Saturday, November 26, 2011

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΣΤΑΦΥΛΙΟΥ

Αλέξης Σταμάτης

H ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΣΤΑΦΥΛΙΟΥ

Ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης περιγράφει την προσωπική του μαρτυρία για την σχέση του με το αλκοόλ. Η ιστοσελίδα τον ευχαριστεί για την συμμετοχή του και την αλληλεγγύη του.

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

H οργή του σταφυλιού

Ο κάθε αλκοολικός αισθάνεται μοναδικός. Δεν αισθάνεται κομμάτι μιας ομάδας. Ούτε καν εκείνων που πίνουν. Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι δεν το παραδέχεται ποτέ. Το λέω εξ ίδιας πείρας μια και υπήρξα αλκοολικός επί δέκα χρόνια.

Κάποτε, για να ξυπνήσω, ήθελα δυο νεροπότηρα βότκα. Ούτε καφέ ούτε τσιγάρο. Δυο νεροπότηρα. Για να πω, αχ, να μια καινούργια μέρα, αρχίζει.

Αγάπησα το ποτό από πολύ μικρός. Από τη ρετσίνα στο οικογενειακό τραπέζι. Είδα πως το αντέχω και πως είχε μια κατευναστική δύναμη πάνω μου. Μικρός έπασχα από αγοραφοβία, από ένα φοβο για τον κόσμο. Το ποτό μου έδινε τη δυνατότητα να σηκώνομαι στον πίνακα στη τελευταία τάξη του Λυκείου, να λύνω την άσκηση και να μην κομπλάρω. Ηταν μια ασπίδα. Μια υγρή ασπίδα προστασίας.

Αυτή η ασπίδα είχε όμως και άλλες ιδιότητες. Ηταν μυθοποιημένη. Τέλη δεκαετίας 70, οι καταραμένοι ποιητές, το ροκ, τα είδωλα μου ο Τζιμ Μόρισον, ο Ρεμπό, ο Κέρουακ. Όλοι αυτοί έπιναν σαν νεροφίδες κι εγώ ήθελα να τους μοιάσω. Τι κι αν ο Μορισον πέθανε από αυτό, ούτε καν το σκεφτόμουν. Έζησε σαν βασιλιάς. Life young die young. Οπότε… Τι παραμύθια, ε; Όταν είσαι νέος, ο θάνατος δεν είναι στην ατζέντα.

Ταυτόχρονα, στην περίπτωση μου, υπήρχαν οικογενειακά προβλήματα που με επηρέαζαν. Δεν ήθελα να τα σκέφτομαι. Με το ποτό γινόμουν πιο δυνατός, πιο κοινωνικός, πιο μάγκας και κυρίως, ξεχνούσα. Μέσα στο ποτήρι, στο ίζημα, συγκεντρώνονταν όλες οι ανασφάλειες, οι ένοχες, οι φοβίες. Κι εγώ τις έπινα, τις κατάπινα, τις ξεχνούσα.

Όμως ταυτόχρονα υπήρχε και το ψέμα. Ήμουν από τις περιπτώσεις που τυποις έζησα μια φυσιολογική ζωη. Σπούδασα στο Πολυτεχνείο, έκανα μεταπτυχιακά στην Αγγλία, πήγα στρατό, άρχισα να δουλεύω ως αρχιτέκτονας, είχα φίλους, κοινωνική ζωή, σχέσεις.

Το ποτό, το πολύ ποτό, ήταν μια κρυφή συνήθεια. Λένε πως όταν το ποτό επηρεάζει τη δουλειά σου είσαι γερός πότης. Όταν όμως η δουλειά σου επηρεάζει το πότο είσαι αλκοολικός. Και καποια στιγμή μου συνέβη το δεύτερο. «Πρώτα πίνεις ένα ποτό, ύστερα το πότο πίνει ένα πότο, κι υστέρα το πότο σε πίνει» (First you take a drink, then the drink takes a drink, then the drink takes you: Francis Scott Fitzgerald)

Όταν έφτασα να πίνω δυο μπουκάλια βότκα τη μέρα το περιβάλλον μου νόμιζε πως απλά ήμουν ένα γερό ποτήρι. Κι εμένα φυσικά ούτε που μου περνούσε από το μυαλό ότι ήμουν αλκοολικός. Είμαι μια χαρά, έλεγα, το αντέχω και το γουστάρω κιόλας. Εθελοτυφλούσα.

Δυστυχώς η ευτυχώς τότε είχα βγάλει καποια χρήματα από μια πολυκατοικία που είχα σχεδιάσει, ικανά να με συντηρήσουν κάποια χρόνια. Την πολυκατοικία αυτή κυριολεκτικά την ήπια. Όροφο-όροφο, δωμάτιο-δωμάτιο, τοίχο-τοίχο. Χρόνια χαμένα, χρόνια ανενεργά, χρόνια αυτοαπομόνωσης και ψεύδους, χρόνια που τα μισά έχουν σβήσει από τη μνήμη μου.

Πως όμως διατηρούσα αυτό το σε εισαγωγικά φυσιολογικό προφίλ ενώ ταυτόχρονα πότιζα τον οργανισμό μου τις δόσεις αλκοόλ που χρειαζόταν; Είχα γίνει μάστορας στο ψέμα. Το ψέμα φυσικά οδηγούσε και στην εφευρετικότητα. Είχα βρει άπειρες ευρεσιτεχνίες για μπορώ να πίνω χωρίς να γίνομαι αντιληπτός. Μπουκάλια στο παλτό, στη τσάντα, γεμάτα ποτήρια που έμοιαζαν νερό αλλα ηταν βότκα… Είχα φτάσει ακόμα να κρύβω τα μπουκάλια στο ντουλάπι του καλοριφέρ στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Θα μου πείτε, πάντα υπήρχαν λύσεις; Αμα μιλάμε για διψομανία, ναι, πάντα υπάρχουν.

Όταν πήγα στρατό μας πούμε, υπήρχαν τρόποι να προμηθεύομαι τη δόση μου. Όμως στην προπαίδευση που δεν υπήρχε επαφή με το έξω έπρεπε να μηχανευτώ κάτι. Και το έκανα. Γέμισα τα μπουκάλια με το υγρό των φακών επαφής με βότκα. Έκανα το Οξισέπτ, Σέρκοβα.

Ο αλκοολικός που κρύβεται, που ζει μέσα στο ψέμα, είναι διαρκώς συντονισμένος στο να βρει μια λύση να πιει χωρίς να φανεί. Ξυπνάει και κοιμάται με κύριο στόχο να εξασφαλίσει το αλκοόλ που χρειάζεται χωρίς να γίνει αντιληπτός. Ταυτόχρονα όποτε του επισημαίνουν το πρόβλημα του, το αρνείται. Κάτι φυσικό, μια και το χειρότερο είναι ότι αρνείται να παραδεχτεί ακόμα και ο ίδιος την τραγωδία που εκτυλίσσεται μπροστά στα ματιά του. Την τραγωδία που ζει. Γιατί το κάνει αυτό; Γιατί δεν μπορεί χωρίς. Γιατί είναι άρρωστος. Είναι εξαρτημένος.

Ο αλκοολικός είναι και ηθοποιός. Ένας ηθοποιός που υποδύεται τον κανονικό άνθρωπο, τον κοινωνικό πότη. Όταν τα βράδια έβγαινα έπινα αργά αργά ένα δυο ποτήρια κρασί, δήθεν απολαμβάνοντας. Νωρίτερα φυσικά, είχα φροντίσει να εξασφαλίσω τις ισχυρές δόσεις που χρειαζόμουν, πάντα κρυφά. Μη βλέπετε τι πίνουν στα φανερά οι αλκοολικοί. Το 90% του οινοπνεύματος που βάζουν στο αίμα τους το βάζουν κρυφά. Ο αλκοολισμός είναι αρρώστια. Και έχει συμπτώματα. Ένα από τα βασικά είναι ότι ο πάσχων προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι δεν την έχει.

Θα μου πείτε ποια είναι η λύση; Για μενα είναι μόνο μια. Η ΑΠΟΔΟΧΗ. Κάτι που προσωπικά με έσωσε. Και αυτό έγινε όταν ένα κοντινό μου πρόσωπο που κατάλαβε την έκταση του θέματος πήγε στους γονείς μου στο περιβάλλον μου, σε όλους κι τους είπε: «Κοιτάξτε να δείτε ο Αλέξης είναι αλκοολικός, χρειάζεται άμεση βοήθεια αλλιώς κινδυνεύει».

