Friday, September 3, 2010

Ένα παλιό ματς: Από τις "Θρυλικές Ιστορίες" (εκδ. Καστανιώτη, 2010)

Ένα παλιό ματς

Άδειο. Άδειο όπως το τέλος. Όπως η αρχή. Άδειο σώμα, άδεια θάλασσα, άδειο σπίτι. Μεσημέρι καλοκαιριού, μιας αδυσώπητης εποχής. Άδειο, άδεια παραλία, άδεια, τετελεσμένη. Μέσα μου ο Αύγουστος τρέχει σαν ποταμός. Κυλάει από τα αγγεία, γλιστράει μέσα από τους πόρους ανελέητος.

Περπατώ προς το σπίτι όπου μεγάλωσα. Πόσα χρόνια πέρασαν; Δεκαεφτά; Δεκαοχτώ; Η φουσκοθαλασσιά απαντάει: Είκοσι. Το ’24 ήταν που φύγαμε. Σεπτέμβριο. Εγώ δεκάξι. Σε πέντε χρόνια ο πατέρας είχε σκοτωθεί. Η μητέρα σε οχτώ. Στην «Ευέλικτη Πένσα». Δεν πρόλαβε να κατέβει στο καταφύγιο. Νεκροί. Ο ένας στην πρώτη σάρωση, η άλλη στο τέλος, δύο μέρες πριν από την τελική υπογραφή. Στην κηδεία της, όταν έφυγαν όλοι, είχα κοιτάξει ψηλά σαν να περίμενα κάποια βοήθεια. Τίποτα. Ο ουρανός ήταν κλειστός. Πάντα τέφρα, πάντα κόνις, πάντα σκιά.

Ύστερα, στο σπίτι, κάποιος είπε να βάλουν το αγαπημένο της τραγούδι. Οι νότες είχαν βουίξει στ’ αυτιά μου, ξεχασμένες, περιφρονημένες, νότες αρχών του αιώνα. Δεν έκλαψα. Η θλίψη που δεν έχει διέξοδο στα δάκρυα κάνει άλλα όργανα να κλαίνε. Περίμενα υπομονετικά να τελειώσει η βραδιά, να φύγει το πλήθος, να κρατήσει λίγο ο χρόνος, να μείνω μόνος με το θάνατο πριν τον πάρουνε τα χώματα. Κι όταν έκλεισε η πόρτα, ξαφνικά, με έπιασε κάτι κι άρχισα να σπάω ότι έβρισκα μπροστά μου. Το σερβίτσιο της, τα βάζα με τα λουλούδια, τα κηροπήγια, οι κούπες του καφέ, χίλια κομμάτια. Δεν υπήρχε πια κανείς. Μόνος, κατάμονος, να περιμένω τη σειρά μου.

Όμως, επέζησα. Ακόμα και σήμερα, στο ζενίθ του «Μεσογειακού Έλικα». Στο «Δεύτερο Μεγάλο Επεισόδιο». Οι δορυφόροι μεταδίδουν: Έμβια υστέρηση: Είκοσι οχτώ τοις εκατό. Ο κύριος όγκος στη Μεσογειακή Λεκάνη. «Έχεις άστρο εσύ. Είσαι παιδί της θάλασσας», έλεγε ο πατέρας.

Είκοσι χρόνια απουσίας. Είμαι εδώ με τριάντα έξι ώρες άδεια. Αυτή είναι η ζωή μου από πολύ καιρό. Δουλειά, μόνο δουλειά. Οι άνθρωποι πια, μόνο στολές. Ένα ποτάμι από στολές που ολοένα λιγοστεύει.

Σε λίγο φεύγω για Μαύρη Θάλασσα. Από το υποβρύχιο απευθείας στο μητροπολιτικό σταθμό. Τελευταία μεγάλη αποστολή: Διεκπεραιωτής παράπλευρου σχεδιασμού. Θέση υψηλή, μισθός εξαιρετικός, προοπτικές για τομεάρχης ανασυγκρότησης. Εφόσον, τελικά, υπάρξουν προοπτικές. Σε κάθε περίπτωση, από την αρχή της σύρραξης, στο μητρώο μου αναγράφεται ευκρινώς: Προσδόκιμο επιβίωσης υψηλό. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά είμαστε με τους επικρατούντες.

Απέξω το σπίτι φαίνεται γερό. Η στέγη μόνο, γερμένη απειλή. Θαύμα πώς γλύτωσε. Η παραλία, σαν να ’χει εξατμιστεί. Πώς να ορίσω την ομίχλη παραθαλάσσια; Το μάτι καταγράφει, ακόμα κι όταν η πραγματικότητα αποσύρεται. Οσφραίνομαι τη γαλάζια φλόγα, τις εκρήξεις, το κύμα του θανάτου. Συμπαρασύρονται οσμές από άλλες ηλικίες, περασμένες, αιωρούνται χαμηλά, στις κάτω ζώνες. Επικάλυψη. Η φυσική πορεία. Πυρήνας, άτομο, κύτταρο, έλικας, αίμα, δέρμα, πόροι – ξάφνου, φως, φως που σ’ αγκαλιάζει, κι ύστερα σ’ αφήνει και πάλι στο σκοτάδι – έτη φωτός σκοταδιού.

Ο ήλιος, σακατεμένος. Δεν μπορώ να το πω αυτό καλοκαίρι. Υψηλό θερμοκρασιακό περιβάλλον, ίσως. Κι αυτά τα έντομα, δεν τα ’χω ξαναδεί. Τέτοιο σχήμα, ποτέ. Έλυτρα από θειάφι. Λιλιπούτεια βομβαρδιστικά. Η φύση αντιγράφει τη φρίκη, σε μικρογραφία.

Βαδίζω προς τη θάλασσα. Βγάζω τα παπούτσια. Μια μάζα βρόμικη ο πυθμένας, δεν είναι φύκια αυτά. Δεξαμενή γεμάτη φίδια νομίζω. Το νερό, φαιό, ανεξάντλητο, σκιά ενός χρόνου πυκνού που ακόμα αντιστέκεται.

Να κολυμπώ με τον πατέρα, εγώ κρόουλ, εκείνος πρόσθιο. Οι πατούσες του σαν του ψαριού. Τον θυμάμαι να γλιστράει στα κύματα, στο χρόνο. Αγκαλιαζόμαστε – οι μύες της πλάτης. Τα μάτια του. Κοιταζόμαστε. Τα σώματα μας δίπλα. Το νερό μάς χωρίζει, μας ενώνει. Παίζουμε σαν φίλοι, ήμασταν φίλοι – τι είναι είκοσι οχτώ χρόνια διαφορά; Παίζαμε μπάλα, βλέπαμε παρέα τον Ολυμπιακό. Σήμερα θα ’ταν εξήντα τεσσάρων. Μόλις εξήντα τεσσάρων.

Περπατώ στη μαύρη άμμο. Ζιγκ ζαγκ, ν’ αποφύγω τα σιδερένια θραύσματα. Μοιάζουν με παλιά κουτιά μπίρας – δεν είναι. Σκύβω, στη λαμαρίνα διακρίνονται μισοκαμένοι οι κωδικοί. Το ατσάλι μυρίζει ακόμα. Η ημερομηνία, Gothic γραμματοσειρά. Series 2040. Made in... Οι δυο μονομάχοι: η στρατιά του θριαμβεύοντος αίματος, η στρατιά του ηττημένου αίματος, η βαθύτερη κοινωνία του αίματος. Είκοσι χρόνια. Γιατί τώρα; Δεν ξέρω. Το παρόν, μικρό διάφανο αγκάθι.

Περπατώ προς το σκοτεινό παρελθόν. Το σπίτι. Το ’χα κλείσει τότε. Το ’χα σφραγίσει. Το ’χα ξεχάσει. Αν γυρίσω –αν γυρίσω ποτέ–, θα το ξαναφτιάξω, όπως ήταν. Και θα μείνω εδώ, για πάντα. Περνάω το φράχτη, εκεί που ήταν ο φράχτης. Η εξώπορτα. Σπρώχνω το σπασμένο μαδέρι – μια αχνή γραμμή γλιστράει πίσω μου, κοσκινισμένα χρόνια. Το σαλόνι, άφωνη κραυγή. Δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί τέτοια ακινησία.

Μια βόλτα στα δωμάτια. Μια πεταλίδα αγκιστρωμένη στο πλακάκι της κουζίνας. Σφουγγίζει τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Στο υπνοδωμάτιο, το πάτωμα έχει βουλιάξει. Ούτε μύγες ούτε κατσαρίδες. Μόνο αυτά τα έντομα να με τρυπούν με τις κουκκίδες-μάτια τους. Από την τρύπα εξέχει η γωνία μιας κορνίζας: μισολειωμένο ένα τοπίο του Πηλίου. Δική της ελαιογραφία. Καμιά ευθεία, μόνο καμπύλες, σαν τον Μουνχ. Τον αγαπούσε τον Μουνχ, τους πίνακές του με τα πρόσωπα στα φιόρδ. Την θυμάμαι στο στούντιο να ζωγραφίζει. Μουσαμάδες στρωμένοι, μπογιές παντού. Η μικρή ουλή πάνω από το χείλος. Η μυρωδιά της μουσκεμένης ανάσας. Τα μάτια της. Το σχήμα της, αγαπημένο.

Τελευταίο το δικό του. Θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα του δωματίου του, να δω. Δεν προλαβαίνω να την ακουμπήσω – διαλύεται σαν χαρτί. Μόνο το σκυρόδεμα άντεξε. Το γραφείο γονατισμένο, θαλάσσιο τέρας που ψυχορραγεί. Εδώ έγραφε. Τη διατριβή πρώτα, αργότερα τα θεατρικά. Το τελευταίο, Άλφα και Ωμέγα, στο «Περιφερειακό» Δυτικής Μακεδονίας. Δυο χρονιές. Κριτικές διθυραμβικές, τις έχω κρατήσει στο «lifebook». Στη διευρυμένη μνήμη.

