Thursday, April 19, 2007

Τα Δικαιώματα του Αναγνώστη



Tο 1992, ο Γάλλος συγγραφέας Ντανιέλ Πενάκ προτεινε εναν δεκάλογο για τα "Δικαιωμάτα του Αναγνώστη".
Είναι ο εξής:
1. Το δικαίωμα να μη διαβάζεις
2. Το δικαίωμα να προσπερνάς σελίδες
3. Το δικαίωμα να μην τελειώνεις το βιβλίο
4. Το δικαίωμα να ξαναδιαβάζεις το βιβλίο
5. Το δικαίωμα να διαβάζεις οτιδήποτε
6. Το δικαίωμα να δραπετεύεις από το βιβλίο
7. Το δικαίωμα να διαβάζεις οπουδήποτε
8. Το δικαίωμα να ξεφυλλίζεις
9. Το δικαίωμα να διαβάζεις δυνατά
10. Το δικαίωμα να μην υπερασπίζεσαι τα αναγνωστικά σου γούστα
Πολλοί θα συμφωνήσουν πολλοι θα διαφωνησουν.
Προσωπικα θα τα εβαζα στην εξής σειρά προτίμησης:
4,5,7,2,8, 3,9, 6, 10,1

Wednesday, April 18, 2007

Ο Άγγελος της Αφήγησης

Λαγκάδια Αρκαδίας

Στην καθημερινότητα ενός συγγραφέα - κι όχι μόνο την "επαγγελματική" - φαντασία και πραγματικότητα μπλέκονται συχνά με ένα πολλές φορές αναπάντεχο τρόπο. «Όλα τα μυθιστορήματα είναι μεταφορές της πραγματικότητας» είχε πει ο Τζον Φόουλς. Προσωπικά πιστεύω ότι το να γράφεις βιβλία δεν ειναι μια απόδραση από την πραγματικότητα, αλλα μια βουτιά στο κέντρο της. Αληθινό δεν είναι μόνο εκείνο που συμβαίνει, αλλά και εκείνο που «μπορεί» να συμβεί. Είτε στην ζωή είτε στο μυαλό. Και πολλές φορές εκείνα που συμβαίνουν στο νου μπορεί να αποδειχθούν ακόμα πιο ερεθιστικά και πολύ πιο διδακτικά από όσα συμβαίνουν στη ζωή.Το γεγονός συνέβη την εποχή που έγραφα το δεύτερο μου μυθιστόρημα το οποίο είχε τίτλο «Μπαρ Φλωμπερ».
Εκείνο που πρέπει να συγκρατήστε στην συγκεκριμένη διήγηση είναι ότι η ουσία του βιβλίου, ο κινητήριος μοχλός της δράσης, είναι η αναζήτηση του πατέρα. Ο ήρωας, ο σαραντάχρονος Γιάννης Λουκας, μετεωρίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορηματος, ανάμεσα σε δυο πατρικές φιγούρες προσπαθώντας να βρει ουσιαστικά από πού «κατάγεται» - βιολογικά αλλα και πνευματικά. Πατέρας λοιπόν και καταγωγή είναι οι δυο θεμέλιοι λίθοι του βιβλίου. Ιδου λοιπόν τι συνέβη, ειπωμένο ολίγον… κινηματογραφικά.

ΣΚΗΝΗ 1
Kυριακή απόγευμα, 26 Απριλίου 1998. Σ’ ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου στην Δεινοκράτους. Η Ελευθερία, καλή φίλη, έχει γενέθλια. Κλείνει τα 27 και κάνει μία μικρή συγκέντρωση στο σπίτι της. Είμαστε καμιά δεκαριά άτομα, όλοι γνωστοί μου, εκτός από έναν. Έχω περάσει μόνο για ένα μισάωρο να της δώσω ένα δωράκι, να πω δυο κουβέντες και να φύγω - έχω μία ανειλημμένη υποχρέωση. Ακούω την παρέα να συζητά. Το μυαλό μου όμως περί άλλων τυρβάζει. Εκείνη την εποχή έχω τελειώσει τα τέσσερα από τα πέντε κεφάλαια του βιβλίου μου, του «Μπαρ Φλωμπέρ». Εχω φτάσει στην τελική, σημαντική σκηνή. Πρέπει να βρω ένα τόπο, ένα συγκεκριμένο μέρος, με ειδικά χαρακτηριστικά για αυτή την καίρια σκηνή. Κι έχω κολλήσει εδώ και καιρό. Το πρώτο ντραφτ του μυθιστορήματος δεν προχωρά με τίποτα.
Τα λόγια μου βγαίνουν από μόνα τους.. Η ομήγυρη στρέφει το βλέμμα πάνω μου. «Εδώ και δυο βδομάδες ψάχνω ένα μέρος. Ένα ορεινό χωριό στην Ελλάδα, έναν τόπο που πρέπει να είναι έτσι κι έτσι. Πρέπει να το βρω οπωσδήποτε, το βιβλίο μου πρέπει να τελειώσει σε αυτό το χωριό, εκεί όπου ο ήρωας ξεκαθαρίζει τα της καταγωγής του….»
Ακούω διάφορες προτάσεις για γνωστές τοποθεσίες. Καμία δεν μου κάνει κλικ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας ο μοναδικός άνθρωπος που δεν ξέρω από την παρέα κάθεται στην άκρη δεξιά του σαλονιού, αμίλητος. Είναι ένας χλωμός νεαρός με μακρύ πρόσωπο και ρωμαϊκή κατατομή που φοράει ένα γαλάζιο πουκάμισο κι ένα γκρι παντελόνι, ο οποίος αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι ήταν φίλος φίλου. Η Ελευθερία που το συζητήσαμε αργότερα δεν θυμόταν καν το όνομα του. Μόλις τέλειωσα τον παθιασμένο μου μονόλογο, ο νεαρός είπε αποφασιστικά. ‘Ξέρω πιο είναι το μέρος που ψάχνεις. Λέγεται Λαγκάδια και είναι στην Ορεινή Αρκαδία’ και μου το περιγράφει. Ένα φως αστράφτει μέσα μου ξαφνικά, η περιγραφή είναι σαν ένα διαφημιστικό τρέιλερ του τόπου που έψαχνα...

Τις επόμενες μέρες διαβάζω για τα Λαγκάδια και την Ορεινή Αρκαδία, κατεβάζω σελίδες από το Ίντερνετ, βλέπω φωτογραφίες, ρωτάω ανθρώπους που τα έχουν επισκεφθεί και τελικά πείθομαι απόλυτα πως αυτός πρέπει να είναι ο τόπος στον οποίο θα τελειώσω το βιβλίο. Ο τόπος όπου θα γίνει η συνάντηση του ήρωα με τον πατερα του. Ο τόπος όπου θα λυθεί οριστικά το θέμα της «καταγωγής» του. Η επιλογή ήταν αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάντησης. Ε, και ! Όλα τα ωραία στη ζωή τυχαία δε γίνονται;

Τέλη Αυγούστου του 98 λοιπόν, το αποφασίζω. Παίρνω το λαπ τοπ και φεύγω προς Ορεινή Αρκαδία περνώντας διαδοχικά από τα χώρια Στεμνίτσα, Καρύταινα , Δημητσάνα μέχρι στο τέλος να φτάσω στα Λαγκάδια. Ταυτόχρονα γράφω. Το βιβλίο τελειώνει με την σκηνή που ήθελα ακριβώς. Τα Λαγκαδιά αποδεικνύονται το ιδανικό σκηνικό για την τελική αναμέτρηση πατέρα - γιου. Κι όχι μόνον. Σε μια βιβλιοθήκη της περιοχής, συγκεκριμένα στη Δημητσάνα, βρίσκω ένα κείμενο που μου λύνει ένα τεράστιο πρόβλημα της αφήγησης, συνδέοντας οργανικά το φινάλε με τον κορμό του έργου. Ένα κείμενο - κλειδί που εμφανίζεται ως μάννα εξ ουρανού. Τελειώνω λοιπόν βιβλίο, χαρούμενος, πλήρως ικανοποιημένος με το φινάλε του, μακαρίζοντας τον άγνωστο νεαρό που έτυχε να συναντήσω. Κι ως εδώ θα έλεγε κανείς ότι στο σπίτι της Ελευθερίας είχα απλά μια τυχερή συνάντηση.

ΣΚΗΝΗ 2
Μέσα Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς πίνουμε καφέ με τον πατέρα μου στο σαλόνι μου. Έχω την μελαγχολία του τέλους εποχής, μαζί με τη εγρήγορση της συγγραφής. Συζητάμε τα του καλοκαιριού. Του λέω πως πήγα στην Λευκάδα, στην καθιερωμένη Πάρο και στον τόπο που τελειώνει το βιβλίο: τα Λαγκάδια.

Εδώ μια παρένθεση για κάποιες πληροφορίες: Ο πατέρας μου είναι αρχιτέκτονας, κι εκείνη την εποχή έπαιρνε την σύνταξή του. Είχε ανέκαθεν μία έμμονη να ανακαλύψει τον επακριβή τόπο της καταγωγής μας. Με πληροφορεί λοιπόν με καμάρι, πως το καλοκαίρι είχε μισθώσει έναν ειδικό, ένα είδος ανθρωπογεωγράφου - ερευνητή, για να αναδιφήσει στα αρχεία και να ανακαλύψει από πιο μέρος καταγόταν ο πρεσβύτερος πρόγονός μας, ο Σταμάτης Χρήστου ή Παπασταματόπουλος. Πράγμα που έγινε. ‘Ξέρεις ποιο ήταν αυτό το μέρος Αλέξη; Το Λαγκάδια.’ μου λέει γελώντας.

Εκείνη την στιγμή ένιωσα κάτι πρωτόγνωρο. Μια δύναμη πέρα κι από την οικειότητα. Μια ευλογία και μια κατακύρωση. Κι ένα άγνωστο χέρι να υπογράφει το βιβλίο. Τον άγνωστο αυτό, την δύναμη αυτή, την ονόμασα «Άγγελο της Αφήγησης». Εκείνη την εποχή, η φράση αυτή μου φαινόταν ότι απέδιδε ακριβώς αυτό που ένιωθα. Αυτός όμως τελικά δεν ήταν ίσως και ο πιο σωστός ορισμός.

ΣΚΗΝΗ 3
Έξι χρόνια αργότερα, βρέθηκα καλεσμένος στο σπίτι ενός μεγάλου αμερικανού συγγραφέα, του Πολ Οστερ. Έχοντας διαβάσει αυτοβιογραφικά του κείμενα ήξερα ότι αντίστοιχα γεγονότα είχαν συμβεί και στη δική του ζωή. Κάποια στιγμή λοιπόν του διηγήθηκα τη δική μου μικρή ιστορία περί του Μπαρ Φλωμπέρ και την ονομασία που έδωσα σε αυτή τη δύναμη. Ο Πολ με κοίταξε μισοχαμογελώντας και μου είπε : «Ωραία φράση ο ‘Άγγελος της αφήγησης’, αλλα δεν νομίζω ότι είναι αυτό. Αυτό που ονομάζεις έτσι εγώ το λέω ‘η Μηχανική της Ζωής’.(The Mechanics of Life)».

Είχε απόλυτο δίκιο. Γιατί; Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μια θεια παρέμβαση αλλα για μια δύναμη, μια ενέργεια που προκαλούμε, μια δύναμη δεν μας παρακολουθεί από κάποιο ύψος, αλλα που υπάρχει εδώ δίπλα μας στη γη. Μια δύναμη που την αφυπνίζουμε όταν πιστεύουμε σε αυτό που κάνουμε, κι όταν ακολουθούμε το ένστικτό μας.

Γιόζεφ Μπρόντσκι: ένας σπουδαίος ποιητής

«Αν θέλουμε να παίξουμε έναν μεγαλύτερο ρόλο, το ρόλο του ελεύθερου ανθρώπου, τότε θα πρέπει να είμαστε ικανοί να αποδεχθούμε - ή το λιγότερο να μιμηθούμε, τον τρόπο με τον οποίο ένας ελεύθερος άνθρωπος αποτυγχάνει. Ένας ελεύθερος άνθρωπος, όταν αποτυγχάνει δεν μέμφεται κανένα.» λέει ο Joseph Brodsky, ένας ποιητής που προφήτευσε την ίδια του την εξορία εισάγοντας από τους νεανικούς του ήδη στίχους την έννοια της « ουδέτερης πατρίδας» και προβάροντας το ένδυμα του κατ’ εξοχήν εξόριστου ποιητή, του Οβίδιου, που πέθανε ανάμεσα στους βαρβάρους της Μαύρης Θάλασσας.. Η οπτική γωνία του Brodsky στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ως ενός Ρώσου εμιγκρέ που ζούσε στην Νέα Υόρκη τον οδήγησε σε θέσεις που συνδύαζαν τον συναισθηματισμό της Ρώσικης καρδιάς με τη κοσμοπολίτικη θέαση μιας σκληραγωγημένης φιλοσοφίας. Ο ίδιος ο ποιητής αρεσκόταν στο να παρομοιάζει τη θέση του με αυτήν ενός παρατηρητή που κάθεται στην κορυφή ενός βουνού ατενίζοντας και τις δυο πλαγιές.

Ο Νομπελίστας ποιητής Joseph Brodsky ήταν ένας από τις σημαντικότερες φωνές του αιώνα, κι όχι μόνον μέσα από τους στίχους του. Έζησε μια ζωή επική. Στα νιάτα του κέρδιζε το ψωμί του σαν χειριστής αλεστικής μηχανής και τεμαχιστής πτωμάτων σε νεκροτομείο ως την σύλληψή του από τις Σοβιετικές το 1964 με την κατηγορία του κοινωνικού παρασιτισμού. Ύστερα από μια ‘καφκικού’ τύπου δίκη. καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια καταναγκαστικής εργασίας, σαν «ένας πυγμαίος με κοτλέ παντελόνια, ο οποίος σκάρωνε στίχους στους οποίους εναλλάσσονταν ασυναρτησίες και κλάψες γεμάτες πεσιμισμό και πορνογραφία».
Ο Brodsky εξέτισε τους δεκαοκτώ μήνες της ποινής του σε μια κρατική φάρμα στη Σιβηρία μέχρι να αφεθεί ελεύθερος ύστερα από παγκόσμια κατακραυγή στην οποία πρωτοστάτησαν ο Jean Paul Sartre και ο Dmitri Shostakovich. Ο ποιητής απελάθηκε από την Σοβιετική Ένωση το 1972 και κατέφυγε στην Αμερική. Το 1980 μετακόμισε στο Greenwich Village και το 1987 του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Σαν χαρακτήρας ήταν κλειστός και μυστικοπαθής, διαρκώς αυτοελεγχόμενος, με σκοτεινό, δηκτικό χιούμορ ίδιον των ανθρώπων που έχουν ζήσει στο πετσί τους αυτά για το οποία γράφουν και μιλάνε.
Το παράδοξο με τον Brodsky είναι η λογοτεχνική του μεταφύτευση. Ως συγγραφέας πρωτοκαθιέρωσε το πεζογραφικό του στιλ στα Αγγλικά. Σταδιακά ανέπτυξε ένα αξέχαστο, ιδιοσυγκρασιακό και μάχιμο Αγγλικό στιλ πρόζας για την οποία αισθανόταν ιδιαίτερα περήφανος. Ο Brodsky έγραψε και ποιήματα απ’ ευθείας στα Αγγλικά, γεγονός που τον τοποθετεί στους ελάχιστους ποιητές που έγραψαν και σε ξένη γλώσσα.
Υπήρξε επίσης ένας δημιουργός ο οποίος μαστόρευε διαρκώς το έργο του. Η απέχθεια του στο να βλέπει το έργο του σαν τελειωμένο προϊόν (παράδειγμα της εγγενούς του ανάγκης για ανοιχτό διάλογο) ήταν παροιμιώδης.

Tuesday, April 17, 2007

Αναγέννηση, αναγκαία, προφητικόν!


Πριν από κάτι μέρες, είχα ανεβασει, για άλλους λόγους ενα ποστ με την ως άνω φωτογραφία και μόνον δυο λέξεις: Αναγέννηση αναγκαια. Δεν περιμενα πως η φραση θα λαμβανε το κυριολεκτικο της νόημα όταν ξαφμικα, πρωτον δεν μπορουσα να μπω στο μπλογκ μου και δευτερον, οταν, φτιαχνοντας το παρον, το αρχικό μου μπλογκ εξαφανίστηκε!
Ολα αρχισαν ως εξης. Περνωντας στο νεο blogger ως google account ειχα το μειλ μου (bm-sruome@otenet.gr) . Χτες καποια στιγμη θελησα να φτιαξω ενα gmail account, μετα αλλαξα γνωμη και το εσβησα. Ομως κατα λάθος φαινεται εσβησα και τη συνδεση του google account μου με τον Blogger. Αποτελεσμα , δεν μπορουσα να μπω στο μπλογκ μου να το επεξεργαστω.
Στη συνεχεια εφταξια ενα μπλογκ με παραπλησια ονομασια, alexistamatis2.blogspot.com, και με τον ίδιο τιτλο. Alexis Stamatis. Πλεον δεν μπορω να δω ουτε το παλιο μπλογκ!
Μπορει καποιος φιλος με γνωσεις να με βοηθησει; Υπαρχει περιπτωση να ξαναβρω το πλαιο (χαμενο) μπλογκ;
Στην χειροτερη περιπτωση τα ποστ μπορω να τα βρω από το google με αναζητηση να επιλεγω προσωρινή αποθήκευση και σταδιακα να τα περναω στο παρον μπλογκ
Είπαμε όμως: Αναγέννηση, αναγκαία!

Monday, April 16, 2007

ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ!

ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ ΚΛΙΚ....
Για τεχνικους λόγους που δεν μου δινουν τη δυνατοτητα να μπω στο προηγουμενο μπλογκ, το ιστολογιο μεταφερεται εδω. Το προηγουμενο θα λειτουργει ως αρχείο. Μην αφηνετε σχολια στο προηγουμενο διοτι δεν μπορω να μπω να τα απαντησω.
Αντε κι αλλη φορα να μαθω να παιζω με τα κουμπια!

Sunday, April 15, 2007

Bookcrossing στην Αθήνα!

Ας ξεφύγουμε από τα δυσάρεστα των ημερών με κάτι πραγματικά παρεμβατικό, αισιόδοξο και υγιές.Χτες έζησα μια υπέροχη εμπειρία συμμετέχοντας στο Δεύτερο Συνέδριο Book crossing που έγινε στην Αθήνα. Μια ζεστή παρέα ανθρώπων που αγαπάνε πραγματικά το βιβλίο! Είχαν έρθει μέλη απ όλη την Ελλάδα, ακόμα κι ένα ζευγάρι από την Αγγλία! Στο στέκι «Κρατήρας» παρευρέθηκαν επίσης συγγραφείς όπως ο Θόδωρος Γρηγοριάδης, η Λητώ Σειζάνη, η Έρση Σωτηροπούλου, ο Λένος Χρηστίδης, ο Χρήστος Χρυσόπουλος και μια παρέα από ανθρώπους των εκδόσεων Καστανιώτη, κατι που δειχνει πω η κινσηη όχι μονο δεν πρέπει αν θεωρείται ναταγνωστική ως προς την εμπορική διακίνηση των βιβλιων αλλα ένας διαφορετικός, παιγνιώδης τρόπος να κυκλοφορούν τα βιβλια και να συζητιούνται περισσότερο.Ήταν μια ξεχωριστή εναλλακτική βραδιά γεμάτη λογοτεχνία!ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ BOOKCROSSINGΗ βιβλιοθήκη ενός ανθρώπου που πραγματικά αγαπά τα βιβλία και το διάβασμα, με το πέρασμα των χρόνων αντί να γεμίζει, θα πρέπει να αδειάζει. Και ό,τι φεύγει από μία βιβλιοθήκη, όχι ως περιττό αλλά ως πλεονάζον, αξίζει να «μοιράζεται» σαν δώρο.Κάτι τέτοιο μας προτρέπει το BookCrossing, το οποίο στη γλώσσα μας θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «σταυροδρόμι βιβλίων». Πρόκειται για μία σχετικά νέα πρωτοβουλία στην Ελλάδα και έχει ως χαρακτηριστικό της την πρακτική να αφήνεις ένα βιβλίο σε δημόσιο χώρο, για να το βρει και να το διαβάσει κάποιος άλλος που στη συνέχεια θα κάνει το ίδιο.Μία αλυσιδωτή -φαντασιακή- απέραντη, ανοικτή, παγκόσμια βιβλιοθήκη όπου αντί οι αναγνώστες να ψάχνουν τα βιβλία, συμβαίνει το αντίστροφο. Το BookCrossing ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2001 χάρη σε μία ιδέα που είχε ο Ρον Χορνμπέικερ, ο οποίος ίδρυσε και τον σχετικό δικτυακό τόπο http://www.bookcrossing.com/ με σήμα ένα κίτρινο βιβλίο που τρέχει.Τον Μάρτιο του 2002 η πρωτοβουλία αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή χάρη σε ένα μεγάλο ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Book με αποτέλεσμα να εγγράφονται κάθε μέρα 200 νέα μέλη. Τώρα πια, πάνω από 130 χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν υιοθετήσει την ιδέα αυτή και υπάρχουν, σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις, περισσότεροι από 470.000 «βιβλιοαπελευθερωτές» σε όλο τον κόσμο. Τα βιβλία που έχουν «απελευθερωθεί» ξεπερνούν τα 3.000.000 ενώ το ταξίδι καθενός από αυτά μπορεί να παρακολουθηθεί μέσα από την ιστοσελίδα www.bookcrossing.com. Αυτή η πρωτοβουλία θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι συνδυάζει την περιπέτεια, την ανιδιοτέλεια και την αγάπη για τη λογοτεχνία, αναπληρώνοντας ταυτόχρονα το κενό «αναγνωστικής κουλτούρας» μέσω των δανειστικών βιβλιοθηκών που έχουμε στην Ελλάδα, οι οποίες σε πολύ μεγάλο βαθμό, υπολειτουργούν.
Οι «βιβλιοαπελευθερωτές» έχουν ως βασικό τους μότο τα τρία ρήματα, που στα αγγλικά ξεκινούν με το γράμμα R: «Read - Register - Release», που σημαίνουν: «διάβασε - καταχώρισε - απελευθέρωσε».Σύμφωνα με την πρακτική του BookCrossing τα βιβλία μπορούν να «απελευθερωθούν» σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο ή σε συγκεκριμένες «ζώνες». Στην Αθήνα γνωστά στέκια «ΒookCrossers» είναι το καφέ Cafeina, στο στενάκι της Κιάφας (Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής, η κάβα Οίνων, Τριπόδων 31 και Θέσπιδος στην Πλάκα, και το καφέ Dragonphoenix, Σπινθάρου 32 στον Νέο Κόσμο.Περισσότερα στοιχεία για τη φετινή συνάντηση μπορείτε να βρείτε στο site: http://www.greekbc.gr/

