Saturday, July 3, 2010

Η οντισιόν

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ για το Veto
Η ΟΝΤΙΣΙΟΝ

Η απόσταση δεν είναι μεγάλη αλλά η καταρρακτώδης βροχή την κάνει ακόμη μεγαλύτερη. Χρειάζεται δέκα λεπτά για να φτάσει στο ψηλό κτίριο, ένα μεγαθήριο με γρανίτες και γυαλί. Όλα: ρούχα, κόμμωση, στιλ έχουν συντριβεί. Η τελευταία του ελπίδα, το γυαλί. Μπας και βγάλει κανα φράγκο. Αλλά η νεροποντή τον έχει τσακίσει.
Πατάει το κουμπί του ασανσέρ. Στον πρώτο, ο θάλαμος σταματάει. Μπαίνει μια καθαρίστρια, γύρω στα πενήντα, με τα σύνεργα της δουλειάς. Κοιτάζονται. Καθαρά μάτια, πρόσχαρα.
«Η βροχή…» λέει, λες και οφείλει να της δικαιολογηθεί.
Η γυναίκα κουνάει το κεφάλι. Γλυκιά κούραση.
«Χάλια, ε;» συνεχίζει απολογητικά.
«Εντάξει αγόρι μου, λίγο φτιάσιμο θες… για πάνω;»
«Ναι».
Γρήγορα, να προλάβει, να μη τον δουν. Πριν την είσοδο, ευτυχώς, υπάρχει τουαλέτα. Τυχερός στην ατυχία του. Είναι ατομική με νιπτήρα και λεκάνη. Μπαίνει μέσα γρήγορα, κλειδώνει. Η εικόνα του είναι απερίγραπτη. Το πρόσωπο του σαν να συσπάται από κάποιον αδιόρατο κυματισμό. Όλα πάνω του νερό. Υγρά, υδάτινα.
Η απόσταση μέχρι το τζάμι είναι ένα φράγμα. Κι αν δεν ήταν γυαλί κι αν ήταν νερό που πάνω του καθρεφτιζόταν; Τότε το είδωλο του θα έρεε, θα εμβαθυνόταν, θα αντιγραφόταν φυσιολογικά. Το νερό, αυτό ξέρει.
Συναλλάσσεται πια με την ουσιαστική επιφάνεια, εκείνη που αντανακλά το αυθεντικό. Το τζάμι μπροστά του έγινε νερό και το νερό ένα μεγάλο μάτι μέσα από το οποίο ο κόσμος κοιτάζει τον βρεγμένο Πέτρο κι ο Πέτρος τον εαυτό του. Κι ιδού η αφυπνιστική δύναμη, που λες κι έρχεται από χίλιες πηγές, που τον οδηγεί σε μια πράξη εκ πρώτης όψεως αντιφατική. Περνάει τα δάχτυλα στα μαλλιά του και τα μπερδεύει, τα κάνει ακόμα πιο ανάκατα. Σκύβει και τρίβει στο παντελόνι του το λασπωμένο λεκέ απ’ τη βροχή για να γίνει ακόμα πιο έντονος. Ένα κουμπί απ’ το πουκάμισο του που ταλαντευόταν, έτοιμο να φύγει, απελευθερώνεται –το πετάει. Ανεβάζει τα μανίκια, βγάζει το δαχτυλίδι που φορούσε στον δεξί παράμεσο και κατεβάζει ένα τσουλούφι να πέφτει ακόμα πιο αδέξια στο μέτωπο. Κάνει ό,τι μπορεί για να καταστρέψει την εικόνα του. Κόντρα, εντελώς.
Μπαίνει στην αίθουσα αναμονής. Καμιά πενηντάρια άτομα, αγόρια και κορίτσια, ντυμένα άλλα εκκεντρικά, άλλα σέξι, άλλα επιτηδευμένα ατημέλητα. Ένας πολύχρωμος θίασος, νεαρά παγώνια όλων των ειδών και των ποιοτήτων με τα φτερά διακοσμημένα, με ψεύτικες ουρές και τρομαγμένα μάτια, (ποιος θα φάει ποιον) κυματίζουν αμήχανα στον πάλλευκο χώρο. Κι όμως, όταν κάνει λίγα μέτρα προς το κέντρο, το παράξενο κοπάδι είναι εκείνο που στρέφεται προς το μέρος του.
Το βλέμμα του πιάνει μια άδεια θέση σ’ ένα πάγκο. Πριν φτάσει τον σταματάει μια αδύνατη, ξανθιά, βαμμένη όσο δεν παίρνει -προφανώς η υπεύθυνη της οντισιόν.
«Είσαι ο…»
«Πέτρος Βασιλείου».
Τσεκάρει και βρίσκει το όνομα. Του δίνει ένα χαρτάκι μ’ ένα νούμερο. Ύστερα υψώνει το βλέμμα πάνω του, του χαμογελάει, πλαστικά.
«Ρίχνει καρέκλες έξω ε; …Να φέρουμε τη στάιλιστ;»
«Δεν χρειάζεται».
«Σοβαρολογείς;» Για κάποιο λόγο ανοιγοκλείνει συνέχεια τα μάτια, οι πρόσθετες βλεφαρίδες ανεμίζουν πάνω κάτω. Σαν καθαριστήρες στο παρμπρίζ, σκέφτεται ασυναίσθητα.
«Ναι».
Η κοπέλα κάνει μια κίνηση με τους ώμους.
«It’s your game…»
It’s my game. Absolutely. Ο άνθρωπος που είμαι. Γίνομαι ο άνθρωπος που είμαι. Δηλαδή, ο καταμουσκεμένος, ο ορφανός, ο χωρίς μια, ο που προσπαθεί να βρει δουλειά οκτώ μήνες, ο «κάποιος με μέλλον που του ανήκει», μέλλον που υποτίθεται θα επιλέξει, που θα παλέψει γι αυτό. Προς το παρόν, εκείνος που συνειδητοποιεί το δικαίωμά του να βρίσκεται σε απόσταση από τον κόσμο, αν και εντός του. Ο βροχή τον ξύπνησε. Χέστους. Χέστους όλους.
Κάθεται στον πάγκο. Κάποια κορίτσια τον κοιτάνε. Ανταποδίδει το βλέμμα, ήρεμα, κουνώντας το κεφάλι από τον έναν στόχο στον άλλο. Τα αντίπαλα κεφάλια χαμηλώνουν ένα-ένα. Μπουμ, σε σκότωσα.

«Βασιλείου… Πέτρος», οι πρόσθετες βλεφαρίδες.
«Μάλιστα».
«Σειρά σου».
Σηκώνεται, διασχίζει τα λίγα μέτρα ως τη βαριά πόρτα του στούντιο. Οι «συναγωνιστές» του τον καρφώνουν με βλέμματα που δείχνουν μια ολόκληρη γκάμα συναισθημάτων, εκτός από αλληλεγγύη.
Βρίσκεται σ’ ένα ψηλοτάβανο χώρο που μυρίζει ανοξείδωτο μέταλλο. Απέναντι του, τρία άτομα καθισμένα πίσω από ένα ημικυκλικό γυάλινο γραφείο.
Ένας καλοστεκούμενος σαρανταπεντάρης με έντονα μπλε μάτια που φέρνει λίγο προς Πολ Νιούμαν, μια λίγο νεότερη ξανθιά στολισμένη σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο κι ένας τύπος γύρω στα τριάντα πέντε με άσαρκο πρόσωπο με τονισμένα ζυγωματικά, φιλήδονο στόμα, μακριά ολόισια μαλλιά, και μαύρο μολύβι στα μάτια, ο οποίος, πριν ακόμα ο Πέτρος (με τα ρούχα βρεγμένα και τα μαλλιά ανάκατα) σταθεί στο προκαθορισμένο σημείο, σχολιάζει, σέρνοντας τα φωνήεντα με μια ένρινη φωνή, με τόνο λες και μόλις σηκώθηκε από το κρεβάτι.
«Καλώς τη Βουλιαγμένη…»
Δεν απαντά. Φτάνει στη γραμμή και στέκεται. Ο Πολ Νιούμαν ρωτάει:
«Πως σε λένε, αγόρι μου;»
«Πέτρο».
«Από πού είσαι;» ο βαμμένα μάτια.
«Απ’ τα Δολιανά».
«Απ’ τα Δολιανά; Κι εγώ νόμιζα πως είσαι απ’ την Λίμνη Πλαστήρα…» Ο τύπος γελάει, οι άλλοι δύο χαμογελούν –ωραίο το αστείο σου, χρυσή μου. Εκείνος τους κοιτάζει, κάνει ένα σκέρτσο με το στόμα και συνεχίζει.
«Πολύ wet look βρε παιδί μου…» Η ομήγυρη αλληλοκοιτάζεται και πάλι. Όλα καλά. Συμπαθητική εισαγωγή. Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Χαλαροί. Διασκεδάζουμε, ακτινοβολώντας.
«Τι θα μας δείξεις σήμερα Πέτρο;» -το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Χαμόγελο. Τέλεια οδοντοστοιχία. Εξαμηνιαία λεύκανση.
Ο Πέτρος την κοιτάζει ίσια στα μάτια. Κουνάει το κεφάλι αμυδρά, απλώς για να περάσει το μήνυμα.
Ο βαμμένα μάτια καγχάζει:
«Τίποτα, είπε τίποτα; Είπες τίποτα;»
«Άσε το παιδί να μας πει τι έχει ετοιμάσει». Ο Πολ Νιούμαν. Μάτι στολίδι. Φιλάρεσκη προβολή της μοναδικότητας.
«Λοιπόν;»
Ο Πέτρος δεν απαντά, στέκεται όρθιος στη θέση του.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο κοιτάει τα χαρτιά της.
«Εδώ λέει, δικής σου εμπνεύσεως ραπ…»
Ο Πέτρος στέκεται ακίνητος, δεν απαντά. Ο ένας οπερατέρ κοιτάζει τον άλλον. Ο βαμμένα μάτια στρέφεται στην ξανθιά. Άλλο βλέμμα τώρα. Αμηχανία. Ο βαμμένα μάτια όμως είναι εναλλακτικός. Θα το γυρίσει υπέρ του, που θα πάει.
«Ε, ναι χρυσό μου, είναι η ραπ της σιωπής…» Η ξανθιά χαμογελάει, συναινεί.
Ο Πέτρος ακίνητος. Αναπνέει βαθιά. Δώδεκα δευτερόλεπτα σιωπής. Αιώνας για τηλεοπτικό χρόνο. Ο Πολ Νιούμαν συμπεραίνει.
«Νομίζω ότι αυτό ήταν, ε;»
Οι τρεις κοιτάζονται μεταξύ τους αμήχανοι. Ξαφνικά ο βαμμένα μάτια σκάει στα γέλια.
«Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ το γουστάρω τρελά αυτό! Θεός αγόρι μου!» Συνοδεύεται με ρυθμική κίνηση του καρπού σαν να κάνει αέρα.
Ο Πέτρος τον κοιτάζει σχεδόν με μίσος. Ο Πολ Νιούμαν αναλαμβάνει να λύσει τον γόρδιο δεσμό.
«Πέτρο, σ’ ευχαριστούμε».
Εκείνος δεν κουνιέται.
Ο βαμμένα μάτια έχει τεντωθεί μπροστά, ασκαρδαμυκτί, δεν χάνει έκφραση.
«Θεός σου λέω! Μπρεχτ σκέτος Μπρεχτ…»
«Βρεχτ, εννοείς», επεμβαίνει η χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Σκάνε ξανά στα γέλια. Στιγμιαία εκτόνωση.
«Καλέ αυτό είναι η “Όπερα της Αντάρας”», ο βαμμένα μάτια. «Αγοράζω, αγοράζω με τρέλα!» Γέλια, γέλια, γέλια. Ο Πέτρος, στο μεταξύ, ακίνητος.
Ο Πολ Νιούμαν, ο σοβαρός του κάστινγκ, επί των διαδικαστικών. Υπάρχουν και κανόνες.
«Σ’ ευχαριστούμε, τελειώσαμε. Απ’ ότι καταλαβαίνεις, αφού δεν έκανες τίποτα, δεν μπορούμε να σε περάσουμε στην επόμενη φάση,».
Ο Πέτρος δεν κουνιέται.
«Σ’ ευχαριστούμε», η χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τίποτα, καμία κίνηση. Οι τρεις κοιτάζονται. Η τελετή αιμορραγεί. Κάθε δευτερόλεπτο, ένας θρόμβος τηλεοπτικό αίμα. Ο βαμμένα μάτια σουφρώνει το στόμα:
«Τι θα κάνουμε τώρα, θα φωνάξουμε τα σεκιούριτι; Τους βατραχανθρώπους;»
Πέτρος: βλέμμα ακίνητο, ρυθμική αναπνοή. Αινιγματικός και ηγεμονικός. Νικητής εντός του.

Πέντε λεπτά αργότερα μεταφέρεται εκτός κτιρίου από δυο χειροδύναμους τύπους που τον αδειάζουν σαν σακί στη βροχή. Όλο αυτό το διάστημα δεν έχει πει κουβέντα. Μόνο σιωπή. Τώρα, στο προαύλιο του κτιρίου με το νερό να πέφτει τουλούμι. Σηκώνει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια και αφήνει τη βροχή να ραντίζει το πρόσωπό του, σχεδόν με ευχαρίστηση.
Αρχίζει να βαδίζει μέσα στη βροχή με βήμα σταθερό. Η Κηφισίας μοιάζει με λίμνη. Θα περπατήσει ως το μετρό, να πάει σπίτι. Να σκεφτεί τι θα κάνει από δω και μπρος. Κρίση, ξεκριση, κάτι έγινε. Κάποιος που θα τον δει να περπατάει μέσα σ’ αυτό τον κατακλυσμό θα νιώσει ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο σε μια ιδιαίτερη στιγμή της ζωής του, σε μια εσωτερική ανάταση, σαν, ξαφνικά, μέσα στο σώμα του να φύσηξε καθαρό αεράκι.

Θα δημοσιευτει στην εφηεμριδα "Veto"