Τότε θορυβήθηκα, έκανα τις πρώτες εξετάσεις οι όποιες απέδειξαν ότι το πρόβλημα ηταν γιγαντιαίων διαστάσεων. Το γGT ένα ενζυμο που δείχνει την λειτουργία του συκωτιού το οποίο στον άντρα πρέπει να είναι κάτω του 50 είχε φτάσει… 1882! Ο γιατρός μου είπε ότι αν δεν το κόψω αμέσως έχω το πολύ δυο χρόνια ζωής. Τότε άρχισα να δουλεύω με έναν ψυχίατρο.

Τους πρώτους έξι μήνες, τον κορόιδευα. Θυμάμαι περίμενα στο χώρο αναμονής του ιατρείου κι έπινα κρυφά από το μπουκαλάκι. Ήξερα ότι έχω ακόμα το πολύ δυο χρόνια σ’ αυτόν τον πλανήτη και το συνέχιζα. Γιατί το έκανα αυτό; Γιατί νόμιζα, ακόμα και τότε, ότι όλη αυτή η ιστορία δεν αφόρα εμένα. Ότι υπάρχει κάτι μαγικό που με προστατεύει. Ότι δεν είναι για μενα αυτά. Εθελοτυφλούσα ακόμα και με διαγνωσμένο τον κίνδυνο. Όμως το ξεμπρόστιασμα συνεχιζόταν. Δεν ηταν εύκολο πια να κρύβομαι. Είχα αποκτήσει το στίγμα.

Θυμάμαι ηταν 10 Απρίλιου του 1996, μετά από έναν μεθυσμένο απογευματινό ύπνο, ξύπνησα κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και είπα πως δεν θα ξαναπιώ ποτέ πια.

Και όντως από τότε δεν έχω πιει ούτε μια γουλιά.

Όμως το πράγμα δεν ηταν τόσο απλό. Όταν το αποφάσισα, μέσα σε λίγο διάστημα ένιωσα πολύ καλύτερα. Ωστόσο, ήθελα κάτι που να μου σταθεροποιούσε αυτή την νέα κατάσταση. Κάτι που να με κανει να αντισταθώ στη δύσκολη στιγμή, να μου σφραγίσει την απόφαση.

Σκέφτηκα πως ένας από τους σημαντικούς λόγους για τους οποίους έπινα, ήταν και η έλλειψη αυτοπειθαρχίας. Αυτό το αχόρταγο της διάθεσης να ικανοποιήσω κάθε μου επιθυμία, κάθε στιγμή. Ήμουν άρρωστος και έπρεπε να βρω μια δραστική μόνιμη θεωρεία.

Διάβασα για τους Ανώνυμους Αλκοολικούς, αλλα τα 12 βήματα και η επίκληση μιας ανώτερης δύναμης δεν ήταν για μενα. Δεν αμφισβητώ ούτε μια στιγμή ότι για πάρα πολλούς ανθρώπους το πρόγραμμα αυτό είναι ευεργετικό, τους έχει σώσει τη ζωη αλλα ξέροντας με, γνώριζα πως δεν ηταν για την δική μου περίπτωση.

Έτσι αποφάσισα να ακολουθήσω έναν άλλο δρόμο. Κι έκανα κάτι που ίσως ακουστεί παράξενο αλλά για μενα ηταν σωτήριο. Κλείστηκα οικειοθελώς επί ενάμιση μήνα στο Τμήμα Ψυχιατρικής του νοσοκομείου Σωτηρία, σε μια πτέρυγα οπού συμβίωσα με σχιζοφρενείς. Ακολούθησα πιστά το πρόγραμμα τους. Εκείνοι έπαιρναν ψυχοφάρμακα, εγώ βιταμίνη Β. Εκείνοι είχαν μια άλφα αρρώστια, εγώ μια βήτα.

Έζησα φοβέρες εμπειρίες στη Σωτηρία. Τελικά η διαμονή μου αποδείχτηκε όντως σωτήρια.

Όταν βγήκα ήμουν δυναμωμένος και πλεον αποφασισμένος. Ένα βράδυ πήγα σ ένα μπαρ με φίλους και παρήγγειλα κόκα κόλα. Έκτοτε έχω πάει σε αναρίθμητα μπαρ. Πότε δεν αγγίξει γουλιά ποτού. Σπίτι επίσης έχω μπουκάλια αλκοόλ για τους φίλους. Δεν ξέρω αν αυτό είναι βοηθητικό για όλους, ούτε το συνιστώ, αλλα προσωπικά ήθελα να βλέπω τον εχθρό στα μάτια.

Για μενα ένα ποτήρι αλκοόλ είναι πλεον κάτι ξένο. Είναι σαν να μου προτείνεται να πιω ασετόν. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να πίνει ο άλλος δίπλα μου. Απλά ξέρω, ότι για μενα, αυτό το αθώο φαινομενικά υγρό είναι θανατηφόρο. Έχω μια θανατηφόρα αλλεργία, όποτε αυτό ειδικά το προϊόν δεν το αγγίζω.

Όταν συνήλθα έκανα μια κάθετη τομή στη ζωη μου. Παράτησα ένα επάγγελμα που δεν μου ταίριαζε -την αρχιτεκτονική- και αφιερώθηκα σ εκείνο που αγαπούσα περισσότερο: το γράψιμο. Δεν είναι τυχαίο που το πρώτο μου βιβλίο, «Ο έβδομος ελέφαντας», είναι μια ιστορία αλκοολισμού.

Χαίρομαι που η σημερινή εκδήλωση σπονσοράρεται από μια εταιρία οινοπνευματωδών. Οι άνθρωποι που ελέγχουν την κατανάλωση αλκοόλ δεν έχουν κανένα λόγο να μην πιουν. Δεν είναι Σατανάς το ποτό, είναι ενα προϊόν της φύσης που αν το τσιγκλήσεις, αν του φερθείς άσχημα, θα σ εκδικηθεί… Και η μανία του, όταν ξυπνήσει είναι καταστροφική. Η οργή του σταφυλιού δεν είναι αστεία. Ούτε τα αποτελέσματα της Ύβρεως. Ο Βάκχος έχει πνίξει περισσότερους ανθρώπους από τον Ποσειδώνα. Όμως, όσους τον έχουν σεβαστεί, τους έχει χαρίσει χαρά και απόλαυση.

Η εξάρτηση είναι κάτι σχεδόν πέραν από τις δυνάμεις μας. Δεν νομίζω κανείς να είναι σε θέση να την ξεπερνάει εντέλει. Η λύση είναι να το αναβάλλει δια βίου. Να κάνει τον ιό ανενεργό. Ένας αλκοολικός, αφού το σταματήσει δεν μπορεί να γίνει ποτέ φυσιολογικός πότης. Είμαι αλκοολικός, απλά δεν πίνω. Θα πεθάνω αλκοολικός, αλλα νηφάλια.

Επαναλαμβάνω πως ένα είναι το κλειδί του προβλήματος. Η αποδοχή. Όταν τα πράγματα είναι αναστρέψιμα ο αλκοολικός μπορεί να ξεφύγει. Το συκώτι είναι ένα μαγικό όργανο, το μόνο που έχει την ικανότητα αναγέννησης. Ίσως δεν είναι τυχαίο. Αλλα υπάρχει εκείνο το ένα ποτήρι μετά από το οποίο πετρώνει κι αμα πετρώσει, δεν υπάρχει γυρισμός. Η μόνη ελπίδα τότε είναι η μεταμόσχευση. Αλλά έχουμε ήδη μπει σε μια διαφορετική, επικίνδυνη πίστα.

Θα πρότεινα σε όσους έχουν έναν δικό τους άνθρωπο που υποφέρει από το ζήτημα και δεν το παραδέχεται, να επιμείνουν, να τον ξεμπροστιάσουν να του απευθύνονται με δεδομένο ότι είναι αλκοολικός. Να κάνουν ό,τι μπορούν για να φτάσει ο άνθρωπος αυτός στην αποδοχή. Η αποδοχή είναι το πρώτο και το πιο σημαντικό βήμα που οδηγεί στη σωτηρία. Για να σωθείς πρέπει να διασχίσεις το κατώφλι. Να το παραδεχτείς. Αν δεν το κάνεις, δεν υπάρχει λύση.

«Το αλκοόλ σβήνει τον άνθρωπο για ν’ ανάψει το κτήνος», έλεγε ο Καμί, ίσως υπερβολικά. Το πρώτο όμως συστατικό αυτής της φράσης ισχύει απόλυτα. Το αλκοόλ σε μη φυσιολογικές ποσότητες σβήνει, η καλύτερα πίνει τον άνθρωπο. Το θέμα με το ποτό είναι εντέλει συγκεκριμένο. Ο μόνος τρόπος να το απολαμβάνεις είναι να το πίνεις, όχι να σε πίνει.

