Sunday, August 22, 2010

Κώστας Καρυωτάκης (από το "Δέντρο")

Ο λυσσαλέος περίπατος ενός ποιητή

Η επαφή μου με το ιδιαίτερο έργο του Κώστα Καρυωτάκη άρχισε από την τρυφερή ηλικία των δεκατριών ετών, όταν ο καθηγητής Νέων Ελληνικών μου στο σχολείο, ο λογοτέχνης και κριτικός Γιάννη Δάλλας, μας έβαλε ως θέμα στην έκθεση τον στίχο του ποιητή «Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο μες στα γραφεία». Από περιέργεια διάβασα και το υπόλοιπο ποίημα.

(Ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)

Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
Αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.

Και μοναχά η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.

Από τη στιγμή εκείνη αποφάσισα αφενός ότι δεν θα γίνω ποτέ υπάλληλος στη ζωή μου (αν και ένιωθα και θα ένιωθα μέχρι την αποφοίτησή μου όχι ως μαθητής, αλλά ως υπάλληλος ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος), και αφετέρου ότι η ποίηση θα είναι ένας δρόμος να μεταφέρω της γνώσεις που παρέχονταν καθημερινά 8 με 3 στα δικά μου μέτρα. Και, φυσικά, ξεκοκάλισα όλα τα έργα του ποιητή.
Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε την ίδια μέρα (30 Οκτωβρίου) 75 χρονιά αργότερα από τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ένα άλλον ποιητή των καταφρονεμένων. Έζησε σε μια ψιμυθιωμένη εποχή γεμάτη μεγάλα λόγια και μεγάλες ιδέες. Βίωσε ως μαθητής την εθνική εξόρμηση του 1912-1913, ως φοιτητής τον εθνικό διχασμό, συμμετείχε στη φοιτητική φάλαγγα το 1916 υποστηρίζοντας τον βασιλιά Κωνσταντίνο, γοητεύτηκε από τον μεγαλοϊδεατισμό του '20 και έζησε τη συντριβή του '22 -παραλλήλως όμως με τη δική του, μέσα από τη διάγνωση της αρρώστιας του, αλλά και το τέλος της βραχύβιας και έντονης σχέσης του με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Έζησε επίσης την επανάσταση του Πλαστήρα, την ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας, τη δράση των «δημοκρατικών ταγμάτων», τις δικτατορίες του Πάγκαλου και Κονδύλη κι έβαλε τέρμα στη ζωή του λίγο πριν την επανεκλογή του Βενιζέλου. Τι σκηνικό για ένα βίο μόλις τριάντα δυο ετών.
Ο Καρυωτάκης είναι ένα μύθος. Ακόμη και σήμερα το μυθικό πέπλο πάνω απ’ το έργο και τη ζωή του καθίστα δυσδιάκριτο το μέγεθος του. Ποίηση ζοφερή, ωστόσο γεμάτη χιούμορ, ανελέητο αυτοσαρκασμό και ειρωνεία, δεν έχει χάσει τίποτα από την οξύτητα της. Μια ποίηση που γράφτηκε σε μια εποχή μεταρομαντισμού, όταν όλα ήταν πλουμισμένα με σπουδαιοφανείς κοινοτυπίες και υψηλόφρονα κλισέ. Ένα έργο αποσταγματικό και αποσπασματικό, με εγγενή συμμετρία και οξύτητα, έχει ακόμη μια ασαφή θέση στο σώμα της νεοελληνικής γραμματείας. Ένα μοναχικό έργο το οποία ήρθε η εκκωφαντική πιστολιά της αυτοκτονίας να σφραγίσει δια παντός. Κι εδώ και δεκαετίες, όλη η συζήτηση γύρω από τον ποιητή, γίνεται γύρω από το πτώμα ενός αυτόχειρα.
Λένε ότι η ποίηση του είναι πεισιθάνατη, προσωπικά πιστεύω ότι ο χαρακτηρισμός είναι συμβατικός και εύκολος. Έχω την αίσθηση ότι ο Καρυωτάκης έκανε πράξη ένα στίχο ενός μεταγενεστέρου του ποιητή, του Νίκου Καρούζου: «αντάλλασε πυρά με το θάνατο». Ήταν δε και ουσιαστικά πολιτικός, επαναστατημένος απέναντι στα πάντα. «..Κανάγιες! Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει…» Αυτομαστιγώμενος, περιφρονώντας τον κόσμο και ειρωνικά αποστασιοποιημένος, είναι μια έρημη νησίδα στο χώρο της λογοτεχνίας μας.
Κανένας δημιουργός δεν είναι φυσικά αυτόφωτος. Κι ο Καρυωτάκης, αν από κάπου κατάγεται, είναι από τους καταραμένους ποιητές, από την γενιά «των Πόε των δυστυχισμένων και των Μπωντλέρ που ζήσανε νεκροί»
Ελεγεία του άγνωστου, του καταφρονημένου, από έναν άνθρωπο μορφωμένο, που ήξερε ξένες γλώσσες, που μετέφρασε Βερλέν, Μπωντλέρ, Βιγιόν, Κοντές ντε Νοαγί, που είχε ταξιδέψει, που έμεινε για ένα διάστημα στο Παρίσι. Ενός ανθρώπου ανάμεσα στο «χοϊκό και πραγματικό», ο οποίος βυθισμένος στον γραφειοκρατικό ρεαλισμό της ζωής του, βρήκε μια διέξοδο σε μια υψηλής στόχευσης σάτιρα, επικρίνοντας την άθλια πραγματικότητα της εποχής του και τη «δηθενιά» των λογίων του λογοτεχνικού χώρου.
Σάτιρα βέβαια σημαίνει και αυτοσαρκασμός (στην περίπτωση έως και αυτοπεριφρόνηση). Μιλάμε για έναν άνθρωπο που γράφει στο ερωτικό αντικείμενο τα έξης:

«Δεσποινίς ,
Είναι μια εβδομάδα που βρίσκομαι εδώ, και δεν έχω τίποτε άξιο λόγου για να σας πληροφορήσω […] Περιμένω λοιπόν να έλθει το μεσημέρι. Αφού γευθώ τον επιούσιον στο μοναδικό εστιατόριο της πόλεως, θα κοιμηθώ, έπειτα θα ξαναέλθω εδώ στο δημόσιο άσυλο, θα κάνω ένα λυσσαλέο περίπατο στην προκυμαία και τέλος θα έχω τη σπάνια τύχη να φάγω για δεύτερη φορά. Έτσι θα περάσει κατά τον ενδοξότερο τρόπο και η σημερινή ημέρα, ακριβώς όπως επέρασαν και οι προηγούμενες, όπως θα περάσουν κι εγώ δεν ξέρω πόσες ακόμη ημέρες.

Όταν μετά από ρήξη με τον προϊστάμενο του Υπουργό έλαβε τη μετάθεση για Πρέβεζα, σήμανε η αρχή του τέλους. Η αυτοκτονία του είναι ιεροτελεστική και σχεδόν «εκδικητική». Τελέστηκε δε σε δυο πράξεις. Η πρώτη πράξη «παίζεται» στις 20 Ιουλίου 1928, όταν παλεύει μάταια 10 ώρες με τα κύματα προσπαθώντας να αυτοκτονήσει δια θαλάσσης. Την επόμενη φροντίζει ώστε ποτέ να μην του δοθεί ποτέ η ευκαιρία να γράψει τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου, όπως ειρωνικά αναφέρει στο περίφημο σημείωμα της αυτοκτονίας του.
21 Ιουλίου 1928, στις 5 το απόγευμα ο δευτερότοκος του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, από τη Συκιά Κορινθίας και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη, αφού τελειώνει τον καφέ του που έπινε καπνίζοντας ακατάπαυστα, πηγαίνει σε μια παραλιακή τοποθεσία και τραβάει την σκανδάλη με το αριστερό χέρι.
Αν ο Καρυωτάκης ήταν αμερικανός (ένας ετεροφυλόφιλος Χαρτ Κρειν ας πούμε) το biopic του θα είχε γίνει μπλοκμπάστερ . Η ζωή του περιέχει τα πάντα. Τραγικό έρωτα, ποίηση, αρρώστια, αυτοκτονία. Τον νεκρό της Πρεβέζης θα τον έπαιζε ένας σοφά επιλεγμένος σταρ (ένας νεότερος Σον Πεν, Έντουαρντ Νόρτον η Ίθαν Χοκ) και την Πολυδούρη μια ηθοποιός τύπου Κέιτ Γουίνσλετ η Κίρα Νάιτλι.
Η ταινία θα τέλειωνε εκεί, με τον πυροβολισμό, ενώ μαζί με τους τίτλους τέλους θα έπεφταν και οι στίχοι της «Υστεροφημίας».

"...Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός".