Tuesday, March 15, 2011

Προδημοσίευση: "Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης

Προδημοσίευση: "Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης, (Καστανιώτης) απο το Protagon


Ο συγγραφέας για το βιβλίο του:
«Ολόκληρο το βιβλίο εκτυλίσσεται σε μια μέρα, την Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009, ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Ενώ η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει σε μια νέα φάση της ιστορίας της, ο Βασίλης, ένας δεκαεννιάχρονος που προσπαθεί να καταλάβει γιατί αυτοκτόνησε ο πατέρας του συναντά τον Πέτρο, έναν μεσήλικα δημοσιογράφο ο όποιος πενθεί για χρόνια τη γυναίκα του. Θα περάσουν δεκατέσσερις ώρες μαζί.

Στην «Κυριακή» έχουμε ένα δίπολο – δυο χαρακτήρες φαινομενικά εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους. Τι σχέση μπορεί να έχει ένα παράξενο παιδί που μιλάει με δέκα φράσεις και σκέφτεται με χιλιάδες, με έναν παραιτημένο άνθρωπο που γραφεί καθημερινά σελίδες επί σελίδων; Απ’ ότι αποδεικνύεται όμως, πολλά μπορούν να τους συνδέουν. Ενώ γύρω τους οι πολιτικές εξελίξεις τρέχουν, οι δυο τους εμπλέκονται σε μια σκοτεινή ιστορία η οποία αντανακλά και την επερχομένη κρίση. Μέσα σε λίγες ώρες, μέχρι να ανακοινωθούν τα τελικά αποτελέσματα, όσα έχουν προλάβει να βιώσουν θα έχουν αλλάξει για πάντα τις ζωές τους. Μπορεί στο φόντο της ιστορίας να συμβαίνουν γεγονότα που τάραξαν τις ζωές όλων μας, ωστόσο το βιβλίο εστιάζει στο προσωπικό δράμα, στη τραγωδία του κάθε προσώπου που είναι και ο καθρέφτης της ανθρώπινης φύσης».


Προδημοσίευση:

Οι μέσα λέξεις

Φρέσκο δροσερό αεράκι απ’ την μπαλκονόπορτα, νευρικές ξενικές φωνές απ’ την απέναντι οικοδομή, πρωινές αδιαμόρφωτες σκιές. Στενές μεταπολεμικές πολυκατοικίες, σκυρόδεμα, μεταγενέστερο αλουμίνιο, η ώρα του κομπρεσέρ, βαθιά ανάσα, ένα σφίξιμο – χαμηλό ποσοστό προσμονής, το ράβε ξήλωνε της μέρας. Βλέπει το πρώτο γκολ του Θρύλου στο YouTube. Χθες το ’δε ζωντανά στη Λειβαδιά. Λεβαδειακός – Ολυμπιακός 0-3. Ένας απ’ τους 4.936 θεατές. Μήτρογλου, Στολτίδης, Όσκαρ Γκονζάλες και μέσα. Αλλά ο Βασίλης το βλέπει ξανά.

Και γαμώ τα γκολ, χορογραφία!
07:58. Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009: η επέτειος. Ένας χρόνος αφότου έφυγε ο πατέρας του. Ο φίλος του ο Αργύρης κοιμάται ακόμα, στρωματσάδα στο πάτωμα. Ο Βασίλης πάει στο μπάνιο. Γρήγορο ντους, λούσιμο. Αφήνει τα μακριά μαλλιά του νωπά, να στεγνώσουν μόνα τους – δεν τα ’χει κόψει εδώ κι ένα χρόνο. Ενάμιση πόντο το μήνα – δεκαοχτώ πόντους πιο μακριά. Πριν, κοντό μαλλί, αραιό μουσάκι, άλλος άνθρωπος.

Στο μπάνιο, κουρτίνα με ελεφαντάκια, πολλά ελεφαντάκια – φλύαρη κουρτίνα, μικροαστική, μπεμπεδίστικη· πέντε ευρώ, απ’ τη Λαϊκή. Καθρέφτης, ξυρίζεται. Η ρωγμή διπλασιάζει το αριστερό μάγουλο· διπλασιάζεται κι η μεγάλη ελιά. Βγαίνει με την πετσέτα στη μέση. Έχουν περάσει δεκατρία λεπτά. Κοφτή ματιά στη μάνα του. Εκείνη ανταποδίδει. Άλλης τάξεως αυτή, μάνας κοφτή ματιά. Δεν της άρεσε που πήγε Λειβαδιά μια μέρα πριν κι ούτε που θέλει να πάει μόνος του στο «Πρώτο». Θα πάει κι εκείνη στο νεκροταφείο, όμως αργότερα. Βλέποντας την να ετοιμάζει πρωινό, θυμάται τους τίτλους αρχής του «Ντέξτερ». Το αγαπημένο του σίριαλ, με πρωταγωνιστή έναν σίριαλ κίλερ. Παίρνει μόνο τους καφέδες.

Μέρα, μαλάκα, μια νέα μέρα, «η» μέρα. Ο Βασίλης και η νέα του μέρα. Πίσω στο δωμάτιο ανάβει τηλεόραση, ο ήχος χαμηλά: «Από την ανατολή του ηλίου, οι κάλπες έχουν ανοίξει σε όλη τη χώρα». Παράλληλα, μπαίνει στο Facebook. Στο προφίλ
του η φωτογραφία του, γυρισμένος πλάτη. Inbox. Γρήγορη απάντηση στον Τάκη: Fuck them. Min xanapas & ti egine mia zoi tsibukia sti limni me ta piranhas. Αιτήσεις φιλίας: Μηδέν. Πρόσκληση από γκρουπ «Είσαι Έλληνας; Γράφε Ελληνικά». Κλικ στο Ignore. YouTube
ξανά, επιλέγει τραγούδι: Porcupine Tree: Το αγαπημένο του συγκρότημα. «Sunlight coming through the haze / No gaps in the blinds / To let it inside». Μια βόλτα απ’ το σάιτ τηςΜπε-Εμ-Βε. Νέο μοντέλο, γαμάτο.

Σηκώνεται, σκουντάει το φίλο του απαλά, όπως θα ’θελε να του κάνει κι εκείνος. Αν κοιμόταν.

Ξύπνα, ρε».
Στροφή ενενήντα μοιρών, άνοιγμα ματιών, κοιτάζονται.
«Γαμώ το!» λέει ο Αργύρης.
Δροσερή αύρα, βλέμμα προς το μπαλκόνι. Στο βάθος, η θάλασσα. Νερό, αέρας, μπετόν, φραπέ στοιχείων και υλικών. Ο νες πλέον στο χέρι του Αργύρη. Διά χειρός μητρός Βασίλη.
Εκείνος έχει ήδη τον δικό του μπροστά στον υπολογιστή. Replay ο Όσκαρ. Κοφτή (τρίτης τάξεως) ματιά Αργύρη.
«Ρε μαλάκα, ήταν γκολάρα».
Το είδαν ζωντανά. Το ξαναβλέπουν. Ποδόσφαιρο, αφηγηματικός θησαυρός.
Ίσως θα ’πρεπε να ’ταν μπάσκετ. Τριαδική εκτελεστική αρχή (διαιτητές), βλοσυρή γραμματεία που σημειώνει τα πάντα κι επεμβαίνει στα πιο σουρεαλιστικά σημεία, μαζορέτες και διαφημιστικό αερόστατο που πετάει στο ΟΑΚΑ στα διαλείμματα των αγώνων του Παναθηναϊκού. Αλλά τα παιδιά προτιμούν ποδόσφαιρο. Κι είναι Ολυμπιακοί. Φτάνει, φτάνει, πίσω. Σ’ αυτούς. Όποιος μιλάει, μόνο εκείνος είναι παρών. Αλλιώς, ποινές στα δάχτυλα.

«Κερδίσαμε παίκτη», χαρίζει φράση ο Βασίλης.
«Μαλακίες, θα φάμε στη μάπα τον άμπαλο τον Όσκαρ.
Για ένα κωλογκόλ. Σου ’πα, η ενδεκάδα πρέπει να βγαίνει με δημοσκόπηση στο Ίντερνετ».
Το μέλλον του αθλήματος: συμμετοχικό, δημοψηφικό.

Ο Βασίλης ρουφάει τον υπόλοιπο καφέ. Έτσι, δυο γουλιές ο νες. Κάποτε τον έπινε σλόου μόσιον. Όταν ο χρόνος ήταν χρόνος. «Als das Kind Kind war». Όταν το παιδί ήταν παιδί. Με τα χέρια του ν’ ανεμίζουν, ήθελε το ρυάκι να ’ναι ποτάμι, το ποτάμι ρέμα και το ρέμα θάλασσα. Θάλασσα. Ρουφήχτρα. Και να την βλέπει κάθε μέρα.
«Γαμώτο, το κεφάλι μου πονάει! Εσύ πότε σηκώθηκες;»
«Νωρίς, πεντέμισι».
Ψέματα. Άυπνος, σχεδόν κάθε βράδυ.
«Ρε εσύ, δε σου ’πα να το βγάλεις; Σαν γκόμενα είσαι».
Ο λόγος για σκουλαρίκι Βασίλη. Στον αφαλό. Ενδιαφέρουσα συνύπαρξη με σταυρό στο λαιμό. Ο σταυρός συναισθηματικό κατάλοιπο (σουβενίρ του πατέρα), το σκουλαρίκι στάση. Εκείνος δεν απαντάει. Ο Αργύρης μαζεύεται. Ξέρει και δεν επιμένει.

Ο Αργύρης δε φοράει σκουλαρίκια, δεν έχει τατουάζ. Άλλη βιογραφία αυτός, ξηράς, ορθόδοξο αρσενικό. Επωάζεται ο άντρας. Ανάβουν τσιγάρο· νικοτίνη, καφεΐνη, καλημέρα.
Ο Αργύρης τσιμπάει ένα κομμάτι απ’ τη χθεσινή πίτσα. Σαν αρπακτικό. Η μάνα του Βασίλη σκάει μύτη μ’ ένα δίσκο με πρωινό.
Όχι θα την γλύτωνα. Δε γουστάρει σπιτικό φαΐ, φαγητό για τον Βασίλη είναι
τα Μακ Ντόναλντς και η Πίτσα Φαν. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Συστημική τροφή, επί του πιεστηρίου.

«Δε θέλουμε», της λέει κι αρπάζει κι αυτός ένα κομμάτι ενισχύοντας την άρνηση.
Απόσυρση μάνας με βλέμμα πρώτης τάξεως. Φσσστ!

Πίσω στο διατροφικό εργαστήριο. Στο κανάλι, το πρώτο λινκ με τμήμα. Ψηφίζει ένας υπουργός. Διακρίνονται τα τηλεοπτικά συνεργεία.

Μάπα πλάνο. Τα δικό μου θα ’ναι καλύτερο.
«Τέτοιες μαλακίες θα τραβήξεις στο εκλογικό κέντρο;» ο Αργύρης.
Δεν απαντάει.
«Εσύ έχεις τον δικό μας, ε;»
Ναι, έχει να τραβήξει τον «δικό» του. Τον ποδοσφαιριστή που βάζει για βουλευτής. Εκείνον του έχουν αναθέσει.
«Τουλάχιστον, αυτός είναι πατριώτης», λέει ο Αργύρης με ύφος. «Όλοι οι άλλοι είναι ταπαίρνογλου. Ελλάδα, ρε! Γαμάμε τα κουμμούνια, μετά τους Αλβανούς κι ύστερα φύγαμε για Κόκκινη Μηλιά».

Μικρό νεύμα Βασίλη, όχι συναινετικό ούτε και σχόλιο, όμως. Δε γουστάρει τα πολιτικά, αλλά δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι αυτούς τους συγκεκριμένους τους σιχαίνεται. Εξάλλου, δεν έχει ιδέα τι είναι η Κόκκινη Μηλιά – όχι ότι κι ο φίλος του βέβαια γνωρίζει πως η δανεική ατάκα αναφέρεται στο μυθικό τόπο εκδίωξης των Τούρκων.

«Πλάκα κάνω, ρε μαν», συνεχίζει ο Αργύρης. «Την τύφλα του δεν ξέρει ακόμα. Απ’ την προπόνηση τον πήρανε. Να τους μάθει μπάλα στη Βουλή. Εθνικός σέντερ μπακ,
χα χα!»
Ο Βασίλης κοιτάζει λοξά τον ουρανό. Καλή μέρα. Καλή πατρίδα. Πατριώτης. Μια κόρνα σχολιάζει. Καλή πατρίδα.
Η πατρίδα που όλοι ονειρευόμαστε.

Βγαίνουν στο μπαλκονάκι. Πέρα, η θάλασσα. Μόλις ένα χρόνο πριν, βουτούσε, ελεύθερη κατάδυση, είχε κάνει μαθήματα, μέχρι δεκαεφτά μέτρα βάθος είχε φτάσει. Τότε.