Θέλω να αφιερώσω αυτές τις σκέψεις στον κ. Κυριαζή τον ψυχίατρο μου της εποχής και στον κ. Μούσα τον διευθυντή της Ψυχιατρικής πτέρυγας του νοσοκομείου Σωτηρία για την μεγάλη βοήθεια του.

Διαβαστηκε την πρωτη συναντηση της ΜΚΟ "Νηφάλιοι"

Sunday, November 13, 2011

Μητέρα Στάχτη

«ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΑΧΤΗ»

«Ανατομία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας της επαρχίας»

Η φαύλη πατρική εξουσία και τα ανομολόγητα οικογενειακά μυστικά που βαραίνουν τα παιδιά θα προκαλέσουν έκρηξη, η οποία θα φέρει την αναγέννηση των ηρώων

«Ανατομία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας της επαρχίας»

Ποιητής κατ' ουσίαν, λάτρης του κινηματογράφου και του θεάτρου, αρχιτέκτων κυριολεκτικά και μεταφορικά όσον αφορά τη δομή, με συνείδηση του μη γραμμικού χρόνου και της συλλογικής μνήμης, ο Αλέξης Σταμάτης στο μυθιστόρημά του "Μητέρα Στάχτη", που εκδόθηκε το 2005 και επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες του "Εθνους της Κυριακής" από την εφημερίδα και τις εκδόσεις "Καστανιώτη", αναφέρεται στο προσφιλές συγγραφικό του θέμα.

Στο οικογενειακό σύμπαν που συγκρούεται, μεταβάλλεται και καθορίζει τα βήματά μας από τη γέννηση έως τα γεράματα. Ανομολόγητα μυστικά, αμαρτίες γονέων που βαραίνουν παιδιά και μια μητέρα-στάχτη για τον καθένα. Στο μυθιστόρημα τίθεται επί τάπητος και ένα παράδοξο φαινόμενο. Εκείνο της αυτανάφλεξης. Διότι στα έγκατα της ανθρώπινης φύσης υπάρχουν πολλές ανεξήγητες δυνάμεις που κινούν τη ζωή μας.

Στη γενέθλια γη
H ιστορία εκτυλίσσεται από τη Μεγάλη Τετάρτη έως και την Παρασκευή μετά το Πάσχα. Σ' αυτό το δεκαήμερο, ήρωες επιστρέφουν στη γενέθλια γη, οικογενειακά μυστικά αναμοχλεύονται, ανθρώπινες αδυναμίες έρχονται στο φως, ο πατριάρχης πατέρας συγκρούεται με τον γιο που του μοιάζει, η θρησκόληπτη μάνα λαμπάδα γίνεται και σκορπίζεται στο σεληνιακό τοπίο της Σαντορίνης, ακόμα και το ηφαίστειο ξυπνά με έναν σεισμό. Κανένας δεν θα 'ναι ο ίδιος την ενδέκατη μέρα. Ούτε καν το τοπίο. Ακριβώς για να ζήσει.

Στο πρώτο κεφάλαιο, ένας ένας οι ήρωες επιστρέφουν. Ο Αλκης πρώτα, που έχει γίνει γιατρός. Η Ρηνιώ, διάσημη πια φωτογράφος. Και ο Μηνάς, επιχειρηματίας, ό,τι ακριβώς κι ο μπαμπάς. Τα τρία παιδιά του δυνάστη, ηδονοθήρα και ανήθικου Ηλία και της θρησκόληπτης, υπερβατικής και υποταγμένης Επιφανίας. Και επιστρέφουν ακριβώς επειδή ο πατέρας τους τους καλεί.

«Ανατομία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας της επαρχίας»

Για μια εθιμοτυπική απλώς επίσκεψη, όπως θα προσπαθήσει να τους πείσει. Παρά τις δηλώσεις, όμως, αυτή η οικογενειακή συγκέντρωση θα αποδειχθεί κοσμογονία. Σε ένα νησί που όπως και οι ήρωες είναι "το αποτέλεσμα μιας έκρηξης. Τα σωθικά της γης στερεοποιημένα. Είχαν αναδυθεί πάνω από το νερό, ορατά τοις πάσι, να θυμίζουν τις μυστικές διεργασίες των εγκάτων".

Αυτές "οι μυστικές διεργασίες των εγκάτων" αποτελούν και το μεγάλο μυστικό. Την κεντρική ιδέα. Η μητέρα ξαφνικά και εν τω μέσω της νυκτός, καίγεται, γίνεται στάχτη. Δολοφονία ή αυτοκτονία; Ενας περίεργος συγγραφέας που εμφανίζεται από το πουθενά επιμένει "αυτόματη ανάφλεξη ανθρωπίνου σώματος".

Και γύρω απ' αυτό το φαινόμενο, ένας ολόκληρος κόσμος να προσπαθεί να κατανοήσει. Μια αλήθεια άλλη για τον καθένα. Μονάχα τα γεγονότα κοινά. Και, φυσικά, "η τέφρα". Η στάχτη που έγινε, εξάλλου, στο παρελθόν για το νησί μια δεύτερη μητέρα. "Η Μητέρα Στάχτη". Αυτό που την κατέστρεψε και ήταν ταυτόχρονα κι εκείνο που την έσωσε.

Μια ιστορία που κινείται σε διαδοχικά επίπεδα. Και περικλείει στις συμπεριφορές των ηρώων την παθογένεια μιας ολόκληρης κοινωνίας. Αλλά πάνω απ' όλα θέτει ένα ζήτημα: Υπάρχουν άνθρωποι που έγιναν παρανάλωμα της ψυχής τους. Αλλά όμως τίποτα δεν χάνεται. Κι από τις στάχτες τους αναγεννώνται όλα.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Με 20 βιβλία και διεθνή καταξίωση

Ο Αλέξης Σταμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και έκανε μεταπτυχιακά Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο. Εχει γράψει 20 βιβλία. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Ο έβδομος ελέφαντας" (Κέδρος, 1998), εκδόθηκε στη Βρετανία. Το "Μπαρ Φλωμπέρ" (Κέδρος, 2000) εκδόθηκε σε Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Σερβία. Η "Αμερικάνικη φούγκα" (Καστανιώτης, 2006) κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών. Η "Μητέρα Στάχτη" (Καστανιώτης, 2005) εκδόθηκε σε ΗΠΑ και Τουρκία. Το πρώτο του παιδικό μυθιστόρημα, "Ο Αλκης και ο λαβύρινθος" (Καστανιώτης, 2009), τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Εχει δημοσιεύσει 6 ποιητικές συλλογές. Για τη δεύτερη συλλογή του, "Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων" (2003), του απονεμήθηκε το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων το Πρώτο Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Ν. Βρεττάκου. Ο μονόλογός του "Τελευταία Μάρθα" παίχτηκε το 2008 στο "Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας". Δύο μονόλογοί του με τίτλο "Γένεση" ανέβηκαν το 2009 στο "Θέατρο Χώρα". Το θεατρικό του "Δακρυγόνα" ανέβηκε το 2010 στο "Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας". Το τελευταίο του μυθιστόρημα "Κυριακή" κυκλοφόρησε από τον Καστανιώτη, το 2011.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ ΤΗ ΧΩΡΑ
"Το κράτος εξέθρεψε τόσα νοσηρά φαινόμενα"

Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε το μυθιστόρημα "Μητέρα Στάχτη" μάς αφηγήθηκε ο συγγραφέας: "Ενα βράδυ, ένας φίλος μου ηθοποιός, μου ''χάρισε'' μια λέξη: τη λέξη ''αυτοανάφλεξη''. Πρόκειται για ένα ''ανεξήγητο'' φυσικό φαινόμενο.

Αμέσως μου ήρθε στο νου η ''μετωνυμική'' της σημασία σε ψυχολογικό επίπεδο, δηλαδή η έκλυση ενέργειας ενός προσώπου που έως εκείνη τη στιγμή ήταν αδρανές. Ο συνδυασμός με οδήγησε σε μια διάθεση ανατομίας μίας δυσλειτουργικής οικογένειας της ελληνικής επαρχίας.

Ηθελα να μιλήσω για αυτόν τον κλειστό οργανισμό, ο οποίος μπορεί να κρύβει πολλά νοσηρά στοιχεία εντός του. Τα στοιχεία αυτά, ειδικά στην ελληνική επαρχία, αλλά και όχι μόνον, έχουν μια τάση να ''κουκουλώνονται'' μέχρι να εκραγούν. Ο πυρήνας του βιβλίου είναι η αλαζονική και φαύλη πατρική εξουσία, το κακό που έχει σπείρει γύρω της και η πορεία τού ήρωα-γιου, του Αλκη, να την αποτινάξει από πάνω του, να σωθεί και να σώσει, να αναγεννηθεί.

Οι ήρωές του, μέσα σ' ένα δεκαήμερο ζουν ίσως τα συγκλονιστικότερα γεγονότα της ζωής τους, όπου "Οι νόμοι, η πίστη, η λογική δεν αρκούν για να τα εξηγήσουν". Κάτι που μάλλον δεν συμβαίνει στη δική μας την εποχή. "Θα έλεγα ότι στην εποχή μας συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οι νόμοι καταστρατηγήθηκαν και παρακάμφθηκαν, η πίστη και το όποιο όραμα διολίσθησε σε μια αποθέωση του καταναλωτισμού, η κοινή λογική αντικαταστάθηκε με μια στρεβλή, εγωτική αίσθηση του ''εδώ και τώρα''. Οσο για την εποχή μας, δεν μιλάμε για ένα κρίσιμο δεκαπενθήμερο, πιθανόν και να μιλάμε για μια κρίσιμη δεκαπενταετία...".

Εάν θέλαμε να μεταφέρουμε τον τίτλο στη δική μας εποχή, η ''Μητέρα Στάχτη'' θα ήταν το κράτος, ένα κράτος που εξέθρεψε τόσα νοσηρά φαινόμενα εντός του, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί μια ολόκληρη χώρα -μια δυσλειτουργική οικογένεια- σε... αυτοανάφλεξη".

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

Έθνος της Κυριακής

Saturday, October 8, 2011

Lego: ένα πολύ σοβαρό παιχνίδι

Aπό το Netweek

Τα Lego είναι μικρά πλαστικά αλληλοσυνδεόμενα τουβλάκια σε διαφορές μορφές που μπορούν να συναρμολογηθούν και να αποσυναρμολογηθούν για να κατασκευάσουν άλλα αντικείμενα.

Τα Lego πρωτοσχεδιάστηκαν τη δεκαετία του ‘40 στη Δανία και έγιναν παγκοσμίως διάσημα. Σήμερα, υπάρχει εκτεταμένη υποκουλτούρα που υποστηρίζει Lego ταινίες, παιχνίδια, video games, μέχρι και θεματικά πάρκα Lego.

Προϊόντος του χρόνου, η εταιρεία διεύρυνε την παραγωγή της σε προϊόντα όπως γρανάζια και τροχαλίες μέχρι και ηλεκτρονικά τμήματα για την κατασκευή ρομπότ με αποτέλεσμα να υπάρχουν εξαιρετικά δημοφιλείς ομάδες Lego robotics leagues άλλα και προϊόντα Lego που εστιάζουν αποκλειστικά στον προγραμματισμό και στην εξερεύνηση της ηλιακής και αιολικής ενέργειας. Ενα εργαλείο που βρίσκει εφαρμογές στην τεχνολογία, στο engineering στην επιστήμη, στα μαθηματικά, ακόμα και στην... πολιτική!

Θυμόμαστε μια συνέντευξη του Στέφανου Μάνου στην τηλεόραση όπου ο έμπειρος πολιτικός, προσπαθώντας να εξηγήσει κάποιες πολιτικές επιλογές, χρησιμοποίησε τα περίφημα τουβλάκια;

Το μεγάλο πλεονέκτημα των Lego είναι το ότι μαθαίνεις πράττοντας. Κάτι πολύ σημαντικό, στο βαθμό που επιταγμένες του κλάδου της τεχνολογίας από το MIT Media Lab και τον Seymour Papert (έναν σπουδαίο επιστήμονα, πρόδρομο της έρευνας για την τεχνητή νοημοσύνη και εφευρέτη της Logo programming language) ήδη από το 1998 είχαν κατασκευάσει το mindstorms, ένα προγραμματιζόμενο τουβλάκι που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή ρομπότ.

Τα διαμαντάκια αυτά έχει αποδειχθεί ότι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρολό ακόμα και στην τέχνη (comic strips, Lego sculptures κ.λπ.) και τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Οσο για την εφαρμογή τους στον σχεδιασμό, εκεί υπάρχει η συμβουλευτική υπηρεσία Lego Serious Play. Ο στόχος είναι να ενισχυθεί η δημιουργική σκέψη μέσα από team building metaphors της οργανωτική ταυτότητας του κάθε συμμετέχοντος μέσα από την εμπειρία της χρήσης των Lego. Οι συμμετέχοντες δουλεύουν υποθετικά σενάρια μέσα από τρισδιάστατες κατασκευές.

Ενα παιχνίδι που πραγματικά μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά σοβαρό και χρήσιμο σε πολλούς τομείς.

Tuesday, October 4, 2011

ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Άδειο. Άδειο όπως το τέλος. Όπως η αρχή. Άδειο σώμα, άδεια θάλασσα, άδειο σπίτι. Μεσημέρι καλοκαιριού - μιας αδυσώπητης εποχής. Άδειο, άδεια παραλία, άδεια, τετελεσμένη. Μέσα μου ο Αύγουστος τρέχει σαν ποταμός. Κυλάει από τα αγγεία, γλιστράει μέσα απ’ τους πόρους – αδυσώπητος.

Περπατώ προς το σπίτι που μεγάλωσα. Πόσα χρόνια πέρασαν; Δεκαπέντε, είκοσι; Η φουσκοθαλασσιά απαντά: είκοσι. Το ’17 ήταν που φύγαμε. Σεπτέμβριο. Εγώ δεκαέξι. Σε πέντε χρόνια ο πατέρας είχε σκοτωθεί. Η μητέρα σε οκτώ. Στην «Ευέλικτη Πένσα». Δεν πρόλαβε να κατέβει στο καταφύγιο. Νεκροί. Ο ένας στην πρώτη σάρωση, η άλλη στο τέλος, δύο μέρες πριν την τελική υπογραφή. Στην κηδεία της όταν έφυγαν όλοι είχα κοιτάξει ψηλά σα να περίμενα κάποια βοήθεια. Τίποτα. Ο ουρανός ήταν κλειστός. Πάντα τέφρα, πάντα κόνις, πάντα σκιά.

Ύστερα στο σπίτι, κάποιος είπε να βάλουν το αγαπημένο της τραγούδι. Οι νότες είχαν βουίσει στ’ αυτιά μου –ξεχασμένες, περιφρονημένες, νότες αρχών του αιώνα. Δεν έκλαψα. Η θλίψη που δενέχει διέξοδο στα δάκρυα κάνει άλλα όργανα να κλαίνε. Περίμενα υπομονετικά να τελειώσει η βραδιά, να φύγει το πλήθος, να κρατήσει λίγο ο χρόνος, να μείνω μόνος με τον θάνατο πριν τον πάρουνε τα χώματα. Κι ότανέκλεισε η πόρτα, ξαφνικά, μ’ έπιασε κάτι άρχισα να σπάω ότι έβρισκα μπροστά μου. Το σερβίτσιο της, τα βάζα με τα λουλούδια, τα κηροπήγια, οι κούπες του καφέ, χίλια κομμάτια. Δεν υπήρχε πια κανείς. Μόνος, κατάμονος να περιμένω τη σειρά μου.

Όμως επέζησα. Ακόμα και σήμερα, στο ζενίθ του «Μεσογειακού Έλικα». Στο Δεύτερο Μεγάλο Επεισόδιο. Οι δορυφόροι μεταδίδουν: Έμβια υστέρηση 28%. Ο κύριος όγκος στη Μεσογειακή λεκάνη. «Έχεις άστρο εσύ. Είσαι παιδί της θάλασσας»,ο πατέρας.

Είκοσι χρόνια απουσίας. Είμαι εδώ με τριανταέξι ώρες άδεια. Αυτή είναι πια η ζωή μου εδώ και χρόνια. Δουλειά, μόνοδουλειά. Οι άνθρωποι πια, μόνο στολές. Ένα ποτάμι από στολές που ολοένα λιγοστεύει.

Σε λίγο φεύγω για Μαύρη Θάλασσα. Απ’το υποβρύχιο απ’ ευθείας στο μητροπολιτικό σταθμό. Τελευταία μεγάλη αποστολή. Διεκπεραιωτής παράπλευρου σχεδιασμού. Θέση υψηλή, μισθός εξαιρετικός. Προοπτικές για τομεάρχης ανασυγκρότησης. Εφ’ όσον τελικά υπάρξουν προοπτικές.Σε κάθε περίπτωση, από την αρχή της σύρραξης στο μητρώο μου αναγράφεται ευκρινώς: προσδόκιμο επιβίωσης υψηλό. Τουλάχιστον αυτή τη φορά είμαστε με τουςε πικρατούντες.