Ανοίγω το πρώτο συρτάρι: σπασμένα γυαλιά, ξεραμένο μελάνι, ένα καμένο βιβλίο. Στο δεύτερο, ένα σιδερένιο κουτί. Γερό μέταλλο, άντεξε. Μέσα ένα σιντί, παμπάλαια τεχνολογία, αρχών του αιώνα. Κειμήλιο πια. Τότε δεν υπήρχε «lifebook». Πρόοδος ίσον σμίκρυνση. Στην ετικέτα, μια επιγραφή με μπλε στυλό: «osfp». Τα γράμματά του. Βιαστικά, να προλάβει.

Πλησιάζω την παλάμη, το «lifebook». Το ’χω τρία χρόνια, ενδοφλέβιο, γεμίζει με τον ήλιο. Σκανάρω το σιντί. Τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται αμέσως: «Τεχνολογία: Πεπαλαιωμένη, Ημερομηνία : 04.12.07, Συντάκτης: Παύλος Πλ., osfp.doc.».

Παύλος, ο πατέρας. Νοέμβριος 2007, καλοκαίρι, εννιά μήνες πριν γεννηθώ. Διαβάζω, όπως μήνυμα πεταμένο σε μπουκάλι στη θάλασσα:

13/12/07

Σήμερα μάζεψα τους φίλους να δούμε το ματς Ολυμπιακός – Βέρντερ Βρέμης. Έπειτα από χρόνια, έχουμε την πιθανότητα να προκριθούμε στους δεκάξι του «Τσάμπιονς Λιγκ». Ακούγεται ίσως αστείο, αλλά αυτό είναι το μόνο που μου λείπει για να συμπληρωθεί η ευτυχία μου. Η δουλειά πάει υπέροχα, με τη Μαρίνα αγαπιόμαστε όσο δε γίνεται…

14/12/ 07

Προκρίθηκε!

Τι άλλο μένει; Να πάει ο Ολυμπιακός στον τελικό του «Τσάμπιονς Λιγκ» και η Μαρίνα να μείνει έγκυος…

3/2/08

Η Μαρίνα είναι έγκυος! Ο Ολυμπιακός παίζει απόψε στους δεκάξι με την Τσέλσι…

Σιωπή. Μέσα μου, έξω μου, παντού. Φόρος σιωπής. Δεν το αποθηκεύω στη μνήμη. Δεν αντέχω. Δε το θέλω στο μέλλον φυτεμένο μέσα μου. Το μέλλον, κείμενο σβησμένο. Στο στήθος τσιμπιές, στον καρπό ένας θύσανος πόνου. Οι ρίζες στα έγκατα. Ατσάλινες.

Ζεσταίνομαι. Άγριες και μαζί γλυκές εικόνες τρυπούν το κρανίο. Το σχέδιο των νεκρών, πάντα τέλειο. Βγαίνω έξω, στον αέρα. Το χνώτο του τόπου, αφόρητο. Περπατώ στη μαύρη άμμο, προς τη θάλασσα. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος των προηγούμενων ωρών. Ο κόσμος έπαψε να είναι εκκωφαντικός. Το άναυδο δεν έχει αντίλαλο.

Προσπερνώ τις λαμαρίνες, τα καμένα ξύλα. Μπροστά μου η ραχοκοκκαλιά ενός μεγάλου ψαριού. Πεντάγραμμο για το χαλασμένο χρόνο. Δεν μπορεί, κάποιος παίζει μαζί μας. Με τη γεωμετρία, με το χρόνο, με τη μνήμη, με το ποδόσφαιρο. Κάποιος παίζει.

Μπαίνω στη θάλασσα. Στα χέρια μου ο μικρός μεταλλικός δίσκος. Τον πετάω μέσα, μακριά, όσο μπορώ, να χαθεί, να βυθιστεί στο νερό. Να μη βλέπω. Εξαφανίζεται ο χρόνος, βυθίζεται, χάνεται για πάντα.

Η θάλασσα σκοτεινιάζει. Το υποβρύχιο με περιμένει. Χαμηλά. Μέσα. Βαθιά. Εκεί που δεν υπάρχει ποδόσφαιρο, δεν υπάρχουν ομάδες, δεν υπάρχει Ολυμπιακός, δεν υπάρχει τελικός κι εγώ δεν είμαι ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας μου, αλλά ένας πολεμιστής, διαρκώς μελλοθάνατος.

4 comments:

Βαρβάρα said...
This comment has been removed by the author.
Rara said...

Αγαπητέ Αλέξη, σε ενημερώνω ότι στο ιστολόγιό μας (emeisonline.blogspot.com), έχουμε παρουσίαση του έργου σου "Αμερικάνικη φούγκα".

Alexis Stamatis said...

agapiti rara efharisto poli :)

Emmanuel said...

Εξαιρετικό!