα Παπαδιαμάντης, Σεφέρης κλπ. "Παράδοση" σημαίνει και Ουγκώ και Τολστόι (αυτά δεν μας δίνανε να διαβάσουμε όταν ήμασταν έφηβοι;).

Αν οι σημερινοί λογοτέχνες μεγάλωσαν με ταξίδια και web και την αμερικάνικη κουλτούρα, τότε μάλλον δεν διαφέρουν πολύ απ΄τους παλαιότερους που μεγάλωσαν με σπουδές στο εξωτερικό, γαλλίδες γκουβερνάντες και υπερατλαντικά ταξίδια.

Άρα; Άρα; Μήπως απλώς διαλέγουμε τις ευκολίες μας;

(Μπορεί να κάνω λάθος σε όλα τα παραπάνω).

Alexis Stamatis said...

Αγαπητή Μαίρη, ας μη γενικεύουμε. Δεν είναι όλοι οι σύγχρονοι έλληνες μυθιστοριογράφοι αποκομμένοι από την παράδοση. Ξέρεις υπάρχουν κάποιες φόρες που τα "τιμαλφή" διεισδύουν χωρίς εντολή σ ένα κείμενο. Φέρουμε ούτι διαβάσαμε, ο,τι είδαμε, ο,τι ζήσαμε και περπατήσαμε. Κάνεις συγγραφέας , αληθινός, δεν γραφεί ύστερα από "ερευνά αγοράς".

Πτήση χωρίς βάση όπως λες πολύ σωστά δεν γίνεται. Όμως τι θα πεις στο νέο παιδί των είκοσι -εικοσιπέντε που έχει ισχυρή φλέβα, ανάγκη έκφρασης και από αντίδραση θες, επιλογή θες, απωθεί ότι δεν του κάνει "σήμερα"?
Αυτή η τάση για ρήξη υπήρχε πάντοτε, και μέσα από τέτοιες καταστάσεις εξελιχτήκαν όλες οι τέχνες. Προσωπικά πιστεύω ότι το μυθιστόρημα για το "μεταιχμιακό" σήμερα, το μυθιστόρημα για το περιρρέον "τίποτα" θα το γράψει ο τριαντάρης με νωπές τις μνήμες της "χαλαρής δεκαετίας" που έχει ζήσει και όχι ο πενηντάρης που θα διυλίσει κοινωνιολογικά το φαινόμενο.
Με τις υπερβολές του, τις αστοχίες του, τις εμμονές του. Κι ας μην έχει διαβάσει Τολστόι. Αν ζούσε σήμερα ο Ντοστογιέφσκι θα ήταν κ α ι μπλογκερ
Ας είναι ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι του το δίκτυο. .. Μου αρκεί προσωπικά να διαβάσω κάτι που μεταφέρει λογοτεχνικά το σήμερα μέσα από το σήμερα
Κάτι που θα κάνει κι εμένα να δω με "αλλα μάτια" όσα συμβαίνουν σε μια γενιά, η οποια καλώς η κακώς αυτά έζησε, αυτές είναι οι προσλαμβάνουσες της..Και αυτό νομίζω ότι έχει και τον μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας σε έναν κόσμο δίχως ισχυρές αναφορές σαν τον σημερινό.

Alexis Stamatis said...

Ενα κειμενο του Λ. Καλοσπυρου που αναρτηθηκε στην ιστοσελιδασ του φιλου blogger Librofilo και ειναι σχετικο με το θεμα που διαπραγματευομαστε εδω. Το κειμενο εχει γραφει με αφορμή την κριτική του στη μοναδική συλλογή διηγημάτων του David Foster Wallace που έχει εκδοθεί στα ελληνικά, λίγο μετά την απροσδόκητη αυτοχειρία του

Λ. Καλοσπυρος.

Κορίτσι με Παράξενα Μαλλιά


Πριν από λίγες μέρες είχαμε μια συζήτηση με τον φίλτατο οικοδεσπότη του blog σχετικά με τη γενιά μου (πάνω κάτω όσοι είμαστε ακόμη στα 20+, 30-) και την επίδραση της τεχνολογίας στις συνήθειες και τον τρόπο ζωής της. Κάποια στιγμή λοιπόν, ανέφερα με έκπληξη - πιο πολύ μια αυθόρμητη, αδιόρατα ειρωνική, αντίδραση έπειτα από τη συνειδητοποίηση της μελαγχολικής αλήθειας που έκρυβε η διαπίστωση, παρά καθαυτή έκπληξη- πως παρά το νεαρό της ηλικίας, στα 16 περίπου χρόνια που ακούω μουσική, έχω προλάβει ήδη να γνωρίσω τέσσερα ολότελα διαφορετικά μεταξύ τους μουσικά μέσα-η πορεία πάει κάπως έτσι: κασέτα, δίσκος βινυλίου, cd, ψηφιακό αρχείο τύπου mp3. Η απάντηση του Librofilo, που όση ώρα μιλούσα με κοιτούσε με ελαφρώς υψωμένο φρύδι, ήταν αφοπλιστική: «Οι νέοι της ηλικίας σου, βέβαια, σε προηγούμενες εποχές είχαν προλάβει ήδη να αλλάξουν τέσσερις διαφορετικές πατρίδες». Φυσικά η συζήτηση κάπου εδώ έλαβε τέλος. Τι στην ευχή θα μπορούσα να απαντήσω έπειτα από ένα τέτοιο σχόλιο;

Οι άνθρωποι που έζησαν σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους και οι ζωές τους στιγματίστηκαν από μεγάλα ιστορικά γεγονότα του εικοστού αιώνα, είναι ευλογημένοι με την ικανότητα να μπορούν να αντικρίζουν το χρόνο με μια ενορατική καθαρότητα και μια κρυστάλλινη διαύγεια που οι άνθρωποι της γενιάς μου πιθανότατα δεν θα αποκτήσουν ποτέ. Μια από τις συνέπειες του να ζεις σε μια περίοδο όπου δεν υπάρχει πραγματική ιστορική δράση (πως λέμε «πραγματική οικονομία;») είναι η σχετικοποίηση της αντίληψης του χρόνου. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποιο αληθινά σημαντικό ιστορικό σημείο αναφοράς με βάση το οποίο να ορίζεις την ύπαρξή σου και κατά συνέπεια να κατανοείς βαθύτερα τη φύση του χρόνου, καταλήγεις να βιώνεις την πραγματικότητα σαν ένα αέναο, αμετακίνητο, χαοτικό παρόν. Δίπλα σε αυτό, προσθέστε τη σύγχρονη «φιλοσοφία» της μακροζωίας που καλλιεργούν οι νέες εξελίξεις στην ιατρική και τη γενετική καθώς και τα κλισέ σχετικά με την κοινωνία της εικόνας, την κοινωνία της τηλοψίας, την κοινωνία της πληροφορίας και έχετε μια (σχετική) εικόνα της γενιάς μου. Ναι, στα αλήθεια, πιστεύουμε πως δεν θα πεθάνουμε ποτέ. Και πως ξέρουμε τα πάντα επειδή έχουμε την ψευδαίσθηση πως οι εικόνες μας προσφέρουν τα πάντα και μας δίνουν επαρκείς απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα και πως έχουμε διαθέσιμες όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για οτιδήποτε μας αφορά. Less is more; More is more!

Alexis Stamatis said...