Απ’ έξω το σπίτι φαίνεται γερό. Η στέγη μόνο, γερμένη απειλή. Θαύμα πως γλίτωσε. Η παραλία - σα να’ χει εξατμιστεί. Πως να ορίσω την ομίχλη παραθαλάσσια; Το μάτι καταγράφει, ακόμα κι όταν η πραγματικότητα αποσύρεται. Οσφραίνομαι τη γαλάζια φλόγα, τις εκρήξεις, το κύμα του θανάτου. Συμπαρασύρονται οσμές από άλλες ηλικίες, περασμένες, αιωρούνται χαμηλά, στις κάτω ζώνες. Επικάλυψη. Η φυσική πορεία. Πυρήνας, άτομο, κύτταρο, έλικας, αίμα, δέρμα, πόροι - ξάφνου φως, φως που σ' αγκαλιάζει, κι ύστερα σ' αφήνει και πάλι στο σκοτάδι - έτη φωτός σκοταδιού.

Ο ήλιος, σακατεμένος. Δεν μπορώ να το πω αυτό καλοκαίρι. Υψηλό Θερμοκρασιακό Περιβάλλον, ίσως. Κι αυτά τα έντομα, δεν τα’ χω ξαναδεί. Τέτοιο σχήμα, ποτέ. Έλυτρα από θειάφι. Λιλιπούτεια βομβαρδιστικά. Η φύση αντιγράφει τη φρίκη, σε μικρογραφία.

Πάω προς τη θάλασσα. Βγάζω τα παπούτσια .Μια μάζα βρώμικη ο πυθμένας, δεν είναι φύκια αυτά. Δεξαμενή γεμάτη φίδι ανομίζω. Το νερό, φαιό, ανεξάντλητο, σκιά ενός χρόνου πυκνού που ακόμα αντιστέκεται.

Να κολυμπώ με τον πατέρα, εγώ κρόουλ, εκείνος πρόσθιο. Οι πατούσες του σαν του ψαριού. Τον θυμάμαι να γλιστρά στα κύματα, στο χρόνο. Αγκαλιαζόμαστε - οι μύες της πλάτης. Τα μάτια του. Κοιταζόμαστε. Τα σώματα μας δίπλα. Το νερό μας χωρίζει, μας ενώνει. Παίζουμε σα φίλοι - ήμασταν φίλοι - τι είναι εικοσιδύο χρόνια διαφορά; Σήμερα θα ’ταν εξήντα έξι. Μόλις εξήντα έξι.

Περπατώ στην μαύρη άμμο. Ζιγκ ζαγκ, ν’αποφύγω τα σιδερένια θραύσματα. Μοιάζουν με τα παλιά κουτιά μπίρας - δεν είναι. Σκύβω, στη λαμαρίνα διακρίνονται μισοκαμμένοι οι κωδικοί. Το ατσάλι μυρίζει ακόμα. Η ημερομηνία, Gothic γραμματοσειρά. Series 2035. Made in... Οι δύο μονομάχοι: η στρατιά του θριαμβεύοντας αίματος, η στρατιά του ηττημένου αίματος. Η βαθύτερη κοινωνία του αίματος. Είκοσι χρόνια. Γιατί τώρα; Δεν ξέρω. Το παρόν, μικρό διάφανο αγκάθι.

Περπατώ προς το σκοτεινό παρελθόν. Προς το σπίτι. Το ’χα κλείσει τότε. Το ’χα σφραγίσει. Το ’χα ξεχάσει. Αν γυρίσω – αν γυρίσω ποτέ - θα το ξαναφτιάξω, όπως ήταν. Και θα μείνω εδώ, για πάντα. Περνάω τον φράχτη, εκεί που ήταν ο φράχτης. Η εξώπορτα. Σπρώχνω το σπασμένο μαδέρι -μια αχνή γραμμή γλιστρά πίσω μου, κοσκινισμένα χρόνια. Το σαλόνι, άφωνη κραυγή. Αδειασμένο απ’ οξυγόνο. Δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί τέτοια ακινησία.

Μια βόλτα στα δωμάτια. Μια πεταλίδα αγκιστρωμένη στο πλακάκι της κουζίνας. Σφουγγίζει τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Στο υπνοδωμάτιο το πάτωμα έχει βουλιάξει. Ούτε μύγες, ούτε κατσαρίδες. Μόνο αυτά τα έντομα να με τρυπούν με τις κουκίδες-μάτια τους. Από την τρύπα εξέχει η γωνία μιας κορνίζας. Μισολιωμένο, ένα τοπίο του Πηλίου. Δική της ελαιογραφία. Καμιά ευθεία, μόνο καμπύλες, σαν τον Μουνχ. Τον αγαπούσε τον Μουνχ, τους πίνακες του με τα πρόσωπα στα φιόρδ. Την θυμάμαι στο στούντιο να ζωγραφίζει. Μουσαμάδες στρωμένοι, μπογιές παντού. Αναποδογύρισα το κόκκινο, μ’ έβαψε για πάντα. Την κοίταξα. Η μικρή ουλή πάνω απ’ το χείλος. Η μυρωδιά της μουσκεμένης ανάσας. Τα μάτια της. Το σχήμα της, αγαπημένο.

Τελευταίο το δικό του. Θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα του δωματίου του, να δω. Δεν προλαβαίνω να την ακουμπήσω – διαλύεται σαν χαρτί. Μόνο το σκυρόδεμα άντεξε. Το γραφείο γονατισμένο, θαλάσσιο τέρας που ψυχορραγεί. Εδώ έγραφε. Τη διατριβή πρώτα, αργότερα τα θεατρικά. Το τελευταίο, «Άλφα και Ωμέγα», στο Περιφερειακό Δυτικής Μακεδονίας. Δύο χρονιές. Κριτικές διθυραμβικές, τις έχω κρατήσει στο lifebook. Στη διευρυμένη μνήμη.

Ανοίγω το πρώτο συρτάρι – σπασμένα γυαλιά, ξεραμένο μελάνι, ένα καμένο βιβλίο. Στο δεύτερο, ένα σιδερένιο κουτί. Γερό μέταλλο, άντεξε. Μέσα ένα σιντί, παμπάλαιη τεχνολογία, αρχών του αιώνα. Κειμήλιο πια. Τότε δεν υπήρχε lifebook. Πρόοδος ίσον σμίκρυνση. Στην ετικέτα μια επιγραφή με μπλε στυλό: «Millenium». Τα γράμματά του. Βιαστικά, να προλάβει.

Πλησιάζω την παλάμη, το lifebook. Το’ χω τρία χρόνια, ενδοφλέβιο, γεμίζει με τον ήλιο. Σκανάρω το σιντί. Τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται αμέσως: «Τεχνολογία: Πεπαλαιωμένη, Ημερομηνία : 2000, 01.08.00, Ώρα: 11:13:24, Συντάκτης: Παύλος Πλ., Millenium.doc».

Παύλος, ο πατέρας. 2000, Καλοκαίρι, εννιά μήνες πριν γεννηθώ. Διαβάζω, όπως μήνυμα πεταμένο σε μπουκάλι στη θάλασσα:

Τρίτη1.08.00

Κοιμάσαι. Κοιμάσαι ακόμα. Είναι μεσημέρι. Σε κοιτάζω ξαπλωμένη στον ήλιο στην ακρογιαλιά. Εγώ κι εσύ μόνοι σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτή την παραλία. Ανέβηκα σπίτι, να σου φτιάξω καφέ. Ύστερα θα ’ρθω να σε ξυπνήσω. Κοιτάζω τον πίνακά σου, με τα κύματα που σκάνε κι αισθάνομαι πως κάτι λείπει. Δεν ξέρω τι. Κοιμάσαι κι εγώ θέλω να σου πω τόσα. Δεν μπορώ, δε βρίσκω λόγια. Χτες, όταν ήμουν μέσα σου έβλεπα τη θάλασσα. Έβλεπα τη θάλασσα που ξέβραζε, τα μάτια σου, την άκρη των χειλιών σου,κι ένιωθα το νερό να κυλάει μέσα μας, μαζί μ’ αυτό το ανείπωτο, την αγάπη μας τώρα. Την αγάπη μας χτες. Ένιωθα τη θάλασσα, τα κύματα να μας χαϊδεύουν, κάθε φορά και καινούργιο νερό, κάθε φορά και καινούργια αγάπη, κάθε φορά και καινούργιος χρόνος. Η αγάπη μας αύριο. Όταν χύθηκα μέσα σου δεν ήξερα τίποτα. Κι όμως εκείνη την ώρα ένα άπειρο κομμάτι θάλασσας έγλυφε το δεξί σου πόδι, για να χαθεί μαζί μου, μέσα σου, αιώνια. Τα υγρά του σώματος ξεχείλισαν, σ’ έλουσανο λόκληρη, χύθηκαν μαζί σου στο μεγάλο νερό. Χίλια χρόνια σ’ ένα μας φιλί. Δεν μπορεί, αυτό κάτι γίνεται. Σε κάτι μετατρέπεται. Μαρίνα, δε θα ξεχάσω.

Κάθε μόριο νερού, που κυλάει, εξαφανίζεται, ξαναφτιάχνεται. Όπως η κάθε στιγμή. Ποιο είναι το ακριβώς της θάλασσας, ποιο είναι το ναι της ζωής μας, ποιο είναι το τώρα του έρωτά μας; Ό,τι είναι μέσα μου κινούμενο - μονάχα εκείνο καταλαβαίνει. Ο κινούμενος, ο ερωτευμένος χρόνος. Ο χρόνος που κυλά. Υπάρχει πολύ θάλασσα στην αγάπη μας Μαρίνα. Σ’ ευχαριστώ που μου χάρισες αυτή τη νερένια στιγμή.

Παύλος.

Η συνέχεια. Άλλη ημερομηνία.

Δευτέρα,9.10.00

Γύρισες από τον Βασιλειάδη. Μου το’ πες. Θετικό. Ήξερα πως θα γινόταν εκείνο το βράδυ. Το ’ξερα. Το παιδί μας βγήκε από τη Θάλασσα, απ’ την πηγή του Χρόνου. Μαρίνα το ’νιωθα . Δεν υπήρχαμε, κι υπήρχαμε όσο ποτέ.

Σιωπή. Μέσα μου, έξω μου, παντού. Φόρος σιωπής. Δεν το αποθηκεύω στη μνήμη. Δεν αντέχω. Δε το θέλω στο μέλλον φυτεμένο μέσα μου στο δέρμα. Το μέλλον, κείμενο σβησμένο. Στον στήθος τσιμπιές. Στον καρπό, ένας θύσανος πόνου. Οι ρίζες σταέ γκατα. Ατσάλινες.

Ζεσταίνομαι. Άγριες και μαζί γλυκές εικόνες τρυπάνε το κρανίο. Το σχέδιο των νεκρών. Πάντα τέλειο. Βγαίνω έξω, στον αέρα. Το χνώτο του τόπου, αφόρητο. Περπατώ στην μαύρη άμμο. Προς την θάλασσα. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος των προηγούμενων ωρών. Ο κόσμος έπαψε να είναι εκκωφαντικός. Το άναυδο δεν έχει αντίλαλο.

Προσπερνώ τις λαμαρίνες, τα καμένα ξύλα. Μπροστά μου η ραχοκοκαλιά ενός μεγάλου ψαριού. Πεντάγραμμο για τον χαλασμένο χρόνο. Δεν μπορεί, κάποιος παίζει μαζί μας. Με τη γεωμετρία, με το χρόνο, με τη μνήμη, κάποιος παίζει.

Μπαίνω στη θάλασσα. Στα χέρια μου ο μικρός μεταλλικός δίσκος. Τον πετάω μέσα, μακριά, όσο μπορώ, να χαθεί, να βυθιστεί στο νερό. Να μη βλέπω. Εξαφανίζεται ο χρόνος, βυθίζεται, χάνεται για πάντα.

Η θάλασσα σκοτεινιάζει. Το υποβρύχιο με περιμένει. Χαμηλά. Μέσα. Βαθιά. Στη Μαύρη Θάλασσα. Στο σκοτεινό καλοκαίρι.

Δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Τόπος σε ένθετο στη Ελευθεροτυπία(καλοκαίρι 2007), και μια ελεύθερη διασκευή του στις «Θρυλικές Ιστορίες» (Καστανιώτης, 2010)



Monday, September 12, 2011

Συνέντευξη στο mas-ela.com

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ: "AYTO ΠΟΥ ΚΑΝΩ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ"
Συνέντευξη ΕΥΑ ΜΠOYZH   
Δευτέρα, 12 Σεπτέμβριου 2011 




Alexis_Stamatis




< Ένας διακεκριμένος και ταυτόχρονα πολύ δημοφιλής, σύγχρονος έλληνας πεζογράφος. Ένας συγγραφέας που από τον “Έβδομο Ελέφαντα” έως και την έβδομη ημέρα της εβδομάδας, την “Κυριακή” έχει καταφέρει να “τραβήξει τα βλέμματα”, να αποσπάσει πολύ καλές κριτικές και να κερδίσει την αγάπη και το θαυμασμό των αναγνωστών του.                                                                 
Η επικοινωνία που είχα μαζί του, μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Ή μάλλον για να είμαι ακριβής μου άφησε τις πιο ξεκάθαρες εντυπώσεις... Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία φράση αυτή θα ήταν “ Αφοπλιστικά ειλικρινής”.                                                                                                                
Εσείς, μπορείτε να βγάλετε τα συμπεράσματά σας από την συνέντευξη που ακολουθεί αποκλειστικά για το http://www.mas-ela.com


                                                                                                                                                        
Η ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΑΝΑΠΟΔΟ ΣΤΡΙΠΤΙΖ


Ε.Μ: Μπορείτε να είστε αντικειμενικός με τον εαυτό σας;
A.Σ: Όχι φυσικά, ποιος μπορεί;
E.M: Πως ήταν τα φοιτητικά σας χρόνια;
A.Σ: Άστατα. Πολύ άστατα.
Ε.Μ: Πότε ανακαλύψατε το συγγραφικό σας ταλέντο;
A.Σ: Το ταλέντο, αν υπάρχει, δεν είναι κάτι που ανακαλύπτεις εσύ. Εκείνο που ανακαλύπτεις είναι μια τάση, μια διάθεση έκφρασης, κάτι που στην αρχή είναι απροσδιόριστο και σε πάει προς έναν κόσμο. Αυτή η ανακάλυψη για μένα αρχικά εμφανίστηκε ως μια «αντιδικία με την πραγματικότητα» που την ένιωθα από πολύ μικρός. Σαν ο κόσμος που ζούσα να μην μου έφτανε. Σαν να θελα να μπω σε κάτι άλλο. Οπότε στην αρχή οδηγήθηκα στη μανιώδη ανάγνωση και μετά στη γραφή.
E.M: Yπήρξε κάποιος συγγραφέας που σας επηρέασε με το έργο του;
A.Σ: Να με επηρεάσει στον τρόπο γραφής, δεν νομίζω. Σίγουρα όμως μέσα μου κυκλοφορούν πάμπολλοι αγαπημένοι συγγραφείς και κείμενα, που θα μου πάρει πολύ ώρα να απαριθμήσω. Και οπωσδήποτε κατά καιρούς υπάρχει ένας εσωτερικός διάλογος μαζί τους.
E.M: Πως αντέδρασε ο αρχιτέκτονας πατέρας σας όταν του ανακοινώσατε πως δε θα ακολουθήσετε αυτό που σπουδάσατε, δηλαδή την αρχιτεκτονική;
A.Σ: Πολύ καλή ερώτηση! Το σωστό βέβαια είναι «Πως αντέδρασε ο αρχιτέκτονας πατέρας σας όταν του ανακοινώσατε πως θα εγκαταλείψετε αυτό που σπουδάσατε, δηλαδή την αρχιτεκτονική;» - διότι είχα ήδη δουλέψει καποια χρόνια ως αρχιτέκτων. Ήταν μια πολύ δύσκολη, περίεργη και κρίσιμη περίοδος για μένα τότε. Έχω μείνει με την αίσθηση ότι ο πατέρας μου –ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν με πίεσε να ακολουθήσω αυτές τις σπουδές- με κατάλαβε, και αποδέχτηκε την ανάγκη μου.
E.M: Περνώντας τα χρόνια, υπήρχαν στιγμές που το μετανιώσατε;
A.Σ: Πότε! Ούτε μια στιγμή! Ούτε καν με την κρίση. Θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη απόφαση που έχω πάρει ποτέ στη ζωη μου. Με έσωσε στην κυριολεξία από μια ζωή στην οποία θα ήμουν με το ένα πόδι απ’ έξω.
E.M: Tι συναισθήματα σας είχε δημιουργήσει το πρώτο σας βιβλίο;
A.Σ: Αμηχανία, εγρήγορση, λαχτάρα… Τότε, απλά και να δεις το βιβλίο σου τυπωμένο ήταν κάτι τεράστιο.
E.M: ”Mπαρ Φλωμπέρ”. Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες σας. Θέλετε να μας πείτε τί υπήρξε πηγή έμπνευσης γι'αυτό το βιβλίο;
A.Σ: Αυτό το βιβλίο άρχισε από τον… τίτλο σχεδόν. Ήθελα να γράψω για κάποιον που αναζητά κάποιον άλλον δια μέσου διάφορων ευρωπαϊκών πόλεων. Είχα μπροστά μου τον χάρτη της Ευρώπης και έπαιζα με τα αρχικά πόλεων. Καποια στιγμή προέκυψε η φράση Μπαρ- Φλω-μπέρ, από τα αρχικά της Βαρκελώνης, της Φλωρεντίας και του Βερολίνου. Το Φλωμπέρ με παρέπεμπε στη λογοτεχνία άρα και το βιβλίο μοιραία με οδήγησε σε ήρωα συγγραφέα.
E.M: Yπάρχει στους ήρωες των βιβλίων σας δική σας φιγούρα;
A.Σ: Η συγγραφή είναι κάτι σαν ανάποδο στριπτίζ. Αρχίζεις με τον εαυτό σου γυμνό και μετά ντύνεις τους χαρακτήρες με τόσα πολλά επίπεδα- ενδύματα που στο τέλος έχεις ξεχάσει από πού ξεκίνησες. Κάποια στιγμή έχεις ξεχάσει και το ίδιο σου το σώμα, το οποίο, ωστόσο, για τον προσεκτικό αναγνώστη, «αχνοφέγγει» κάτω από τα «φύλλα του κρεμμυδιού».

 ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΟΧΗ Η ΟΧΙ

E.M: Θεωρήστε από τους πιο αγαπητούς σύγχρονους έλληνες πεζογράφους. Πέρα από το ταλέντο σας, που αλλού νομίζετε πως οφείλεται η αγάπη του κόσμου;
A.Σ: Για τον συγγραφέα δεν υπάρχει κάτι άλλο εξόν από το έργο. Το έργο είναι που μιλάει για τα πάντα, για την όποια αποδοχή ή όχι.
E.M: Γράφετε για το κοινό σας ή για τον Αλέξη Σταμάτη;
A.Σ: Όταν γράφω δεν νιώθω πότε την παρουσία του αναγνώστη. Είναι ίσως εν πρώτοις αντιφατικό: αλλά πρόκειται για μια εντελώς ιδιωτική δραστηριότητα η οποία ωστόσο σκοπό έχει να ανακοινωθεί. Όμως αυτή η ανακοίνωση γίνεται με τη φωνή του συγγραφέα. Εάν δεν ηταν αυθεντική, αν ήταν νοθευόμενη με «αυτό που θα ‘θελε ο άλλος να ακούσει», δε θα ’ταν αληθινή. Κάτι καταστροφικό για τη λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα.
E.M: Aν αυτά που γράφατε δεν είχαν απήχηση θα σταματούσατε;
A.Σ: Φυσικά και όχι. Εξάλλου στα πρώτα μου βήματα έγραφα ποίηση την όποια διαβάζαμε μια χούφτα άνθρωποι.
E.M: Aπό την εμπειρία σας αυτά τα χρόνια. Τι θέλει τελικά το αναγνωστικό κοινό;
A.Σ: Δεν νομίζω να υπάρχει απάντηση γι’ αυτό. Εξάλλου πιο κοινό; Καθένας αγοράζει ένα βιβλίο για το δικό του λόγο. Αν μιλήσουμε στατιστικά για το σήμερα, το κοινό θέλει σε ποσοστό 70% αισθηματολογικά μυθιστορήματα. Αν μιλάγαμε για σινεμά θα λέγαμε πως θέλει μπλοκμπάστερ. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που καθορίζει ούτε τη λογοτεχνία ούτε το σινεμά. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα μικρό κομμάτι κόσμου που αγαπά πολύ το βιβλίο και είναι πολύ ψαγμένο.
E.M: Mπορείτε να μου ξεχωρίσετε ένα από τα βιβλία σας;
A.Σ: Ε, πάντα , κάθε συγγραφέας αγαπάει πιο πολύ το τελευταίο του. Έτσι το αγαπημένο μου είναι η «Κυριακή». Αγάπησα πολύ τον ήρωά του, τον 19χρονο Βασίλη. Τώρα σταδιακά όμως αρχίζω να αγαπώ πιο πολύ αυτό που γράφω αυτή τη στιγμή…

ΩΣ ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΛΕΙΣΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΜΕΣΟΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ “ΤΑ ΛΕΣ” ”

E.M: Σεπτέμβριος 2011. Σε τι φάση σας βρίσκουμε επαγγελματικά;
A.Σ: Είμαι στη διαδικασία συγγραφής ενός μυθιστορήματος. Επίσης γράφω ένα θεατρικό - μια εξαιρετικά ελεύθερη διασκευή του «Σκότωσε ο,τι αγαπάς», ενός δικού μου βιβλίου. Βασίζεται στο μύθο του αλλά εκείνο που εντέλει αναδύεται είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Είναι ένα άλλο έργο που βγαίνει μέσα από ένα ήδη υπάρχον. Γέννα στη γέννα.
E.M: Πως είναι να κάνεις θέατρο;
A.Σ: Είναι κάτι αφάνταστα ευεργετικό κι εξαιρετικά δύσκολο. Η τέχνη της απόλυτης αλήθειας. Δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα στο θέατρο, ούτε μπορείς να «καμωθείς» κάτι. Εδώ δεν χωράνε τεχνικές, αφηγηματικές πολυτέλειες κλπ. Είναι το πιο δύσκολο είδος κείμενου που υπάρχει, ακριβώς επειδή είναι και το πιο άμεσο. Εργαλείο σου μπορεί να είναι ένα «Ναι» ή μια παύση. Ως θεατρικός συγγραφέας, καλείσαι να είσαι άμεσος, χωρίς να «τα λες». Επίσης έχεις σχέση με αυτά τα πολύ ιδιαίτερα πλάσματα, τους ηθοποιούς. Καλλιτέχνες των οποίων το εργαλείο είναι το νευρικό τους σύστημα. Ένας μαγικός χώρος.
E.M: Mιλήστε μας λίγο για την παράσταση και το τί πραγματεύεται;
A.Σ: Όπως είπα και πριν είναι μια διασκευή του βιβλίου μου. Την δραματουργική επεξεργασία την κάνουμε με τον σκηνοθέτη του έργου, τον Άρη Τρουπάκη. Θα ανέβει αρχές Ιανουαρίου στη Β Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλλήνιας. Τους δυο ρόλους, του Άρη και της Κατερίνας, παίζουν ο Αντώνης Καρυστινός και η Δανάη Παπουτσή. Σκηνικά, κοστούμια και φωτισμούς κανει ο Θοδωρής Χρυσικός.
E.M: … Kαι το βιβλίο;
A.Σ: Το βιβλίο είναι μια ιστορία στην όποια πρωταγωνιστεί μια αθηναϊκή οικογένεια του σήμερα. Το σημείο εκκίνησης του έργου είναι ότι κάνεις δεν είναι εκείνος που φαίνεται. Όλοι κρύβουν κάτι πολύ σημαντικό για τη ζωη τους.
E.M: Πότε το ξεκινήσατε;
A.Σ: Πριν από κάτι μήνες.
E.M: Τα σεμινάρια που κάνετε σε τι αφορούν;
A.Σ: Προσπαθούμε μαζί με τους συμμετέχοντες να διερευνήσουμε διαφορά πράγματα σχετικά με τη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι η διάθεση μας να διαβάζουμε ιστορίες αντανακλά τη βαθιά ανάγκη μας να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον όποιο εκτυλίσσεται η ζωή, όχι απλά ως μια πνευματική άσκηση, αλλά στα πλαίσια μιας ιδιαίτερα προσωπικής συναισθηματικής εμπειρίας. Η λογοτεχνία δεν είναι μια απόδραση από την πραγματικότητα αλλά το ίδιο το όχημα στο όποιο επιβαίνουμε για να την εξερευνήσουμε. Προσθέτει στην πραγματικότητα, δεν την περιγράφει απλά. Εμπλουτίζει τη ζωή μας, φωτίζει την καθημερινότητα μέσα από άλλο φως. Η λογοτεχνία είναι ο «άλλος τρόπος να δεις». Η σειρά λοιπόν αυτών των σεμιναρίων προσφέρει μια εξοικείωση με αυτόν τον μαγικό κόσμο της μυθοπλασίας, ανοίγοντας την «κουρτίνα των εργασιών» της και προσφέροντας μια ανοιχτή θεά στον μαγικό κόσμο της γραφής. Η προσπάθεια θα είναι να εξερευνήσουμε την λογοτεχνία όχι μόνο μέσα από μια σειρά γενικά αποδεκτών κανόνων, αλλά από μέσα από το ίδιο της το μαγικό υλικό, μέσα από την εμπειρία ενός συγγραφέα.
E.M: Eίστε τελειομανής;
A.Σ: Αν δεν είσαι μέσα σ’ αυτό που κάνεις με όλο σου το είναι δεν έχει ενδιαφέρον, συν ότι για μένα, θα ήταν και ολίγον κάλπικο. Αν αυτό λέγεται περφεξιονισμούς, τότε ναι, είμαι. Η ουσία είναι πως δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο στη ζωή μου. Κι αυτό που κάνω με κανει αυτόν που είμαι.
E.M: Δε σας αγχώνει το γεγονός πως έχετε αναλάβει να φέρετε εις πέρας αρκετά πράγματα;
A.Σ: Δεν αντιμετωπίζω τις δραστηριότητες μου ως προτζεκτ. Είναι μια φυσική προέκταση του εαυτού μου. Εάν μιλάμε για «δημιουργικό άγχος» τότε φυσικά και έχω όπως όλοι οι άνθρωποι που δημιουργούν κάτι, από το πρώτο ως το τελευταίο τους.