Με μασκότ τον «Σούπερ-Σωκράτη», δεκάδες «BookCrossers» από όλη τη χώρα αυτη τη βδομάδα περιπλανήθηκαν στους δρόμους της Αθήνας, σπέρνοντας βιβλία για να φυτρώσουν νέοι αναγνώστες.Να στε καλα φίλοι μου!

Thursday, April 12, 2007

ΣΕΝΑΡΙΑ, ΣΕΝΑΡΙΑ

Μια ματιά στις ελληνικές ταινίες που έκοψαν τα περισσότερα εισιτήρια της σαιζόν μας λέει πως οι τρεις πρώτες, τα «Straight Story», «Πέντε λεπτά ακόμα» και «Μια μέλισσα των Αύγουστο» - που έκοψαν 395.000, 340.000 και 297.000 εισιτήρια αντίστοιχα - είναι και οι τρεις κωμωδίες, με ηθοποιούς από το χώρο της τηλεόρασης και του ελαφρού θεάτρου.
Οι τρεις αυτές ταινίες έκοψαν περίπου το 80% των συνολικών εισητηρίων της σαιζόν! Στον αντίποδα, ταινίες «καλλιτεχνικής» στόχευσης όπως «Η ψυχή στο στόμα», το «Ροζ», οι Ώρες κοινής ησυχίας», κ.α., δεν ξεπέρασαν στην καλύτερη περίπτωση τα 10.000.Τι άραγε να σημαίνει αυτό; Πως ο Έλληνας πάει στον κινηματογράφο για να περάσει μόνον δυο ευχάριστες ώρες; Στην Ελλάδα όπως πλέον σε ολόκληρο τον κόσμο, οι ταινίες χρηματοδοτούνται από παραγωγούς μόνον όταν τα φέρνουν στο ταμείο.Πως άραγε θα καταφέρει μια ταινία καλλιτεχνικών προδιαγραφών να βρει χρηματοδότη κατ’ αρχήν και το δρόμο προς το ταμείο στη συνέχεια; Ίσως το δίδαγμα να έρχεται από την μεγαλη επιτυχία της χρονιάς στο χώρο του ξένου σινεμά, το φιλμ «Οι ζωές των άλλων». Χωρίς σταρ, με απλή κινηματογραφική αφήγηση, δίχως σκηνοθετικά τερτίπια, υπηρέτησε ένα στρωτό σενάριο υψηλοτάτης πνοής.
Μια ταινία που θα μπορούσε να είχε άνετα γυριστεί - από πλευράς μπάτζετ και παραγωγής - στην Ελλάδα.Αν λοιπόν απέναντι στο «τηλεοπτικό σινεμά» έχουμε ως όχημα μια δυο γερές ταινίες που έχουν να διηγηθούν μια σημαντική ιστορία, ίσως κάποτε το κοινό θα επανέλθει στο νέο ελληνικό κινηματογράφο, τιμώντας ταυτόχρονα τους νέους μας «εναλλακτικούς» σκηνοθέτες τύπου Οικονομίδη και Α. Βούλγαρη όσο τους αξίζει. Σενάριο λοιπόν και πάλι σενάριο