«Για μπάνιο είναι, λέω να πάω, έλα να με βρεις μετά, σε καμιά ώρα δε θα ’χεις τελειώσει;» ο Αργύρης. Δεν παίρνει απάντηση, δεν έχει πρόβλημα. Όμως, συνε-
χίζει, πάντα στο διάλογό τους, ογδόντα τοις εκατό κατοχή Αργύρης.
«Εμείς και οι συνταξιούχοι μόνο κάνουμε μπάνιο αυτή την εποχή. Ρε μαν, το καλοκαίρι τα ’χασες τα μπάνια και...»
Τον βλέπει τον Βασίλη που κοιτάζει τη θάλασσα κι είναι αλλού. Κάτι πιάνει απ’ τη λειτουργία των συνειρμών. Στρίβει πάλι.
«Μαλάκα, τα μάτια σου είναι χάλια. Μπάφο έκανες;» ο Αργύρης ο Τίγρης.
«Δεν κοιμήθηκα».
Ούτε και ξέρει γιατί λέει την αλήθεια.
«Καύλες, ρε Ξυράφι;»
Καύλες; Σκέψεις και σκέψεις και...
«Ρε εσύ, η μάνα σου κάτι έχει».
«Μπα, έτσι είναι».
«Όχι, κάτι έχει. Μην την φτύνεις έτσι. Ρισπέκτ. Σήμερα δεν είναι που...»
Σήμερα είναι, ναι. Πριν από ένα χρόνο ακριβώς τον έχασε. Κοφτό βλέμμα, πρώτης τάξεως. Ξυράφι, σαν το παρατσούκλι του. Οπισθοχώρηση Αργύρη. Τα εσκαμμένα, μην περνάς τα εσκαμμένα.
«Δε πειράζει, ρε μαν, το πήρες σαν να σου ’παιξα πουστιά, αλλά εγώ το εννοούσα αλλιώς, ρε...»
Παύση.
«Σόρι, ρε χόμο».

Συγγνώμη σιωπηλά δεκτή. Η πίτσα τελείωσε. Ο υπουργός ψήφισε.
«Να πάω κι εγώ να το ρίξω το γαμημένο», ο Αργύρης.
«Θα πας, ε;»
«Πατριώτης ρε εσύ, πατρίδα. Από πού το πήραμε το Ντι-Εν-Έι; Να μην τιμήσουμε τη δημοκρατία; Εσύ δε θα ψηφίσεις;»
«Μπα».
«Καλά, μετά έλα παραλία, ρε. Φάση θα ’χει».

Λίγο αεράκι, λίγη θάλασσα. Γαμημένη θάλασσα. Κορμί που ξεβράστηκε. Ο Βασίλης νεύει κάτι απροσδιόριστο.
Στην τηλεόραση διαφημίσεις. Η κορυφαία: ο γυμνός νεαρός με τις σαπουνάδες ορμάει στο τηλέφωνο. Οι προξενήτρες έντρομες.
«Έλα, ρε μαν, τι λέει; Όχι, ρε, τι να ενοχλείς;»
Αποφόρτιση. Πάντα γελάνε. Ξέρουν και τον τύπο που παίζει, γνωστός τους ηθοποιός.
«Μαλάκα μου, σκέφτηκα μια μέρα να το κάνω κι εγώ το ίδιο στο σπίτι. Θα πεθάαανει η γριά», ο Αργύρης.

Γρήγορο γέλιο κι αμέσως μάζεμα. Ο Βασίλης έχει μια στιγμή. Αιμοσφαίριο, τινάζεται. Πάει να πει, αλλά...
Μίλα αφού σκεφτείς, μίλα χωρίς να βγάλεις φωνή, σκέψου πριν μιλήσεις, μίλα πριν σκεφτείς, σκέψου ενώ μιλάς, απλώς σκέψου. Γλώσσα. Την αποκλήρωσε, για τον έξω κόσμο.
Κοιτάζονται. Ύστερα, ξανά το βλέμμα πέρα. Δυο δεκαεννιάχρονοι σ’ ένα μπαλκόνι στον Πειραιά ατενίζουν τη θάλασσα. Δεν περιμένουν τίποτα.

3 comments:

ΟΛΓΑ said...

Επιτέλους, νέο βιβλίο!!!! Μια φανατική αναγνώστριά σου ανυπομονεί:)

litsa said...

για να δουμε... (θα επανελθω με σχολιο μετα την περιπετεια)

Γεωργία Μάνδαλου said...

Τρεις βδομάδες τρία βιβλία: το Μπαρ Φλωμπερ έκανε τις τέλειες συστάσεις...ενθουσιασμός!....ο ελέφαντας ακολούθησε ως συγκυρία - ήταν στην εφημερίδα τις μέρες εκείνες, σημαδιακό; το αγάπησα - την Κυριακή την επέλεξα για να δω το τελευταίο σου έργο, πώρωση! Σήμερα στο αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο στο Ηράκλειο δεν υπήρχε άλλο σου βιβλίο! Εν αναμονή...επέλεξα να συνεχίσω με την Αμερικάνικη Φούγκα, όταν έρθει, έχοντας αφορμή τα κείμενα για το ταξίδι σου εκεί. Δηλώνω φανατική