ΜΕ ΕΚΝΕΥΡΙΖΕΙ Η ΝΩΘΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ “ΔΕ ΒΑΡΙΕΣΑΙ” ”

E.M: Eιστε αισιόδοξος άνθρωπος;
A.Σ: Νομίζω ναι. Σαφώς ναι.
E.M: Σχετικά με την κατάσταση της χώρας, βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο;
A.Σ: Το βλέπω όπως είναι. Να αδειάζει.
E.M: Aν ήσασταν για μία εβδομάδα πρωθυπουργός ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα κάνατε/θα αλλάζατε;
Α.Σ: Δεν μπορώ να δω τον εαυτό μου σε οποιαδήποτε σχέση εξουσίας. Έχω μεγάλο πρόβλημα με το να «λέω στον άλλο τι να κάνει». Όπως και με το αντίθετο.
E:M: Toν δικό σας χώρο τον έχει επηρεάσει η κρίση;
A.Σ: Παρά πολύ. Το μόνο καλό που μου έδωσε εμένα προσωπικά αυτή η κρίση είναι ότι «μ' έβγαλε από το καβούκι μου» κι αντί να είμαι μονο μπροστά σε έναν υπολογιστή και να γράφω τα βιβλία μου, μπήκα σε κάποιες συνεργατικές διαδικασίες όπως, κυρίως, το θέατρο. Είναι πολύ καλό κάπου ν' αφήνεις κατά μέρος τον εαυτό σου και να τον βλέπεις ως μέλος μιας ομάδας.
E.M: Θα φεύγατε μόνιμα από την Ελλάδα;
A.Σ: Δύσκολο, αν όχι αδύνατον. Ειδικά σε αυτή την ηλικία. Έξαλλου αυτές οι στιγμές που ζούμε αυτή την περίοδο είναι ιστορικές. Περάν του ότι πιστεύω ότι θα πρέπει να το παλέψουμε όλοι μαζί, η κρίση έχει ενισχύσει σε μένα προσωπικά εκείνο που οφείλει κάνεις να κάνει μετά από μια ηλικία. Να πετάει από πάνω του τα περιττά.
E.M: Tι σας εκνευρίζει πιο πολύ στους Έλληνες;
Α.Σ: Το «δε βαριέσαι». Η νωθρότητα. Η έλλειψη παιδείας.
E.M: Τηλεόραση βλέπετε;
A.Σ: Ναι, αλλα κυρίως ξένες σειρές. Τελευταία είδα το αριστουργηματικό «Wire» της HBO, ό,τι καλύτερο έχω δει πότε στην τηλεόραση. Κάθε επεισόδιο είναι καλύτερο από πολλές ταινίες μαζί. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

ΕΝΙΩΘΑ ΠΩΣ ΟΦΕΙΛΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ”

E.M: Έπειτα από την «εξομολόγησή» στην εκπομπή “Πρωταγωνιστές” για τη σχέση που είχατε με το αλκοόλ, αισθανθήκατε πως ήρθατε πιο κοντά με το κοινό σας;
A.Σ: Μα δεν είχε καμία σχέση με το «κοινό» του βιβλίου αυτό. Δε μίλησα σαν συγγραφέας, μίλησα σαν πρώην εξαρτημένος. Η κίνηση αυτή ήταν κάτι που ήθελα να κάνω από πολύ καιρό. Ένιωθα πως όφειλα να μοιραστώ αυτή την ιστορία με άλλους ανθρώπους, γιατί η υπόθεση αλκοόλ είναι πολύ κρυφή κι όποιος μπορεί να συμβάλλει για να σηκωθεί ο πέπλος, μόνο καλό μπορεί να κάνει. Ο Σταύρος Θεοδωράκης και η ομάδα του προσέγγισαν το θέμα με πολύ εύστοχο και ουσιαστικό τρόπο. Μετά την εκπομπή είχα αρκετά μηνύματα από ανθρώπους που μου επιβεβαίωσαν εκείνο που μου συνέβη κι εμένα. Την αδυναμία παραδοχής. Και το πως παραμένει ένα ταμπού, μια κρυφή πληγή για πάμπολλες οικογένειες και πως ο μόνος τρόπος να αρχίσεις να το παλεύεις είναι να το παραδεχτείς.
E.M: Νιώσατε καλύτερα με τον εαυτό σας που μοιραστήκατε κάτι τόσο προσωπικό με τον απλό τηλεθεατή;
A.Σ: Έχουν περάσει αρκετά χρόνια πια και μπορώ να λειτουργώ αποστασιοποιημένα. Ίσως γι' αυτό ήμουν αρκετά «κάθετος» στις απόψεις μου. Εάν την έκανα πριν δέκα χρόνια θα ήμουν πιο «συναισθηματικός». Εκείνη τη στιγμή απλά έλεγα την αλήθεια μου. Η οποία ταξίδεψε στον καθένα ανάλογα με την δική του αίσθηση, εμπλοκή και ευαισθησία για το ζήτημα.
E.M: Τι σας κάνει να χαμογελάτε;
A.Σ: Οτιδήποτε είναι ευχάριστο στη ζωη.
E.M: Τι σας κάνει να θυμώνετε;
A.Σ: Σε προσωπικό επίπεδο, παλιά, η μικρότητα ορισμένων ανθρώπων στο χώρο. Όταν κατάλαβα τα κίνητρα έπαψα να θυμώνω. Σε ευρύτερο επίπεδο η σοβαροφάνεια και η «δηθενιά», οι ξερόλες. Με ενοχλούν πολύ όσοι παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά, που νιώθουν «πρίγκιπες των μεγάλων πραγμάτων» ενώ είναι «εργάτες των ελάχιστων», όπως είμαστε, στην καλύτερη, όλοι μας.
E.M: Ποιος είναι ο στόχος της επόμενης πενταετίας για τον Αλέξη Σταμάτη;
Α.Σ: Δεν βάζω στόχους. Ζω μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, βιβλίο το βιβλίο. Και ειδικά την επομένη πενταετία το να μιλάει κανείς για στόχους είναι λίγο… επιστημονική φαντασία.
E.M: Θέλω να κλείσουμε με το μότο σας, απευθυνόμενος και στους αναγνώστες μας.
A.Σ: Δεν έχω κάποιο «μότο», έχω φράσεις που μ' αρέσουν. Μια ας πούμε είναι :«πάμε παρακάτω».



INFO
Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού, Μπέτυ Αρβανίτη Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο.                    
Έχει εκδόσει εννιά μυθιστορήματα. Το πρώτο, Ο έβδομος ελέφαντας (1998) εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία. Το δεύτερο, Μπαρ Φλωμπέρ (2000) εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ρωσία, την Ισπανία και τη Σερβία. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές.
Το μυθιστόρημα του Αμερικάνικη Φούγκα εκδόθηκε το 2008 στις ΗΠΑ εχοντας κερδίσει το International Literature Award από το National Endowment for the Arts. Το τελευταίο του μυθιστόρημα Βίλα Κομπρέ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ (2007). Για την δεύτερη συλλογή του, Αρχιτεκτονική Εσωτερικών Χώρων του απονεμήθηκε το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων το Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Νικηφόρου Βρεττάκου. Το παιδικό του μυθιστόρημα Ο Άλκης και ο Λαβύρινθος κέρδισε το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου.
Ο μονόλογος του Τελευταία Μάρθα παρουσιάστηκε το 2004 στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα και παίχτηκε το 2008 στο Θέατρο Οδού Κεφαλλήνιας σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου και ερμηνεία Χρήστου Στέργιογλου. Το εργο του Δακρυγόνα παίχτηκε το 2010 στο ίδιο θέατρο.
Έχει γράψει το σενάριο για την ταινία Καταιγίδα, (σκην. Χάρης Πατραμάνης) το όποιο εγκρίθηκε από το πρόγραμμα Ορίζοντες του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και θα γυριστεί μέσα στο 2009. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στην Μεγάλη Βρετανία. Έχει αντιπροσωπεύσει πολλές φορές την Ελλάδα σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια
http://www.facebook.com/Alexis.Stamatis.gr