συνεχεια του κειμενου του Λ.Καλοσπύρου

Διαβάζοντας κανείς τα διηγήματα της συλλογής «Κορίτσι με παράξενα μαλλιά» του τραγικού αυτόχειρα, πλέον, David Foster Wallace, καταλαβαίνει για ποιο λόγο οι αμερικανοί θρήνησαν τον Wallace σαν τον μεγάλο συγγραφέα μιας ολόκληρης γενιάς. Η αφήγηση των ιστοριών δεν είναι ποτέ γραμμική, και ακόμη και όταν κάποιες φορές πλησιάζει όσο εγγύτερα γίνεται στα πρότυπα της κλασικής αφήγησης, ο συγγραφέας θα βρει τον τρόπο να υπονομεύσει την ευθύγραμμη πορεία-και είμαστε ακόμη σε μια περίοδο που ο Wallace δεν έχει εισάγει το στυλ γραφής με τις υποσημειώσεις που θα ακολουθήσει μεταγενέστερα τόσο στα δοκίμιά του όσο και στο αριστούργημά του “Infinite Jest”. Σε μια εποχή που ο χρόνος αντιμετωπίζεται σαν ένα μέγεθος απόλυτα σχετικό, ο Wallace τον στρεβλώνει, τον τσακίζει, τον παραμορφώνει, απλώς και μόνο για να μπορέσει να κατανοήσει τα όριά του. Η γλώσσα των ιστοριών είναι φυγόκεντρη, πολυεπίπεδη, φαντασμαγορική: λόγια στοιχεία αναμειγνύονται με εκφράσεις της καθομιλουμένης, σε μια ρωμαλέα προσπάθεια να αποδοθεί η πραγματική γλώσσα της εποχής. Οι περιγραφές των προσώπων και των καταστάσεων είναι εξαντλητικά λεπτομερείς. Πως αλλιώς μπορεί να αναμετρηθεί ένας σύγχρονος συγγραφέας με τις μοντέρνες οπτικοακουστικές μορφές τέχνης, αν δεν προσπαθήσει να κάνει το κάτι παραπάνω σε σύγκριση με αυτές; Το χιούμορ του επίσης, ακόμη και στις πιο σκοτεινές ιστορίες της συλλογής, είναι σπαρταριστό αλλά ταυτόχρονα είναι ιδιόρρυθμο και εκκεντρικό: ο αναγνώστης που έχει μεγαλώσει βλέποντας ένα τόσο παρανοϊκά αστείο καρτούν σαν τους SIMPSONS, (είναι τυχαίο που ο Pynchon επέλεξε τη συγκεκριμένη σειρά για να κάνει την μοναδική δημόσια εμφάνισή του, υποδυόμενος με την φωνή του την καρικατούρα του εαυτού του;) πιθανότατα δεν θα σταματήσει λεπτό να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια. O αθεόφοβος δεν δίστασε μάλιστα να αφιερώσει ένα ολόκληρο διήγημα – τον «Τζον Μπίλυ»- για να σαρκάσει τους mucho ήρωες του Φώκνερ αλλά και τη γλώσσα που χρησιμοποίησε ο τελευταίος στο «Αβεσαλώμ, Αβεσαλώμ»- ένα τόλμημα αληθινά επαναστατικό, άσχετα αν ο Wallace εκτιμούσε βαθιά τον Φώκνερ (ένα από τα διηγήματα που δίδασκε στους μαθητές στο κολέγιο που εργαζόταν ως καθηγητής δημιουργικής γραφής ήταν το «Ένα ρόδο για την Έμιλυ»)


Τα διηγήματα της συλλογής είναι 100% αυθεντικά, οι αμερικανοί κριτικοί και το κοινό αμέσως μετά την έκδοσή τους, χαιρέτισαν το συγγραφέα σαν τον πιο πρωτότυπο και πιο προικισμένο συγγραφέα της γενιάς του, οι αγγλοσάξονες γενικά τον είχαν σαν σημείο αναφοράς- ένας κριτικός βιβλίων στον Guardian, μάλιστα, κάπου εκεί στα τέλη των 90’ς σε ένα άρθρο του για τα νέα ταλέντα της βρετανικής λογοτεχνίας αναρωτήθηκε “Where are our own David Foster Wallaces?” Και αν ένας ώριμος ηλικιακά και τόσο ευρυμαθής αναγνώστης σαν τον Librofilo, εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από τα διηγήματα ενός συγγραφέα που ήταν μόλις 25 ετών όταν τα εξέδιδε, πιθανότατα η πρόσφατη αυτοκτονία του Wallace να μην ήταν απλώς το τέλος του σημαντικότερου συγγραφέα της γενιάς μου, αλλά και ενός από τους σπουδαιότερους της εποχής μας γενικά.

Λ.Καλοσπύρος